Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2019

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΠΕΡΙ ΠΛΟΥΤΟΥ ΚΑΙ ΠΛΕΟΝΕΞΙΑΣ



Ιωάννη Ελ. Σιδηρά Θεολόγου – εκκλησιαστικού ιστορικού – νομικού

Διαχρονική η Κοινωνική Διδασκαλία του Αγίου Βασιλείου και άκρως επίκαιρη σε περίοδο οικονομικής κρίσεως.

Ο  αοίδιμος Μεγάλος Πανεπιστημιακός Καθηγητής, κορυφαίος των Πατρολόγων, Παναγιώτης Χρήστου αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η κοινωνική διδασκαλία του Μεγάλου Βασιλείου κατέχει εξέχουσα θέση στην καθόλου διδασκαλία του, όπως άλλωστε αξιόλογος υπήρξε και η κοινωνική δράση αυτού στην εν γένει εκκλησιαστική-κοινωνική-ποιμαντική  δραστηριότητά του.

Σχεδόν το μεγαλύτερο μέρος του συγγραφικού του έργου διαπνέεται από πλούσιο κοινωνικό φρόνημα και ιδιαίτερα μάλιστα ενδιαφέρον παρουσιάζουν από  της πλευράς αυτής οι ομιλίες του περί πλούτου και πλεονεξίας.

Οι ομιλίες αυτές, εκ των οποίων τμήματα δημοσιεύουμε στο παρόν άρθρο μας, θα πρέπει  να εκφωνήθηκαν κατά το έτος 368 μ.Χ., πριν δηλαδή από 16 ολόκληρους αιώνες, για να παρακινηθούν οι σκληροκάρδιοι και άπληστοι πλούσιοι και συνακόλουθα να αναδειχθούν φιλάδελφοι, κοινωνικά αλληλέγγυοι και ευμετάδοτοι προς τις ποικίλες ανάγκες των πενεστέρων τάξεων, οι οποίες του ενσκήψαντος κατά την περίοδο εκείνη λιμού και της ξηρασίας εδοκιμάζοντο δεινώς από την έλλειψη τροφίμων.

Ο Μέγας  Βασίλειος αντιμετωπίζοντας το όλο θέμα του πλούτου μέσα στο πλαίσιο των ποιμαντικών του φροντίδων για τις πνευματικές και υλικές ανάγκες του ποιμνίου του διατυπώνει ως κορυφαίος Θεολόγος, Θεόφρων Πατήρ της Εκκλησίας και ευαίσθητος Επίσκοπος τις αξιοπρόσεκτες περί του πλούτου κοινωνικές ιδέες του, οι οποίες και κατά την θεωρητική σύλληψη και κατά την πρακτική εφαρμογή τους παραμένουν ακόμη και σήμερα αξεπέραστες.

Το κείμενο της Θεοπνεύστου ομιλίας του Μεγάλου Βασιλείου, που τέμνει την κατάσταση της σύγχρονης υλιστικής και καταναλωτικής εποχής μας, έχει ως εξής:

«…Διότι νά, η προσταγή του Κυρίου σε αποδεικνύει ότι απέχεις πάρα πολύ μακριά από την αληθινή αγάπη. Διότι εάν αυτό που διαβεβαίωσες ήταν αληθινό, ότι δηλαδή, από τα νειάτα σου ετήρησες την εντολή της αγάπης και έδωσες στον καθένα τόσο όσο και στον εαυτό σου, τότε από πού προέρχεται αυτή η χρηματική περιουσία; Διότι η ικανοποίηση των αναγκών των πτωχών καταναλώνει τον πλούτο, όταν δηλαδή ο καθένας μεν δέχεται ολίγα για την ικανοποίηση των αναγκών του, όλοι όμως μαζί μοιράζονται τα υπάρχοντα που ξοδεύονται για όλους.

Ώστε αυτός που αγαπά  τον πλησίον ωσάν τον εαυτό του δεν κατέχει τίποτε περισσότερο από τον πλησίον. Αλλ’ όμως φαίνεσαι να έχεις πολλά κτήματα. Από πού αυτά; Από πού αλλού παρά από του ότι είναι φανερό ότι επροτιμούσες την δική σου απόλαυση από την παρηγοριά των πολλών.

Όσο λοιπόν υπερέχεις κατά τον πλούτο, τόσο υστερείς κατά την αγάπη. Διότι προ πολλού θα είχες σκεφθεί να απομακρύνεις τα χρήματα, εάν είχες αγαπήσει τον πλησίον. Τώρα δε τα χρήματα είναι συνδεδεμένα μαζί σου περισσότερο από τα μέλη του σώματος και ο χωρισμός από αυτά, σε λυπεί  σαν τον ακρωτηριασμό των χρησιμότερων μελών.

Διότι εάν είχες ενδύσει τον γυμνό, εάν είχες δώσει τον άρτο σου σ’ αυτόν  που πεινά, εάν η πόρτα σου είχε ανοιχθεί σε κάθε ξένο, εάν είχες γίνει πατέρας των ορφανών, εάν συνέπασχες με κάθε αδύνατο, για ποια χρήματα τώρα θα εδοκίμαζες λύπη; Καθόλου δεν θα δυσκολευόσουν να διαθέσεις τα υπόλοιπα, εάν από πολλού είχες σκεφθεί να τα μοιράζεις στους ενδεείς…

ΠΕΡΙ ΣΙΩΠΗΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΥ και περί διαφύλαξης εντολών και παραδόσεων.


Η σιωπή είναι αρετή και χρυσός…

αλλά και ….

ο ΛΟΓΟΣ ….είναι ΘEOΣ.

Και η διάκριση η πρώτη αρετή που εξετάζει πότε σιωπούμε και πότε ομιλούμε!

* Κατά τον Μέγα Βασίλειο: «Ο σιωπών δοκεί συναινείν».

* Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει: «Η σιωπή είναι η τρίτη μορφή αθείας.»

«Πρώτη,η διά λόγου άρνηση».

«Δεύτερη, η διά της πράξης (άρνηση)».

«Τρίτη δε, η σιωπή που παραπέμπει στη

συνενοχή και συνέργεια».

* Ο Μέγας Βασίλειος λέγει: «Της σιωπής το κρίμα φοβερόν εστί».

* Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος προσθέτει: «Ο μη λέγων την Θείαν Αλήθειαν υπεύθυνος εστί του αίματος τουτέστι της σφαγής των ψυχών των πλανομένων».

* Ο Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης λέγει: «Εντολή γαρ Κυρίου μη σιωπάν εν καιρώ κινδυνευούσης πίστεως. Ώστε, ότε περί πίστεως ο λόγος εστίν ειπείν, εγώ τις ειμί; Ιερεύς, άρχων, στρατιώτης, γεωργός, πένης;……Ουά οι λίθοι κεκράξουσι και συ σιωπηλός και αφροντίς;»

* Ο Μέγας Βασίλειος λέγει: «Το να εφησυχάζει κανείς,όταν το κινδυνευόμενον είναι η πίστις,τούτο είναι ίδιον της αρνήσεως,το δε να ελέγχει είναι ομολογία ειλικρινής».

* Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει: «Το μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε, περί βίου εστίν, ου περί πίστεως».

Σεις τώρα, πνευματικοί μου αδελφοί, ως λογικά πρόβατα μπορείτε εύκολα να διακρίνετε και να κρίνετε εάν κινδυνεύει η πίστη μας από την ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ του ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ και εάν πρέπει να ομιλούμε με διάκριση και πάντα κατά τας γραφάς, ώστε όταν ερωτηθούμε «το γνωρίζατε;» να απαντήσουμε ότι το γνωρίζαμε και το φωνάζαμε «και όστις θέλει», διότι « κανενός η θέλησις και η ελευθερία δεν βιάζεται. Ας κάμει ο καθένας ό,τι του αρέσει…»(Αποκ.Ιωαν.Κβ11).

Και όχι να πούμε ότι το γνωρίζαμε και σιωπούσαμε βλέποντας τις ψυχές των αδελφών μας να κατασπαράζονται από τον αντίχριστο,διότι αναπολόγητοι θα είμαστε. Ο γλυκύτατος Ιησούς μας δίνει εντολή να έχουμε αυταπάρνηση, όπως και Αυτός , φτάνοντας μέχρι σταυρού.

Ας απολαύσει ο κόσμος τα του κόσμου και οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί ,τα του ουρανού που είναι όπως μας λέγει έτοιμα! Εμείς θα ομιλούμε μέχρι να βγει η ψυχή από το σώμα ορθοτομώντας τον Λόγο της Αλήθειας, όχι από ιδιοτέλεια αλλά διότι είμαστε συνέχεια και ακολουθούμε αυτούς που επί 1982 χρόνια φωνάζουν και ομιλούν όταν κινδυνεύει η πίστη μας. Αυτούς δηλαδή,οι οποίοι ονομάζονται Άγιοι Θεοφόροι Πατέρες της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού μας.

Αγωνιζόμενοι, υπερασπιζόμαστε τον Οίκο του Πατρός μας, που είναι και δικός μας οίκος. Αυτές δε τις εντολές που έχουμε παραλάβει, όπως και τις ιερές παραδόσεις, πρέπει να διαφυλάξουμε και να παραδώσουμε στους επόμενους ώστε να είμαστε «Ακέραιοι ως περιστέρες» μέχρι τέλους.

Οι αποστατούντες, θα επιδιώκουν στο εξής ,οι συζητήσεις και τα θέματα να είναι περί ανέμων και υδάτων και όχι για το δια ταύτα, που είναι η ακύρωση της Συνόδου της Κρήτης ως παράνομη και ληστρική. Βεβαίως θα βρίσκουν διάφορα θέματα να συζητούν προκειμένου να αποπροσανατολίζουν το ποίμνιο για να ξεχαστεί το θέμα, αφού έχουν ήδη υπογράψει αυτά που θέλουν και που κατά καιρούς, θα εφαρμόζουν, βάσει των ψηφισμένων θεμάτων.

Γι΄αυτό ,αδελφοί μου εμείς, πρέπει να ομιλούμε ΑΣΤΑΜΑΤΗΤΑ και να προσπαθούμε να ανακηρύξουμε τη Σύνοδο άκυρη μιλώντας τώρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά!! Τούτο, δε, να είναι σύμφωνο με την διάθεσή μας προς επιστροφή και μετάνοια αυτών που υπέγραψαν. Είναι αυτό εφικτό; Μα και βέβαια είναι! Αρκεί να ξεπεραστεί ο εγωισμός και να μην ντραπεί κάποιος εάν πει πως εξαπατήθηκε αντιλαμβανόμενος το λάθος του!! Καλύτερα να ντραπεί έστω και λίγο σε αυτήν την περίπτωση, παρά να έχει την ντροπή παντοτινή συντροφιά του και να γίνει αιτία απώλειάς του!

Όλοι κάνουμε λάθη ,διότι είμαστε άνθρωποι μεταπτωτικοί. Το σίγουρο όμως είναι πως έχουμε τη βοήθεια του Θεού μας, όταν θελήσουμε τη μετάνοια. Είμαστε αυτεξούσιοι, έχουμε προικιστεί κατά χάριν με το κατ’ εικόνα! Ανόητο δεν είναι να παραβλέψουμε το καθ΄ομοίωση για το οποίο μας έπλασε και μας παρακινεί ο Πατέρας μας; «Άγιοι γίνεσθε….»

Τι σημαίνει ομολογία πίστεως και πότε είναι σωστή;



Παρατηρούμε στις μέρες μας πάρα πολλούς ψευδάδελφους οι οποίοι παρασύρουν με την ψεύτικη ομολογία πίστεως που καταθέτουν δημοσίως, τηλεόραση κυρίως, πολλούς ακατήχητους αδελφούς σε αιρέσεις και σε διδασκαλίες που ουδεμία σχέση έχουν με την Ιερά παράδοση της Εκκλησίας μας.
Θεωρήσαμε λοιπόν σκόπιμο να παραθέσουμε το παρακάτω κείμενο ως σηματοδότη της ορθής ομολογίας πίστεως του πραγματικού Ορθόδοξου Χριστιανού.
«Πρώτα-πρώτα, λοιπόν, ομολογούμε και κηρύττουμε και αποδεχόμαστε τα δώδεκα άρθρα πού Βρίσκονται στο κοινό Σύμβολο της Πίστεως, δηλαδή αυτά πού περιέχονται στο «Πιστεύω εις ένα Θεόν», τα οποία καθημερινά τα διαβάζουμε και ό καθένας μόνος του και από κοινού, και στα κελλιά μας και στις άγιες εκκλησίες του Θεού, στις όποιες θα τύχει να παρευρεθούμε. Διότι ακούμε τον θείο Χρυσόστομο να λέγει: «Είναι δόγματα πού κατέβηκαν από τον Ουρανό οι φρικτοί κανόνες πού βρίσκονται στο Σύμβολο» (στην Ομιλία Μ’ στην Α’ προς Κορινθίους).
Δεύτερο, ομολογούμε και ενστερνιζόμαστε όλα τα αλλά δόγματα, όσα ή Καθολική και Ανατολική Αγία Εκκλησία του Χριστού ομολογεί και κηρύττει. Τόσο αυτά πού αφορούν την υψηλή και Τριαδική θεολογία, δηλαδή τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, των οποίων ή Θεότητα είναι μία, σύμφωνα με τον Ε’ Κανόνα της δευτέρας Οικουμενικής Συνόδου, όσο και αυτά πού έχουν σχέση με την βαθιά και ένσαρκη Οικονομία του Θεού Λόγου. Και για να πω αυτό πού λέει ό Μέγας Βασίλειος: «Πιστεύουμε σύμφωνα με όσα ομολογήσαμε ατό βάπτισμα μας και φρονούμε σύμφωνα με’ όσα έχουμε πιστεύσει» (στον Α’ Ασκητικό Λόγο).
Τρίτο, ομολογούμε και αποδεχόμαστε με ευσεβές φρόνημα τα επτά θεία και ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας, τα οποία είναι: Το άγιο Βάπτισμα, το άγιο Μύρο, ή θεία Ευχαριστία, ή Ιεροσύνη, ό νόμιμος Γάμος, ή Μετάνοια και το Ευχέλαιο. Και αυτά τα τιμούμε και τα σεβόμαστε με κάθε πίστη και ευλάβεια, ως αναγκαίους συντελεστές στη σωτηρία της ψυχής μας• και αποδεχόμαστε την χάρη και τον αγιασμό αυτών των Μυστηρίων, σύμφωνα με το (ιεροτελεστικό) τυπικό πού τηρείται και διαφυλάσσεται στην Ανατολική (Ορθόδοξη) του Χριστού Εκκλησία.
Τέταρτο, κρατάμε τίς αποστολικές παραδόσεις, πού διδαχθήκαμε είτε προφορικά είτε με’ Επιστολή των θείων και ιερών Αποστόλων και μένουμε (σταθεροί) σ’ αυτά πού μάθαμε και επιβεβαιώσαμε, όπως ό απόστολος Παύλος παραγγέλλει σ’ εμάς και σ’ όλους τους χριστιανούς και στην Α’ προς Κορινθίους Επιστολή και στην Β’ προς Θεσσαλονικείς και στην Β’ προς Τιμόθεο.

Τι λένε οι Άγιοι της Πίστεώς μας για τον Πάπα και τους Καθολικούς;


Μέγας Βασίλειος
(να σημειωθεί ότι ο Μέγας Βασίλειος είναι Άγιος και των Καθολικών):
“Εάν συνεχισθή η εναντίον μας οργή του Θεού, ποια βοήθεια μπορεί να μας προσφέρη η Δυτική αλαζονεία και υπεροψία; Αυτοί ούτε την αλήθειαν γνωρίζουν, ούτε θέλουν και ανέχονται να την μάθουν, αλλά καθώς είναι προκατειλημμένοι από αστηρίκτους υποψίας... εμάχοντο εκείνους που τους έλεγαν την αλήθειαν και εστήριζαν την αίρεσιν με την στάσιν τους. Εγώ μάλιστα σκέπτομαι να γράψω προς τον πρώτον (τον Πάπα Ρώμης Δάμασον) και κορυφαίον από αυτούς... ότι ούτε την αλήθειαν γνωρίζουν, ούτε καταδέχονται να ακολουθήσουν την οδόν δια της οποίας θα ηδύναντο να την μάθουν... και να μην θεωρούν ως αρετήν την υπερηφάνειαν, η οποία είναι αμάρτημα αρκετόν να δημιουργήση, από μόνον του αυτό, έχθραν προς τον Θεόν” (Μεγάλου Βασιλείου, ΕΠΕ 1, 304).

Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός:
“Εμείς δι’ουδέν άλλο απεσχίσθημεν των Λατίνων, αλλά διότι είναι όχι μόνον Σχισματικοί, αλλά και Αιρετικοί. Δια τούτο σας παρακαλώ• αποφεύγετε τους Παπικούς όπως φεύγει κάποιος από φιδιού και από προσώπου πυρός, αλλά και τους «Ορθοδόξους» που σχετίζονται με παπικούς. Όσο πιο μακρυά φεύγει κανείς απ’ αυτούς τους «Ορθοδόξους», τόσο πιο κοντά έρχεται εις τους Αγίους Πατέρες. Ενώ όσο πιο κοντά τους έρχεται, τόσο πιο πολύ απομακρύνεται από τους Αγίους μας. Δεν χωρεί καμμία συγκατάβασις σε ό,τι έχει σχέση με την Ορθόδοξη Πίστη μας”. Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός: “Ο ένας Αντίχριστος είναι ο Πάπας, και ο άλλος είναι αυτός που είναι στο κεφάλι μας, χωρίς να ειπώ το όνομά του• το καταλαβαίνετε, μα λυπηρόν είναι να σας το ειπώ, διότι αυτοί οι Αντίχριστοι είναι εις την Απώλειαν, καθώς το έχουν” (Διδαχή 8η). “Τον Πάπα να καταράσθε, διότι αυτός θα είναι η αιτία του κακού” (90η Προφητεία).
Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς: “Εις την ιστορίαν του ανθρωπίνου γένους υπάρχουν τρεις κυρίως πτώσεις: Του Αδάμ, του Ιούδα και του Πάπα” (Ιουστίνου Πόποβιτς, «Άνθρωπος και Θεάνθρωπος»).

Όταν ο Μέγας Βασίλειος τα ''έψαλε'' στόν Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο!


Αποτέλεσμα εικόνας για μεγας βασιλειος και γρηγοριος ο θεολογος

Όταν ο Μέγας Βασίλειος τα ''έψαλε'' στόν Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο! 
Και οχι δεν ήταν τα κάλαντα, αλλά λόγος σκληρός, δριμύς και ελεγκτικτός...
Όταν ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αργοπορούσε να αντιδράσει στην προστασία του ποιμνίου του από την αίρεση, ο Μέγας Βασίλειος, (με τον οποίο είχε μνημειώδη αγάπη και φιλία) τον κατηγόρησε ως «τεμπέλη», και «ανάξιο ακόμα και να ζει»... 

''Απο την Καισάρεια έφταναν γράμματα και παραγγελίες του Βασίλειου, που είχε τελείως απογοητευτεί και είχε χάσει την υπομονή του με την στάση του Γρηγορίου. Τις πρώτες μέρες είχε μια δικαιολογία σκεπτότανε ο Βασίλειος...

Έπρεπε να βοηθήσει και τον γερό - επίσκοπο πατέρα του. Ο γέροντας είχε φτάσει σχεδόν εκατό χρονών και του ήταν δύσκολο ακόμα και να λειτουργήσει. Μα τώρα, τώρα που πέρασε και το Πάσχα και ο Άνθιμος με τούς δικούς του οργώνει τον τόπο χωριό με χωριό; 

Έγραψε λοιπόν ο Βασίλειος λόγια προσβλητικά στόν Γρηγόριο, που κανείς δεν τα περίμενε... Του έγραψε πως είναι τεμπέλης και αγροίκος, άφιλος και ανάξιος ακόμα και να ζει, αφου δείχνει τόση αδιαφορία για τα εκκλησιαστικά πράγματα...''  (Στυλ. Παπαδόπουλου, Ο πληγωμένος αετός, σ. 110, εκδ. Αποστολική Διακονία.)

Μα όσο και να στεναχώρησαν τούτα τα λόγια τον Γρηγόριο, δεν θύμωσε, μήτε κατηγόρησε τον αγαπημένο του φίλο και αδελφό... 

Γνώριζε άλλωστε την πνευματική κατάσταση του Βασίλειου,  ήξερε πως κάτι σοβαρό του διαφεύγει, πως πρέπει να ήταν πολύ σοβαρός αυτός ο λόγος, που τον ανάγκασε να γράψει λόγια σκληρά, που έλεγχαν φοβερά την συνείδηση του...

Κατάλαβε πως δεν μπορούσε να σιωπά, έναντι των μεγάλων Εκκλησιαστικών ζητημάτων που είχαν προκύψει, το πλήθος των αιρετικών, τον «Αρειανισμό», τις φοβερές αιρετικές διδασκαλίες και μεθοδεύσεις του Αρείου, που είχε μαζί του και την πολιτική εξουσία της τότε εποχής...

Και ήταν αυτό το ''ξύπνημα'' απο τον αγαπημένο του αδελφό Βασίλειο, η απαρχή μιάς μεγάλης και λαμπρής πορείας του Γρηγορίου έναντι των αιρετικών... 

Όταν βασίλευε στην Κωνσταντινούπολη ο βασιλιάς Ουάλης, ήλθαν σ’ αυτόν οι αρειανόφρονες Επίσκοποι και Ιερείς της επαρχίας Νικαίας, αξιώνοντας να παραδώσει σ’ αυτούς τον Μητροπολιτικό Ναό για να ψάλλουν αυτοί εκεί και να εκδιώξουν τον Ορθόδοξο Αρχιερέα.


 

Ο δε Ουάλης, ως ομόφρωνας τούτων, συμφώνησε. Ευθύς δε, απόστειλε στρατιώτες, εξεδίωξε τον Αρχιεπίσκοπο των Χριστιανών και όρισε να κατέχουν τον Ιερό Ναό οι Αρειανοί…
Τούτο μαθαίνοντας οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί της Νικαίας έσπευσαν προς τον Άγιο, παρακαλώντας αυτόν να μεσιτεύσει στον βασιλέα για να μεταστρέψει την γνώμη του.
Μεταβάς λοιπόν ο Άγιος Βασίλειος στην Κωνσταντινούπολη καί επισκεφθείς τον βασιλέα, είπε προς αυτόν:
«Βασιλεύ, ο Προφήτης Δαβίδ λέγει. Τιμή βασιλέως κρίσιν αγαπά, ο δε σοφός Σολομών, κρίσις βασιλέως, δικαιοσύνη. Η βασιλεία σου, λοιπόν, για ποια αιτία, δίχως δικαία κρίση, εξεδίωξες τούς Ορθοδόξους από την πάτριο Εκκλησία των και παρέδωκες αυτήν στούς αιρετικούς Αρειανούς;»
 Είπε ο βασιλεύς: «Πάλι εις ύβρεις επετράπης, Βασίλειε; Δεν αρμόζει εις σε να λέγεις τοιούτους λόγους».
Αλλ’ ο Άγιος απήντησε: «Διά το δίκαιον αρμόζει και να αποθάνω, ω βασιλεύ».  Τότε είπε ο βασιλεύς στον Άγιο: «Ύπαγε μόνος σου εις τήν Νίκαια και κρίνε με δικαιοσύνη και από τα δυο μέρη. Ιδέ όμως να μη πράξεις ό,τι θέλει ο λαός σου». Ο Άγιος απεκρίθη: «Δός μου εξουσία να κρίνω εγώ, βασιλεύ, και όταν ακούσεις, ότι εμερολήπτησα υπέρ των Χριστιανών, θανάτωσέ με».
  Λαβών λοιπόν παρά του βασιλέως την εξουσία ο Άγιος, απήλθε στη Νίκαια, όπου, αφού συνεκάλεσε όλους τούς Ορθοδόξους και τούς Αρειανούς, ομίλησε προς αυτούς για τούτων των λόγων:
«Ιδού, ήλθα, κατά την προσταγή του βασιλέως. Να πράξομε λοιπόν έτσι. Ας κλείσομε την Εκκλησία και ημείς οι Ορθόδοξοι και σεις οι Αρειανοί. Κατόπιν προσευχηθείτε εσείς πρώτον. Και εάν ανοίξει η Εκκλησία, κρατήσατε αυτήν. Εάν δε δεν ανοίξει, θέλομε προσευχηθεί ημείς, καί εάν διά της ιδικής μας δεήσεως ανοίξει, τότε να μείνει σε εμάς. Εάν δε μείνει κλειστή, να είναι ιδική σας».
Η κρίση αυτή του Αγίου άρεσε σε όλους ως δικαία καί εύλογος. Απελθόντες λοιπόν και οι Ορθόδοξοι και οι Αρειανοί έκλεισαν και σφράγισαν τις θύρες της Εκκλησίας. Μετά δε ταύτα, συναθροισθέντες οι Αρειανοί, επί τρεις ημέρες έψαλλαν δεήσεις και ικεσίες, για να ανοιχθεί η Εκκλησία. Όμως δεν εισήκουσε των παρακλήσεών των ο υπ’ αυτών υβριζόμενος Χριστός.
Είπε τότε σ’ αυτούς ο Άγιος: «Τώρα, ας προσευχηθούμε καί ημείς».
Προσκαλέσας τότε ο Άγιος τούς Ορθοδόξους Χριστιανούς,
μετέβη με αυτούς στο Ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Διομήδους, ο οποίος ήταν πλησίον της Μητροπολιτικής Εκκλησίας. Εκεί, αφού ετέλεσε αγρυπνία μετά παντός του πλήθους, την πρωΐα μετέβησαν άπαντες, ακολουθούντων και των Αρειανών, προ των θυρών της Μητροπολιτικής Εκκλησίας. Όταν ο Άγιος Βασίλειος εσφράγισε δια των χειρών του τρεις φορές τις θύρες της Εκκλησίας και είπε: «Ευλογητός ο Θεός των Χριστιανών εις τους αιώνας των αιώνων», ευθύς, ω του θαύματος! Εθραύσθησαν οι μοχλοί και οι θύρες ανοίχθηκαν. Τότε ο Άγιος εισελθών εντός της Εκκλησίας μετά παντός του πλήθους των Χριστιανών ετέλεσε την θεία Λειτουργία. Κατόπιν δε, αφού ηγίασε τον λαό, παρέδωκε αυτήν στους Ορθοδόξους Χριστιανούς.
Ήταν δε τότε η δεκάτη ενάτη (19η) του μηνός Ιανουαρίου. Όχι δε μόνον οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί ηυφράνθησαν κατά την ημέρα εκείνη, διότι επανέκτησαν την Εκκλησία τους, αλλά και πολλοί εκ των Αρειανών, ιδόντες το θαύμα του Αγίου, επέστρεψαν στην Ορθόδοξο πίστη, αναθεματίσαντες την αίρεση αυτών.

Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου



«Στην αναφορά της θείας Λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου γίνεται λόγος για τα «σχίσματα των Εκκλησιών». Ο Μέγας Βασίλειος μεταξύ των άλλων προσεύχεται στον Θεό: «Παύσον τα σχίσματα των Εκκλησιών». Μερικοί σύγχρονοι θεολόγοι, για να δικαιολογήσουν τον όρο Εκκλησία και για τους ετεροδόξους, επικαλούνται και την φράση αυτή και ισχυρίζονται ότι ο Μέγας Βασίλειος ονομάζει Εκκλησίες και τις κοινότητες των αιρετικών, οπότε αυτό, όπως ισχυρίζονται, δίδει το δικαίωμα να ονομάζουν όλους τους Χριστιανούς εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ότι ανήκουν σε Εκκλησίες.
Αυτό εκ πρώτης όψεως είναι λογικοφανές, αλλά εάν αναλύση κανείς το θέμα θα διαπιστώση ότι τέτοιες ερμηνευτικές αποδόσεις στον Μέγα Βασίλειο είναι εσφαλμένες.
Κατ’ αρχάς αμέσως μετά την προσευχή «παύσον τα σχίσματα των Εκκλησιών» ακολουθεί η προσευχή: «τας των αιρέσεων επαναστάσεις ταχέως κατάλυσον τη δυνάμει του αγίου σου Πνεύματος».
Αυτό σημαίνει ότι εδώ γίνεται διάκριση μεταξύ των σχισμάτων, που πρέπει να παύσουν να υπάρχουν, και των επαναστάσεων των αιρέσεων που πρέπει να καταλυθούν με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Και αυτό γιατί οι αιρέσεις είναι προιόντα του πονηρού πνεύματος, των δαιμονικών δυνάμεων.
Έπειτα, στην ίδια ευχή της αναφοράς προσεύχεται: «τους εσκορπισμένους επισυνάγαγε∙ τους πεπλανημένους επανάγαγε και σύναψον τη αγία σου καθολική και αποστολική Εκκλησία».
Έτσι, υπάρχει η Μία, Αγία, Αποστολική και Καθολική Εκκλησία και «οι πεπλανημένοι» που έχουν απομακρυνθή από αυτή και πρέπει να επιστρέψουν σε αυτήν.
Όποιος δεν μπορεί να κάνη την διάκριση μεταξύ σχισμάτων και αιρέσεων, δεν μπορεί να καταλάβη τον λόγο του Μεγάλου Βασιλείου και κατά τον τρόπο αυτό τον παρερμηνεύει και τον αδικεί.
Το ότι ο Μέγας Βασίλειος κάνει διάκριση μεταξύ των σχισμάτων και των αιρέσεων φαίνεται στον 1ο Κανόνα του, ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο και επομένως έχει καθολική ισχύ.
Στον σημαντικό αυτόν κανόνα ο Μέγας Βασίλειος κάνει την διάκριση μεταξύ αιρέσεων, σχισμάτων και παρασυγαγωγών.
Αναλύοντας αυτό το θέμα γράφει, κατά την μετάφραση του χωρίου:
«αιρέσεις (οι παλαιοί Πατέρες) ονόμασαν αυτούς που είχαν αποσχιστεί τελείως και είχαν αποξενωθεί από την ίδια την πίστη, ενώ σχίσματα αυτούς που φιλονίκησαν μεταξύ τους για κάποιες αιτίες εκκλησιαστικές και για ζητήματα που μπορούν να διευθετηθούν∙ και παρασυγαγωγές τις συγκεντρώσεις που έκαναν ανυπότακτοι πρεσβύτεροι ή επίσκοποι και αγράμματοι άνθρωποι».
Δίνει δε μερικά παραδείγματα από την τότε πραγματικότητα για να γίνη κατανοητό.