Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017

Κάλλιστος Καταφυγιώτης: "Περί της ενώσεως με το Θεό και του θεωρητικού βίου - μέρος 4ο (κεφ. 81-85)"


Ι.Μ.Κοιμήσεως Θεοτόκου Σκαφιδιάς
(Ο Κάλλιστος Καταφυγιώτης ταυτίζεται με τον Κάλλιστο Αγγελικούδη)
81. Από τη φύση του, ο θεωρητικός βίος ολοκληρώνεται και γίνεται άμεμπτος με τα τρία τούτα· πίστη, φανερή μετοχή του Πνεύματος και γνώση της σοφίας. Γιατί η θεωρία, για να δώσομε τον ορισμό της, είναι γνώση των νοητών μέσα στα αισθητά· κάποτε είναι και γνώση ψιλών νοητών χωρίς αισθητό υπόβαθρο, πράγμα που συμβαίνει σ' εκείνους που προοδεύουν στα πνευματικά. Εδώ πλέον χρειάζεται η πίστη. Γιατί λέει: «Αν δεν πιστέψετε, δε θα κατανοήσετε»(Ησ. 7, 9).
Επίσης χρειάζεται και το Πνεύμα, αφού το Πνεύμα ερευνά τα πάντα, ακόμα και τα βάθη του Θεού(Α΄ Κορ. 2, 10). Γι' αυτό είπε ο θείος Ιώβ: «Η πνοή του Παντοκράτορα είναι που με διδάσκει»(Ιώβ 33, 4). Έπειτα φυσικά η θεία ενέργεια, η οποία αναβράζει, για να πω έτσι, μέσα στην καρδιά και ζει και κατά συνέπεια ζωοποιεί υπερκόσμια και συμπτύσσει άρρητα, συνάγοντας προς τον εαυτό της το νου και τον εμποδίζει από κάθε μετεωρισμό και του δίνει τη δυνατότητα να βλέπει πανεύκολα τα θεία με γαλήνη και χαρά και πολλή ευχαρίστηση και παρηγορία και ακόμα με θεία αγάπη, και να στρέφεται σ' αυτά και να φαντάζεται το Θεό με πρωτόγνωρο τρόπο και ανάλογα να ευφραίνεται με Αυτόν με μεγαλύτερους αβάσταχτους έρωτες και αντίστοιχη αγαλλίαση. Χρειάζεται ακόμα και σοφία, όπως είπα.
Γιατί, κατά τη Γραφή, η σοφία θα φωτίσει το πρόσωπο του ανθρώπου(Εκκλ. 8, 1). Θα φωτίσει, για να μεταβεί εύκολα από την αίσθηση στη νόηση και να μεταβεί από τα αισθητά στα νοητά και θεία θεάματα και να δει τα απόρρητα με νοερή αποκάλυψη· θα φωτίσει, για να θεωρήσει εποπτικά και να φανταστεί με τρόπο ενοειδή τον υπερούσιο Θεό. Στ' αλήθεια, είναι μακάριος ο άνθρωπος που θα τον παιδαγωγήσεις, Κύριε, και θα τον διδάξεις με το νόμο Σου(Ψαλμ. 93, 12). 
Γιατί αληθινά σοφός είναι εκείνος που φτάνει στην πίστη με την παιδαγωγία και διδάσκεται τα απόρρητα του Θεού με τη διδασκαλία του Πνεύματος. Είναι αλήθεια μεγάλο πράγμα ο σοφός που πορεύεται με την πίστη μέσα σε μιά υπερφυσική ένωση και κοινωνία του Πνεύματος, αφού πράγματι, όπως είπε κάποιος, τρία είναι τα ασύλληπτα· ο Θεός, ο Άγγελος και ο φιλόσοφος άνθρωπος. Έτσι και αυτός είναι άλλος, παράδοξος άγγελος πάνω στη γη, επόπτης οπωσδήποτε της ορατής κτίσεως και γνήσιος μύστης των θείων ακτίστων ενεργειών του Θεού, είτε προτιμά κανείς να πει δωρεών του Θεού, συλλαμβάνοντας κάπως και αυτό το αθέατο με κάθε τρόπο και φτάνοντας με μια άμεση προσέγγιση, κατά μίμηση των Αγγέλων, στην επίγνωση του Θεού. 
Τέτοιος είναι σε αδρές γραμμές ο σοφός από πίστη με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος και έτσι είναι μακάριος. Θα μου ήταν αρκετά χωρίς αμφιβολία εκείνα που διηγείται στο ευαγγέλιό του ο ιερός Λουκάς περί του Κυρίου Ιησού, λέγοντας ότι ήταν απαλλαγμένος από ασχολίες, ώστε να ξεπερνά τη δύναμη και τα εγκώμια της σοφίας και της χάρης. Γιατί έτσι γράφει αυτός: «Ο Ιησούς προόδευε στην ηλικία και στη χάρη»(Λουκ. 2, 52), και αλλού ότι «μεγάλωνε και δυνάμωνε πνευματικά και γέμιζε από σοφία»(Λουκ. 2, 40). 
Επειδή όμως θέλω να μιλήσω πιο φανερά γι' αυτά, θα παραθέσω κι αυτό που λέει σχετικά ο ιερός Σολομών προς το Θεό: «Όσα υπέροχα υπάρχουν στους ουρανούς, ποιος άνθρωπος τα εξιχνίασε; Ποιος γνώρισε τη βουλή Σου, παρά μόνο εκείνος στον οποίο Εσύ έδωσες σοφία και του έστειλες το Άγιό Σου Πνεύμα από τον ουρανό; Και έτσι επανορθώθηκαν οι δρόμοι της ζωής των ανθρώπων πάνω στη γη και οι άνθρωποι διδάχθηκαν τα αρεστά σε Σένα και σώθηκαν με τη σοφία Σου»(Σ. Σολ. 9, 16-19). 

Κάλλιστος Καταφυγιώτης: "Περί της ενώσεως με το Θεό και του θεωρητικού βίου - μέρος 3ο (κεφ. 71-80)"


Ι.Ν. Αγ.Νικολάου του Νέου, Θήβα
71. Όπως με κανένα ολότελα τρόπο, Κύριε, δεν είναι δυνατό να εννοηθείς κατά την ουσία από καμία φύση κτιστή, λογική και νοερή, ή γενικώς από καμία γνώση κτιστή, ούτε ακόμη και χερουβική, αλλά είσαι άπειρες φορές άπειρα ανώτερος από όποια γνώση, έτσι, Δέσποτα, και τα ιδιώματά Σου είναι τελείως άπειρα και αόριστα. 
Από ανυπέρβλητη φροντίδα για μας, διέταξες το νομοθέτη της Παλαιάς Διαθήκης Μωυσή να κηρύττει ότι είπες πως είσαι ο Ων(Εξ. 3, 14). Αλλά κι έτσι πάλι, Εσύ αψευδέστατε και μοναδική άκρα αλήθεια, είπες για μερικούς από τους δικούς Σου, ότι ενώ φανερώθηκες σ' αυτούς, όμως το όνομά Σου δεν το αποκάλυψες(Γεν. 32, 29).
Γιατί το όνομά Σου υπερβαίνει ασυγκρίτως κάθε όνομα(Φιλιπ. 2, 9), όχι μόνο όσα είναι στη γη, αλλά και όσα στα επουράνια. Εκείνοι που είναι γεμάτοι από το φως Σου σε παριστάνουν ως ουσία, αλλά χωρίς το υποκείμενο. Πάντως το είπαν έτσι για να σε εμφανίσουν ως υπερούσιο και ως νόηση ολότελα χωρίς υποκείμενο, για να γνωριστείς έτσι φανερά ότι είσαι πάνω από νόηση και από όλα όσα μπορούν να γνωσθούν άπειρες φορές άγνωστος και ανώτερος. 
Είσαι τελείως ανώτερος από το χρόνο, όντας άναρχος, αυτοζωή και απέραντος· ξεφεύγεις εντελώς κάθε έννοια τόπου, Συ ο πανταχού παρών και πάνω από το παν, επειδή είσαι όλου του παντός ποιητής, και μόνος, αν και περιέχεις τις νοερές φύσεις, είσαι τόπος αδιάβατος. Εσύ υπερβαίνεις την ταχύτητα του νου και προλαμβάνεις τη σκέψη του, γιατί είσαι πάνω από το παν και χέρι που κρατάς τα πάντα, κατά τρόπο ανεξερεύνητο. 

Κάλλιστος Αγγελικούδης: Περί της ενώσεως με το Θεό και του θεωρητικού βίου - μέρος 2ο (κεφ. 51-70)


Ι.Μ. Ξενοφώντος
51. Αφού ο νους αποχαιρετήσει και προσπεράσει τα διαστήματα του χρόνου και του τόπου και τα ιδιώματα που προσδιορίζουν τις φύσεις των όντων, τότε απογυμνώνεται αληθινά με την ενοειδή απλότητα και την απλή και άμορφη ζωή. Και χωρίς κανένα κάλυμμα και προπέτασμα, ως άπειρος και απροσδιόριστος, ανεβαίνει υπερφυσικά στην περιοχή όπου λείπει κάθε έννοια και λόγος, με την πνευματοκίνητη θεία δύναμη της καρδιάς και την έλλαμψη που φαίνεται να συνεπεκτείνεται μαζί με τη θεωρία του νου προς το άπειρο. 
Και τότε η ειρήνη του Θεού ανατέλλει στην ψυχή και η άρρητη χαρά και ανέκφραστη αγαλλίαση του Αγίου Πνεύματος χύνεται σ' αυτή και τη συνέχει η πέρα από γνώση έκπληξη καθώς σιγοψάλλει ότι, όχι στο μέλλον αλλά από τώρα παρουσιάζεται ο Θεός των θεών στη Σιών(Ψαλμ. 83, 8), σε νου δηλαδή που ουρανοπορεί και που εποπτεύει τα υψηλά. Κύριε, Θεέ των δυνάμεων, μακάριος ο άνθρωπος που έχει την ελπίδα του σ' Εσένα(Ψαλμ. 83, 13).
52. Όταν ο νους καταφωτίζεται μέσα σε εκπλήξεις που δεν μπορούμε να τις νοήσομε ώστε να τις εκφράσομε, βλέποντας τον εαυτό του ανάμεσα στο Θεό και στα θεία, τότε τρώει —αν επιτρέπεται να πούμε έτσι— τους αληθινούς καρπούς της πνευματικής γνώσεως, και θεοποιείται και χαίρεται και προοδεύει στους θείους έρωτες. Δε λέει καθόλου κανένα λόγο, ούτε καθόλου εκφράζει κάποια εσωτερική ή εξωτερική του διάθεση, ούτε και διανοείται, αλλά βλέπει μονάχα νοερά και ενιαία μέσα σε φως αληθινό και πνευματικό και κάνει όσα βλέπει απόλαυση που δεν παρέρχεται.
53. Όταν το πρόσωπο του νου, σκύβοντας μέσα στην καρδιά, βλέπει την έλλαμψη του Πνεύματος να πηγάζει αέναα από αυτή, τότε ακριβώς είναι καιρός σιγής(Εκκλ. 3, 7).

Κάλλιστος Καταφυγιώτης: "Περί της ενώσεως με το Θεό και του θεωρητικού βίου - μέρος 1ο (κεφ. 1-50)"


Όσιος Κάλλιστος Αγγελικούδης
(Ο Κάλλιστος Καταφυγιώτης ταυτίζεται με τον Κάλλιστο Αγγελικούδη)

1. Από τη φύση της κάθε ζωντανή ύπαρξη, με την ανώτερη φυσική ενέργειά της μεταλαμβάνει και ανάπαυση και ανάλογη ηδονή. Και από αυτή δοκιμάζει χαρά και είναι προσηλωμένη σ' αυτά. Και ο άνθρωπος λοιπόν, επειδή έχει νου κι έχει εκ φύσεως ζωή του τη νόηση, δοκιμάζει μεγάλη ηδονή και μετέχει πραγματικά σε ανάπαυση όταν νοεί τα ανώτερα και τα αγαθά η καλά —όπως θέλει καθένας ας τα πει— για τον εαυτό του. Αυτό συμβαίνει αληθινά όταν έχει στο νου του το Θεό και συλλογίζεται τις αρετές Του, ο οποίος είναι πραγματικά το άκρο και πάνω από νου νοητό και αγαπά άκρως και πέρα από νου τον άνθρωπο και που ετοιμάζει άκρα βραβεία και πάνω από νου αγαθά και καλά για τους δικούς Του, κι αυτά μάλιστα στους αιώνες.

2. Κάθε γέννηση κάνει ό,τι γεννιέται να μοιάζει με αυτό που το γέννησε, όπως είπε ο Κύριος ότι «το γεννημένο από τη σάρκα είναι σάρκα και το γεννημένο από το Πνεύμα είναι πνεύμα». Αν λοιπόν είναι πνεύμα εκείνος που γεννήθηκε από το Πνεύμα, είναι φανερό ότι θα είναι και θεός, όπως και το Πνεύμα που τον γέννησε, γιατί είναι Θεός αληθινός το Πνεύμα από το οποίο έχει γεννηθεί κατά χάρη ο μέτοχος του Πνεύματος. Και αν ο άνθρωπος αυτός είναι θεός, ολοφάνερα θα είναι και θεωρητικός. Γιατί ο Θεός ονομάστηκε Θεός επειδή θεωρεί. Ώστε λοιπόν εκείνος που δεν είναι θεωρητικός, η δεν επέτυχε ακόμη την πνευματική γέννηση και μετοχή, η την έχει πετύχει, αλλά από αμάθεια κλείνει την οπτική του δύναμη και αποστρέφεται σαν απαίδευτος τις νοητές θείες ακτίνες του νοητού ηλίου της δικαιοσύνης. Και ενώ έγινε μέτοχος θεωρητικής δυνάμεως, στερείται δυστυχώς από την ενέργειά της, αν και ανυψώνεται προς την αγιοσύνη.
3. Όλα τα όντα έλαβαν την κίνηση και το φυσικό ιδίωμά τους από Αυτόν που τα δημιούργησε κατά λόγον συνεπώς και ο νους. Αλλά η κίνηση του νου έχει ως ιδίωμά της το «αεί», είναι δηλαδή αδιάκοπη· και το «αεί» είναι άπειρο και απεριόριστο. Άρα θα είναι κατώτερο από την αξία και τη φύση του νου αν αυτός κινείται κατά τρόπο πεπερασμένο ή περιορισμένο. Και αυτό θα το πάθαινε αν είχε την κίνησή του σε πράγματα πεπερασμένα και περιορισμένα. Γιατί δεν είναι δυνατό, ενώ ένα πράγμα είναι πεπερασμένο και περιορισμένο, η κίνηση του νου γι' αυτό ή γύρω από αυτό να προχωρεί στο άπειρο. Έχει λοιπόν ανάγκη και η αεικινησία του νου από κάποιο άπειρο και απεριόριστο προς το οποίο να κινείται κατά λόγον και κατά την ίδια τη φύση της. Άπειρο ωστόσο και απεριόριστο πραγματικά δεν είναι κανένα άλλο, παρά ο Θεός, ο οποίος φύσει και κυρίως είναι Ένα. Πρέπει λοιπόν ο νους να πετά και να ατενίζει και να κινείται προς το κυρίως άπειρο Ένα, το Θεό. Γιατί τούτο κυρίως είναι το φυσικό για το νου.

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

Οί προσευχές της Εκκλησίας και των συγγενών ωφελούν τους κοιμηθέντας αδελφούς μας


Στο ιερό κοινοβιακό Μοναστήρι του αγίου Παύλου επί των ημερών μας, κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο η μητέρα του Μονάχου Σεραφείμ, αδελφού της Ιεράς αυτής Μονής.
Ο Μοναχός Σεραφείμ, επειδή γνώριζε την αρετή και παρρησία που είχε στο Θεό ο Γέροντας Κωνστάντιος, επίσης κι αυτός αδελφός της ιδίας Μονής, με ευλάβεια και πίστη, τον παρεκάλεσε να κάνει ιδιαίτερη προσευχή, για την σωτηρία της ψυχής της μητέρας του Ευαγγελίας, που είχε κοιμηθεί. Ο Γέρο – Κωνστάντιος ήταν υπόδειγμα υπακοής, ταπείνωσης και αδιάλειπτου προσευχής. Αγνός και πρόθυμος να εξυπηρετήσει όλους τους αδελφούς, παρά το υπέργηρο της ηλικίας του. Στην αρχή, από υπερβολική ταπείνωση, απέφευγε να δεχθεί την παράκληση αυτή του αδελφού Σεραφείμ, αλλά η επιμονή και πίστη του νεώτερου αυτού Μοναχού, έπεισαν τον Γέροντα Κωνστάντιο να κάνει προσευχή και κομβοσχοίνια για την ψυχή της δούλης του Θεού Ευαγγελίας.
Μετά από σαράντα ήμερες, κατά την ώρα της ιδιαίτερης αυτής προσευχής, παρουσιάζεται μπροστά στον Γέροντα Κωνστάντιο μια γυναικεία μορφή, η οποία ευχαριστούσε τον Γέροντα για την θερμή προσευχή, που έκανε για την ψυχή της και τον βεβαίωνε οτι πολύ ψυχική ωφέλεια και ανακούφιση έλαβε από τον πανάγαθο και πολυεύσπλαχνο Θεό.
Ο Γέρο – Κωνστάντιος, στο φάσμα της γυναικείας αυτής μορφής
είπε: «Ποια είσαι συ αδελφή που με ευχαριστείς; Δεν σε γνωρίζω και
για ποια προσευχή μιλάς;»

ΕΓΚΩΜΙΑ Εις τον Όσιον και Θεοφόρον Πατέρα ημών Πορφύριον τον Καυσοκαλυβίτην τον διορατικόν και θαυματουργόν.


Ποίημα Ευαγγέλου Χρ. Καραδήμου,
ου η ακροστιχίς εν ταις τρισίν στάσεσι:
«Πορφύριε, δέχου άσμα Ευαγγέλου, ευγνωμονούντος».
ΣΤΑΣΙΣ Α΄.
Ήχος πλ. α΄. «Η ζωή εν τάφω.»
Μακαρίζομέν σε,
Εκκλησίας χοροί,
μύστην Άθωνος τον μέγαν, Πορφύριε,
και οσίων εγκοσμίων καλλονήν.
Μακαρίζομέν σε,
ευγνωμόνως πιστοί,
των θαυμάτων σου το πλήθος κηρύττοντες,
και ζητούντες σου την θείαν αρωγήν.
Και τα επόμενα, έχοντα τήνδε την ακροστιχίδα:
«ΠΟΡΦΥΡΙΕ ΔΕΧΟΥ»
Παρθενία λάμπων
σώματι και ψυχή,
διοράσεως εδέχθης το χάρισμα,
εν τω Άθωνι πιστώς διακονών.
Ουρανών πολίτης
εν τη γη γεγονώς,
και αγγέλων τον χορόν συ εξέπληξας,
μεγαλύνων ταπεινώσει τον Θεόν.
Ριζωθείς εν φόβω
του Θεού εκ παιδός,
ώσπερ φοίνιξ εν ερήμω εξήνθησας,
μοναζόντων καταστάς υπογραμμός.
Φωτισμόν εδέχθης
και σοφίαν Θεού
και μυστήρια του κόσμου ηρμήνευες,
προκαλών τον θαυμασμόν και των σοφών.
Υπηρέτης ώφθης
της αγάπης Χριστού,
ταπεινώς διακονών προσιόντας σοι
αιτουμένους τε το έλεος Αυτού.
Ρόδον γης Ευβοίας
την Ελλάδα κοσμούν
και αστέρα Εκκλησίας σε έγνωμεν,
πάτερ όσιε, χαράς αγνής κρουνέ.
Ιατρός παντοίων
νοσημάτων, σοφέ,
σώματός τε και ψυχής αναδέδειξαι,
θεία χάριτι ιάσεις χορηγών.
Ευσπλαγχνίας, πάτερ,
απεδείχθης πηγή,
και ροαίς των σων δακρύων κατήρδευες
εν ευχαίς σου τας ερήμους των ψυχών.
Δέχου νυν τε, πάτερ,
υμνωδίας υμών,
των τιμώντων σου την μνήμην πανίερον
και ψαλλόντων ευγνωμόνως προς Θεόν.
Ευλογίας πέμψον
ουρανόθεν ημίν,
πάτερ όσιε, και φύλαξον άπαντας
εκ κινδύνων και παντοίων πειρασμών.
Χαρισμάτων πλήθος
Παρακλήτου λαβών,
Εκκλησίαν αρεταίς σου εκόσμησας
ιερέων καταστάς υπογραμμός.
Δόξα. Τριαδικόν.
Όλος φως εγένου,
Τρισηλίου φωτός
την ανταύγειαν δεχθείς εν τη κλίνη σου,
της Τριάδος μυστικέ ιερουργέ.
Και νυν. Θεοτοκίον.
Υπερβάσαν πάντας
ουρανούς αληθώς
δόξαν θείαν σου τιμώμεν, Πανάμωμε,
ικετεύοντες σωθήναι εκ δεινών.
ΣΤΑΣΙΣ Β΄.
Ήχος πλ. α΄. «Άξιον εστιν.»
Άξιόν εστι
μεγαλύνειν τον Χριστόν εν ύμνοις,
ότι τον Πορφύριον έδειξεν
νέον άστρον Εκκλησίας φαεινόν.
Άξιόν εστι
μακαρίζειν σε των ιερέων
και των μοναζόντων αγλάϊσμα,
τον αθλήσαντα εν κόσμω ευκλεώς.
Και τα επόμενα, έχοντα τήνδε την ακροστιχίδα:
«ΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ»
Άθωνος λαμπρόν
το εκπύρσευμα και νέον ώφθης,
Καυσοκαλυβίοις ασκούμενος,
του Βελίαρ καταλύσας την ισχύν.
Σώμα συν ψυχή
αγιάσας ταπεινώσει, πάτερ,
όργανον κατέστης του Πνεύματος,
χαρισμάτων πληρωθείς παντοειδών.
Μέμνησο ημών
τοις αγγέλοις συγχορεύων, πάτερ,
και ευχαίς αγίαις σου δώρησαι
νοσημάτων εκ δεινών απαλλαγήν.
Άνθεσι, πιστοί,
καταστέψωμεν θείαν εικόνα
Πορφυρίου Γέροντος άπαντες,
του παρέχοντος ιάματα ημίν.
Εύρες τον Χριστόν,
εκ παιδός ποθήσας τούτον, πάτερ,
και εν κόσμω και εν τω Άθωνι
εκελάδησας Αυτώ ως αηδών.
Ύψος ουρανών
και υπέρτερον τη ταπεινώσει
και υπακοή σου προσήγγισας,
αδαμάντινος δειχθείς εν μοναχοίς.
Άθως και Σινά
εγκαυχώνται επί Πορφυρίω,
φίλω του Χριστού χρηματίσαντι
και ναώ του Παρακλήτου ιερώ.
Γέρα ως των σων
προς Βελίαρ, πάτερ, παλαισμάτων
πλούτος χαρισμάτων εδόθη σοι,
αναδείξας σε τοις πάσι θαυμαστόν.
Γάνυται εν σοι
Εκκλησία του Χριστού και ψάλλει
ύμνους τω Θεώ και γεραίρει σε,
τους αγώνας σου τιμώσα ευλαβώς.
Εύρες προς Θεόν
παρρησίαν τε και χάριν, πάτερ,
όθεν και, τοις πίστει προσφεύγουσι
μεσιτεία σου, παρέχεις δωρεάς.
Λύτρωσαι ημάς
εκ παντοίων νόσων και κινδύνων,
και παράσχου πάσι μετάνοιαν
δι’ αγίων σου ευχών προς τον Θεόν.
Δόξα. Τριαδικόν.
Όλη τη ψυχή
ικετεύομεν, Τριάς Αγία,
παύσον Εκκλησίας τα σκάνδαλα
και παράσχου άφεσιν αμαρτιών.
Και νυν. Θεοτοκίον.
Ύμνοις ιεροίς
ανυμνούμεν σε, Παρθενομήτορ,
ότι την αρά Εύας έλυσας
και Σωτήρα ημίν έτεκες Χριστόν.
ΣΤΑΣΙΣ Γ΄.
Ήχος γ΄. «Αι γενεαί πάσαι».
Αι γενεαί πάσαι
μακαρίζομέν σε,
Πορφύριε τρισμάκαρ.
Αι γενεαί πάσαι
τιμώμεν σου την μνήμην
εν ύμνοις μελωδούσαι.
Και τα επόμενα, έχοντα τήνδε την ακροστιχίδα.
«ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΝΤΟΣ»
Εν Καυσοκαλυβίοις
Βελίαρ ετροπώσω,
αγγελικώς βιώσας.
Υμνούμεν σους αγώνας
και άθλους ιερούς σου,
πρωταθλητά Κυρίου.
Γλυκύτητα σων λόγων,
πραότητά σου άκραν
πού νυν αναζητήσω;
Νοσούντων ο θεράπων,
Πορφύριε, εγένου,
λιμήν χειμαζομένων.
Ως άλλος Ιωάννης
εν Πάτμω εθεάσω
τα μέλλοντα τω κόσμω.
Μυστήρια ηρεύνας,
σοφέ, τη διοράσει,
ην είχες ταπεινώσει.
Όασις εν ερήμω
η έντευξίς σου, πάτερ,
τοις σοι προσομιλούσι.
Νυν εν τω Παραδείσω
συνόμιλος οσίων
δοξάζεις τον Δεσπότην.
Ολόφωτος εφάνη
η θεία κεφαλή σου,
ανακειμένου κλίνη.
Υψόθεν ευλογίας
χαρίζεις τοις αιτούσι,
υγείαν τε κατ’ άμφω.
Νεώτατος εδέχθης,
παρά του Παρακλήτου,
των χαρισμάτων πλούτον.
Ταπείνωσιν ασκήσας,
υπακοήν, αγάπην,
απάθειαν εδέξω.
Δόξα. Τριαδικόν.
Ουράνιαι δυνάμεις
Τριάδα την Αγίαν
αεί δοξολογούσι.
Και νυν. Θεοτοκίον.
Σωτήρα η τεκούσα
Παρθένε, τοις ανθρώποις,
εδείχθης Θεοτόκος.
ΕΥΛΟΓΗΤΑΡΙΑ
Ήχος πλ. α΄.
Ευλογητός ει, Κύριε,
δίδαξόν με Πορφύριον υμνήσαι.
Της Τριάδος τον μύστην
ανυμνήσωμεν πάντες
οι πιστοί κατά χρέος.
Παρακλήτου ο ναός,
μοναζόντων το κλέος,
ώφθη και σεμνόν
της αγνείας άγαλμα,
και της Εκκλησίας
λαμπρόν ωράϊσμα.
Ευλογητός ει, Κύριε,
δίδαξόν με Πορφύριον υμνήσαι.
Μέγα Θαύμα!
Εν τη Πάτμω ένθεος
Αποκάλυψιν θεάται.
Ιωάννης άλλος μόνος δέδεικται,
τιμηθείς λαμπρώς παρά Κυρίου.
Όντως θαυμαστός
ο βίος του γέγονεν.
Τω φωτί γαρ
κατελάμφθη του Πνεύματος.
Ευλογητός ει, Κύριε,
δίδαξόν με Πορφύριον υμνήσαι.
Άλλης ζωής
Παραδείσου γέγονας
κοινωνός, Πορφύριε παμμάκαρ.
Θεωρίας μυστικάς
αγγέλων εωράκεις·
γνόφον του Θεού
ήγγισας ως ένθεος
εν απλότητι και
τη ταπεινώσει σου.
Ευλογητός ει, Κύριε,
δίδαξόν με Πορφύριον υμνήσαι.
Μυροφόροι ελθούσαι
γης εκ πάσης Ελλάδος,
ευγνωμόνως σε
πόθω προσκυνούσι.
Εικόνα δε σην
ασπαζόμεναι, πάτερ,
νόσων χαλεπών
ιάσεις λαμβάνουσι.
Θαυμαστόν γαρ
ο Θεός σε ανέδειξε.
Δόξα. Τριαδικόν.
Προσκυνούμεν Τριάδα
τριλαμπή εν Μονάδι
και μια τη ουσία·
τον Πατέρα, Υιόν τε,
και το Άγιον Πνεύμα,
πόθω ιερώ
τρισάγιον ψάλλοντες.
Τρεις εισίν εν μια θεότητι.
Και νυν. Θεοτοκίον.
Λυτρωτήν σε τεκούσαν
των ανθρώπων τω γένει,
ικετεύομεν, κόρη·
τον Υιόν και Θεόν σου
δυσωπούσα μη παύση
δούναι και ημίν
οφλημάτων άφεσιν.
Ελεήμων γαρ εστι
και φιλάνθρωπος.
Ευαγγέλου Χρ. Καραδήμου,
Θεολόγου – Φιλολόγου,
Εκδόσεις «Ιχνηλασία», 1998.

Άγιος Ησύχιος ο Πρεσβύτερος: Προς τον Θεόδουλο, Λόγος περί νήψεως και αρετής χωρισμένος σε 203 κεφάλαια (τα λεγόμενα αντιρρητικά και ευκτικά) (Φιλοκαλ


1. Η νήψη είναι μια μέθοδος και επιστήμη, η οποία απαλλάσσει τον άνθρωπο – με την βοήθεια του Θεού – τελείως από εμπαθείς σκέψεις και λόγους και από πονηρά έργα, αν εξακολουθεί ο άνθρωπος την πνευματική αυτήν μέθοδο επί πολύν καιρό και την εφαρμόζει με προθυμία. Η νήψη χαρίζει επίσης ασφαλή γνώση του ακαταλήπτου Θεού, όσο είναι δυνατόν, και λύση θείων και κρυπτών μυστηρίων. Επίσης με αυτήν κατορθώνει ο άνθρωπος να εκπληρώσει όλες τις εντολές της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και αυτή παρέχει όλα τα αγαθά του μέλλοντος αιώνος. Αυτή είναι κυρίως η καθαρότητα της καρδιάς, η οποία λόγω του μεγαλείου και της ωραιότητάς της, ή, για να κυριολεκτήσω, λόγω της αμέλειάς μας είναι πάρα πολύ σπάνια σήμερα στους μοναχούς. Αυτήν ο Χριστός την μακαρίζει με αυτά τα λόγια: «Μακάριοι όσοι έχουν καθαρή καρδιά διότι αυτοί θα αντικρύσουν τον Θεό»(1). Τέτοια λοιπόν που είναι, χρειάζεται και μεγάλο τίμημα για να την αγοράσεις. Η νήψη, όταν πολυκαιρίσει στον άνθρωπο γίνεται οδηγός σωστού και θεάρεστου βίου.  αυτό είναι και η επισφράγιση της θεωρίας. Μας διδάσκει να κινούμε δίκαια και τα τρία μέρη της ψυχής (το λογιστικό, το θυμικό και το επιθυμητικό), και να φυλάγομε με ασφάλεια τις αισθήσεις μας. και τις τέσσερις γενικές αρετές (φρόνηση, ανδρεία, σωφροσύνη και δικαιοσύνη) τις μεγαλώνει κάθε μέρα σ’ εκείνον που την κατέχει.
2. Ο μέγας νομοθέτης Μωυσής, ή μάλλον το Πνεύμα το Άγιο, θέλοντας να φανερώσει πόσο άμεμπτη και καθαρή και γενική και υψοποιός είναι η αρετή της νήψεως, και θέλοντας να διδάξει πως να την αρχίζουμε και να την εκτελούμε, λέει: «Να προσέχεις τον εαυτό σου μήπως ένας λόγος κρυμμένος στην καρδιά σου γίνει ανόμημα»(2). Κρυμμένο λόγο ονομάζει τη μονολόγιστη ενθύμηση (παράσταση) ενός πονηρού πράγματος, το οποίο μισεί ο Θεός. Αυτό οι Πατέρες το ονομάζουν και «προσβολή», η οποία γίνεται στην καρδιά από το διάβολο. Στην προσβολή, μόλις εμφανιστεί στο νου μας, επακολουθούν οι λογισμοί μας, οι οποίοι αρχίζουν και συνομιλούν μαζί της με πάθος.
3. Η νήψη είναι δρόμος κάθε αρετής και εντολής Θεού. Αυτή λέγεται επίσης και ησυχία της καρδιάς. Και όταν φτάσει σε τελειότητα, χωρίς δαιμονικές φαντασίες, λέγεται και φυλακή του νου.
4. Εκείνος που γεννήθηκε τυφλός, δεν βλέπει το φως του ήλιου. Και εκείνος που δεν ζει με τη νήψη, δεν βλέπει τις πλούσιες ακτινοβολίες της χάρης που έρχεται από τον ουρανό. Ούτε θα ελευθερωθεί ποτέ από τα πονηρά έργα και λόγια και σκέψεις που μισεί ο Θεός. Και κατά την έξοδό του από την ζωή δε θα περάσει ελεύθερα από τους άρχοντες του σκοτεινού ταρτάρου.