Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018

Περί Απελπισίας – Λόγοι Αγίου Αμφιλοχίου


Ὅταν ἀδελφέ μου ντρέπεσαι νὰ σηκώσεις τὰ μάτια στὸν οὐρανό, καὶ νιώθεις τὴν ψυχή σου ξεγραμμένη ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς, διάβασε αὐτοὺς τοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Ἀμφιλοχίου Ἐπισκόπου Ἰκονίου καὶ θὰ βρεῖς νέα δύναμη στὸν κατὰ Χριστὸν ἀγώνα σου. Συνέχισε τὸν ἀγώνα, καὶ ἔχει ὁ Θεὸς γιὰ ὅλους μας!
 Κάποιος ἀδελφὸς νικήθηκε ἀπὸ τὸ πάθος τῆς πορνείας καὶ ἔκανε τὴν ἁμαρτία καθημερινά., ἀλλὰ καὶ καθημερινὰ ζητοῦσε ἔλεος ἀπὸ τὸν Κύριό του μὲ δάκρυα καὶ προσευχές. Ἐνεργώντας λοιπὸν ἔτσι, τὸν ξεγελοῦσε ἡ κακὴ συνήθεια, καὶ ἔκανε τὴν ἁμαρτία· ἔπειτα πάλι, μετὰ τὴν ἁμαρτία, πήγαινε στὴν ἐκκλησία, καὶ βλέποντας τὴν ἱερὴ καὶ σεβάσμια εἰκόνα τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἔπεφτε μπροστά της μὲ πικρὰ δάκρυα καὶ ἔλεγε: «Σπλαχνίσου μέ, Κύριε, καὶ πάρε ἀπὸ ἐπάνω μου αὐτὸν τὸν ὕπουλο πειρασμό, γιατί μὲ ταλαιπωρεῖ φοβερὰ καὶ μὲ τραυματίζει μὲ τὶς πικρὲς ἡδονές. Δὲν ἔχω πρόσωπο, Κύριε, νὰ ἀντικρύσω καὶ νὰ δῶ τὴν ἁγία εἰκόνα σου καὶ τὴν ὑπέρλαμπρη μορφὴ τοῦ προσώπου σου, ὥστε νὰ γλυκαθεῖ ἡ καρδιά μου».Τέτοια ἔλεγε, καὶ ὅταν ἔβγαινε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ἔπεφτε πάλι στὸν βοῦρκο. Ὅμως καὶ πάλι δὲν ἀπελπιζόταν γιὰ τὴ σωτηρία του, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ξαναγύριζε στὴν ἐκκλησία καὶ ἔλεγε τὰ παρόμοια πρὸς τὸν φιλάνθρωπο Κύριο καὶ Θεό: «Ἐσένα, Κύριε, βάζω ἐγγυητή, ὅτι ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα δὲν θὰ ξανακάνω αὐτὴ τὴν ἁμαρτία· μόνο, ἀγαθέ, συγχώρησέ μου ὅσες ἁμαρτίες σου ἔκανα ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τώρα». Καὶ ἀφοῦ ἔδινε αὐτὲς τὶς φοβερὲς ὑποσχέσεις, πάλι γύριζε στὴ βαριὰ ἁμαρτία του. Καὶ ἔβλεπε κανεὶς τὴ γλυκύτατη φιλανθρωπία καὶ τὴν ἄπειρη ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ νὰ ἀνέχεται καθημερινὰ καὶ νὰ ὑπομένει τὴν ἀδιόρθωτη καὶ βαριὰ παράβαση καὶ τὴν ἀχαριστία τοῦ ἀδελφοῦ καὶ νὰ θέλει ἀπὸ πολλὴ εὐσπλαχνία τὴ μετάνοιά του καὶ τὴν ὁριστικὴ ἐπιστροφή του. Γιατί αὐτὸ δὲν γινόταν γιὰ ἕνα, δύο ἢ τρία χρόνια, ἀλλὰ γιὰ δέκα καὶ περισσότερο. Βλέπετε ἀδελφοί, τὴν ἄμετρη ἀνοχὴ καὶ τὴν ἄπειρη φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου; Πῶς κάθε φορᾶ δείχνει μακροθυμία καὶ καλοσύνη, ὑπομένοντας τὶς βαριὲς ἀνομίες καὶ ἁμαρτίες μας; Γιατί αὐτὸ ποὺ συγκλονίζει καὶ προκαλεῖ θαυμασμὸ σχετικὰ μὲ τὴν πλούσια εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅτι ὁ ἀδελφός, ἐνῶ ὑποσχόταν καὶ συμφωνοῦσε νὰ μὴν ξανακάνει τὴν ἁμαρτία, ἀποδεικνυόταν ψεύτης.Μιὰ μέρα λοιπόν, καθὼς γινόταν αὐτό, ὁ ἀδερφός, ἀφοῦ ἔκανε τὴν ἁμαρτία, πῆγε τρέχοντας στὴν ἐκκλησία, θρηνώντας καὶ στενάζοντας καὶ κλαίγοντας καὶ βιάζοντας τῆς εὐσπλαχνία τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ νὰ τὸν λυπηθεῖ καὶ νὰ τὸν γλυτώσει ἀπὸ τὸν βοῦρκο τῆς ἀσωτείας. Καθὼς λοιπὸν ὁ ἀδελφὸς παρακαλοῦσε τὸν φιλάνθρωπο Θεό, ὁ ἀρχέκακος διάβολος, ἡ καταστροφὴ τῶν ψυχῶν μας, εἶδε ὅτι τίποτε δὲν κάνει, ἀλλὰ ὅσο αὐτὸς ἕραβε μὲ τὴν ἁμαρτία, ὁ ἀδελφός τα ξήλωνε μὲ τὴ μετάνοια. Μὲ θράσος λοιπὸν τοῦ παρουσιάστηκε φανερὰ καί, στρέφοντας τὸ πρόσωπό του πρὸς τὴ σεβάσμια εἰκόνα τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ, κραύγαζε καὶ ἔλεγε: «Τί θὰ γίνει μ’ ἐμᾶς τοὺς δύο, Ἰησοῦ Χριστέ; Ἡ ἄπειρη συμπάθειά σου μὲ νικᾶ καὶ μὲ ρίχνει κάτω, καθὼς δέχεσαι αὐτὸν τὸν πόρνο, τὸν ἄσωτο, ποὺ κάθε μέρα σου λέει ψέματα καὶ δὲν λογαριάζει τὴν ἐξουσία σου. Γιατί λοιπὸν δὲν τὸν καῖς, ἀλλὰ μακροθυμεῖς καὶ τὸν ἀνέχεσαι; Ἐσὺ πρόκειται νὰ δικάσεις τοῦ μοιχοὺς καὶ τοὺς πόρνους καὶ νὰ ἐξολοθρεύσεις ὅλους τους ἁμαρτωλούς. Πράγματι, δὲν εἶσαι δίκαιος κριτής, ἀλλὰ ὅπου νομίσει ἡ ἐξουσία σου, κρίνεις ἄδικα καὶ παραβλέπεις. Ἐμένα, γιὰ τὴ μικρὴ παράβαση τῆς ὑπερηφάνειας, μὲ ἔριξες ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κάτω· καὶ αὐτὸς εἶναι ψεύτης καὶ πόρνος καὶ ἄσωτος, καὶ ἐπειδὴ πέφτει μπροστά σου, τοῦ χαρίζεις ἀτάραχος τὴν εὐμένειά σου. Γιατί λοιπὸν σὲ λένε δίκαιο κριτή; Ὅπως βλέπω, καὶ ἐσὺ χαρίζεσαι σὲ πρόσωπα ἀπὸ τὴν πολλή σου ἀγαθότητα καὶ παραβλέπεις τὸ δίκαιο». Καὶ αὐτὰ ὁ διάβολος τὰ ἔλεγε πνιγμένος ἀπὸ τὴν πολλὴ πίκρα του καὶ βγάζοντας φλόγες καὶ καπνὸ ἀπὸ τὰ ρουθούνια του.Ἀφοῦ τὰ εἶπε αὐτὰ ὁ διάβολος, σώπασε· καὶ ἀμέσως ἀκούστηκε μία φωνὴ σὰν ἀπὸ τὸ ἅγιο βῆμα νὰ λέει: «Παμπόνηρε καὶ ὀλέθριε δράκοντα, δὲν χόρτασε ἡ κακία σου ποὺ κατάπιες ὅλο τὸν κόσμο, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν ποὺ κατέφυγε στὸ ἄπειρο ἔλεος τῆς εὐσπλαχνίας μου πασχίζεις νὰ τὸν ἁρπάξεις καὶ νὰ τὸν καταπιείς; Ἔχεις νὰ παρουσιάσεις ἁμαρτήματα τόσα ποῦ νὰ ζυγίζουν βαρύτερα ἀπὸ τὸ πολύτιμο αἷμα ποῦ ἔχυσα γι’ αὐτὸν ἐπάνω στὸν σταυρό; Μάθε ὅτι ἡ σταύρωση καὶ ὁ θάνατός μου συγχώρησαν τὶς ἁμαρτίες του. Καὶ ἐσὺ βέβαια, ὅταν αὐτὸς πηγαίνει στὴν ἁμαρτία, δὲν τὸν διώχνεις, ἀλλὰ τὸν δέχεσαι μὲ χαρὰ καὶ δὲν τὸν ἀποστρέφεσαι, οὔτε τὸν ἐμποδίζεις, γιατί ἐλπίζεις νὰ τὸν κερδίσεις. Ἐγὼ λοπόν, ποὺ εἶμαι τέτοιος σπλαχνικὸς καὶ φιλάνθρωπος, ποὺ ἔδωσα ἐντολὴ στὸν κορυφαῖο μου ἀπόστολο Πέτρο νὰ συγχωρεῖ ὡς ἑβδομήντα φορὲς τὸ ἑπτὰ αὐτὸν ποὺ ἁμαρτάνει καθημερινά, ἄραγε δὲν θὰ συγχωρήσω καὶ δὲν θὰ τὸν σπλαχνιστῶ; Ναί, σοῦ λέω· καὶ ἐπειδὴ καταφεύγει σ’ ἐμένα, δὲν θὰ τὸν ἀποστραφῶ, ὥσπου νὰ τὸν πάρω δικό μου· γιατί ἐγὼ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς σταυρώθηκα καὶ γι’ αὐτοὺς ἅπλωσα τὰ ἄχραντα χέρια μου, ἔτσι ὥστε ὅποιος θέλει νὰ σωθεῖ, νὰ καταφεύγει σ’ ἐμένα καὶ σώζεται. Κανέναν δὲν ἀποστρέφομαι οὔτε διώχνω· ἀκόμη καὶ μύριες φορὲς τὴ μέρα νὰ ἁμαρτήσει κάποιος καὶ μύριες φορὲς νὰ ἔρθει σ’ ἐμένα, δὲν θὰ φύγει λυπημένος. Γιατί δὲν ἦρθα νὰ καλέσω σὲ μετάνοια τοὺς ἐνάρετους ἀλλὰ τοὺς ἁμαρτωλούς». Μόλις ἀκούστηκαν αὐτὰ τὰ λόγια, ὁ διάβολος ἔμεινε στὴ θέση τοῦ τρέμοντας, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ φύγει. Καὶ ἀκούστηκε πάλι ἡ φωνή: « Ἄκουσε, ἀπατεώνα, καὶ σχετικὰ μὲ αὐτὸ ποὺ εἶπες, ὅτι δηλαδὴ εἶμαι ἄδικος. Γιατί ἐγὼ εἶμαι δίκαιος σὲ ὅλους, καὶ σὲ ὅποια κατάσταση βρῶ κάποιον, σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὸν κρίνω. Δές, λοιπόν· αὐτὸν τὸν βρῆκα τώρα σὲ μετάνοια καὶ ἐπιστροφή, πεσμένο μπροστὰ στὰ πόδια μου καὶ νικητή σου. Θὰ τὸν πάρω λοιπὸν καὶ θὰ σώσω τὴν ψυχή του, ἐπειδὴ δὲν ἀπελπίστηκε γιὰ τὴ σωτηρία του. Καὶ ἐσύ, βλέποντας τὴν τιμὴ ποὺ τοῦ κάνω, νὰ σουβλιστεῖς ἀπὸ τὸν φθόνο σου καὶ νὰ καταντροπιαστείς». Καὶ ὅπως ἦταν ὁ ἀδελφὸς πεσμένος μπρούμυτα καὶ θρηνοῦσε, παρέδωσε τὴν ψυχή του· καὶ ἀμέσως ἦρθε ὀργὴ μεγάλη σὰν φωτιὰ καὶ ἔπεσε ἐπάνω στὸν σατανᾶ καὶ τὸν κατέκαιγε. Ἀπὸ αὐτὸ λοιπὸν ἃς μάθουμε, ἀδελφοί, τὴν ἄμετρη εὐσπλαχνία καὶ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καὶ πόσο καλὸ Κύριο ἔχουμε, καὶ ποτὲ νὰ μὴν ἀπελπιστοῦμε ἢ νὰ ἀμελήσουμε τὴ σωτηρία μας.
Κάποιος ἄλλος πάλι ποὺ μετανόησε μετὰ τὴν ἁμαρτία ἀποσύρθηκε στὴν ἡσυχία· συνέβη ὅμως τότε νὰ χτυπήσει σὲ πέτρα καὶ νὰ πληγωθεῖ στὸ πόδι, καὶ τόσο αἷμα νὰ τρέξει ἀπὸ τὴν πληγή, ὥστε νὰ ξεψυχήσει ἀπὸ τὸν αἱμοραγία. Ἦρθαν λοιπὸν οἱ δαίμονες θέλοντας νὰ πάρουν τὴν ψυχή του· καὶ τοὺς λένε οἱ ἄγγελοι: «Κοιτάξτε στὴν πέτρα καὶ δεῖτε τὸ αἷμα του ποὺ ἔχυσε γιὰ τὸν Κύριο». Καὶ μὲ αὐτὸ ποὺ εἶπαν οἱ ἄγγελοι, ἀφέθηκε ἐλεύθερη ἡ ψυχή.
Σὲ κάποιον ἀδερφὸ ποὺ ἔπεσε σὲ ἁμαρτία, παρουσιάστηκε ὁ σατανᾶς καὶ εἶπε: «Δὲν εἶσαι χριστιανός». Ὁ ἀδελφός του ἀποκρίθηκε: «ὅποιος καὶ νὰ εἶμαι, πάντως εἶμαι καλύτερός σου». Ὁ σατανᾶς εἶπε πάλι: «Σοῦ λέω, θὰ πᾶς στὴν κόλαση». Καὶ ὁ ἀδελφός του ἀπάντησε: «Δὲν εἶσαι ἐσὺ κριτής μου οὔτε ὁ Θεός μου». Ἔτσι ὁ σατανᾶς ἔφυγε ἄπρακτος, ἐνῶ ὁ ἀδελφὸς ἔδειξε εἰλικρινῆ μετάνοια στὸν Θεὸ καὶ ἔγινε ἄξιος.
Ἕνας ἀδελφὸς ποῦ εἶχε κυριευθεῖ ἀπὸ λύπη, ρώτησε κάποιον γέροντα: «Τί νὰ κάνω; Οἱ λογισμοί μου λένε ὅτι ἄδικα ἀπαρνήθηκα τὸν κόσμο καὶ ὅτι δὲν μπορῶ νὰ σωθῶ». Καὶ ὁ γέροντας ἀποκρίθηκε: «Ἀκόμη καὶ ἂν δὲν μποροῦμε νὰ μποῦμε στὴ Γῆ τῆς ἐπαγγελίας, μᾶς συμφέρει νὰ ἀφήσουμε τὰ κόκκαλά μας στὴν ἔρημο παρὰ νὰ γυρίσουμε πίσω στὴ Αἴγυπτο».
Ἄλλος ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἴδιο γέροντα: «Πάτερ, τί ἐννοεῖ ὁ προφήτης ὅταν λέει: ‘‘ Δὲν ὑπάρχει γι’ αὐτὸ σωτηρία ἀπὸ τὸν Θεό του’’;» καὶ ὁ γέροντας εἶπε: «Ἐννοεῖ τοὺς λογισμοὺς τῆς ἀπελπισίας ποὺ σπέρνονται ἀπὸ τοὺς δαίμονες σὲ αὐτὸν ποὺ ἁμάρτησε καὶ τοῦ λένε· ‘‘Δὲν ὑπάρχει πιὰ γιὰ σένα σωτηρία ἀπὸ τὸν Θεό’’, καὶ προσπαθοῦν νὰ τὸν γκρεμίσουν στὴν ἀπελπισία. Αὐτοὺς πρέπει κανεὶς νὰ τοὺς ἀντιμάχεται λέγοντας· ‘‘ Καταφύγιό μου εἶναι ὁ Κύριος, καὶ αὐτὸς θὰ ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν παγίδα τὰ πόδια μου’’».
Κάποιος ἀπὸ τοὺς πατέρες διηγήθηκε ὅτι στὴν Θεσσαλονίκη ὑπῆρχε ἕνα ἀσκητήριο παρθένων. Μία ἀπὸ αὐτές, ἀπὸ ἐνέργεια τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ, ἔφυγε ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ ἔπεσε σὲ πορνεία, καὶ ἔμεινε στὸ πάθος αὐτὸ ἀρκετὸ καιρό. Κάποτε ὅμως, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ φιλάνθρωπου Θεοῦ, μετανόησε καὶ γύρισε στὸ κοινόβιό της. Καὶ φτάνοντας μπροστὰ στὴν πύλη, ἔπεσε νεκρή.Ὁ θάνατός της ἀποκαλύφθηκε σὲ κάποιον ἅγιο, ὁ ὁποῖος εἶδε τοὺς ἁγίους ἀγγέλους ποὺ ἦρθαν νὰ πάρουν τὴν ψυχή της, καὶ δαίμονες ποὺ τοὺς ἀκολουθοῦσαν. Στὸν διάλογο ποὺ ἔγινε μεταξύ τους, οἱ ἅγιοι ἄγγελοι ἔλεγαν ὅτι γύρισε μὲ μετάνοια. Οἱ δαίμονες πάλι ἀντέλεγαν: «Τόσο καιρὸ εἶναι ὑποδουλωμένη σ’ ἐμᾶς καὶ εἶναι δική μας· ἄλλωστε δὲν πρόλαβε οὔτε νὰ μπεῖ στὸ κοινόβιο, καὶ πῶς λέτε ὅτι μετανόησε;» καὶ εἶπαν οἱ ἄγγελοι: «Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ εἶδε ὁ Θεὸς τὴν πρόθεσή της νὰ ἔχει κλίση στὸν σκοπὸ αὐτό, δέχτηκε τὴ μετάνοιά της· καὶ ἡ μετάνοια βέβαια ἦταν στὴν ἐξουσία της, λόγω τοῦ σκοποῦ ποὺ ἔβαλε, ἡ ζωὴ τῆς ὅμως ἦταν στὴν ἐξουσία τοῦ Κυρίου τοῦ σύμπαντος». Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ντροπιάστηκαν οἱ δαίμονες καὶ ἔφυγαν. Καὶ αὐτὸς ποὺ εἶδε τὴν ἀποκάλυψη, τὴ διηγήθηκε στοὺς παρόντες.
Ὁ ἀββᾶς Ἁλώνιος εἶπε ὅτι, ἂν θέλει ὁ ἄθνρωπος, μπορεῖ ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδι νὰ φτάσει σὲ θεία μέτρα.
Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Μωυσῆ: «Ἔστω ὅτι κάποιος δέρνει τὸν δοῦλο του γιὰ κάποιο σφάλμα ποῦ ἔκανε· τί θὰ πεῖ ὁ δοῦλος;». Ἀποκρίθηκε ὁ γέροντας: «Ἂν εἶναι δοῦλος καλός, θὰ πεῖ· ‘‘Σπλαχνίσου μὲ ἔσφαλα’’». «Δὲν λέει τίποτε ἄλλο;» ξαναρώτησε ὁ ἀδελφός. «Τίποτε», ἀπάντησε ὁ γέροντας· «γιατί ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἀναγνωρίσει τὸ σφάλμα του καὶ θὰ πεῖ ὅτι ἔσφαλε, ἀμέσως τὸν σπλαχνίζεται ὁ κύριος του».
Κάποιος ἀδελφὸς εἶπε στὸν ἀββᾶ Ποιμένα: «Ἂν πέσω σὲ ἀξιοδάκρυτο παράπτωμα, μὲ κατατρώει ὁ λογισμός μου καὶ μὲ κατηγορεῖ ποὺ ἔπεσα». Ὁ γέροντας ἀπάντησε: «Ἄν, τὴν ὥρα ποὺ ἄνθρωπος πέσει σὲ σφάλμα, πεῖ ‘‘ἁμάρτησα’’, ἀμέσως παύει ὁ λογισμός».
Κάποιας νέας, ποὺ λεγόταν Ταϊσία, πέθαναν οἱ γονεῖς καὶ ἔμεινε ὀρφανή. Αὐτὴ τότε μετέτρεψε τὸ σπίτι της σὲ ξενώνα τῶν πατέρων τῆς Σκήτης καὶ γιὰ πολὺ καιρὸ τοὺς δεχόταν καὶ τοὺς φιλοξενοῦσε. Ὅταν ὅμως ξόδεψε ὅσα εἶχε, ἄρχισε νὰ στερεῖται. Τὴν πλησίασαν τότε ἄνθρωποι διεστραμμένοι καὶ τὴν ἔβγαλαν ἀπὸ τὸν καλὸ δρόμο. Καὶ ζοῦσε πλέον ἁμαρτωλά,. Ἔτσι ποὺ κατάντησε καὶ στὴν πορνεία.Ὅταν τὸ ἔμαθαν οἱ πατέρες, λυπήθηκαν πάρα πολὺ καὶ κάλεσαν τὸν ἀββᾶ Ἰωάννη τὸν Κολοβὸ καὶ τοῦ εἶπαν: «Ἀκούσαμε γιὰ τὴν τάδε ἀδελφὴ ὅτι ζεῖ στὴν ἁμαρτία. Αὐτή, ὅταν μποροῦσε, εἶχε δείξει ἀγάπη σ’ ἐμᾶς· ἃς τὴ βοηθήσουμε καὶ ἐμεῖς τώρα, ὅπως μποροῦμε. Κᾶνε λοιπὸν τὸν κόπο νὰ πᾶς σὲ αὐτὴν καὶ μὲ σοφία πού σου ἔδωσε ὁ Θεός, φρόντισε γιὰ τὴ διόρθωσή της».Πῆγε λοιπὸν ὁ γέροντας σὲ αὐτήν, καὶ εἶπε στὴ γριὰ ποὺ φύλαγε στὴν πόρτα: «Πὲς στὴν κυρία σου ὅτι ἦρθα». Ἐκείνη τὸν ἔδιωξε λέγοντας: «Ἐσεῖς παλιά της τὰ φάγατε ὅλα καὶ τώρα εἶναι φτωχή». Ὁ γέροντας ἐπέμενε: «Πές της, καὶ θὰ δεῖ πολὺ καλὸ ἀπὸ ἐμένα». Ἀνέβηκε λοιπὸν ἡ γριὰ καὶ ἀνέφερε στὴ νέα γιὰ τὸν γέροντα. Ἀκούγοντας τὴν ἐκείνη εἶπε: «Αὐτοὶ οἱ μοναχοὶ ὅλο γυρίζουν κατὰ τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα καὶ βρίσκουν μαργαριτάρια». Στολίστηκε λοιπόν, κάθισε στὸ κρεβάτι καὶ εἶπε στὴ θυρωρό: «Φέρε τὸν ἐδῶ».Ὅταν μπῆκε ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης, κάθισε κοντά της καί, κοιτώντας τὴν στὸ πρόσωπο, τῆς εἶπε: «Τί σὲ ἔκανε νὰ ἀπορρίψεις τὸν Ἰησοῦ, ὥστε νὰ φτάσεις σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση;» Αὐτή, ἀκούγοντας τὰ λόγια του, πάγωσε· καὶ ὁ γέροντας, σκύβοντας τὸ κεφάλι, ἄρχισε νὰ κλαίει πικρά. «Ἀββᾶ, γιατί κλαῖς;» τὸν ρώτησε. Αὐτὸς σήκωσε λίγο το κεφάλι του, καὶ σκύβοντας πάλι εἶπε: «Βλέπω τὸν σατανᾶ νὰ χορεύει στὸ πρόσωπό σου, καὶ πῶς νὰ μὴν κλάψω;» «Ὑπάρχει μετάνοια, ἀββᾶ;» ρώτησε ἡ κόρη. «Ναί», τῆς εἶπε ὁ γέροντας. Καὶ ἐκείνη πρόσθεσε: «Πάρε μέ, ὅπου νομίζεις». «Πᾶμε», εἶπε ὁ γέροντας, καὶ αὐτὴ ἀμέσως σηκώθηκε νὰ τὸν ἀκολουθήσει. Ὁ γέροντας παρατήρησε ὅτι δὲν ἄφησε καμιὰ παραγγελία γιὰ τὸ σπίτι της καὶ θαύμασε.Κοντεύοντας στὴν ἔρημο, τοὺς πρόλαβε τὸ βράδυ. Καὶ ὁ γέροντας τῆς ἑτοίμασε ἕνα μικρὸ προσκέφαλο, τὸ σταύρωσε καὶ τῆς εἶπε νὰ κοιμηθεῖ ἐκεῖ. Ἔκανε ἔπειτα καὶ γιὰ τὸν ἑαυτὸ τοῦ πιὸ πέρα καὶ ἀφοῦ τελείωσε τὶς προσευχὲς τοῦ πλάγιασε καὶ αὐτός.Τὰ μεσάνυχτα ξύπνησε καὶ βλέπει κάτι σὰν δρόμο ἀπὸ φῶς νὰ ξεκινᾶ ἀπὸ αὐτὴν καὶ νὰ καταλήγει στὸν οὐρανό, καὶ εἶδε τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ νὰ ἀνεβάζουν τὴν ψυχή της. Σηκώθηκε, πλησίασε καὶ τὴ σκούντηξε μὲ τὸ πόδι. Ὅταν κατάλαβε ὅτι ἦταν νεκρή, γονάτισε μὲ τὸ πρόσωπο στὴ γῆ καὶ παρακαλοῦσε τὸν Θεό. Καὶ ἄκουσε μιὰ φωνὴ νὰ τοῦ λέει ὅτι ἡ μία ὥρα τῆς μετανοίας τῆς ἔγινε δεκτὴ περισσότερο ἀπὸ τὴ μετάνοια πολλῶν ἄλλων, ποὺ διαρκεῖ πολὺν καιρὸ ἀλλὰ δὲν ἔχει θέρμη.
ΠΗΓΗ:Ὀρθόδοξη Ὁμάδα Δογματικῆς Ἔρευνας

Νά μή σκανδαλίζουμε, ἀλλ᾿ οὔτε καί νά σκανδαλιζόμαστε. Τί μπορεῖ νά κάνει τό σκάνδαλο καί πῶς πρέπει ν’ ἀντιμετωπίζουμε αὐτούς πού σκανδαλίζονται…(Ὑπόθεση γ’, τόμος γ΄). Εὐεργετινός


Ἀπὸ τὸ Γεροντικὸ
ΜΕΡΙΚΟΙ ἀδελφοὶ ἀπὸ ἕνα κοινόβιο βγῆκαν στὴν ἔρημο καὶ ἐπισκέφθηκαν κάποιον ἀναχωρητή. Ἐκεῖνος τοὺς δέχθηκε μὲ χαρά, καί, ὅπως συνηθίζουν οἱ ἐρημίτες, βλέποντας τοὺς κουρασμένους, ἔστρωσε τὸ τραπέζι νωρίτερα ἀπὸ τὴν κανονικὴ ὥρα, τοὺς φίλεψε μὲ ὅτι εἶχε καὶ τοὺς ξεκούρασε.
Μόλις βράδιασε, διάβασαν (μόνο) τοὺς δώδεκα ψαλμούς. Τὸ ἴδιο ἔκαναν καὶ τὴ νύχτα.
Καθὼς ὅμως ὁ γέροντας ἀγρυπνοῦσε μόνος του, τοὺς ἄκουσε νὰ σιγομιλανε μεταξύ τους καὶ νὰ λένε, πὼς οἱ ἀναχωρητὲς στὴν ἔρημο κάνουν ζωὴ πιὸ ἄνετη ἀπὸ τὴ δική τους στὰ κοινόβια. Ὅταν λοιπόν, τὸ ἑπόμενο πρωί, ἑτοιμάζονταν νὰ πᾶνε σ’ ἕναν ἄλλο γέροντα, γείτονά του, τοὺς εἶπε:
Νὰ τοῦ δώσετε ἀσπασμοὺς ἀπὸ μένα, καὶ νὰ τοῦ πεῖτε νὰ μὴν ποτίσει τὰ λάχανα.
Ὁ γείτονας, Ὅταν πῆρε τὸ μήνυμα, κατάλαβε τὴ σημασία του. Τοὺς ἄφησε λοιπὸν νὰ ἐργάζονται νηστικοὶ μέχρι τὸ βράδυ.
Μόλις νύχτωσε, τοὺς μάζεψε κι ἔκαναν προσευχὴ ὤρα πολλή. Ὕστερα εἶπε: Ἂς φᾶμε, γιατί ἔχετε κουραστεῖ.
Καὶ πρόσθεσε: Ἐμεῖς δὲν συνηθίζουμε νὰ τρῶμε κάθε μέρα, ἀλλὰ γιὰ χάρη σας θὰ φᾶμε τώρα λίγο. Τοὺς πρόσφερε ξερὸ ψωμὶ κι ἁλάτι!
Πρέπει νὰ γιορτάσουμε τὴν ἐπίσκεψή σας, εἶπε, κι ἔριξε λίγο ἁλάτι σὲ ξύδι, (προσφέροντας τὸ αὐτὸ σὰν ἑορταστικὸ ἔδεσμα!).
Μετὰ τὸ φαγητὸ σηκώθηκαν κι ἔκαναν πάλι προσευχὴ ὡς τὰ μεσάνυχτα. Τότε τοὺς λέει ὁ γέροντας:
Γιὰ χάρη σας, γιὰ νὰ ξεκουραστεῖτε λιγάκι, ἂς μὴν κάνουμε ὁλόκληρη τὴν καθιερωμένη νυχτερινὴ ἀκολουθία.
Μόλις ξημέρωσε, οἱ ἀδελφοὶ ἤθελαν νὰ φύγουν. Ὁ γέροντας ὅμως τοὺς παρακαλοῦσε:
Μείνετε λίγο καιρὸ μαζί μας. Καὶ ἂν δὲν ἔχετε εὐλογία γιὰ περισσότερο, τουλάχιστον τρεῖς μέρες, σύμφωνα μὲ τὴν ἔρημιτικη συνήθεια.
Οἱ ἀδελφοί, βλέποντας ὅτι δὲν τοὺς ἀφήνει νὰ φύγουν, σηκώθηκαν κι ἔφυγαν κρυφά.
Κάποτε κατέβηκαν στὴ Σκήτη δυὸ μοναχοὶ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ ἐπισκέφθηκαν τοὺς γέροντες. Ὅταν, μετὰ τὴ συνομιλία τους, κάθισαν γιὰ φαγητό, εἶδαν τοὺς Σκητιῶτες μοναχοὺς νὰ τρῶνε μὲ βουλιμία, σὰν νὰ ἦταν πεινασμένοι ἀπὸ τὴν ἄσκησή τους, καὶ σκανδαλίστηκαν. Ὁ πρεσβύτερός της Σκήτης τὸ κατάλαβε καὶ θέλησε νὰ τοὺς διορθώσει. Στὴν ἐκκλησία λοιπόν, ἀφοῦ δίδαξε τοὺς ἀδελφούς, τοὺς εἶπε: Νὰ νηστέψετε, ἀδελφοί, καὶ νὰ ἐπιτείνετε τὴν ἀσκητική σας πολιτεία.
Οἱ Αἰγύπτιοι φιλοξενούμενοι ἤθελαν νὰ φύγουν, μὰ ὁ πρεσβύτερος δὲν τοὺς ἄφησε.
Ἔμειναν λοιπόν, Καὶ ἀφοῦ νήστεψαν τὴν πρώτη μέρα, ζαλίστηκαν. Καὶ τοῦτο, μολονότι τοὺς εἶχε ὁρίσει νὰ νηστεύουν δυὸ μέρες μόνο καὶ μετὰ νὰ τρῶνε (ξηρὴ τροφή), ἐνῶ οἱ Σκητιῶτες ἔμεναν (ἐντελῶς) νηστικοὶ ὁλόκληρη τὴν ἑβδομάδα.
Ἦρθε τὸ Σάββατο Καὶ κάθισαν νὰ φᾶνε οἱ Αἰγύπτιοι μαζὶ μὲ τοὺς γέροντες (τῆς Σκήτης). Ἄλλα καθὼς ἔτρωγαν, ἔκαναν θόρυβο. Κάποιος ἀπὸ τοὺς γέροντες ἔπιασε τὰ χέρια τους Καὶ εἶπε:
Νὰ τρῶτε μὲ εὐπρέπεια, σὰν μοναχοί!
Ὁ ἕνας τους ὅμως τοῦ ἔσπρωξε τὸ χέρι, λέγοντας:
Ἄφησε μέ, γιατί πεθαίνω (ἀπὸ τὴν πείνα)! Ὅλη τὴν ἑβδομάδα δὲν ἔβαλα στὸ στόμα μου μαγειρεμένο φαγητό!
Ἂν λοιπὸν ἐσεῖς, (τοὺς εἶπε ὁ γέροντας, παίρνοντας ἀφορμὴ ἀπ’ αὐτό), μολονότι νηστεύατε μόνο δυὸ συνεχόμενες ἥμερες, ἐξαντληθήκατε τόσο, γιατί σκανδαλιστήκατε μὲ τοὺς ἀδελφούς, ποῦ ἀσκοῦνται ἔτσι ὁλόκληρη τὴν ἑβδομάδα;
Ἐκεῖνοι τότε, ἀφοῦ ἔβαλαν μετάνοια, ἔφυγαν ὠφελημένοι Καὶ εὐχαριστημένοι.
Ἀπὸ τὸν ἅγιο Βαρσανούφιο
Κάποιος ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ἰωάννη:
Ἂν κάνω μία δουλειὰ μὲ τρόπο ποῦ θεωρῶ σωστό, Καὶ κάποιος, χωρὶς νὰ ἔχει δίκιο, μοῦ λέει νὰ τὴν κάνω ἀλλιῶς, πρέπει νὰ τοῦ δώσω ἐξηγήσεις, ἢ νὰ σωπάσω, ἀποφεύγοντας ἔτσι τὴν κενοδοξία;
Ἂν δὲν εἶναι ἀπαραίτητες οἱ ἐξηγήσεις, σώπασε, ἀποκρίθηκε ὁ γέροντας. Ἂν ὅμως ἡ ὑπόθεση σκανδαλίζει τὸν ἀδελφό σου, πολέμησε τὴν κενοδοξία, (ἐξήγησέ του πὼς ἔχει τὸ πράγμα) Καὶ ἀνάπαυσε τὸν.
Ἂν κάνω κάτι ἠθικὰ ἀδιάφορο, ρώτησε ὁ ἀδελφός, ποῦ δὲν περιέχει δηλαδὴ στοιχεῖο ἁμαρτίας, Καὶ ξέρω πῶς, ἂν μὲ δεῖ ἕνας ἀδελφός, θὰ σκανδαλιστεῖ ἐναντίον μου, γι’ αὐτὸ τὸ κρύβω ἀπὸ κενοδοξία – ἐπειδὴ ντρέπομαι ἂν μὲ δεῖ – ὀφείλω ἄραγε νὰ μὴν τὸ κρύψω γιὰ νὰ μὴ νικηθῶ ἀπὸ τὴν κενοδοξία, ἢ νὰ τὸ κρύψω γιὰ νὰ μὴν προκαλέσω τὸ σκάνδαλο; «Ἂν πάλι δὲν ξέρω μὲ βεβαιότητα ὅτι ὁ ἀδελφὸς σκανδαλίζεται ἂλλ’ ἁπλῶς τὸ ὑποθέτω, τί νὰ κάνω;
Ἂν ἡ καρδιά σου, ἀπάντησε ὁ γέροντας, σὲ πληροφορεῖ ὅτι σκανδαλίζεται ὁ ἀδελφός σου, σκέπασε (τὸ πράγμα) καὶ μὴν τὸν βάλεις σὲ λογισμούς. Ἂν πάλι δὲν εἶσαι βέβαιος γι’ αὐτό, ἀλλὰ μόνο τὸ ὑποθέτεις, μὴ νοιάζεσαι.
Ἂν πῶ σὲ κάποιον ἕναν πειραχτικὸ λόγο καὶ δὲν τὸν καταλάβει, τί εἶναι καλύτερα, νὰ τοῦ ζητήσω συγγνώμη, ἢ νὰ σωπάσω καὶ νὰ μὴν τοῦ δημιουργήσω λογισμούς;
Ἂν ὁ ἀδελφὸς δὲν καταλάβει ὅτι τὸν πείραξες, σώπα καὶ μὴν τοῦ προξενήσεις ταραχή. Φρόντισε ὅμως νὰ μετανοήσεις ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γι’ αὐτό.
Πές μου, πάτερ, ρώτησε πάλι ὁ ἀδελφός, τί λογὴς εἶναι ἡ ἐλευθερία στὴν καθημερινὴ ζωὴ καὶ πῶς πρέπει νὰ τὴ χρησιμοποιοῦμε;
Ἐλευθερία εἶναι ἡ ἀλήθεια ποὺ λέγεται φανερά. «Ἂν λ.χ. ἔχει κανεὶς ἀνάγκη ἀπὸ τροφὴ ἢ ἔνδυμα ἢ ὁποιοδήποτε ἄλλο πράγμα, ὀφείλει νὰ τὸ λέει καθαρὰ σ’ ἐκεῖνον ποὺ μπορεῖ νὰ τοῦ δώσει. Γιατί δὲν πρέπει νὰ κάνουμε χρήση αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας μὲ τὸν κάθε ἄνθρωπο, ἀλλὰ μόνο μὲ πρόσωπα ποὺ εἶναι ἱκανὰ νὰ τὴ δεχθοῦν χωρὶς νὰ σκανδαλιστοῦν.
Ὅποιος ἔχει διάκριση, οἰκοδομεῖται καὶ χαίρεται μ’ αὐτὴ τὴν ἐλευθερία, ἐνῶ ὁποῖος δὲν ἔχει, σκανδαλίζεται. καὶ πρέπει αὐτὸς ποὺ τὴ χρησιμοποιεῖ, νὰ μὴν τὸ κάνει ἐμπαθώς, γιὰ τὴν ἱκανοποίηση δηλαδὴ τοῦ πάθους ποὺ τὸν ἐνοχλεῖ, ἀλλὰ γιὰ τὴ θεραπεία τῆς ἀνάγκης. «Ἂν λοιπὸν οὔτε πρόσωπο σκανδαλίζεται οὔτε πάθος ὑποβόσκει, τότε μπορεῖ νὰ γίνει χρήση τῆς ἐλευθερίας.
Ἂν ὅμως κάποιος σκανδαλίζεται ἀπὸ τὴ χρήση τῆς ἐλευθερίας μας, πρέπει νὰ ἀσκοῦμε οἰκονομία καὶ νὰ μὴν τὴ χρησιμοποιοῦμε ἀπρόσεκτα. «Ἔρχεσαι, γιὰ παράδειγμα, ἀπὸ κοπιαστικὴ ἐργασία (πεινασμένος), καὶ θέλεις νὰ φᾶς νωρίτερα ἀπὸ τὴν καθορισμένη ὤρα• ἕνας ἄλλος ὅμως σὲ ἀκούει νὰ τὸ λὲς ἢ σὲ βλέπει νὰ τὸ κάνεις, καὶ σκανδαλίζεται. Ἡ ζητὰς κάποιο πράγμα, καὶ δὲν οἰκοδομεῖται ὁ ἀδελφὸς (ποὺ σὲ ἀκούει). Σὲ τέτοιες περιπτώσεις θὰ πρέπει νὰ ἀπευθυνθεῖς ἰδιαιτέρως γιὰ τὸ πράγμα ποὺ ζητᾶς σ’ ἐκεῖνον ποὺ εἶναι σὲ θέση νὰ σοῦ τὸ δώσει, ὥστε νὰ φυλαχτεῖ ἔτσι ἀβλαβὴς ὁ λογισμὸς τοῦ ἀδελφοῦ. Καθὼς λοιπὸν εἴπαμε, εἶναι καλὴ ἡ ἐλευθερία, ὅταν ὅμως χρησιμοποιεῖται μὲ φόβο Θεοῦ.
Αὐτὴ τὴν ἐλευθερία τὴν καταστρέφεις μὲ τὸν ἕξης τρόπο: «Ἂν χρειάζεσαι ἕνα πράγμα καὶ δὲν ἀπευθυνθεῖς σ’ ἐκεῖνον ποὺ μπορεῖ νὰ σοῦ τὸ δώσει, περιμένοντας νὰ τὸ κάνει μόνος του. καὶ συμβαίνει νὰ μὴ γνωρίζει τί χρειάζεσαι, ἢ νὰ γνωρίζει ἀλλὰ νὰ τὸ ξεχάσει, ἢ καὶ ν’ ἀδιαφορεῖ σκόπιμα, γιὰ νὰ δοκιμάσει ἂν ἔχεις ὑπομονή. Τότε ἐσὺ ἀρχίζεις νὰ βαρυγκωμᾶς ἐναντίον του, νὰ σκανδαλίζεσαι καὶ ν’ ἁμαρτάνεις. «Ἂν ὅμως κάνεις χρήση τῆς ἐλευθερίας σου καὶ τοῦ ζητήσεις ξεκάθαρα ὅτι θέλεις, τίποτε ἀπ’ αὐτὰ δὲν γίνεται. Προετοιμάσου πάντως ψυχικά, ὥστε, ἂν μετὰ τὴν αἴτησή σου δὲν πάρεις αὐτὸ ποὺ ζητᾶς, νὰ μὴ λυπηθεῖς ἢ σκανδαλιστεῖς ἢ γογγύσεις. Ἀπεναντίας, νὰ πεῖς μὲ τὸ λογισμό σου: «Ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε νὰ μή μου τὸ δώσει, ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ ἢ δὲν εἶμαι ἄξιος ἢ δὲν μὲ συμφέρει». καὶ πρόσεχε μὴν τυχόν, ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὴν προηγούμενη ἀποτυχία, σταματήσεις τὴν καλὴ χρήση τῆς ἐλευθερίας σου ἀπέναντι στὸν ἀδελφὸ ἐκεῖνο, (καὶ δὲν τοῦ ξαναζητήσεις τίποτε). Ἀντίθετα, ὅταν χρειαστεῖς ὁτιδήποτε, ξαναζήτησέ του, παραμένοντας ὅμως πάντοτε, ὅπως εἶπα, ἀτάραχος σὲ περίπτωση ἀποτυχίας.
Ὅμοια, ἂν κανεὶς σὲ ρωτήσει ἀπὸ μόνος του γιὰ πράγμα ποὺ χρειάζεσαι, πὲς τοῦ τὴν ἀλήθεια. καὶ ἂν ξαφνιαστεῖς καὶ πεῖς, Δὲν τὸ χρειάζομαι», μὴν ντραπεῖς νὰ ἐπανέλθεις στὸ θέμα καὶ νὰ τοῦ πεῖς: «Συγχώρεσε μέ, ἀλλά μου ξέφυγε καὶ σοῦ εἶπα κατὰ λάθος ὅτι δὲν τὸ χρειάζομαι.
Στὴν πραγματικότητα ἔχω ἀνάγκη νὰ τὸ πάρω».
Τότε ὁ ἀδελφὸς ρώτησε:καὶ ὅταν δὲν ἔχω ἐσωτερικὴ πληροφορία, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω γιὰ τὸ ἂν σκανδαλίζεται ἢ ὄχι κάποιο πρόσωπο μὲ μία τέτοια ἐλευθερία, τί νὰ κάνω;
Μπορεῖς νὰ τὸν δοκιμάσεις, ἀποκρίθηκε ὁ γέροντας, ἂν σκανδαλίζεται ἢ ὄχι. Ἂν λ.χ. χρειάζεσαι φαγητό, μὴν τοῦ πεῖς, Δῶσε μου (νὰ φάω), ἀλλὰ πές του: Εἶμαι πεινασμένος γι’ αὐτὴν ἐδῶ τὴν αἰτία. Ὅταν θὰ σ’ ἀκούσει ἐκεῖνος, θὰ ἐκδηλωθεῖ (μὲ κάποιον τρόπο), κι ἔτσι θὰ ἀντιληφθεῖς τὴ διάθεσή του, κατὰ πόσο σκανδαλίζεται ἢ ὄχι.

Γιά τή δολιότητα, τήν πονηρία καί τό φθόνο. Βαριά ἁμαρτάνουν ἐκεῖνοι πού περιφρονοῦν καί εἰρωνεύονται τούς ἀπονήρευτους καί ταπεινούς ἀνθρώπους…(Ὑπόθεση ε’, τόμος γ΄). Εὐεργετινός


Τοῦ ἀββᾶ Ἠσαΐα
ΑΠΛΟΤΗΤΑ καὶ τὸ νὰ μὴ θεωρεῖ κανεὶς τὸν ἑαυτὸ τοῦ σπουδαῖο, ἁγιάζουν τὴν καρδιὰ (καὶ τὴν καθιστοῦν ἀπρόσβλητη) ἀπὸ τὸν πονηρό. Ἀπεναντίας, ὁποῖος βρίσκεται μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του ἔχοντας μέσα τοῦ πονηρία, δὲν θ’ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν καρδιακὴ λύπη. Μάταια εἶναι Ὅλα τὰ ἔργα ἐκείνου πού, μὲ πονηρὴ διάθεση, ἄλλα λέει καὶ ἄλλα ἔχει μέσα στὴν καρδιά του.
Μὴ συνδεθεῖς μὲ κανένα τέτοιον ἄνθρωπο, γιὰ νὰ μὴ μολυνθεῖς ἀπὸ τὸ δηλητήριό του. Κάνε συντροφιὰ μὲ τοὺς ἄκακους, γιὰ νὰ πάρεις κάτι ἀπὸ τὴ δόξα τους καὶ τὴν ἁγνότητά τους. Μὴν ἀντιμετωπίσεις μὲ πονηρὶα κανέναν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ μὴν ἀχρηστέψεις τοὺς (πνευματικούς) κόπους σου. Μὲ ὅλους τους ἀνθρώπους νὰ κρατᾶς τὴν καρδιά σου καθαρή, καὶ θὰ δεῖς τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ (νὰ βασιλεύει) μέσα σου. Γιατί ὅπως ἀκριβῶς, ὅταν ὁ σκορπιὸς χτυπήσει κάποιον, τὸ δηλητήριο τοῦ διατρέχει ὁλόκληρο τὸ σῶμα καὶ προσβάλλει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ἔτσι προσβάλλει τὴν καρδιὰ καὶ ἡ κακία ἐναντίον τοῦ πλησίον. Γιατί τὸ δηλητήριο τῆς μολύνει τὴν ψυχή, ποὺ κινδυνεύει ἔτσι (νὰ χαθεῖ) ἀπὸ τὴν πονηρία. Ὅποιος λοιπὸν λυπᾶται τοὺς κόπους του καὶ δὲν θέλει νὰ χαθοῦν, πετάει γρήγορα ἀπὸ πάνω τοῦ αὐτὸν τὸ σκορπιό, δηλαδὴ τὴν πονηρὶα καὶ τὴν κακία.
Ἂν ἕνας ἀδελφός σου προσφέρει κάτι, μὴν τὸ ἀνοίξεις, γιὰ νὰ δεῖς τί εἶναι, χωρὶς νὰ τὸν ρωτήσεις. Καὶ ἂν αὐτὸ πού σου προσφέρει εἶναι ἐξαιρετικὰ πολύτιμο, τότε πές του νὰ σοῦ τὸ δώσει στὰ χέρια.
Ἂν σὲ πνίγει ὁ φθόνος, σκέψου πὼς εἴμαστε ὅλοι μέλη τοῦ Χριστοί) (Α’ Κόρ. 12:27), Καὶ πὼς ἢ τιμὴ καὶ ἢ ἀτίμωση τοῦ πλησίον εἶναι (τιμὴ καὶ ἀτίμωση) ὅλων μας. «Ἔτσι θὰ εἰρηνεύσεις.
Τοῦ ἁγίου Μαξίμου
Τὴ λύπη ἐκείνου ποὺ σὲ φθονεῖ, μὲ κόπο θὰ τὴ σταματήσεις, γιατί θεωρεῖ συμφορὰ τὸ προτέρημά σου γιὰ τὸ ὅποιο σὲ φθονεῖ• Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴ σταματήσεις διαφορετικά, παρὰ μόνο ἂν τοῦ τὸ ἀποκρύψεις. «Ἂν ὅμως ὠφελεῖ πολλοὺς τὸ καλὸ ποῦ ἔχεις, ἐνῶ σ’ ἐκεῖνον προξενεῖ λύπη, ποιὰ πλευρὰ θὰ καταφρονήσεις;
Εἶναι βεβαίως ἀνάγκη νὰ ὠφελήσεις τοὺς πολλούς, ἀλλὰ κι αὐτόν, ὅσο μπορεῖς, νὰ μὴν τὸν παραμελήσεις. Οὔτε νὰ παρασυρθεῖς ἀπὸ τὴν ἐμπάθεια, ὥστε, ἀντὶ γιὰ τὸ πάθος τοῦ φθόνου, νὰ πολεμᾶς
ἐκεῖνον ποὺ πάσχει ἀπ’ αὐτό. ‘Ἀλλὰ μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη σου νὰ τὸν θεωρεῖς ἀνώτερό σου, Καὶ σὲ κάθε καιρὸ Καὶ τόπο Καὶ περίσταση νὰ τὸν βάζεις πιὸ πάνω ἀπὸ σένα. ὅσο γιὰ τὸν δικό σου φθόνο, μπορεῖς νὰ τὸν ἀναχαιτίσεις, ἄν, σ’ ἐκεῖνα ποὺ χαίρεται ὁ φθονούμενος, χαίρεσαι κι ἐσὺ μαζί, Καὶ σ’ ἐκεῖνα ποὺ λυπᾶται, λυπᾶσαι κι ἐσύ, ἐκπληρώνοντας τὸ ἀποστολικό, «χαίρειν μετὰ χαιρόντων καὶ κλαίειν μετὰ κλαιόντων» (Ρωμ. 12:15).
Τοῦ ἀββᾶ Μάρκου
Ἐκεῖνος ποὺ ἀδικεῖ κρυφὰ εἶναι πιὸ πονηρὸς ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἀδικοῦν φανερά, γι’ αὐτὸ Καὶ κολάζεται σκληρότερα.
Ἐκεῖνος ποὺ δολοπλοκεῖ Καὶ κάνει κακὸ στὰ κρυφά, εἶναι φίδι, κατὰ τὴ Γραφή, ποὺ κάθεται στὸ δρόμο Καὶ δαγκώνει τὸ ἄλογο στὴ φτέρνα (Γέν. 49:17). Ἐκεῖνος ποὺ ταυτόχρονα σὲ ἄλλα ἐπαινεῖ καὶ σὲ ἄλλα κατηγορεῖ τὸν πλησίον, κατέχεται ἀπὸ κενοδοξία καὶ φθόνο. καὶ μὲ τοὺς ἐπαίνους προσπαθεῖ νὰ κρύψει τὸ φθόνο, ἐνῶ μὲ τὶς κατηγορίες παρουσιάζει τὸν ἑαυτό του σὰν καλύτερο ἀπὸ ἐκεῖνον.
Ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βόσκουν μαζὶ πρόβατα καὶ λύκοι, ἔτσι εἶναι ἀδύνατον νὰ βρεῖ ἔλεος ἐκεῖνος ποὺ ἀντιμετωπίζει μὲ δόλο τὸν πλησίον του.
Τοῦ ἁγίου Ἔφραιμ
Ἐκεῖνος ποὺ ἀπὸ πονηρὶα σωπαίνει ὅταν ἐλέγχεται, κρύβει μνησικακία στὴν καρδιά του. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ μὲ εἰρήνη καὶ πραότητα ἀπολογεῖται, εἶναι ἀμνησίκακος.
Ἀπὸ τὸ βίο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ θαυματουργοῦ
Ὁ μέγας Γρηγόριος ἐπέστρεφε κάποτε στὴν πόλη του ἀπὸ τὴ γειτονικὴ πόλη Κόμανα. καὶ ἐπειδὴ σὲ ὅλους ἦταν γνωστὸ ὅτι πάνω ἀπ’ ὅλα φρόντιζε γιὰ τὴν ἀνακούφιση ἐκείνων ποὺ εἶχαν ἀνάγκη, δυὸ Ἑβραῖοι, εἴτε ἀποβλέποντας σὲ κάποιο κέρδος εἴτε ἐπιδιώκοντας τὸν ἐμπαιγμό του, ὡς δῆθεν εὐκολόπιστου, παραφύλαξαν στὸ δρόμο, ἀπ’ ὀποῦ θὰ περνοῦσε. καὶ ὁ ἕνας ξάπλωσε ἀνάσκελα στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου καὶ ἔκανε τὸν πεθαμένο. Ὁ ἄλλος πάλι, θρηνώντας τάχα τὸ νεκρό, μοιρολογοῦσε ὑποκριτικὰ καὶ φώναζε στὸν ἅγιο, ποὺ περνοῦσε μπροστά τους:
Αὐτὸς ὁ δύστυχος πέθανε ξαφνικά, καὶ κείτεται γυμνός, ἀπροετοίμαστος γιὰ τὴν ταφή! Σὲ παρακαλῶ, ἄνθρωπέ μου, μὴν παραβλέψεις τὸ ἱερὸ χρέος, ἀλλὰ νὰ λυπηθεῖς τὴ φτώχειά του καὶ νὰ προσφέρεις κάτι, ὅτι ἔχεις, γιὰ νὰ μπεῖ τελευταῖο στολίδι στὸ σῶμα του.
Αὐτὰ ἔλεγε καὶ ἔτσι ἱκέτευε τὸν ἅγιο ὁ Ἑβραῖος. Κι ἐκεῖνος, χωρὶς καθόλου νὰ ἐξετάσει τὴν ὑπόθεση, ἔβγαλε τὸ μανδύα του, τὸν ἔριξε πάνω στὸν ξαπλωμένο καὶ συνέχισε τὸ δρόμο του.
Μόλις προσπέρασε κι ἔμειναν μόνοι τους οἱ ἐμπαῖκτες, ἐκεῖνος ὁ ἀπατεώνας ἄλλαξε τὸν ψεύτικο θρῆνο σὲ γέλιο. Καγχάζοντας ἀπὸ εὐχαρίστηση γιὰ τὸ κέρδος, ποὺ ἀποκόμισαν μὲ τὴν ἀπάτη, προκαλοῦσε τὸν ξαπλωμένο σύντροφό του νὰ σηκωθεῖ. Ὁ ἄλλος ὅμως ἔμενε στὴν ἴδια θέση, χωρὶς ν’ ἀκούει τίποτε ἀπ’ ὅσα τοῦ ἔλεγε!
Φώναξε πιὸ δυνατά. Τὸν σκούντησε καὶ μὲ τὸ πόδι του. Αὐτὸς ὅμως οὔτε τὴ φωνὴ ἄκουσε οὔτε τὸ χτύπημα ἔνιωσε. Ἦταν πάντα ξαπλωμένος στὴν ‘ίδια στάση. Ἦταν νεκρός! Μόλις ἔπεσε πάνω του ὁ μανδύας, τὸν βρῆκε στ’ ἀλήθεια ὁ θάνατος, ποὺ ὑποκρινόταν γιὰ νὰ ἐξαπατήσει τὸν ἅγιο. Ἔτσι δὲν ἔπεσε ἔξω ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ γιὰ τὸ σκοπὸ ποὺ ἔδωσε τὸ μανδύα του, γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς χρησιμοποιήθηκε ἀπὸ κείνους ποὺ τὸν πῆραν.
Ἂν τώρα τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, ποὺ ἔφεραν ἡ πίστη καὶ ἡ δύναμη τοῦ μεγάλου Γρηγορίου, φαίνεται σκληρὸ καὶ θλιβερό, ἂς μὴν παραξενεύεται κανείς. Ἂς θυμηθεῖ τὸν ἀπόστολο Πέτρο. Γιατί κι ἐκεῖνος φανέρωνε τὴ δύναμη ποὺ εἶχε ὄχι μόνο μὲ εὐεργεσίες, θεραπεύοντας τὶς ἀρρώστιες τῶν ἀνθρώπων καὶ μὲ τὴ σκιὰ τοῦ σώματος τοῦ μονάχα (Πράξ. 5:15), ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν καταδίκη σὲ θάνατο τοῦ Ἀνανια, ποὺ καταφρόνησε τὴ δύναμη (τοῦ Ἁγίου Πνεύματος), ἡ ὁποία ἐνοικοῦσε στὸν ἀπόστολο (Πράξ. 5:1-11). Καὶ τοῦτο, νομίζω, γιὰ νὰ συνετισθοῦν μὲ τὸ φόβο ὅσοι ἀπὸ τὸ λαὸ εἶχαν τάσεις καταφρονήσεως καὶ νὰ παιδαγωγηθοῦν ἀπὸ τὸ φοβερὸ ἐκεῖνο παράδειγμα, ὥστε νὰ μὴν πέσουν σὲ ὅμοια σφάλματα.
πηγή

Διάφοροι πράξεις Ἁγίων Πατέρων, αἱ ὁποῖαι προτρέπων ἠμᾶς τοὺς ἀδυνάτους νὰ κάμνωμεν ὑπομονὴν καὶ μὲ ὑπερβολἠν μᾶς διδάσκουν τἠν ταπείνωσιν. Εὐεργετινός (ὑπόθεσις ιζʹ τόμος βʹ)


ἴδιος αὐτὸς Μακάριος, ὅταν ἐπληροφορήθη διὰ τοὺς Ταβεννησιώτας, ὅτι ἔχουν μεγάλην αὐστηρότητα εἰς τὴν ζωήν των, ἀφοῦ ἄλλαξεν ἐνδύματα καὶ ἔγινεν ὡσὰν κοσμικός, ἐβἀδισεν ἐπὶ δεκαπέντε ἡμέρας καὶ ἀνέβηκεν εἰς Θηβαϊδα. Μόλις ἔφθασεν εἰς τὸ Μοναστήριον τῶν Ταβεννησιωτῶν, ἐζήτησε νὰ εἰδοποιἤσουν, διὰ τὸν ἐρχομόν του, τὸν ’Αρχιμανδρίτην Παχὠμιον, πού ἦτο ἄνθρωπος μὲ προφητικὸν χάρισμα κατὰ θείαν ὅμως οἰκονομίαν, τὸ Πνεῦμα δὲν τοῦ ἐφανέρωσεν τὴν περίπτωσιν τοῦ Μακαρίου.
’Αφοῦ, λοιπόν, τὸν ἐκάλεσαν μέσα εἰς τὸ Μοναστήριον καὶ συνήντησε τὸν Παχώμιον, τοῦ εἶπε: . . .
–Σὲ παρακαλῶ, Κύριέ μου, νὰ μὲ δεχθῇς εἰς τὸ Μοναστήρι σου, διὰ νὰ γίνω Μοναχός.
-Σὺ ἐγήρασας πλέον, τοῦ ἀπαντᾷ ὁ Μέγας Παχώμιος, καὶ πῶς θὰ ὴμπορέσῃς νὰ ἀσκητεῦσῃς; ’Εδῶ εὑρίσκονται ἀδελφοί, ποὺ ἔχουν ἐπιδοδῆ εἰς τὴν ἄσκησιν ἀπὸ τὴν νεότητά των, ἔχουν τραφῆ μαζὶ μὲ τοὺς κόπους καὶ οἱ ὁποῖοι ἀντέχουν εἰς τὴν σκληρότητα τῆς ἀσκήσεως, σὺ ὅμως, εἰς αὐτὴν τὴν ἡλικίαν, δὲν θὰ ὴμπορέσῃς νὰ ἀντέξῃς εἰς τοὺς κόπους καὶ τὰς ἀπασχολήσεις τῆς ἀσκήσεως, ἀλλὰ θὰ ἀπελπισθῆς καὶ θὰ ἐπιστρέψῃς πάλιν εἰς τὸν κόσμον, ὅπου καὶ μᾶς θὰ κακολογήσῃς καὶ τὸν ἑαυτόν σου θὰ βλἀψῃς πάρα πολύ.
Δὲν τὸν. ἐδέχθὴ λοιπὸν ὁ Παχώμιος, ἀλλὰ τὸν ἔστειλεν ὀπίσω. Ὁ Μακάριος ὅμως δὲν ἔφυγεν, ἀλλὰ παρέμενε νηστικὸς ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας ἔξω ἀπὸ τὴν Πύλην τοῦ Μοναστηριοῦ. Μόλις τὸ ἔμαθεν αὐτὸ ὁ Παχώμιος τὸν καλεῖ πάλιν μέσα καὶ τοῦ ἐπανέλαβε τὰ προηγούμενα.
Τότε καὶ ὁ Μακάριος τοῦ εἶπε:
-Σὲ παρακαλῶ νὰ μὲ δεχθῇς, ᾽Αββᾶ, καὶ ἂν δὲν νηστεῦω, ὅπως οἱ ἀδελφοί, καὶ ἂν δὲν ἐργάζωμαι ὅπως ἐκεῖνοι, τότε διάταξε νὰ μὲ πετάξουν ἔξω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι.
Κατόπιν αὐτοῦ τὸν ἐδέχθη καὶ τὸν κατέταξεν εἰς τοὺς Μοναχοὺς τοῦ Μοναστηρίου (ἐκεῖνο δὲ τὸ Μοναστήρι ἔχει, μέχρι σήμερα, χιλίους τετρακοσίους Μοναχοῦς). Μετὰ μικρὸν διάστημα ἔφθασεν ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. ᾿
Εἶδε λοιπὸν ὁ Γέροντας τοὺς ἀδελφοὺς νὰ ἐπιδίδωνται εἰς διαφόρους ἀσκήσεις“ καὶ ἄλλος μὲν νὰ τρώγῃ τὸ βράδυ, ὅπως ἦτο συνηθισμένον, ἄλλος κάθε δύο ἡμέρας, ἄλλος κἀθε πέντε, ἄλλος νὰ ἀγρυπνῇ ὅρθιος ὁλόκληρον τὴν νύκτα καὶ τὴν ἡμέραν νὰ ἀπασχολῆται εἰς τὴν ἑργασίαν, καὶ ἄλλος τέλος, νὰ ἐπιδίδεται εἰς ἄλλο  εἶδος ἀσκήσεως, ἀνάλογα μὲ τὴν προθυμίαν καὶ τὴν δύναμίν του. Τότε καὶ αὐτός, ἀφοῦ ἔδρεξεν ἀρκετὰ βλαστἁρια φοινίκων ἐκάθισεν εἰς μίαν γωνίαν τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ μέχρις ὅτσου ἐπέρασεν ἡ Τεσσαρακοστὴ καὶ ἔφθασε τὸ Πάσχα δὲν ἔφαγε καθόλου ψωμί, δὲν ἤπιε νερό, δὲν ἐλὐγισε τὸ γόνατὀν του, δὲν ἐκάδισεν, οὖτε ἐπλάγιασε, δὲν ἔφαγε τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνον, κάθε Κυριακήν, ἔτρωγεν ὀλίγα ὠμὰ λαχανόφυλλα (καὶ αὐτό, κατὰ τὴν γνώμην μου, τὸ ἔκανε, διὰ νὰ φανῇ ὅτι τρώγει καὶ νὰ μὴ πέσῃ εἰς ὑπερηφάνειαν). Δὲν ὡμίλησεν εἰς κανένα, μικρὸν ἢ μεγάλον, ἀλλὰ ἐστέκετο σιωπηλός, ἐπρόσεχε τὸν ἑαυτόν του καὶ συνωμιλοῦσε συνεχῶς, διὰ τῆς προσευχῆς, μέσα εἰς τὴν καρδίαν του μὲ τὸν Θεόν, ἐνῷ μὲ τὰ χέρια του ἕπλεκε τὰ βλαστάρια τῶν φοινίκων.
Ὅταν λοιπὸν εἶδαν οἱ ἀδελφοὶ αὐτὴν τὴν ὑπερβολικὴν καρτερικότητα, προσῆλθαν εἰς τὸν Παχώμιον καὶ τοῦ εἶπαν:
’Αββᾶ, ἀπὸ ποῦ μᾶς ἔφερες αὐτὸν τὸν ἄσαρκον, διὰ νὰ εἶναι δι’ ἡμᾶς, μὲ τὴν ἄσκησίν του, ζῶσα κατάκρισις; Ἤ λοιπὸν διῶξε τον ἐδῶ, ἢ μάθε ὅτι ὅλοι ἡμεῖς χωριζόμεθα ἀπὸ σὲ σήμερον.
Τότε ὁ Μέγας Παχώμιος, καθὼς ἕμαθε διὰ τὸν ἄνδρα καὶ τὴν ὑπεράνθρωπον ἄσκησίν του, προσηυχήθη εἰς τὸν Θεὸν νὰ τοῦ φανερὠσῃ ποῖος εἷναι αὐτός, ποὺ ἔδειξεν τέτοιαν ὑπομονήν. Ὁ Θεὸς λοιπὸν τοῦ ἐφανέρωσε ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Μοναχὸς Μακάριος.
’Αμέσως τὸν ἐπλησίασεν ὁ Παχὠμιος, τὸν ἐπῆρεν ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ὡδήγησεν μέσα εἰς τὸν Ναόν. ᾽Εκεῖ, ἀφοῦ τὸν ἠσπάσθη, τοῦ λέγει: . ”Ελα, καλόγηρε, σὺ εἶσαι ὁ Μακάριος’ διατὶ μοῦ τὸ ἀπέκρυψες; ’Απὸ πολλὰ χρόνια, καθὼς ἤκουα διὰ σέ, ἐπιθυμοῦσα νὰ σὲ γνωρίσω. Σοῦ χρεωστῶ χάριν, διότι ἐταπείνωσες τὰ παιδιά μου, διὰ νὰ μὴ ὑπερηφανεὐωνται διὰ τὴν ἄσκησίν των. Σὲ παρακαλῶ λοιπὸν τώρα πήγαινε εἰς τὸν τόπον σου, διότι ,ἀρκετὰ συνετέλεσες εἰς τὴν πνευματικήν μας οἰκοδομὴν καὶ νὰ προσεύχεσαι δι’ ἡμᾶς.
Τότε, ἀφοῦ τὸν ἐτίμησαν κατ’ ἀξίαν οἱ ἀδελφοί, ἀνεχώρησε καὶ ἦλθε πάλιν εἰς τὸ κελλί του.

Εἰς τό τέλος τῆς ζωῆς οἱ δαίμονες ἐπιτίθενται μέ μεγαλυτέραν σφοδρότητα ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προσέχωμεν περισσότερον. Εὐεργετινός Ὑπόθεσις λγ’, τόμος Β’




Ὁ Εὐλόγιος καί ὁ λωβός

Παλλαδίου

ΚΑΠΟΙΟΣ μορφωμένος ἀπὸ τὴν ’Αλεξάνδρειαν, ὀνόματι Εὐλόγιος, ἐκυριεύθη ἀπὸ θεϊκὸν ἔρωτα καὶ ἀπεφάσισε νὰ ἀρνηθῇ τὸν κόσμον. Δι’ αὐτό, ἀφοῦ ἐμοίρασε τὴν περιουσίαν του, ἐκτὸς ἀπὸ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα ἐκράτησε διὰ τὴν συντήρησιν του, ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἐργάζεται, ἤρχισε νὰ σκέπτεται τί νὰ κάμῃ διὰ τὸν ἑαυτόν ταυ διότι οὔτε εἰς μοναστικὴν συνοδείαν ἀπεφάσιζε νὰ εἰσέλθῃ, οὔτε καὶ ἡ συνείδησίς του τὸν ἐβεβαίωνε ὅτι ἦτο καλὸν νὰ μένῃ μόνος. Ἔτσι λοιπὸν καθὼς ἦτο διστακτικὸς εὑρῆκεν εἰς τὴν ἀγορὰν κάποιον λωβιασμένον, ὁ ὁποῖος ἦτο παραπεταγμένος ἐκεῖ. Αὐτὸς οὔτε πόδια εἶχεν, οὔτε χέρια· μονάχα ἡ γλῶσσα τοῦ εἶχε μείνει καὶ μὲ αὐτὴν παρακαλοῦσε τοὺς περαστικοὔς νὰ τὸν λυπηθοῦν.

Μόλις εἶδε αὐτὸν τὸν λωβιασμένον ὁ Εὐλόγως, ἐκέντησε τὴν καρδίαν του βαθεῖα λύπη καὶ ἀμέσως παρεκάλεσε τὸν Θεὸν ἀπὸ μέσα του, καὶ ἔκαμεν μίαν συμφωνίαν μὲ τὸν Κύριον· Κύριε, εἰς τὸ ὄνομά Σου – εἶπε – παίρνω κοντά μου αὐτὸν τὸν λωβιασμένον καὶ θὰ τὸν περιποιοῦμαι ὥσπου νὰ ἀποθάνῃ, διὰ νὰ σωθῶ καὶ ἐγὼ μέσω αὐτοῦ. Χάρισέ μου λοιπόν, Κυριε, τὴν ὑπομονὴν ποὺ χρειάζομαι διὰ νὰ τον ὑπηρετῶ. Κατόπιν ἐπλησίασε τὸν λωβιασμένον καὶ τοῦ λέγει:

-Θέλεις ἡ ἐντιμότης σου, νὰ σὲ πάρω εἰς τὸ σπίτι μου καὶ νὰ σὲ περιποιοῦμαι;

-Μακάρι νὰ τὸ κατεδέχεσο· ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι ἀνάξιος, ἀπήντησεν ὁ λωβιασμένος.

Πηγαίνω λοιπόν, νὰ φέρω ἕνα ὄνον διὰ νὰ σὲ πάρω ἀπ’ ἐδῶ.

Ὁ λωβιασμένος μὲ πολλὴν χαρὰν συνεφώνησε.

Ἔφερε λοιπὸν ο Εὐλόγιος τὸν ὄνον, ἐπῆρε τὸν λωβὸν καὶ τὸν ἐπῆγεν εἰς τὸ σπίτι του νὰ τὸν φιλοξενήσῃ. ᾽Εκεῖ τὸν ἐφρόντιζε σὲ κάθε τι ποὺ εἶχεν ἀνάγκην τὸν ἕλουζε, τὸν ἤλειφε μὲ διαφόρους ἀλοιφάς, τὸν κρατοῦσε μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια καὶ τὸν ἐξυπηρετοῦσε πρόθυμα εἰς ὅλα ἐπὶ δεκαπέντε χρόνια.

Κατόπιν ὅμως ὁ δαίμων εἰσεχώρησε μὲ μανίαν εἰς τὸν λωβιασμένον καὶ τὸν ἐξηγρίωσε, χωρὶς καμμίαν αἰτίαν, ἐναντίον τοῦ Εὐλογίου. Τὸν ἠρέθισε δὲ τόσον, ὥστε νὰ προσβάλλῃ καὶ νὰ ὑβρίζῃ τὸν Εὐλόγιον.

-Χαραμοφάη -τοῦ ἔλεγεν ὑβριστικὰ ἔκλεψες ξένα χρήματα καὶ ἐνῷ ἤσουν δοῦλος, ἐλήστεψες τὸ ἀφεντικό σου· καὶ τώρα, μὲ τὴν ἰδικήν μου δικαιολογίαν, θέλεις νὰ ξεφύγῃς, ὅτι τάχα μὲ ἐπῆρες εἰς τὸ σπιτοκάλυβό σου διὰ νὰ μὲ εὐεργετήσῃς καὶ ἐπιδιώκεις μὲ ἐμένα νὰ σωθῇς. Ὁ Εὐλόγως εἰς ἀπάντησιν τὸν ἐπαρακαλοῦσε: -Μὴ λέγεις, κύριε -τοῦ ἔλεγε- τέτοια πράγματα· εἰπέ μου εἰς τί σὲ ἐλύπησα καὶ θὰ διορθωθῶ. Ὁ λωβὸς ὅμως τοῦ ἀπαντοῦσε σκληρὰ πάλιν:
Δὲν Θέλω αὐτὰς τὰς κολακείας σου· πήγαινε νὰ μὲ ρίξῃς πάλιν εἰς τὴν ἀγοράν· ἐκείνη μοῦ εἶναι καλύτερη ἀπὸ τὴν ἰδικήν σου περιποίησιν.

-Σὲ παρακαλῶ, κύριε ἐπέμενεν ὁ Εὐλόγως -ἐὰν η εντιμότης σου στενοχωρεῖται εἰς τίποτα, καὶ ἐγὼ σὲ ὑπηρετῶ.

Τότε ὁ λωβὸς ἐξηγριώνετο περισσότερον ἀπὸ τὸν θυμὸν καὶ ἐφώναζε δυνατά .

-Δὲν ἀναπαύομαι νὰ μένω μοναχός μου μὲ σένα· θέλω κόσμον. -Ἐγὼ νὰ σοῦ φέρω ἀμέσως πλῆθος ἀπὸ ἀδελφούς, τοῦ ἀπαντοῦσε καὶ πάλιν ὁ Εὐλόγως. Ἔξω φρενῶν ὁ λωβὸς τοῦ ἀπαντοῦσε καὶ πάλιν μὲ κραυγὰς:
-Αλλοιμονον εἰς ἐμέ τόν ταλαίπωρον· ἐγώ δέν θέλω νά βλέπω τάμοῦτρα σου καὶ σὺ θὰ μοῦ κουβαλήσῃς ἐδῶ τοὺς χαραμοφάγηδες σὰν σένα; Καὶ τρέμων ἀπὸ τὴν κακίαν του, ἤρχιζε νὰ ξεφωνίζῃ:

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018

Η σιωπή για την πίστη είναι αθεΐα...





Η σιωπή για την πίστη είναι αθεΐα...' 'Ἡ σιγή, λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, σέ θέματα πίστεως εἶναι τρίτο εἶδος ἀθεΐας..'' Μόνο ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κρατᾶ ἀκέραια καί ἀνόθευτη τήν διδασκαλία καί τόν τρόπο τῆς σωτηρίας. Τά ἄλλα χριστιανικά συστήματα καί οἱ ἄλλες λεγόμενες χριστιανικές ὁμολογίες ὅσο ποσοστό ἀλήθειας καί ἄν διατηροῦν, ἐφόσον δέν συνδέονται ὀργανικά μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, εἶναι πλάνες. Ἀδικοῦμε τήν Ὀρθοδοξία καί προσβάλλουμε τήν ἀλήθεια ὅταν ἀνομάζουμε «ἀδελφές Ἐκκλησίες» τίς ποικιλώνυμες χριστιανικές ὁμολογίες. Ἀλλά καί τούς ἴδιους τούς αἱρετικούς βλάπτουμε καί ἀδικοῦμε ὅταν τούς δημιουργοῦμε τήν ἐντύπωση ὅτι βρίσκονται στήν ἀλήθεια, ἐνῶ εἶναι ἐκτός Ὀρθοδοξίας.... Ἐπίκαιρο καί διαχρονικό τό μήνυμα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμά ἠχεῖ ὡς ἐγερτήριο σάλπισμα ἐπισημαίνοντας τά τρία εἴδη ἀθεΐας πού μᾶς ἀπειλοῦν καί σήμερα: Εἶναι ἀθεΐα νά ἀρνεῖσαι τόν Θεό. Ἀθεΐα νά μήν πιστεύεις ὀρθόδοξα τόν Ἰησοῦ Χριστό, νά εἶσαι αἱρετικός. Ἀθεΐα νά εἶσαι ὀρθόδοξος καί νά μήν ἀγωνίζεσαι γιά τά ὀρθόδοξα δόγματα. Ἄν θέλουμε, λοιπόν, σήμερα νά ἀναγνωρίζουμε στόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ καί γενικά στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τήν θέση πού τούς ἀνήκει, ὀφείλουμε νά κρατοῦμε καί νά διακηρύττουμε τήν δική τους πίστη.

Διαλύεται η Ορθοδοξία! Ο Ιλαρίων απειλεί με διακοπή κοινωνίας-Η μισή Ορθοδοξία δεν θα αναγνωρίζει τον Βαρθολομαίο-Πυρ ομαδόν από Μόσχα, Κίεβο.



Ισχυρότατες δονήσεις στην παγκόσμια Ορθοδοξία έχει προκαλέσει η αιφνιδιαστική κίνηση του Φαναρίου με τον διορισμό Εξάρχων στο Κίεβο

Αρχικά η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία προειδοποιησε για απάντηση στο διορισμό από τον Οικουμενικό Πατριάρχη των εξάρχων του στην Ουκρανία

«Ο διορισμός από τον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης των επισκοπικών αντιπροσώπων του στην Ουκρανία, χωρίς συμφωνία με τον Πατριάρχη Μόσχας και πασών των Ρωσιών και τον Μακαριώτατο Μητροπολίτη Κίεβου και πάσης Ουκρανίας, δεν είναι παρά ένα πρωτοφανές χτύπημα στην

κανονική επικράτεια του Πατριαρχείου Μόσχας”
ανέφερε χθες ο Βλαντιμίρ Λεγκόγια, επικεφαλής του Συνδέσμου του Τμήματος Εκκλησίας, Κοινωνίας και Σχέσεων με τα ΜΜΕ.

«Αυτές οι ενέργειες δεν μπορούν να μείνουν αναπάντητες», τόνισε.

Θυμίζουμε και τι είπε προ λίγων ημερών ο Πατριάρχης Μόσχας σε κήρυγμά του


Η πλέον δυναμικότερη αντίδραση όμως ήρθε από το Νο2 του Πατριαρχείου Μόσχας Μητροπολιτη Βολοκολάμσκ Ιλαρίωνα, αλλά και από την Σύνοδο της Ρωσικής Εκκλησίας .

Η Σύνοδος της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας κατηγορεί το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως για «σοβαρή παραβίαση των κανόνων».

«Η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας εξέφρασε την έντονη διαμαρτυρία και τη βαθιά οργή για τη δήλωση της 7ης Σεπτεμβρίου 2018 της Γενικής Γραμματείας της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, με την οποία ανακοινώθηκε ο διορισμός δύο ιεραρχών αυτής της εκκλησίας, του αρχιεπισκόπου Δανιήλ και του Επισκόπου Ιλαρίων ως «εξάρχους» του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης στο Κίεβο «, δήλωσε η Σύνοδος σε δήλωση που δημοσιεύτηκε στην επίσημη ιστοσελίδα της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Τα μέλη της Συνόδου σημείωσαν ότι η απόφαση αυτή λήφθηκε χωρίς την έγκριση του Πατριάρχη Κυρίλλου και του Μητροπολίτη Ονούφριου και είναι «η μεγαλύτερη παραβίαση των εκκλησιαστικών κανόνων, οι οποίοι απαγορεύουν στους επισκόπους μιας τοπικής εκκλησίας να παρεμβαίνουν στην εσωτερική ζωή και υποθέσεις της τοπικής εκκλησίας. ”

Η απόφαση αυτή «έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την παλαιά στάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης και προσωπικά του Πατριάρχη Βαρθολομαίου, ο οποίος επανειλημμένα δήλωσε ότι αναγνωρίζει τον Μητροπολίτη Ονούφριο ως μοναδικό κανονικό επικεφαλής της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ουκρανία”.

Η Σύνοδος της Μόσχας επεσήμανε ότι η απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης να λάβει υπόψη το ζήτημα της χορήγησης αυτοκέφαλίας στους «Ορθοδόξους Ουκρανούς” έγινε ενάντια στη βούληση των επισκόπων της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, οι οποίοι μονομερώς τάχθηκαν υπέρ της διατήρησης της τρέχουσας κατάστασής. ”

«Ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης δικαιολογεί την παρέμβασή του στις υποθέσεις άλλων τοπικών εκκλησιών, αναφέρει ψευδείς ερμηνείες των ιστορικών γεγονότων και των εξαιρετικών δυνάμεων που φέρεται ότι έχει, που κανείς δεν είχε ποτέ και κανείς δεν έχει στην πραγματικότητα”, δήλωσε η Σύνοδος.

«Αυτές οι πράξεις φέρνουν τις σχέσεις μεταξύ της Ρωσικής Εκκλησίας και της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης σε αδιέξοδο και αποτελούν πραγματική απειλή για την ενότητα ολόκληρου του παγκόσμιου Ορθοδόξου Χριστιανισμού”, ανέφερε.

«Ολόκληρη η ευθύνη αυτών των ακανόνιστων ενεργειών βρίσκεται προσωπικά στον Πατριάρχη Βαρθολομαίο και σε όλους τους ανθρώπους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης που τις υποστηρίζουν”, δήλωσε η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας, προσθέτοντας ότι «η αντίδραση του Πατριαρχείου Μόσχας θα προκύψει αμέσως».

Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία κατηγορεί ευθέως την Κωνσταντινούπολη για προδοσία και απειλεί με σχίσμα σε περίπτωση αναγνώρισης της ουκρανικής αυτοκεφαλίας.
«Η εκκλησιαστική διπλωματία έχει εξαντληθεί στον διάλογο με την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης πάνω στο ουκρανικό ζήτημα”, ανέφερε το Πατριαρχείο της Μόσχας.

«Προφανώς, τα μέσα της εκκλησιαστικής διπλωματίας έχουν εξαντληθεί τώρα”, δήλωσε σήμερα Σάββατο στο τηλεοπτικό κανάλι Rossiya-24 ο Μητροπολίτης Ιλαρίων, επικεφαλής του Συνδέσμου Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων.

«Εξωτερικά, ήταν μια πολιτική, ευγενική και μάλιστα αδελφική συνάντηση, αλλά, δυστυχώς, η πλευρά της Κωνσταντινούπολης όχι μόνο απέτυχε να λάβει υπόψη τα επιχειρήματά μας, αλλά μάλιστα ενεργούσε, κατά την άποψή μας, απερίσκεπτα και ύπουλα”, δήλωσε ο Μητροπολίτης Ιλαρίωνας για την συνάντηση της περασμένης εβδομάδας.