Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019

Δύο παγίδες του διαβόλου


Σχετική εικόνα
Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης – Εορτάζει στις 14 Ιουλίου
~ Πολλές εἶναι οἱ παγίδες που στήνει ὁ διάβολος, για να πιάσει τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων καί νά τίς ὁδηγήσει στόν ὄλεθρο. Δυό ἀπ᾿ αὐτές εἶναι ἡ ἀργία καί ἡ πολυπραγμοσύνη.
Καί ἡ ἀργία, δηλαδή τό νά κάθεται κανείς καί νά σαπίζει σέ μιά ἀξιοκατάκριτη ἀπραξία, καί ἡ πολυπραγμοσύνη, δηλαδή τό νά μπλέκεται κανείς μέ χίλιες ὑποθέσεις καί δουλιές, εἶναι ἐμπόδια γιά τή σωτηρία.
Πολλοί χριστιανοί, προπαντός οἱ νέοι, περνᾶνε τή μέρα τους χωρίς ἐργασία. Περπατᾶνε στίς πλατεῖες, μιλᾶνε γιά τά διάφορα νέα, κοροϊδεύουν τούς διαβάτες, καί ὅταν πηγαίνουν στήν ἐκκλησία, τό κάνουν γιατί δέν ἔχουν νά κάνουν τίποτ᾿ ἄλλο. Ἔτσι σπαταλᾶνε τό χρόνο τους χωρίς κανένα κέρδος. Τό Ἅγιο Πνεῦμα στή Σοφία Σειράχ λέει, ὅτι «πολλήν κακίαν ἐδίδαξεν ἡ ἀργία»1.
Θά λέγαμε, ὅτι ὁ διάβολος ἄνοιξε ἕνα σχολείο πονηρίας καί κακίας, καί ἐπειδή εἶδε πώς δέν ἐπαρκοῦσε ὁ ἴδιος γιά ὅλα τά μαθήματα τοῦ κακοῦ, ἔβαλε τήν ἀργία σάν βοηθό-δάσκαλο, γιά νά κάνει αὐτή ὅσα μαθήματα δέν πρόφταινε νά κάνει ἐκεῖνος!
Σ᾿ αὐτό λοιπόν τό σχολείο μαθαίνουν οἱ ἄνθρωποι τίς ἁμαρτίες γρήγορα καί χωρίς κόπο. Καί τίς μαθαίνει ἀνεξαίρετα κάθε ἄνθρωπος, γιατί καί οἱ πιό καθυστερημένοι στό μυαλό γίνονται μαθητές ἄξιοι νά προκόψουν στό κακό. Ἐδῶ μαθαίνει ὁ ἄνθρωπος νά ἁμαρτάνει μέ τό λογισμό, ἐπιθυμώντας μέ τήν καρδιά τοῦ ἐκεῖνο πού δέν μπορεῖ νά κάνει μέ τά ἔργα. «Ἐπιθυμίαι ὀκνηρόν ἀποκτείνουσιν· οὐ γάρ προαιροῦνται αἱ χεῖρες αὐτοῦ ποιεῖν τι»2.
Μερικές φορές ὁ ὀκνηρός δέν κάνει τό κακό μέ τήν πράξη, γιατί χρειάζεται κάποιος κόπος. Ἀλλά μέ τούς πονηρούς λογισμούς τρέχει κάθε μέρα στήν ἀκαθαρσία.
Στούς λογισμούς τοῦ ὀκνηροῦ καί φυγόπονου ἀνθρώπου ἀκολουθοῦν σάν ἁλυσίδα οἱ κατακρίσεις. Γιατί ὅσο εἶναι ἀμελής στά δικά του πράγματα καί στίς δικές του ὑποθέσεις, τόσο εἶναι ἐπιμελής καί πρόθυμος στό νά ἐξετάζει τά ἔργα τῶν ἄλλων. Καί ὅση περισσότερη δυσκολία ἔχει στό νά ἐργάζεται, τόση εὐκολία ἔχει στό νά μιλάει, ἐπειδή αὐτό δέν ἀπαιτεῖ κόπο. Γι᾿ αὐτό περνάει τίς μέρες του μέ κατακρίσεις. Κι ἐνῶ ἡ γλώσσα ἁγιάστηκε μέ τό βάπτισμα, αὐτός τή βεβηλώνει καί τή μολύνει.
Ἔπειτα, ὅποιος εἶναι ἐχθρός τοῦ κόπου, εἶναι φίλος τῶν ἡδονῶν. Καί δέν εὐχαριστιέται ὁ ὀκνηρός, ἄν δέν ἀπολαύσει τίς ἡδονές. Ἔτσι ἐπαληθεύεται ἡ ἀρχαία παροιμία, πού λέει: «Ἀργία μήτηρ πάσης κακίας».
Τό νερό πού μένει στάσιμο, γρήγορα βρωμίζει. Ὁ ἀέρας πού δέν ἀνανεώνεται, σέ λίγο γίνεται ἀνθυγιεινός. Οἱ στρατιώτες πού μένουν ἄπρακτοι καί ἀγύμναστοι, γίνονται μαλθακοί καί εὔκολα νικώνται. Ἔτσι καί οἱ πνευματικοί στρατιώτες τοῦ Χριστοῦ μέ τήν ἀργία καί φυγοπονία γλιστράνε σιγά-σιγά σέ κάθε κακία.
Ἄν ὅμως ἡ ἀργία γεννάει πολλά κακά, δέν γεννᾶνε λιγότερα καί οἱ πολλές ὑποθέσεις, οἱ πολλές δουλειές καί οἱ πολλές μέριμνες. Γιατί αὐτές, λέει ὁ Κύριος, εἶναι σάν τ᾿ ἀγκάθια, πού πνίγουν τό σπόρο τῶν θείων ἐντολῶν, καί τόν ἐμποδίζουν ν᾿ αὐξηθεῖ καί νά καρποφορήσει: «Τό δέ εἰς τᾶς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, καί ὑπό μεριμνῶν καί πλούτου καί ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καί οὐ τελεσφοροῦσι”3.
Οἱ πολυάσχολοι ἄνθρωποι δέν ἔχουν καιρό γιά τήν ἐκκλησία, δέν ἔχουν καιρό γιά τό κήρυγμα, δέν ἔχουν καιρό νά διαβάσουν ἕνα ὠφέλιμο βιβλίο. Τή μιά δουλειά πιάνουν, τήν ἄλλη ἀφήνουν. Μοιάζουν μ᾿ ἕνα σκοινί δεμένο σέ χίλιους κόμπους, πού δέν πρόκειται ποτέ νά λυθεῖ. Καί μ᾿ αὐτό τό τέχνασμα ὁ διάβολος τούς κρατάει δεμένους κι αἰχμαλωτισμένους. Ἀκόμα κι ἄν θελήσουν νά ξεφύγουν ἀπό τά χέρια του, δέν βρίσκουν διέξοδο, γιατί ὁ παμπόνηρος τούς πνίγει μέ μεγαλύτερες ὑποθέσεις καί μέριμνες. Ἔτσι δέν ἔχουν καιρό ὄχι νά κάνουν τό καλό, μά οὔτε κάν νά τό σκεφθοῦν. Οἱ καθημερινές φροντίδες καί ὑποθέσεις γίνονται παγίδες, πού τούς κολλᾶνε στή γῆ καί τά γήινα. Ἡ μᾶλλον αὐτές οἱ φροντίδες κολλᾶνε στήν καρδιά τους, ὅπως ὁ κισσός στά δέντρα, καί ἀπομυζοῦν κάθε στάλα εὐλάβειας πού ἔχουν.
Ἀλλά κι ἄν τούς μείνει λίγος χρόνος γιά νά κάνουν κανένα καλό, πῶς νά τό κάνουν τό καλό ὅπως πρέπει; Οἱ μανιώδεις κυνηγοί, ἀκόμα κι ὅταν κοιμοῦνται, ὀνειρεύονται τά θηράματα πού πιάνουν ἤ ἐκεῖνα πού τούς φεύγουν. Ἔτσι, τό σῶμα τους βρίσκεται στό κρεβάτι καί ὁ νοῦς τους στά δάση. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ κείνους πού καταγίνονται μέ πολλές ὑποθέσεις καί φροντίδες. Βρίσκονται στήν ἐκκλησία, καί ὁ νοῦς τους τρέχει ἀπό δω κι ἀπό κεῖ: Πῶς θά κάνουν αὐτή τή δουλειά, πῶς θά τελειώσουν ἐκείνη τήν ὑπόθεση… Τό σῶμα τους εἶναι στήν ἐκκλησία, καί ὁ νοῦς τους στίς πλατεῖες. Καί ὅταν κοιμοῦνται ἀκόμα, ὀνειρεύονται διάφορες ὑποθέσεις καί φροντίδες: “Περί τροφῆς φροντίς· γυναικός φυλακή· οἴκου ἐπιμέλεια· οἰκετῶν προστασίαι· αἱ κατά τά συμβόλαια βλάβαι· αἱ ἐν τοῖς δικαστηρίοις συμπλοκαί· τῆς ἐμπορίας οἱ κίνδυνοι· αἱ τῆς γεωργίας διαπονήσεις… Πᾶσα ἡμέρα ἰδίαν ἥκει φέρουσα τῆς ψυχής ἐπισκότισιν· καί αἱ νύκτες, τας φροντίδας παραλαβοῦσαι, ἐν ταῖς αὐταῖς φαντασίαις ἐξαπατῶσι τόν νοῦν»4.
Κι ἐνῶ βρίσκεσαι σέ τέτοιο περισπασμό, σέ τέτοια ταραχή, νομίζεις πώς θά σοῦ μιλήσει καί θά σέ φωτίσει ὁ Θεός;
Μά ἐσύ, ὅταν διηγείσαι σ᾿ ἕνα φίλο σου κάποιο γεγονός κι ἐκεῖνος δέν σέ προσέχει, δέν σταματάς νά τοῦ μιλᾶς; Πῶς θέλεις ἔπειτα νά μιλάει ὁ Θεός στήν καρδιά σου, τή στιγμή πού εἶναι γεμάτη μ᾿ ἑκατό λογισμούς καί δέν ἔχει χῶρο γιά τή δική Του φωνή;
Γιά νά λυτρωθεῖς ὅμως εἴτε ἀπό τήν ἀργία εἴτε ἀπό τήν πολυμεριμνία, πρέπει νά κατανοήσεις τό σκοπό γιά τόν ὁποῖο γεννήθηκες στόν κόσμο.
Καί ὁ σκοπός αὐτός δέν εἶναι ἄλλος, ἀπό τήν κερδοφόρα ἀξιοποίηση τοῦ χρόνου σου γιά τήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς σου, γιά τή σωτηρία σου. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός πάντοτε καί «ἕως ἄρτι ἐργάζεται»5.
Πολύ περισσότερο ἐμεῖς «δεῖ ἐργάζεσθαι ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται γάρ νύξ ὅτε οὐδείς δύναται ἐργάζεσθαι»6. Ἄς πολλαπλασσιάσουμε τά τάλαντα πού μᾶς ἔχει δώσει ὁ Κύριος, λέγοντας: «Πραγματεύσασθε ἕως ἔρχομαι»7. Ὅταν ἔρθει, θά εἶναι ἀργά πιά γιά πνευματικές ἐπενδύσεις.
Τόσο πολύτιμος λοιπόν εἶναι ὁ καιρός τῆς παρούσης ζωῆς, πού κι ἄν μαζεύονταν ὅλοι οἱ ρήτορες τοῦ κόσμου, δέν θά μποροῦσαν νά παραστήσουν ἱκανοποιητικά τήν ἀξία του. Ἐπειδή ὁ καιρός πού μᾶς δίνει ὁ Θεός γιά νά κερδίσουμε τόν παράδεισο ἀξίζει τόσο, ὅσο καί ὁ ἴδιος ὁ παράδεισος. Τώρα καταλαβαίνεις τήν ἀξία τοῦ χρόνου πού ἔχεις γιά νά μετανοήσεις. Γιατί θά ἔρθει ξαφνικά ὁ θάνατος, καί τότε θά ζητᾶς μιά στιγμή γιά μετάνοια, καί δέν θά τήν ἔχεις.
Διηγοῦνται γιά ἕναν ἄρχοντα, πού ἦταν πολλά χρόνια γραμματέας κάποιου βασιλιά, πώς ὅταν ἔφτασε στό τέλος τῆς ζωῆς του, ἔκλαιγε ἀπαρηγόρητα, λέγοντας: «Ἀλλοίμονο σέ μένα, πού ξόδεψα τόσα φορτία χαρτιοῦ γιά νά γράφω τά γράμματα τοῦ βασιλιά, καί δέν βρῆκα λίγο καιρό γιά νά γράψω σέ μισό φύλλο χαρτί τίς ἁμαρτίες μου. Ἀλλοίμονο! Ἀλλοίμονο!».
Ἕνα παρόμοιο θρῆνο θά κάνεις κι ἐσύ, ἀγαπητέ, στό τέλος τῆς ζωῆς σου, ἄν ξόδεψες τά χρόνια σου εἴτε μέσα στήν ἀργία, εἴτε, ἀντίθετα, μέσα στίς πολλές ἀσχολίες, καί δέν φρόντισες γιά τήν καλλιέργεια τῆς ψυχῆς σου. Λοιπόν, ξύπνα ἀπό τόν πνευματικό ὕπνο. Μοιάσε στό στρατοκόπο ἐκεῖνο, πού πέφτει μεσόστρατα νά κοιμηθεῖ, ἀλλά σέ λίγο, σάν συλλογιστεῖ πόσο οἱ σύντροφοί του ἔχουν προχωρήσει, σηκώνεται καί συνεχίζει βιαστικά.
Ἔχεις χάσει κι ἐσύ τόσον καιρό. Πρέπει τώρα νά τόν πάρεις πίσω, ζώντας, «μή ὡς ἄσοφος, ἀλλ᾿ ὡς σοφός, ἐξαγοραζόμενος τόν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσιν»8.

1 33 : 28. 2 Παρ. 21 : 25. 3 Λουκ. Η΄ : 14 4 Μεγ. Βασιλείου, Ἐπιστ. Α΄. 5 Ἰω. ε΄ : 17 6 Ἰω. Θ΄ : 4 7 Λουκ. Ιθ΄: 13 8 Ἐφ. Ε΄ : 15-16.
Ἀπό τό βιβλίο: «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ», Ἐκδόσεις: Ι. Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς
πηγή: http://alopsis.gr

ΕΙΠΕ ΓΕΡΩΝ... ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ








Της Αικατερίνης Αντωνιάδου
Θεολόγου - Πολιτικού Επιστήμονος


- Ο ΜΕΓΑΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ, λέγουν οι βιογράφοι του, ύψωνε τα χέρια του, σαν άλλος Μωϋσής, στην προσευχή, ενώ ο ήλιος έδυε πίσω του και τα κατέβαζε, όταν έλαμπε πάλι στο πρόσωπό του.

- ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΕΠΙΦΑΝΙΟΝ Επίσκοπον Κύπρου, επισκέφθηκε κάποτε ο Ηγούμενος ενός Μοναστηριού που είχε ιδρύσει ο ανωτέρω Άγιος και του είπε με κάποια ικανοποίησι:
- Με την ευχή σου, Δεσποτα, δεν παραμελούμε τον κανόνα της προσευχής που μας έδωσες. Διαβάζομε με προθυμία την πρώτη ώρα, την τρίτη, την έκτη και την ενάτη. (σ.σ. Οι ώρες από τα παλιά χρόνια διαβάζονταν στα μοναστήρια).
- Και τις άλλες ώρες τι κάνετε; ρώτησε με έκπληξι ο Άγιος Ιεράρχης. Δεν ασχολείσθε με την προσευχή; τότε δεν είσθε Μοναχοί. Και βλέποντας την απορία του Ηγουμένου, εξήγησε:
- Εκείνος που ανήκει στην τάξι του Μοναχού έχει καθήκον ν’ ασχολήται διαρκώς με την προσευχή και την ψαλμωδία. Ο Προφήτης Δαυΐδ, αν και βασιλιάς μαζί και πολεμιστής, το βράδυ προσευχόταν, τα μεσάνυχτα σηκωνόταν από το στρώμα του -το ομολογεί ο ίδιος- για να δοξολογήση μαζί με τούς Αγγέλους το Θεο. Πριν από τα ξημερώματα τον βρίσκομε ακόμη να δέεται. Μολις ξημέρωνε, ύψωνε την καρδιά του για να ευχαριστήση τον Πλάστη του. Το πρωϊ παρακαλούσε και πάλι, το μεσημέρι και το βράδυ έκλινε το γόνυ για να ικετεύση τον Θεόν. Γι’ αυτό μας βεβαιώνει, πως επτά φορές την ημέρα αινούσε τον Κύριο.

- ΕΝΑΣ ΠΑΤΕΡΑΣ λέει ότι, ο Χριστιανός, που θυμάται να συνομιλήση με τον Θεόν μόνον όταν φθάση η ωρισμένη ώρα της προσευχής, δεν έχει ακόμη μάθει να προσεύχεται.

- ΚΑΠΟΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ έλεγε: Από τούτα τα τέσσερα έχει πιο πολύ ανάγκη η ψυχή. Να φοβάται την κρίσι του Θεού, να μισή την αμαρτία, ν’ αγαπά την αρετή και να προσεύχεται αδιαλείπτως.

- Ο ΑΒΒΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ έλεγε: Αν υπολογίση ο Θεός την αμέλειά μας στην προσευχή και τον σκορπισμό του νου μας στην ψαλμωδία, είναι αδύνατον να σωθούμε.

- Από του ΑΒΒΑ ΛΟΥΚΙΟΥ το κελλί πέρασαν κάποτε οι λεγόμενοι Ευχίται Μοναχοί. Ο Γέροντας τούς κράτησε και συνωμίλησε μαζί τους.- Ποιο είναι το έργο σας αδελφοί; τούς ρώτησε.
- Εμείς δεν ασχολούμεθα με καμμιά υλική εργασία, αποκρίθησαν εκείνοι. Ακολουθούμε τη σύστασι του θείου Παύλου: αδιαλείπτως προσευχόμεθα.
- Δεν τρώτε καθόλου;
- Τρώμε.
- Δεν κοιμάσθε;
- Κοιμώμεθα λίγο.
- Όταν κοιμάσθε, ποιός προσεύχεται για σας;
- ...
- Μα τότε, αδελφοί μου, είπε ο Αββάς Λούκιος, δεν κάνετε ακριβώς αυτό που λέτε. Εμείς εδώ κάνομε εργόχειρο για να μη ζούμε εις βάρος άλλων και να πως τηρούμε το "αδιαλείπτως προσεύχεσθε": Όταν αρχίζωμε το πρωϊ τη δουλειά μας, λέγει ο καθένας μας: "ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου". Δεν είναι τούτο προσευχή; Όταν με το νου προσεύχωμαι, τα χέρια μου πλέκουν. Από την εργασία μου αυτή κερδίζω δεκαέξι νομίσματα. Ξοδεύω ελάχιστα για το καθημερινό μου ψωμί και τα υπόλοιπα τα δίνω ελεημοσύνη στούς πτωχούς και αρρώστους αδελφούς μου, που δεν μπορούν να εργασθούν. Το ίδιο κάνουν και οι άλλοι αδελφοί. Όταν λοιπόν εμείς τρώμε ή κοιμώμεθα, οι πτωχοί προσεύχονται για μας και η καρδιά μας μας πληροφορεί πως έτσι εφαρμόζομαι τη σύστασι του Αποστόλου.


- Ο ΑΒΒΑΣ ΑΓΑΘΩΝΑΣ ερωτήθει από κάποιους αδελφούς, ποια αρετή νομίζει πως είναι πιο επίπονος.
- Η προσευχή, αποκρίθηκε εκείνος. Όταν ποθήση η ψυχή να συνομιλή συχνά με τον Δημιουργό της, αγωνίζονται τα πονηρά πνεύματα να την εμποδίσουν, γιατί ξέρουν πως δεν υπάρχει πιο ισχυρό όπλο εναντίον τους από την προσευχή. Όταν αποκτήση οποιαδήποτε άλλη αρετή η ψυχή, ύστερα ξεκουράζεται· μα για να μάθη να προσεύχεται, όπως πρέπει, χρειάζεται να κοπιάζη σ’ όλη της τη ζωη.

- Ο ΟΣΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΣΥΡΟΣ λέγει ότι: Εκείνος που έχει συμαζεμένο το νου του, όταν προσεύχεται, και προσέχει σ’ αυτά που λέγει, απομακρύνει με τη φλόγα της προσευχής του τούς δαίμονας. Εκείνος όμως που μετεωρίζεται (= σκορπίζει το νου του σε ανώφελες σκέψεις) περιπαίζεται απ’ αυτούς.

- ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΕΡΗΜΙΤΗΣ, πολλά χρόνια κλεισμένος μέσα σε μια σπηλιά στη ρίζα ενός απόκρημνου βράχου, είχε μοναδική του απασχόλησι την προσευχή. Ο Ουράνιος Πατήρ, προνοώντας γι’ αυτόν, όπως για τα πετεινά τ’ ουρανού, τον έτρεφε μ’ αυτό το θαυμαστό τρόπο: Καθε βράδυ, ύστερα από τη δύσι του ηλίου, έβρισκε ένα ζεστό ψωμί, που έλεγες πως μόλις είχε βγη από το φούρνο, στην είσοδο της σπηλιάς του. Χρόνια γινότανε αυτό! Μια μέρα όμως, πήγε να ιδή τον Ερημίτη μας ένας συνασκητής του και καθώς συνωμιλούσαν, του υπέδειξε πως δεν ήταν σωστό να κάθεται αργός. Τον βοήθησε να κόψη καλάμια από το έλος και τον έμαθε να πλέκη πανέρια. Σαν βράδυασε, κουρασμένος από τη δουλειά και πεινασμένος ο Γεροντας, πήγε στη σπηλιά του να πάρη το ψωμί του. Με πόση ανακούφισι θα το έτρωγε! Δε βρήκε όμως τίποτε. Έτσι κοιμήθηκε νηστικός. Την άλλη μέρα ασχολήθηκε πάλι με ζήλο στο εργόχειρο, αλλά δε βρήκε πάλι στη θέσι του το βράδυ το ευλογημένο ψωμάκι, με το οποίο τόσα χρόνια τον έτρεφε ο Θεός. Στενοχωρημένος τότε προσευχήθηκε και παρακάλεσε τον Κύριον να του φανερώση σε τι είχε σφάλλει, ώστε να πάψη να φροντίζη πια γι’ αυτόν. Άκουσε τότε θεία φωνή να του λέγη: - Όταν ήσουν απασχολημένος μόνο με μένα, σε έτρεφα. Τώρα που έμαθες εργόχειρο, δίκαιο είναι να σε τρέφη αυτό.

- ΈΝΑ ΓΕΡΟΝΤΑ, ρώτησαν κάποτε οι Αδελφοί της σκήτης, αν πραγματικά ωφελούνται, εκείνοι που ζητούν από τούς άλλους να προσευχηθούν για χάρι τους.
- Πολύ ισχύει δέησις δικαίου, αποκρίθηκε ο Αββάς, πλην όμως "ενεργουμένη" (Ιακώβου ε’ 16). Βοηθουμένη, με άλλα λόγια, από τον ίδιο που ζητά την προσευχή. Σε τι να ωφελήσουν αι προσευχαί των αγίων, εκείνον, που θεληματικά παραμελεί την σωτηρίαν του;

- ΈΝΑΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ, από τούς μεγάλους, ξεκίνησε μια μέρα να πάη στο όρος Σινά, για να επισκεφθή τούς Μοναχούς που ασκήτευαν εκεί επάνω. Στο δρόμο συνάντησε έναν απ’ αυτούς, κι’ ανέβαιναν σιγά - σιγά συζητώντας.
- Βρισκόμαστε σε μεγάλη στενοχώρια, Αββά, είπε αναστενάζοντας ο Μοναχός. Έχει μήνες να βρέξη και μας έλειψε τελείως το νερό.
- Γιατί δεν παρακαλείτε τον Θεόν να σας στείλη βροχή; ρώτησε ο Γέροντας.
- Προσευχές και λιτανείες κάνομε κάθε μέρα, αλλά δεν εισακουόμεθα.
- Τότε δεν προσεύχεσθε, όπως πρέπει, είπε ο Πατήρ. Έλα, Αδελφέ, να κάνωμε μια προσευχή μαζί κι’ ελπίζω πως θα την δεχτή ο φιλεύσπλαγχνος Θεός. Στάθηκαν. Ο Άγιος Γεροντας σήκωσε τα χέρια του στον Ουρανό και έκαμε μια σύντομη, αλλά θερμη προσευχή στον Κυριο, να λυπηθή τα πλάσματά Του που υποφέρουν και να στείλη σ’ αυτά την ευεργετική βροχή Του. Δεν είχε προφθάσει να τελειώση, όταν πελώρια μαύρα σύννεφα μαζεύτηκαν στον ουρανό και άρχισε να βρέχη ραγδαία βροχή. Σαστισμένος ο Αδελφός από το θαύμα, που έγινε τόσο αστραπιαία μπροστά στα μάτια του, έμεινε πολλή ώρα σαν απολιθωμένος. Ύστερα έβαλε μετάνοια στον Αββά και με πολλήν ευλάβεια του φίλησε τα πόδια. Εκείνος πάλι αποφεύγοντας τον ανθρώπινο έπαινο, δεν συνέχισε την πορεία του, αλλά γύρισε πίσω στο κελλί του.

- Από τον ΟΣΙΟ ΣΙΣΩΗ ένας αρχάριος Μοναχός ζήτησε συμβουλές. Αν θέλης, παιδί μου, ν’ αρέσης στον Θεόν, απομάκρυνε πρώτα τον εαυτό σου ψυχικά από τον κόσμο, αποκρίθηκε ο σοφός Πατήρ. Μη απασχολής το νου σου με τα γήϊνα. Ανέβα από τα κτίσματα στο Δημιουργό τους. Η προσευχή και το κατανυκτικό δάκρυ ας φτιάξουνε ένα ισχυρό δεσμό ανάμεσα σε σένα και τον Πλάστη σου. Τοτε μόνο θα βρη η ψυχή σου ανάπαυσι στον πρόσκαιρο κόσμο και στην αιωνιότητα.

- Ο ΑΒΒΑΣ ΠΑΜΒΩ κατέβαινε μια φορά στην πόλι, μαζί με άλλους αδελφούς. Στο δρόμο συναντήθηκαν με χωρικούς αγρότες που είχαν αφήσει τη δουλειά τους κι’ είχαν ξαπλώσει κατά γης για να ξεκουραστούν.
- Σηκωθήτε επάνω, αδέλφια, τούς είπε ο Γεροντας, να χαιρετήσετε τούς Μοναχούς, για να πάρετε την ευλογία τους. Αυτοί που βλέπετε, συνομιλούν διαρκώς με τον Θεόν και τα στόματά τους είναι αγιασμένα.

- Ο ΑΒΒΑΣ ΔΟΥΛΑΣ, ο μαθητής του Οσίου Βησσαρίωνος, διηγείτο στούς Αδελφούς. Κάποτε, ενώ περπατούσαμε στις όχθες της Νεκράς Θάλασσας, ο Γέροντας μου κι’ εγώ, κυριεύθηκα από υπερβολική δίψα.
- Διψώ, Αββά, είπα στον Γεροντα μου.
- Πιές από τη θάλασσα, μου είπε. Τον κύτταξα με απορία. Πινόταν εκείνο το νερό, που ήταν όλο αλμύρα και θειάφι; Ο Γέροντας όμως είχε σταθή σε προσευχή και με το ευλογημένο χέρι του σταύρωνε τα νερά.
- Πιές, μου ξανάπε. Υπήκουσα. Πήρα με τη χούφτα μου και ήπια. Το πικρό νερό της Νεκράς Θαλασσας είχε γίνει πιο γλυκό από μέλι. Σαν είδα το θαύμα αυτό, ετοιμάστηκα να γεμίσω το μικρό λαγήνι που είχα μαζί μου.
- Γιατί το γεμίζεις; με ρώτησε ο Γεροντας.
- Για να το έχω, όταν διψάσω πάλι, Αββά. Με κύτταξε με αυστηρό βλέμμα:
- Ο Θεός που είναι εδώ, ολιγόπιστε, θα είναι και πιο κάτω. Άλλη φορά θέλαμε να περάσωμε το ποτάμι και δεν βρίσκαμε βάρκα. Ο Γέροντας τότε, που βιαζόταν, έκανε την προσευχή του και πέρασε στην αντίθετη όχθη, περπατώντας πάνω στα νερά.
- Πως αισθανόσουν; τον ρώτησα αργότερα.
- Ένοιωθα το νερό ως τούς αστραγάλους μόνο, μου αποκρίθηκε. Από κει και πέρα, περπατούσα όπως στην ξηρά.

- ΚΑΠΟΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ σε μια σκήτη ήταν πρόθυμος στην προσευχή, αλλά αμελής σ’ όλα τ’ άλλα. Μια μέρα πήγε ο διάβολος σ’ έναν από τούς εκεί Πατέρες και του είπε με ειρωνεία:
- Τι παραδοξολόγοι που είσαστε σεις οι άνθρωποι.
- Γιατί; τον ρώτησε εκείνος.
- Να, ο τάδε Μοναχός αίφνης με κρατά κάτω από τη μασχάλη του και με σφίγγει δυνατά να μη του φύγω, κάνοντας όλα μου τα θελήματα. Κι’ ύστερα στέκεται ώρες ολόκληρες και λέγει στο Θεό: "ρύσαί με από του πονηρού".

- Ο ΑΒΒΑΣ ΗΣΑΪΑΣ ο Αναχωρητής, γράφει. Όταν προσεύχεσαι με ταπεινοσύνη, έχοντας βαθειά συναίσθησι της αναξιότητός σου, η προσευχή σου γίνεται αμέσως δεκτή από τον Θεο. Αν όμως, ενώ προσεύχεσαι, σου έλθη στο νου πως ο τάδε Αδελφός την ώρα αυτή κοιμάται η ο δείνα είναι αμελής κι’ αρχίζεις έτσι την κατάκρισι, τότε ο κόπος σου πηγαίνει εντελώς χαμένος.

- ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΒΒΑΣ συμβουλεύει: "Πρόσεχε, χριστιανέ, να μην αδικήσης ποτέ τον αδελφό σου, για να γίνεται δεκτή από τον Θεο η προσευχή σου. Αν όμως αδικήσης, η προσευχή σου είναι απαράδεκτη. Οι αναστεναγμοί του αδικημένου δεν την αφήνουν να φθάση στον Ουρανό. Αν μάθης πως κάποιος σε κακολογεί και έλθει καμμιά φορά να σ’ επισκεφθή, μη του δείξης με τον τρόπο σου πως τα γνωρίζεις όλα και είσαι στενοχωρημένος μαζί του. Δεξου τον χαρούμενος, με ήρεμο πρόσωπο και γλυκό τρόπο, για να βρη παρρησία στον Θεο η προσευχή σου."

- Ο ΑΒΒΑΣ ΜΩΫΣΗΣ λέγει για την προσευχή: Πρόσεχε να διατηρής στην καρδιά σου βαθειά την συναίσθησι της αμαρτωλής σου καταστάσεως, για να γίνεται δεκτή η προσευχή σου. Όταν απασχολής το νου σου με τις δικές σου αμαρτίες, δεν θα σου μένη καιρός να παρακολουθής τα σφάλματα των άλλων.

- Ο ΑΒΒΑΣ ΖΗΝΩΝ λέγει: Θελεις ν’ ακούη παρευθύς ο Θεός την προσευχή σου, Αδελφέ; Σαν σηκώνης τα χέρια στον Ουρανό, προσευχήσου πρώτα απ’ όλα, με την καρδιά σου, για τούς εχθρούς σου και ο Θεός θα σου δώση γρήγορα ο,τι άλλο του ζητήσεις.

- ΈΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ συμβούλευε τούς Μοναχούς: "Αν εργάζεσαι το εργόχειρό σου και σημάνη η ώρα της προσευχής, μη πης στον εαυτό σου· "ας αποτελειώσω τη σειρά που μου απόμεινε η ας συμπληρώσω λίγες βελονιές κι’ ύστερα πηγαίνω". Παραμέρισε όλα τ’ άλλα καθήκοντα και δόσε το χρέος σου στον Θεο. Διαφορετικά μαθαίνεις να θεωρής πάρεργο την Προσευχή και την Ακολουθία. Έτσι όμως και την ψυχή στερείς από πνευματική τροφή και το σώμα σου από υλική. Γιατί δε θα προκόψη το εργόχειρό σου, χωρίς την ευλογία του Θεού. Η προθυμία σου στα πνευματικά και στα σωματικά θα φανή από το πρωϊ που θα ξημερώση".

- ΤΟΝ ΟΣΙΟ ΣΙΛΟΥΑΝΟ που είχε μεγάλη πείρα στα πνευματικά, ρώτησε ένας Αδελφός. Πως ν’ αποκτήσω κατάνυξι στην προσευχή, Αββά; Και του εμπιστεύθηκε πως έκανε μεγάλη προσπάθεια να ψάλλη μελωδικά για ν’ αντιστέκεται στον ύπνο που τον ενοχλούσε στην Ακολουθία. - Η ψυχή, παιδί μου, δε συγκινείται τόσο από τη μελωδία, όσο από το περιεχόμενο του ψαλμού, εξήγησε ο Όσιος. Προσέχοντας μόνο να ψάλλης μελωδικά, κινδυνεύεις να πέσης σε κενοδοξία και να σκληρύνη πιο πολύ η καρδιά σου. Είτε προσεύχεσαι, είτε ψάλλεις, να έχης πάντοτε βαθειά συναίσθησι ότι βρίσκεσαι μπροστά στον Άγιο Θεο. Μην επιτρέπης στο νου σου να ρεμβάζη. Αγάπησε την ταπεινοσύνη, που γεννά την κατάνυξι. Μη θέλης να κάνης επίδειξη της σοφίας και των γνώσεών σου. Προτίμα να διδάσκεσαι παρά να διδάσκης. Κοντά στα παραπάνω, βλέποντας ο Θεός την αγαθή σου προαίρεσι, θα σου δώση το χάρισμα της κατανύξεως.

- ΚΑΠΟΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ λέγει ότι η προσευχή του χριστιανού, πρέπει να γίνεται, πρώτον, με διάθεσι ειρηνική, ύστερα με ησυχία και κοσμιότητα. Όταν προσεύχεται μαζί με άλλους στην εκκλησία, πρέπει ν’ αποφεύγη τις εξωτερικεύσεις της ευλαβείας του και τις δυνατές φωνές που φέρνουν σύγχυσι και στον ίδιο και στούς άλλους. Η προσευχή οφείλει να γίνεται με εσωτερικό πόνο της καρδιάς και με ήρεμο νου αφωσιωμένο στο Θεο. Υπάρχουν άνθρωποι, που πάσχουν από σωματικές αρρώστιες κι’ ενώ χειρουργούνται η καυτηριάζονται από το γιατρό, υποφέρουν καρτερικά τον πόνο, χωρίς φωνές και φασαρία, σιωπηλά και υπομονετικά. Άλλοι πάλι ανυπόμονοι χαλούν τον κόσμο από τις φωνές, όταν τούς κάνουν θεραπεία. Μηπως όμως έτσι αποφεύγουν τον πόνο; Μάλλον τον αυξάνουν. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την προσευχή. Οι πνευματικώτεροι άνθρωποι προσεύχονται αθόρυβα με "στεναγμούς αλαλήτους". Έτσι διατηρούν την ψυχική τους γαλήνη. Οι άλλοι δε συγκρατούν τον εαυτό τους. Προσεύχονται μεγαλοφώνως, με εκδηλώσεις εξωτερικές, που συχνά σκανδαλίζουν τους άλλους. Ο πραγματικός χριστιανός πρέπει ν’ αποφεύγη την ακαταστασία και τα εξωτερικά σχήματα. Να προτιμά την τάξι, την ησυχία και την ταπείνωσι. Αυτό ζητά και ο Θεός με το στόμα του Προφήτου, που λέγει: "επί τίνα επιβλέψω, αλλ’ ή επί τον ταπεινόν και ησύχιον, τον τρέμοντά μου τούς λόγους;" Όσοι χριστιανοί διάλεξαν αυτό το δρόμο, έγιναν παράδειγμα και φως για πολλούς άλλους.






ΜΕΡΙΚΕΣ ΤΑΠΕΙΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ


Με τα ανωτέρω κείμενα πήραμε μια μικρή γεύση από το μεγαλείο, την δύναμη, την σπουδαιότητα αλλά και την αναγκαιότητα της αρετής της Προσευχής. Η Προσευχή είναι το πνευματικό τηλέφωνο, που μας φέρνει σε επικοινωνία με τον Θεόν∙ είναι η νοητή γέφυρα, που μας αναβιβάζει στον ουρανόν και μας ενώνει μαζί Του∙ είναι ο πλέον σημαντικός τρόπος επικοινωνίας με τον Θεόν.

Η προσευχή είναι αν θέλετε ακόμη, η μητέρα των δακρύων, της κατανύξεως, της μετανοίας, της υπομονής, της ταπεινώσεως, της αγάπης και για να μην μακρυγορώ είναι η πηγή και η μητέρα όλων των αρετών, όπως μας λένε όλοι οι Άγιοι και κυρίως οι νηπτικοί Πατέρες.

Όλοι οι Άγιοι, όλοι οι Όσιοι και Ασκητές όλοι οι Πατέρες μας τίποτε άλλο δεν επιθυμούσαν διακαώς από το να προσεύχωνται συνεχώς και να έχουν εις την ενθύμηση του νου τους, το Γλυκύτατο και Σωτήριο Όνομα του Κυρίου μας, "ΙΗΣΟΥΣ" και αγωνίζονταν να το πετύχουν με την Νοερά Προσευχή, και με την ευχή: "Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με", επειδή κατά τον Κορυφαίο Απόστολο Παύλο, "Ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία∙ ουδέ γαρ όνομά εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δει σωθήναι ημάς" (Πραξ. δ’,12) και διότι "εν τω ονόματι Ιησού παν γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων" (Φιλιπ. β’,10).

Δια τούτο και ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος τονίζει∙ "Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους", δηλαδή με το όνομα του Ιησού στα χείλη, στον νου και στην καρδιά πολέμα και κτύπα τούς αισθητούς και νοητούς εχθρούς σου.

Ο δε Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αναφέρει: "Μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον". Είναι δηλαδή καλύτερον και προτιμότερον κάποιος να προσεύχεται και να έχει συνέχεια στο μυαλό στην μνήμη και στην σκέψη του τον Θεόν, παρά να αναπνέει.

Ο ίδιος ο Χριστός μας προτρέπει να προσευχώμαστε και να ζητάμε από Αυτόν ο,τιδήποτε θέλουμε και επιθυμούμε ή αναζητούμε, και να είμαστε σίγουροι ότι, αν αυτό που ζητάμε το ζητάμε με πίστη, θα το λάβουμε. "Αιτείτε, και δοθήσεται υμίν, ζητείτε, και ευρήσετε, κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν" (Ματθ. ζ’,7), και "Πάντα όσα εάν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες, λήψεσθε." (Ματθ. κα’,22).

Ακόμη μας προτρέπει να προσευχώμαστε για να μην έχουμε πειρασμούς ή για να αποφεύγουμε αυτούς∙ "Γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν". (Ματθ. κστ’, 41).
Η Προσευχή χρειάζεται σε κάθε στιγμη της ζωής μας∙ ευχάριστη η δυσάρεστη, καλή ή κακή, κατά το ξεκίνημα ή το τέλος ενός έργου, όταν τρώμε, όταν εργαζώμαστε, όταν περπατάμε, όταν καθώμαστε, ακόμη και όταν κοιμώμαστε. "Είτε κάθη, είτε περιπατείς, είτε εργάζει, είτε εσθίεις, είθ’ έτερον τι ποιείς καν προς ανατολάς, καν προς δύσιν έτυχες αποβλέπων, μη διακριθής προσεύχεσθαι∙ αδιαλείπτως γαρ τούτο ποιείν και εν παντι τόπω ενετάλθημεν" μας λέγει ο Αββάς Βαρσανούφιος (Ερωτ. υμα’).


Γι’αυτό μας προτρέπει ο Απόστολος Παύλος λέγοντας "Αδιαλείπτως προσεύχεσθε εν παντί ευχαριστείτε" (Α’ Θεσ. ε’, 17).
Ακόμη και ο ίδιος ο Χριστός προσευχόταν ως άνθρωπος όσο ζούσε θέλοντας εκτός των άλλων, να γίνει ο ίδιος παράδειγμα προς μίμηση. Γι’αυτό και συχνά αποσυρόταν για να προσευχηθεί, όπως στο Σαραντάριο Όρος για 40 ημέρες όταν θα ξεκινούσε την διδασκαλία και όλο το απολυτρωτικό Του έργο. Όπως στο Όρος των Ελαιών πολλές φορές, αλλά κυρίως λίγο πριν τα Θεία Του Παθη, τονίζοντας αφ’ ενός την ανθρώπινή του φύση, αφ’ ετέρου δε την επιτακτική ανάγκη της προσευχής, που αν υπήρχε σε Αυτόν σκεφτείτε πόσο υπάρχει σε μας τούς αμαρτωλούς και αδύναμους∙ η ακόμη στο Όρος των Μακαρισμών, όπου μας δίδαξε δια μέσου της Κυριακής προσευχής και το πως πρέπει να προσευχώμαστε∙ "Συ δε όταν προσεύχη, είσελθε εις το ταμιείόν σου, και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τω πατρί σου τω εν τω κρυπτώ, και ο πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ αποδώσει σοι εν τω φανερώ. Προσευχόμενοι δε μη βαττολογήσητε ώσπερ οι εθνικοί... ούτως ουν προσεύχεσθε υμείς∙ Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς∙ αγιασθήτω το Όνομά σου... αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού." (Ματθ. στ’,6-13).

Η προσευχή είναι ο πιο άμεσος τρόπος επικοινωνίας με τον Θεό, την Παναγία και τούς Αγίους μας, γιατί μ’ αυτήν απευθυνόμαστε κατευθείαν προς Αυτούς. Είναι μεγάλο το δώρο αυτό που μας έδωσε ο Θεός. Αν κάνουμε έναν παραλληλισμό -όσο γίνεται αυτό- με επίγειες καταστάσεις θα δούμε πως είναι πράγματι μεγάλο δώρο.
Για να συναντήσει κανείς ένα πρόσωπο στην κοινωνία μας, που κατέχει καίρια και νευραλγική θέση πρέπει να προσπαθήσει πολύ, συναντώντας πολλούς ανθρώπους ενδιάμεσα, κι αν τα καταφέρει τελικά να τον δεχτούν, πράγμα σχεδόν απίθανο, για να πει το πρόβλημά του, η επίλυσή του είναι αμφίβολη. Ενώ ο Θεός μας, ο Δημιουργός του Ουρανού και της Γης, είναι κάθε στιγμη έτοιμος να ακούσει το αίτημά μας, την χαρά μας, την λύπη μας, τη δοκιμασία μας, κάθετί που μας απασχολεί.

Έπειτα, γνωρίζουμε πολύ καλά, πως ο Θεός είναι απαθής και ανενδεής και δεν λειτουργεί έτσι από υποχρέωση και πολύ περισσότερο από ανάγκη, αλλά από αγάπη και μόνο από αγάπη και με αγάπη. Είμαστε δε σίγουροι πως θα ανταποκριθεί, ανάλογα με την πίστη μας, την επιμονή μας, την προαίρεσή και την πρόθεσή μας και πάνω απ’όλα σύμφωνα με το πνευματικό μας ΣΥΜΦΕΡΟΝ.

Βέβαια μπορεί κάποιος να πει∙ μα εγώ του ζητώ τόσα χρόνια τη βοήθειά του σε κάποιο αίτημα μου και δεν βλέπω να γίνεται κάτι. Γιατί; Είναι πράγματι ένα πολύ σημαντικό ερώτημα και δυστυχώς απασχολεί, πολλές φορές, τούς περισσότερους από εμάς. Δυστυχώς, γιατί το ερώτημα δεικνύει ότι δεν έχουμε εμβαθύνει στην Πίστη μας, δεν γνωρίζουμε πως για να έχει αποτέλεσμα επιθυμητό η προσευχή μας παίζουν ρόλο πολλοί παράγοντες. Παράδειγμα:
α) Ο τρόπος που ζητάμε κάτι.
Είναι εκ βαθέων και με δυνατή πίστη ή επιφανειακός;

β) Η συχνότητα της προσευχής.
Προσευχηθήκαμε μια φορά ή πολλές; Μήπως όταν προσευχώμασταν μας έπιασε αμέσως απογοήτευση ή οκνηρία; Η Αγία Μονικα, η Αγία των δακρύων, για παράδειγμα, προσευχόταν δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια για την μεταστροφή του υιού της, Αγίου Αυγουστίνου.

γ) Το πνεύμα που προσευχόμαστε.
Υπάρχει πνεύμα κατανύξεως και ταπεινοφροσύνης, ή αδιαφορίας, και οιήσεως;

δ) Είναι προς όφελος ή προς βλάβη της πνευματικής μας καταστάσεως και ζωής αυτό που ζητάμε; Μήπως αυτό που ζητάμε δεν είναι για το συμφέρον μας; Μήπως δεν πρέπει για κάποιους άλλους λόγους να το ζητάμε; Μήπως κακώς το ζητάμε και γι’ αυτό ο Θεός δεν μας το δίνει όπως λέγει και ο Αδελφόθεος Ιακωβος: "Αιτείτε και ου λαμβάνετε διότι κακώς αιτείσθε" (Ιακώβου δ’, 3).
Και αυτό το τελευταίο ίσως είναι και το πιο σημαντικό. Ο Θεός, ως Παντογνώστης και στοργικός πατέρας, γνωρίζει αν κάτι που επιθυμούμε, είναι προς όφελος της ψυχής μας η αν θα μας βλάψει και, όταν ζητάμε να γίνει κατά το θέλημα Του, πρέπει να το δεχόμαστε ακόμα και όταν προς στιγμήν δεν το κατανοούμε.

Το σημείο αυτό είναι λεπτό και πρέπει να το προσέξουμε, λένε οι Πατέρες μας. Πρέπει δηλαδή να έχουμε επίγνωση του τι αιτούμαστε προς τον Θεο, να σκεφτούμε προσεκτικά αν αυτό που ζητάμε θα μας οφελήσει πνευματικά. Διότι αν με μεγάλη επιμονή ζητήσουμε κάτι, ο Θεός μπορεί να παραχωρήσει να συμβεί και τελικά να υποφέρουμε.

Εδώ θα βοηθήσει αν στο τέλος της προσευχής μας, και επειδή εμείς δεν γνωρίζουμε το αύριο και ποιο είναι πάντα το πραγματικό μας συμφέρον, πούμε: "Ας γίνει Κυριε, όχι όπως θέλω εγώ, αλλά κατά το δικό Σου θέλημα", όπως είχε άλλωστε πει ο ίδιος ο Κυριος μας, λίγο πριν προδοθεί και συλληφθεί από τούς στρατιώτες στον κήπο της Γεσθημανής δίδοντάς πρώτος το παράδειγμα: "Πάτερ μου, ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο∙ πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ". (Ματθ. κστ’, 39)

Οπότε, όταν η προσευχή μας γίνεται με πίστη και αγάπη προς τον Θεό στολισμένη με κατάνυξη και ταπείνωση θα ’χει σίγουρα καρπούς. Η χάρις του Θεού θα ’ναι μαζί μας, θα μας προστατεύει και οι επιλογές μας θα είναι σύμφωνες με το πνευματικό αλλά και το υλικό μας συμφέρον. Θα αποφύγουμε δε να ακούσουμε το του Προφήτη Ησαΐα, "εγγίζει με ο λαός ούτος εν τω στόματι αυτού και εν τοις χείλεσιν αυτών τιμώσι με, η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ’ εμού". (Κεφ. ΚΘ’,13).

Η προσευχή μας, επίσης, δεν θα πρέπει να έχει χαρακτήρα μόνο παρακλητικό αλλά δοξαστικό και ευχαριστιακό για όλα όσα μας συμβαίνουν. "Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν των συμβεβηκότων μοι" συνήθιζε να αναφωνεί ο ιερός Χρυσόστομος. Αν κυττάξει κανείς γύρω του η ανατρέξει στα χρόνια της ζωής του θα βρει πολλές αιτίες και αφορμές για να ευχαριστήσει και να δοξάσει τον Θεό αναφωνόντας∙ "Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου" και "Τι ανταποδώσωμεν τω Κυρίω περί πάντων ων ανταπέδωκεν ημίν".

Ο αντίλογος εδώ θα πει, μα θα δει κανείς και πολύ μιζέρια και δυστυχία γύρω του. Γι’ αυτά όμως δεν είναι υπεύθυνος και αίτιος ο Θεός, όπως λέγει χαρακτηριστικά και ο Άγιος Βασίλειος ότι, "ουκ εστιν αίτιος των κακών ο Θεός", αλλά τα λάθη και οι αδικίες των ανθρώπων. Η αποστασία των κυβερνώντων αλλά και των κυβερνωμένων, από τον Θεο. Όταν δεν υπάρχει αγάπη και σεβασμός προς τον Θεό πως θα υπάρχει προς τον συνάνθρωπο; Τα αποτελέσματα τα βλέπουμε όλοι.

Είμαστε λοιπόν τυχεροί που όποια στιγμη θέλουμε, ανά πάσα στιγμή, μπορούμε να χτυπήσουμε "την πόρτα" του Θεού και να μας την ανοίξει. Ο δεσμός αγάπης που υπάρχει ανάμεσα σε αγαπημένους ανθρώπους καθιστά αυτονόητη την τακτική επικοινωνία μεταξύ τους. Έτσι πρέπει και εμείς, να επικοινωνούμε μαζί Του, όσοι λέμε τουλάχιστον πως αγαπάμε τον Θεό.
Πρέπει δε, εμείς να στραφούμε με την προσευχή μας προς τον Θεό, γιατί η δική του αγάπη και φροντίδα είναι δεδομένη. Εμείς πρέπει, -όντας πλασμένοι ελεύθεροι- να δείξουμε αν έχουμε την θέληση να "πλησιάσουμε" τον Θεο και αυτός να μας βοηθήσει, "επεμβαίνοντας" στην ζωή μας.
Η ανάγκη και η θέληση αυτή υπάρχει ενδόμυχα σ’ όλους σχεδόν τούς ανθρώπους (ποιός σε μια ώρα δύσκολη δεν ανεφώνησε, Χριστούλη μου! Παναγιά μου! βοήθησέ με, σώσε με!...) πρέπει όμως και να εξωτερικευθεί κατάλληλα για να έχει καρπούς ωφέλιμους.

Πολλοί άνθρωποι σήμερα, δυστυχώς, είτε από άγνοια είτε από έλλειψη χρόνου είτε γιατί δεν ξέρουν τον τρόπο, δεν συνηθίζουν να προσεύχονται. Υπάρχει άγνοια και για τον τρόπο που πρέπει να προσευχώμαστε, αλλά και για τα συγκλονιστικά αποτελέσματα που μπορεί να έχει η εγκάρδια και με καθαρή καρδιά προσευχή. Ας ενθυμηθούμε τα πιο πάνω παραδείγματα του Γεροντικού, αλλά και τον Προφήτη Ηλία που με την προσευχή του έκλεισε τούς ουρανούς για τρισήμιση χρόνια (Ιακώβου ε’, 17) ή τούς αγίους Ιωακείμ και Άννα οι οποίοι παρ’ όλη την ηλικία τους -βαθειά γεράματα- δεν έπαψαν να προσεύχωνται με πίστη, επιμονή και ταπείνωση για να τούς χαρίσει ο Θεός ένα παιδί. Και πράγματι μετά από πολλές δεκαετίες ο Θεός τούς άκουσε στέλνοντάς τους όχι ένα παιδί απλώς, αλλά την Υπεραγία Θεοτόκο, την Μητέρα του Θεού και των ανθρώπων, την γλυκυτάτη Παναγία μας.

Πολλοί ακόμη νομίζουν πως οι προσευχές είναι μόνο για τούς Ιερείς και τα Μοναστήρια ή ότι είναι "χάσιμο χρόνου". Όμως Το "αδιαλείπτως προσεύχεσθε" του Αποστόλου δεν ελέχθει μόνο για τούς μοναχούς και κληρικούς, αλλά για ΟΛΟΥΣ τούς Χριστιανούς.
Άλλοι πάλι είναι απαισιόδοξοι και λέγουν: "ε! εμένα τώρα θα ακούσει ο Θεός;" ή "εγώ είμαι αμαρτωλός, δεν εισακούεται η προσευχή μου, γιατί να προσευχηθώ..."
Μεγάλη παγίδα του Πονηρού! Ο Διάβολος προσπαθεί, πάση θυσία, να αποτρέψει τον χριστιανό από την μεγάλη αυτή αρετή, γιατί ξέρει καλύτερα τα ευεργετικά για τον πιστό και ολέθρια γι’ αυτόν αποτελέσματά της και εφευρίσκει τούς "κατάλληλους", για τον καθένα μας, αποθαρρυντικούς λογισμούς. Μα ακριβώς, επειδή όλοι είμαστε αμαρτωλοί (ο Παράδεισος άλλωστε, δεν θα είναι γεμάτος από αναμάρτητους και αγίους, αλλά από τούς αληθινά μετανοημένους αμαρτωλούς) γι’ αυτό θα πρέπει να ζητάμε με κατάνυξη και δάκρυα το έλεος του Θεού και να τον παρακαλούμε για την άφεση των αμαρτιών μας και την προστασία από μελλοντικά λάθη και αμαρτίες.

Οι Άγιοι που είχαν φτάσει και σε υψηλά μέτρα αρετής όχι μόνο δεν σταματούσαν να προσεύχωνται αλλά, αντιθέτως, επιδίδονταν όλο και περισσότερο σ’ αυτήν και κυρίως στην καρδιακή προσευχή, γιατί όπως μας έχουν πει, μόνο με την προσευχή, την νηστεία και την εγκράτεια μπορούμε να μείνουμε αλώβητοι από τα βέλη του Πονηρού και να διατηρήσουμε τις αρετές που έχουμε αποκτήσει.

Ας μη ξεχνάμε δε ότι, όπως με τα αγαπημένα μας πρόσωπα, δεν συζητάμε μόνο όταν θέλουμε να ζητήσουμε μια χάρη έτσι και με τον Θεό. Να προσευχώμαστε σ’ Αυτόν όχι μόνο για να μας βοηθήσει σε κάτι αλλά για να τον νιώθουμε πιο κοντα μας, να παίρνουμε δύναμη και για να προγευώμαστε τα ουράνια αγαθά. Έτσι θα έχουμε με τον Θεό μια σχέση αμοιβαίας αγάπης και όχι μια σχέση... ανταποδοτικού οφέλους!

Προσευχή λοιπόν όλοι μας αδιάλειπτη, εν παντί και πάντοτε. ΑΜΗΝ!


Η Προσευχή είναι το ανέβασμα του νου στο Θεό


Η Προσευχή είναι το ανέβασμα του νου στο Θεό
Η Προσευχή είναι το ανέβασμα του νου στο Θεό
Τί εἶναι ἀγαθό, παρά ὁ Θεός; Λοιπόν σ’ Αὐτόν ἄς ἀναθέσομε ὅλα τά ζητήματά μας, καί ὅλα θά πᾶνε καλά. Γιατί ὁ ἀγαθός, ὁπωσδήποτε χορηγεῖ καί ἀγαθές δωρεές.
Μή λυπᾶσαι γιατί δέν παίρνεις ἀμέσως ἐκεῖνο πού ζητᾶς ἀπό τό Θεό, γιατί θέλει νά σέ εὐεργετήσει περισσότερο μέ τό νά ὑπομένεις καρτερικά στήν προσευχή. Τί ἀνώτερο ὑπάρχει ἀπό τό νά πλησιάζεις τό Θεό καί νά ἀσχολεῖσαι σέ συνομιλία μαζί Του;
Προσευχή εἶναι τό ἀνέβασμα τοῦ νοῦ στό Θεό.
Πρῶτα – πρῶτα νά προσεύχεσαι νά καθαριστεῖς ἀπό τά πάθη σου· δεύτερο, νά ἀπαλλαγεῖς ἀπό τήν ἄγνοια καί τή λήθη· καί τρίτο, νά ἀπαλλαγεῖς ἀπό κάθε πειρασμό καί ἐγκατάλειψη Θεοῦ.
Στήν προσευχή σου νά ζητεῖς μόνο τήν δικαιοσύνη καί τήν Βασιλεία, δηλαδή τήν ἀρετή καί τήν πνευματική γνώση. Καί ὅλα τά ὑπόλοιπα θά σοῦ προστεθοῦν.
Δίκαιο εἶναι νά μήν προσεύχεσαι μόνο γιά τή δική σου κάθαρση ἀπό τά πάθη, ἀλλά καί γιά τήν κάθαρση κάθε ἀνθρώπου, γιά νά μιμηθεῖς τόν ἀγγελικό τρόπο.
Εἴτε μόνος, εἴτε μαζί μέ ἀδελφούς προσεύχεσαι, ἀγωνίσου νά προσεύχεσαι ὄχι ἀπό συνήθεια, ἀλλά μέ αἴσθηση.
Αἴσθηση προσευχῆς εἶναι μία περισυλλογή τοῦ νοῦ ἑνωμένη μέ εὐλάβεια, μέ κατάνυξη, μέ πόνο ψυχῆς πού συνοδεύει τήν ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτιῶν καί μέ στεναγμούς ὄχι ἐπιδεικτικούς, ἀλλά ἀφανεῖς.
Αγίου Νείλου του Ασκητού

Ο Άγιος Σεραφείμ της Βίριτσα και οι σωτήριες συμβουλές του


Ξεχασμένες συμβουλές επιβίωσης δίνει ο Άγιος Σεραφείμ της Βίριτσα, συμβουλές που και οι παππούδες μας είχαν εφαρμόσει στους άρρωστους και στην καθημερινή τους ζωή

Ὅταν ὁ πατήρ Σεραφείμ τελοῦσε εὐχέλαια καί ἁγιασμούς, μετά τό τέλος τῆς ἀκολουθίας, ἔκανε γιά ὅλους κοινό τραπέζι.
Πρίν ἀρχίσει τό φαγητό ὁ Γέροντας μόνος του ἔκοβε τό ψωμί καί ἔδινε στόν καθένα ἀπό ἕνα κομμάτι.
Ἐπίσης μαζί μέ τό ψωμί ἔδινε στόν καθένα ἀπό τρία κομμάτια ζάχαρι.
Δίνοντάς τα στόν ἄνθρωπο τόν εὐλογοῦσε ταυτόχρονα.
Στούς ἀρρώστους ὁ Γέροντας ἔδινε πρόσφορα τά ὁποῖα τρώγοντας οἱ ἄνθρωποι γίνονταν καλά.
Ὁ πατήρ Σεραφείμ ἔλεγε συχνά:
«Πολλές φορές γινόμαστε ἄρρωστοι ἐπειδή δέν προσευχόμαστε πρίν ἀρχίσουμε τό φαγητό μας καί δέν ζητᾶμε ἀπό τόν Θεό νά τό εὐλογήσει. Παλιά οἱ ἄνθρωποι, ὅλα πού ἔκαναν, τά ἔκαναν μέ προσευχή· προσεύχονταν ὅταν ὄργωναν τήν γῆ, στήν σπορά προσεύχονταν, προσεύχονταν καί ὅταν θέριζαν τούς καρπούς. Ἐμεῖς σήμερα δέν γνωρίζουμε ποιοί παράγουν αὐτά πού τρῶμε καί πολλές φορές δέν ξέρουμε ποιοί μαγειρεύουν τό φαγητό μας.
Μπορεῖ αὐτοί νά βρίζουν καί νά βλασφημοῦν, ὅταν τό μαγειρεύουν, γι᾿ αὐτό καλό θά ἦταν πρίν φᾶμε τό φαγητό μας νά ρίξουμε πάνω του λίγο ἁγιασμό.
Ὅλα αὐτά πού χρησιμοποιοῦμε γιά τροφή εἶναι δῶρα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους.
Μέσω αὐτῶν ὅλη ἡ φύση καί ὁ νοητός κόσμος τῶν ἀγγέλων διακονοῦν τόν ἄνθρωπο.
Γι᾿ αὐτό κάθε φορά, ὅταν καθόμαστε γιά νά φᾶμε, πρέπει νά προσευχόμαστε μέ πολλή ἐπιμέλεια…..».
Πηγή: www.impantokratoros.gr

Εξόδιος Ακολουθία του μακαριστού Γέροντος Εφραίμ της Αριζόνας 11-12-2019

π. Ανδρέας Κονάνος: Κίνδυνος να γίνουμε άνθρωποι του «δήθεν»


π. Ανδρέας Κονάνος : Η νοσηρή πνευματικότητα, που μερικές φορές βαφτίζεται και αγιότητα

Έλεγε κάποιος: «Προτιμώ να εξομολογούμαι σε παντρεμένο παπά. Διότι οι ανύπαντροι, οι άγαμοι, μερικές φορές εκπέμπουν σε άλλη συχνότητα.


Παίρνουν ένα ύφος απρόσιτο, που με κάνει να νιώθω ότι δεν καταλαβαίνουν τίποτα απ’ αυτά που τους λέω. Λες και ζουν σε άλλον κόσμο, ρε παιδί μου! Σ’ άλλον πλανήτη!» Και δεν σου κρύβω ότι με βρήκε αρκετά σύμφωνο αυτή η θέση. Είναι αλήθεια ότι -συνήθως!- ένας έγγαμος ιερέας είναι τις πιο πολλές φορές στρωτός χαρακτήρας. Εκ των πραγμάτων.

Διότι τον κάνει το παιδί του στρωτό! Τον κάνει η γυναίκα του. Τον κάνουν τα… pampers! Συμφωνείς; Αν αγοράζεις pampers και τα χρησιμοποιείς για τον σκοπό που είναι φτιαγμένα, δεν είναι δυνατόν να πετάς στα σύννεφα. Προσγειώνεσαι. Γίνεσαι πιο ανθρώπινος, αυθεντικός και γνήσιος. Και σταματάς αυτό το «δήθεν» φέρσιμο. Σπάει η βιτρίνα της αγιότητας και βγάζεις την ποιότητα της καλοσύνης, της απλότητας και της ταπείνωσης. Αυτό είναι το αυθεντικό ορθόδοξο φρόνημα.

Πού είναι, όμως, το ορθόδοξο φρόνημα στην πράξη; Πού το βρίσκει κανείς; Αν με ρωτήσεις «Πού θα τα βρω όλα αυτά που λες, πάτερ, ως βιώματα και πραγματικότητα ζωής;», ομολογώ ότι δεν ξέρω τι να απαντήσω… Ωραία τα είπα. Μα, πού είναι όλα αυτά; Ομως, ψάξε να τα βρεις! Οπως ψάχνεις γιατρούς, όπως ψάχνεις κινητά και αυτοκίνητα, έτσι ψάξε να βρεις τέτοια περιβάλλοντα. Υπάρχουν σίγουρα και υγιή περιβάλλοντα. Οπως υπάρχουν και τα άλλα.

Υπάρχει και το «δήθεν», υπάρχει και το πιο προσγειωμένο, το πιο κοντά στα δικά σου μέτρα, στις αντοχές και στα δεδομένα σου, στον ψυχισμό σου κ.λπ. Μην αμφιβάλλεις. Πάντως, εμένα αυτά μ’ αρέσουν. Αυτά θέλω να λέμε. Τα αληθινά και τα γνήσια της ζωής. Για τον τρόπο που προσεγγίζουμε τον Θεό. Για την απειλή και τον κίνδυνο να γίνουμε ψεύτικοι. Ζούμε μέσα στην Εκκλησία. Μα, κινδυνεύουμε να γίνουμε οι άνθρωποι του «φαίνεσθαι», του «δήθεν» και της βιτρίνας.

Μια κινεζική παροιμία λέει: «Αν δώσεις στο παιδί σου ένα ψάρι, θα φάει σήμερα. Αν το μάθεις να ψαρεύει, θα τρώει πάντα». Διότι, αν ξέρεις να ψαρεύεις, πατάς στα πόδια σου. Εχεις τις δικές σου πετονιές, τα δικά σου δολώματα και αγκίστρια, τη δική σου παραλία, τον δικό σου τρόπο. Μαθαίνεις να έχεις μια προσωπική σχέση με τη θάλασσα και με το ψάρεμα.

Κι αυτό σημαίνει ότι, όπου κι αν βρεθείς, σ’ όποιο λιμάνι του κόσμου, θα μπορείς να φας ένα ψαράκι! Γιατί; Διότι ξέρεις να ψαρεύεις. Το ψάρεμα έχει γίνει πλέον δικό σου χάρισμα και ταλέντο. Οταν όμως παίρνεις τα πάντα έτοιμα, δεν μπορείς να σταθείς ποτέ στα πόδια σου. Πρόκειται για παγίδα, στην οποία συχνά πέφτουμε όλοι.

Δηλαδή, καλλιεργείται πολλές φορές μια σχέση εξάρτησης. «Ελα σ’ εμένα και θα σου δίνω εγώ να τρως. Θα σου δίνω εγώ το ψαράκι σου». Και λες: «Μα, τώρα μεγάλωσα. Δεν πρέπει να περπατήσω κι εγώ; Δεν ήρθε η ώρα να πλησιάσω τον Θεό με τον δικό μου τρόπο; Θέλω να είμαι μεν μέσα στην Εκκλησία, στην Ορθοδοξία, ναι. Αλλά το ζητούμενο είναι να ανθήσει και η δική μου ψυχή! Να πατήσω στα πόδια μου. Εσύ, πάτερ μου, είσαι η γέφυρα. Και με περνάς απέναντι, στον Θεό. Το εκτιμώ! Και σ’ ευχαριστώ. Μα, δεν μπορώ να κατασκηνώσω πάνω στη γέφυρα για πάντα».

Από το βιβλίο του π. Ανδρέα Κονάνου «Ολα του γάμου δύσκολα», των εκδόσεων Αθως

Ψάχνε με την ευχή, Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με, να βρεις τη σπίθα


Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης : Έτσι θα λέτε την ευχή, “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με”
Εφόσον ο Κύριος μάς έδωσε ως αρραβώνα της σωτηρίας μας τη Χάρι του Αγίου Πνεύματος δια του Βαπτίσματος και γενικότερα μας τη δίνει δια της Εκκλησίας, και είναι εκεί μέσα ο ίδιος, πρέπει τρόπον τινά να ανοίξουμε δρόμο στον Κύριο να βρει αυτό το οποίο έχει βάλει εκεί μέσα μας, για να ανάψει η φωτιά στην ψυχή, και να γίνει ο άνθρωπος χριστιανός.

Παλαιότερα οι Πατέρες έκαναν κατά διαφορετικότερο τρόπο το όλο έργο. Οι νεώτεροι, από τον 12ο αιώνα και έπειτα, βρήκαν αυτή την προσευχή, την ευχή, και συνιστούν ότι δεν πρέπει να κουραστεί κανείς να λέει την ευχή. Βέβαια, θα αγωνίζεσαι συγχρόνως να κάνεις τις εντολές του Θεού, θα εμπιστεύεσαι στον Θεό, θα προσεύχεσαι γενικώς, θα εκκλησιάζεσαι, θα είσαι μέσα στην Εκκλησία, αλλά θα κάνεις και αυτό το έργο, το οποίο έχει αυτό τον χαρακτήρα: ψάχνεις να βρεις τη σπίθα. Γι’ αυτό λένε οι Πατέρες ότι, όταν αρχίσει κανείς να λέει την ευχή, χρειάζεται να συμμαζέψει τον εαυτό του, ο οποίος είναι διαλυμένος, είναι σχισμένος.
Αναφέραμε άλλη φορά ότι ο άνθρωπος έχει τη λογιστική δύναμη, τη νοητική δύναμη και την αγαπητική δύναμη. Στη λογιστική δύναμη δίνεις την προσευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Τη λες είτε με το στόμα είτε από μέσα σου. Δίνεις λοιπόν στη λογιστική δύναμη τη δουλειά αυτή και προσπαθείς να συμμαζέψεις τον νου σου να προσέχει την ευχή. Και η καρδιά –η αγαπητική δύναμη– αρχίζει και συμμετέχει, όσο μπορεί ο άνθρωπος, γιατί ό,τι και να έγινε, το «κατ’ εικόνα» μένει ως ένα βαθμό. Αυτή την αγαπητική δύναμη τη δίνεις στον Κύριο. Με τη λογιστική δύναμη λοιπόν λες την ευχή, η νοητική δύναμη προσέχει το νόημα «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», και η όλη βούληση της ψυχής, η όλη αγάπη της ψυχής, δίνεται στο όνομα του Κυρίου, δίνεται στον Χριστό.
Λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: Εάν απλώς το κάνεις αυτό, δηλαδή απλώς συμμαζευτείς στον εαυτό σου, τι θα βρεις μέσα σου; Είδωλα θα βρεις. Το θέμα είναι ο Χριστός να μπει μέσα δια της ευχής. Το θέμα είναι ο Χριστός να φτιάξει μέσα σου την καινούργια κατάσταση· να χριστοποιηθεί η ψυχή, και όχι απλώς να δεις τον εαυτό σου, ο οποίος τι μπορεί να είναι άλλο από μια κόλαση, όπως λέγαμε και άλλη φορά.
Όλο αυτό το έργο στην αρχή γλυκαίνει τον άνθρωπο ανάλογα. Έπειτα σαν να χάνει κανείς το βίωμα αυτό, και μάλιστα μερικοί λένε «μα τόσο καλά είχα αρχίσει, γιατί…» Αρχίζει αυτό το έργο να φαίνεται ξηρό, να φαίνεται άχαρο, να φαίνεται δύσκολο, να φαίνεται ότι είναι σαν το ψάξιμο της σπίθας στη στάχτη από τη νοικοκυρά. Και όπως είπα προηγουμένως, η νοικοκυρά που ξέρει απ’ αυτά, δεν κουράζεται. Ψάχνει και ψάχνει βεβαία ότι θα βρει τη σπίθα. Και εκεί μέσα στη στάχτη μπορεί και να μη βρει. Εδώ όμως είναι βέβαιο ότι υπάρχει η σπίθα μέσα μας.
Και επιμένει κανείς, επιμένει, επιμένει, ταπεινά, απλά, με μετάνοια, έχοντας εμπιστοσύνη στον Κύριο. Καθώς αναφέρει κανείς το όνομα του Κυρίου, γλυκαίνεται, διότι δεν γίνονται αυτά κατά σκοτεινό τρόπο. Μπορεί να μπαίνει κανείς σε μια σκοτεινή, ας πούμε, σπηλιά, έτσι που είναι η ψυχή του ανθρώπου, με όλα αυτά που έχει συσσωρεύσει εκεί μέσα, μπορεί να φαίνονται τα πράγματα άχαρα, αλλά μπαίνει μαζί με τον Κύριο, επικαλείται τον Κύριο, το όνομα του Κυρίου, για το οποίο ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέει «Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους».
Κάνοντας λοιπόν αυτό το έργο, ενοποιείται ο όλος άνθρωπος και ξεφεύγει από τη σχιζοφρένεια που έχει δημιουργήσει η αμαρτία. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέει: «Όταν τα τρία –δηλαδή οι τρεις αυτές δυνάμεις της ψυχής, η λογιστική δύναμη, η νοητική και η αγαπητική– ενωθούν, γίνουν ένα, και το ένα παραμένει τρία –διότι ο άνθρωπος δεν αλλοιώνεται, δεν αλλάζει· η δομή του παραμένει ίδια– τότε φανερώνεται η Αγία Τριάς». Και ενώ είναι έτσι τα πράγματα, τι να πει κανείς ύστερα για μας τους ανθρώπους; Πολλοί είναι που τα ακούν αυτά και λίγο-πολύ πιστεύουν ότι κάπως έτσι είναι, αλλά μένουν μακριά. Και αν κάνουν, θα κάνουν κάποια τυποποιημένα πράγματα· δεν επιμένουν.
Οι άγιοι Πατέρες, που έχουν ασχοληθεί με το θέμα αυτό, και με την έννοια ότι έγραψαν και είπαν, αλλά και με την έννοια ότι εφήρμοσαν έτσι τα πράγματα, λένε ότι αισθάνεται κανείς σαν να ήταν στα ξένα, στην ξενιτιά, εδώ κι εκεί, και γύρισε σπίτι του, βρήκε το σπίτι του, βρήκε τους δικούς του και ευφραίνεται. Όπως ακριβώς δηλαδή το βλέπουμε στην περίπτωση του ασώτου υιού. Τι δεν έζησε ο καημένος ο άσωτος! Αλλά ήλθε η ώρα που γύρισε, και να, ο πατέρας τον περιμένει και τον παίρνει μέσα, του βάζει δαχτυλίδι, του δίνει την πρώτη στολή, θυσιάζει τον μόσχο τον σιτευτό και λέει «δεύτε ευφρανθώμεν», και άρχισαν να ευφραίνονται και να πανηγυρίζουν (Λουκ. 15:11-32). Αρχίζει το πανηγύρι· δεν είναι απλώς υπόσχεση.
Όντως δηλαδή ενώ είναι κανείς ακόμη σ’ αυτό εδώ τον κόσμο –ο κόσμος είναι αυτό που είναι, πάνε έρχονται οι άνθρωποι και χάνονται μέσα στην αφροσύνη τους– εάν εργασθεί έτσι, βρίσκει μέσα στην ψυχή του τον παράδεισο. Γιατί εκεί μέσα είναι ο Χριστός. Γιατί εκεί είναι η βαπτισματική Χάρις. Προσέξτε, προσέξτε· είναι εκεί εν μυστηρίω, είναι δια του μυστηρίου του Βαπτίσματος. Είναι φοβερό πράγμα το Βάπτισμα. Μεγάλο μυστήριο. Ο Θεός βρήκε τρόπο και κόλλησε μέσα στην ψυχή μας τη Χάρι, η οποία δεν φεύγει, αλλά μένει εκεί.
Εάν λοιπόν τα σκεφθείς έτσι, εάν τα πάρεις έτσι και ενεργήσεις ανάλογα, έχοντας συνεχώς στο στόμα σου αλλά και στον ενδιάθετο λόγο, όπως λέγεται, το όνομα του Ιησού, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», τότε λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς «οφθήσεταί σοι η Αγία Τριας». Όπως ακριβώς λέει ο Κύριος: «Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν» (Ιω. 14:23). Μέσα στην ψυχή αυτή θα σκηνώσει ο Κύριος. Ή όπως λέει ο Κύριος στην Αποκάλυψη: «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω· εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’ αυτού και αυτός μετ’ εμού» (Αποκ. 3:20).
Επομένως, να αρχίσουμε να λέμε την ευχή, χωρίς να αφήσουμε τίποτε από τα άλλα· δηλαδή τη μετάνοια, την προσευχή γενικότερα, τον εκκλησιασμό, τα μυστήρια. Αλλά κυρίως να λέμε την ευχή. Πρέπει να ανοίξει ο δρόμος, να μπει ο Κύριος μέσα μας, να μπούμε μαζί του εκεί στα βάθη της ψυχής μας, να βρούμε τη βαπτισματική Χάρι. Είναι καλό να λέει κανείς την ευχή παντού και πάντοτε και μακάριος εκείνος που το κάνει. Ωστόσο όμως κατά έναν ειδικό τρόπο και κατά ένα μόνιμο τρόπο και μ’ αυτό το πνεύμα που είπαμε, να δουλέψει κανείς στο έργο αυτό. Το άλλο, δηλαδή το να λέει κανείς απλώς την ευχή όπου βρίσκεται, είναι καλό από κάποια πλευρά, αλλά μένει έτσι εξωτερικά το έργο αυτό, είναι απλώς η λίγη βροχή που πέφτει και κάπως μαλακώνει το χώμα πάνω-πάνω, κάπως δροσίζει τα φυτά, τα όποια φυτά είναι εκεί, τα χόρτα κλπ., αλλά πάνω-πάνω.
Καλό είναι κατά τη διάρκεια της ημέρας, όπου κι αν βρίσκεσαι, ό,τι κι αν κάνεις, αντί να θυμώνεις ή αντί να συλλογίζεσαι οτιδήποτε άλλο, να λες την ευχούλα. Αλλά πρέπει όμως εκεί να αφοσιωθεί κανείς. Και μην πεις: «Ε, έτσι που είμαστε εμείς, μπορούμε να το κάνουμε;» Εδώ είναι θέμα ζωής ή θανάτου· μην τα παίρνουμε αψήφιστα. Οι πάντες, ο καθένας μας, πρέπει να κάνουμε αυτό το οποίο επιβάλλει η πραγματικότητα. Να το κάνουμε, για να ελεηθούμε.
Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, «Το μυστήριο της σωτηρίας», Β’ έκδ., Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2000, σελ. 289 (αποσπάσματα).
Πηγή: ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ