Πέμπτη 2 Ιουλίου 2020

Προσευχή, μετάνοια, αυτογνωσία


Μέσα στα πλήθη των αιτημάτων που εκφράζει κάθε χριστιανική ψυχή προς τον Θεό, εξέχουσα θέση κατέχει το αίτημα περί του ελέους του Θεού.
Απευθυνόμενος ο υμνογράφος και ο μοναχός εκείνος που συνέταξε την ευχή για την Υπεραγία Θεοτόκο αναφέρει και λέει «Σπλαχνίσθητι επ’ εμοί τω αμαρτωλώ και ασώτω». Η ποιότητα της προσευχής εξαρτάται από την ποιότητα της μετανοίας. Και η ποιότητα της μετανοίας εξαρτάται από την ποιότητα της αυτογνωσίας.
Όταν ειλικρινά στρέψει κανείς το βλέμμα μέσα στον εαυτό του, όταν βυθίσει το βλέμμα του μέσα στις σελίδες της Αγίας Γραφής και ιδιαίτερα της Καινής Διαθήκης, όταν μελετήσει εις βάθος του ψαλμούς του Δαυίδ και κυρίως τον ψαλμό της μετανοίας, τον πεντηκοστό, τότε θα ανακαλύψει πλήθος αμαρτιών με σκέψεις, λόγια και έργα, θα εντοπίσει πλήθος αμαρτιών με σκέψεις, λόγια και έργα, θα εντοπίσει πλήθος κινήσεων προς την αμαρτία, άσχετα αν όλα αυτά δεν είναι φανερά στον έξω κόσμο.
Αυτός που πραγματικά γνωρίζει τον εαυτό του, αισθάνεται ενώπιος ενωπίω με τον Θεό, καθρεφτίζει τον εαυτό του και ελέγχει το εσωτερικό του με τη φωνή της συνειδήσεως, με την Αγία Γραφή και ανακαλύπτει ο καθένας μας πλήθος αμαρτιών.
Με την αυτογνωσία ο άνθρωπος προφυλάσσεται από μία καταστροφική αμαρτία, που λέγεται κατάκριση. Ο ίδιος ο Κύριός μας λέει στην επί του όρους ομιλία:
«Βγάλε πρώτα το δοκάρι από τον οφθαλμό σου και μετά προσπάθησε να βγάλεις το σαριδάκι από τον οφθαλμό του άλλου». Πιστεύω ότι αυτή η φράση κυριολεκτείται σ’ όλους μας κι έτσι ο άνθρωπος , ευκαίρως-ακαίρως, δεν θα καταφέρεται εναντίον του αδελφού του, είτε αυτός βρίσκεται στο οικογενειακό περιβάλλον, είτε στο ευρύτερο είτε και προς άλλους ανθρώπους αγνώστους. Ο κατακριτής είναι εκείνος ο οποίος έχει εγκαταλείψει τον εαυτό του. Όσο πιο πολύ ασχολείται κανείς με τα παραπτώματα των άλλων, τόσο πιο πολύ παραμελεί τον εαυτό του. Η αυτογνωσία οδηγεί στην ευλάβεια, στην μετάνοια, στην συντριβή.
Δεν έχει διάθεση ο αμαρτωλός άνθρωπος , ο οποίος αισθάνεται όντως αμαρτωλότερος των αμαρτωλών να κρίνει οποιονδήποτε άνθρωπο. Εφαρμόζει πάντοτε την φράση του Κυρίου μας: «Τις ει ο κρίνων αλλότριον οικέτην;». Και «μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε», «εν ω μέτρω μετρείτε, αντριμετρηθήσεται υμίν». Τότε, ο άνθρωπος με αυτογνωσία , εισερχόμενος στον ιερό χώρο του Ναού, μέλημά του είναι ανά πάσαν στιγμή πώς να αναφερθεί στον Θεό ταπεινοφρόνως ,τελωνικώς, πώς να πει μαζί με τον άσωτο , «ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου», πώς να πει «μνήσθητί μου , Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου». Αυτός που έχει αυτογνωσία, έχει αντιληφθεί τον σκοπό της ζωής και μοναδικό του μέλημα είναι ανά πάσαν στιγμή να αναφέρεται στον Θεό, στην Υπεραγία Θεοτόκο και στους αγίους να δείξουν ευσπλαχνία.
Η Υπεραγία Θεοτόκος, η μητέρα όλων των χριστιανών και μητέρα του Υιού και Λόγου του Θεού στέκεται με καλωσύνη, με αγάπη και ακούει τις προσευχές όλων μας και δίδει στον καθένα το δώρημα προς το συμφέρον της αιτήσεως. Είναι ανάγκη, αγαπητοί μου αδελφοί, πρώτα εγώ και μετά εσείς, συχνά-πυκνά, να στρέφουμε το βλέμμα μας , να μην εξαπατώμεθα από τις εξωτερικές αμαρτίες των άλλων ανθρώπων και επαναπαυόμεθα.
Αλλά να τοποθετούμε τον εαυτό μας απέναντι στην Αγία Γραφή, απέναντι στον τέλειο νόμο της Καινής Διαθήκης, να τον τοποθετούμε απέναντι στον ίδιο τον Χριστό μας και κάθε στιγμή που περνάει να την εκμεταλλευόμεθα για την σωτηρία της ψυχής μας, προς μετάνοια και συντριβή, ν’ απευθυνόμεθα με πολύ πόνο στον Κύριό μας για το κατάντημα της ψυχής μας.
Γιατί αν ο Θεός επιτρέψει να φύγουμε απ’ αυτήν την ζωή, ποια θα είναι η απολογία μας , ποιες θα είναι οι δικαιολογίες μας; Αυτή η στιγμή μας ανήκει. Ας σταματήσουμε λοιπόν, να εθελοτυφλούμε , να εγκαταλείπουμε την ψυχή μας, ας σταματήσουμε να ασχολούμεθα με πολλά, «ενός έστι χρεία». Η αυτογνωσία, η μετάνοια, η συντριβή.
Κι όταν αισθανθούμε αυτήν την συντριβή μέσα μας απευθυνόμενοι προς την Υπεραγία Θεοτόκο, θα της λέμε κι εκείνη θα μας ακούει: «Σπλαχνίσθητι επ’ εμοί τω αμαρτωλώ και ασώτω».
Πηγή: “Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ” Πρωτοπρεσβύτερος π. Θωμάς Παπαδόπουλος. Ομιλίες στους Χαιρετισμούς-στις Παρακλήσεις και στους βασικούς σταθμούς της επί γης ζωής της Υπεραγίας Θεοτόκου

Αυτογνωσία: η οδυνηρή αλλά σωτήρια συνάντηση με τον εαυτό μας


IMG_5909
Ερμηνεύοντας την παραβολή του ασώτου υιού ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου κ. Δαμασκηνός, ιερουργών στον Ιερό Ενοριακό Ναό Αγίου Γεωργίου της παραμεθορίου κωμοπόλεως των Καστανεών, την Κυριακή 16 του μηνός Φεβρουαρίου ε.ε., μεταξύ άλλων, ετόνισε· «Θα ήταν περιττό να πούμε ότι στη θέση του ασώτου υιού ευρισκόμεθα όλοι εμείς, πού αχόρταγα δοκιμάζουμε τα στυφά ξυλοκέρατα της αμαρτίας. Γι αυτό ας προσπαθήσουμε να αποσπάσουμε και εμείς την απέραντη αγάπη του Θεού· να εκδηλωθεί η αγάπη Του ολοζώντανα στο πρόσωπο του καθενός μας. Αυτό που ζητά και περιμένει ο Χριστός είναι η μετάνοια. Η μετάνοια πού εκδηλώνεται σε δύο διαστάσεις, τις οποίες και θα μελετήσουμε στη σημερινή παραβολή.
»Η πρώτη, βασική προϋπόθεση είναι η αυτογνωσία: «εἰς ἑαυτόν δέ ἐλθών». Διότι ο άσωτος, όπως και κάθε αμαρτωλός, ζει έναν τραγικό διχασμό. Από τη μια μεριά είναι η αμαρτία με τ’ αμέτρητα θέλγητρά της και από την άλλη είναι η ψυχή με τούς αιώνιους ευγενείς οραματισμούς της· η ψυχή που διψάει για τον Ουρανό και που ο αμαρτωλός προσπαθεί να την ξεδιψάσει με τη λάσπη της γης. Το πρώτο που κάνει ο άνθρωπος πού μετανοεί είναι να συνειδητοποιήσει τις λανθασμένες επιλογές του. Να παραδεχθεί, χωρίς δικαιολογίες, ότι διάλεξε τον ολισθηρό δρόμο της παρεκτροπής και της απομάκρυνσης από το Θεό Πατέρα του. Είναι ανάγκη να εκτιμήσει και να αξιολογήσει ο πιστός τα δώρα πού έλαβε από Αυτόν· τα χαρίσματα, τις ευλογίες, τα προσόντα και τα ταλέντα με τα οποία τον προίκισε ο Κύριος, για να προσδιορίσει, αφενός τον υψηλό προορισμό του και αφετέρου να συνειδητοποιήσει το μέγεθος της παρέκκλισης από το δρόμο Του. «Εἰς ἑαυτόν ἐλθών» ο άνθρωπος, αποδεσμεύεται από τους περισπασμούς του περιβάλλοντος· διαγράφει και απομακρύνει από τη ζωή του όλα εκείνα πού τον αποσπούν από την αληθινή αξία του. Απομακρύνει εγκαίρως όλα όσα θίγουν την τιμή του, την αξιοπρέπειά του, τις αρχές της πίστεώς του, όσα τον ευτελίζουν και του κλέβουν την πνευματική περιουσία. Σταματά να τρέφεται με τα ξυλοκέρατα της αμαρτίας και πεινά και διψά για τον Ουράνιο Άρτο, για το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, που είναι η μόνη τροφή για την όντως ζωή…
»Η δεύτερη πρϋπόθεση είναι η επιστροφή, εδώ και τώρα, χωρίς αναβολή, χωρίς καθυστέρηση, χωρίς χρονοτριβή. «Ἀναστάς πορεύσομαι πρός τόν πατέρα μου». Αυτό είναι το δεύτερο βήμα της μετάνοιας. Η αμαρτία είναι πτώση, είναι λάσπη, είναι βούρκος, είναι χαμέρπεια, πού δυστυχώς όλοι μας έχουμε δοκιμάσει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να μείνουμε πεσμένοι. Υπάρχει ανάταξη, υπάρχει δυνατότητα απαλλαγής και στροφής προς τα πάνω. Το μόνο ζώο πού είναι καταδικασμένο να είναι πάντοτε πεσμένο είναι το σκουλήκι. Ο άνθρωπος όμως δεν είναι σκουλήκι. Ο άνθρωπος τα «ἄνω θρώσκει», όπως το λέει και το όνομά του, τα άνω θεωρεί και εις τα άνω στοχεύει. Ποτέ μην πέσουμε στην παγίδα της απελπισίας, ούτε στην παγίδα της συνήθειας. Όσες φορές και να αμαρτήσαμε, άλλες τόσες και μία παραπάνω ας μετανοήσουμε. Ο Πατέρας μας δεν κουράζεται να μας περιμένει. Δεν διστάζει να τρέξει και να μας αγκαλιάσει. Δεν φείδεται ουδενός, προκειμένου κάθε φορά που επιστρέφουμε κοντά Του να ετοιμάσει το τραπέζι της χαράς, να μας ντύσει με το καθαρό ένδυμα της αρετής και της θείας Χάριτος, να μας φορέσει το πολύτιμο δαχτυλίδι του αρραβώνος με την αιωνιότητα…
»Αυτή την ευλογημένη περίοδο του Τριωδίου, αγαπητοί,  ας μην την αφήσουμε ανεκμετάλλευτη. Μέσα στην ωραία ατμόσφαιρα των ακολουθιών και της νηστείας, πού θα ξεκινήσει σε λίγες εβδομάδες, ας κάνουμε την δική μας ενδοσκόπηση, ας παραδεχθούμε τα λάθη μας, ας οικτείρουμε την πτώση μας και ας επιστρέψουμε στο βασιλικό σπίτι της θεϊκής ευσπλαχνίας, πού είναι ο Ναός. Εκεί θα βρούμε τον πνευματικό, πού είναι ο ιατρός και οδηγός μας. Μαζί του ας κάνουμε την πορεία της επιστροφής προς την αγκαλιά του Κυρίου μας, ο Οποίος μας περιμένει με λαχτάρα σ’ αυτή τη ζωή, για να μας κρατήσει μέσα στην αγάπη Του, κοντά Του, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν».
Πρό του πέρατος της Θείας Λειτουργίας ο Σεβασμιώτατος εξέφρασε λόγους αγάπης προς τους κατοίκους της ακριτικής αυτής κωμόπολης  οι οποίοι, παρά τις δυσκολίες, με κάθε ευκαιρία εκφράζουν την ευλάβειά τους προς τον Χριστό και την Εκκλησία, κρατούν τις όμορφες οικογενειακές παραδόσεις τους και πάνω απ’ όλα με την ετοιμότητά τους και με το γενναίο φρόνημά τους είναι έτοιμοι να υπερασπιστούν την Πατρίδα μας.
Την Θεία Λειτουργία παρηκολούθησαν, εκ μέρους του Δημάρχου Ορεστιάδος, ο Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας Σταύρος Τζιαμαλίδης, ο Προϊστάμενος του Τελωνειακού Σταθμού Καστανεών Αριστείδης Ζίζικας και πολυπληθές εκκλησίασμα.

(Από το βιβλίο του π. Ευσεβίου Βίττη Αγάπη και αυτογνωσία




Ασφαλώς, ως αγωνιζόμενοι χριστιανοί, νιώθουμε μέσα μας τη λαχτάρα για αγάπη προς τους άλλους. Ασφαλώς μας συγκινεί η σκέψη να αγαπούμε τον ένα όπως όλους μαζί και όλους όπως τον ένα. Μεγάλος αυτός ο πόθος, αν υπάρχει μέσα μας, και ίσως είναι το πιο μεγάλο επιδιωκτέο τέλος. Όμως δεν πρέπει να λησμονούμε την πραγματικότητά μας, ποιοι ακριβώς είμαστε, ποια είναι η φυσική μας κατάσταση, προτού επιχειρηθεί η εν Χριστώ μεταμόρφωσή μας στο καμίνι της αγάπης για τον ίδιο και διά μέσου Αυτού για τους αδελφούς μας συνανθρώπους.

Συχνά μιλώντας για αγάπη λησμονούμε το έδαφος, στο οποίο αυτή φυτρώνει. Γι’ αυτό συμβαίνει τούτο το παράδοξο, ενώ ο πόθος μας για αγάπη μπορεί να είναι πολύ μεγάλος, όμως ο τόπος, όπου πρέπει να αναπτυχθεί, η καρδιά μας δηλαδή, που την πλημμυρίζει αυτός ο πόθος, συμβαίνει να είναι εντελώς ακατάλληλος για ένα τέτοιο ουράνιο φυτό. Με τον τρόπο αυτό, μπορεί να «ωδίνει όρος και να τίκτει μυν», να παρουσιάζεται δηλαδή μια πολύ μεγάλη δυσαναλογία ανάμεσα σ’ αυτό, που ποθούμε και σε αυτό, που θέλουμε να πραγματοποιήσουμε. Πρώτιστο έργο μας με άλλα λόγια είναι, προκειμένου να εξασκήσουμε έργο αληθινό αγάπης, να αναγνωρίσουμε και να συνειδητοποιήσουμε την πνευματική μας ποιότητα, ποιοι δηλαδή είμαστε στην πραγματικότητα.

Η αληθινή γνώση του εαυτού μας και η ειλικρίνεια έναντί του θα μας πείσει, ότι βασικά έχουμε μια σχεδόν ακατανίκητη τάση να αναζητούμε φανερά ή όχι, συνειδητά ή όχι, θεληματικά ή όχι, τον ίδιο τον εαυτό μας διά μέσου της αγάπης προς τους άλλους. Μπορεί να αναζητούμε μόνο τη δική μας συναισθηματική ευφορία και μια συγκινησιακή έκταση, μια ευχαρίστηση προσωπική μέσω της αγάπης, πράγμα που άλλοι θα επεδίωκαν με άλλα μέσα. Και το ερώτημα είναι: κάνουμε τα έργα της αγάπης και γενικά αγαπούμε, για να ικανοποιούμε τον εαυτό μας με το ευάρεστο συναίσθημα, που αυτή δημιουργεί, και αυτό θέλουμε μόνο, και όχι τη χαρά και την ευτυχία του άλλου; Και μπορεί έτσι να κάνουμε το έργο της αγάπης π.χ. μόνο για να ακούμε ευχαριστίες, για να μας αναγνωρίζουν ως ευεργέτες, για να κάνουν λόγο για μας, και από την άλλη να αποφεύγουμε δύσκολες περιπτώσεις αγάπης και κόπους και θυσίες, που δεν πρόκειται να αναγνωρισθούν. Γι’ αυτό πρέπει να μάθουμε και να κάνουμε φρόνημά μας, πως το κύριο χαρακτηριστικό της αγάπης είναι η αυτολησμοσύνη και το «μη ζητείν τα εαυτής». Γι’ αυτό άλλωστε συνιστά ο Κύριος το «μη γνώτω η αριστερά (μας) τι ποιεί η δεξιά» μας και την όσο γίνεται με περισσότερη επιμέλεια «εν τω κρυπτώ» διενέργειά της.

(Από το βιβλίο του π. Ευσεβίου Βίττη «Εμείς και η αγάπη μας» των εκδόσεων «Ορθόδοξος Κυψέλη»)

Ταυτίζεται η αυτογνωσία με την θεογνωσία; Τι λένε οι άγιοι Πατέρες;




1ο Μέρος

Πολλές φορές ακούμε και διαβάζουμε ότι αν θέλεις να βρεις τον Θεό, αρκεί να γνωρίσεις τον εαυτό σου. Δηλαδή, η γνώση του εαυτού μας (η αυτογνωσία) ταυτίζεται με την γνώση του Θείου (την θεογνωσία). Από Ορθόδοξης πλευράς, αυτό είναι πλάνη. Και ο λόγος είναι πολύ απλός· στην Ορθόδοξη θεολογία έχουμε διάκριση μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Αυτή η διάκριση δεν είναι βάση της φιλοσοφίας, αλλά βάση της εμπειρίας της θεώσεως των αγίων. Το κτιστό και το άκτιστο είναι μεταξύ τους ανόμοια. Δεν υπάρχει καμία ομοιότητα, και είναι μεταξύ τους άσχετα ως προς την ουσία.



Η θέση της Ορθόδοξης Πίστης σχετικά, συνοψίζεται ως εξής από τον μεγάλο θεολόγο και δογματολόγο, π. Ι. Ρωμανίδη « [..] το βασικό κατηγόρημα, το βασικό δόγμα, της Χριστιανικής θεολογίας είναι η σαφής διάκρισις μεταξύ κτιστού και ακτίστου, καθώς και το ότι μεταξύ κτιστού και ακτίστου δεν υπάρχει καμία ομοιότης» [1].

Βέβαια, η αυτογνωσία είναι πάρα πολύ σπουδαίο πράγμα για την ζωή μας, διότι αποτελεί μια πρώτη βαθμίδα, και αποκτάται με την συνέργεια του ανθρώπου και της Χάριτος του Θεού. Οι άγιοι Πατέρες έχουν μιλήσει σε πολλά σημεία μέσα στα συγγράμματά τους για την αυτογνωσία. Η θεογνωσία όμως είναι κάτι άλλο, που δίδεται ως δώρο του ίδιου του Θεού, και που δεν θα έχει τέλος όπως και ο Θεός δεν έχει τέλος. Η θεογνωσία δεν έγκειται στην γνώση της ουσίας του Θεού, διότι αυτή είναι αμέθεκτη, αλλά στην πνευματική γνώση που λαμβάνουν όσοι μετέχουν στις άκτιστες θείες ενέργειες που απορρέουν από την Θεία φύση. Αυτοί καθίστανται θεόπνευστοι. Όσοι ταυτίζουν την αυτογνωσία με την θεογνωσία, όχι μόνο δεν κάνουν την εμπειρική Πατερική διάκριση κτιστού και ακτίστου, αλλά ίσως και να ταυτίζουν τον κόσμο με τον θεό (πχ όταν νοούν το θείο ως «συμπαντική συνείδηση», ή «το σύνολο των φυσικών νόμων» κλπ), κάτι που οδηγεί αναπόφευκτα στην ειδωλολατρία.

Μέσα στην κτίση υπάρχουν «αντανακλάσεις» του Θεού (οι οποίες δεν είναι ούτε η ουσία ούτε η ενέργεια του Θεού, αλλά το αποτέλεσμα των ακτίστων ενεργειών που είναι τα κτίσματα), όχι όμως ο ίδιος ο Θεός. Για παράδειγμα, παρατηρώντας κανείς τον τρόπο που η μέλισσα δομεί τέλεια και τετραγωνικά την κυψέλη, καταλαβαίνει ότι ο Δημιουργός έδωσε την συγκεκριμένη σοφία. Όταν λοιπόν κανείς εκλαμβάνει τις «αντανακλάσεις» αυτές ως «θεό», πλανάται. Είναι σαν να βλέπουμε τον εαυτό μας στον καθρέπτη. Αυτό που βλέπουμε, δεν είναι η ουσία μας αλλά το είδωλό μας. Έτσι, ο άνθρωπος πλανήθηκε και ταύτισε την κτίση με τον Θεό, ακόμα και τον εαυτό του ως μέρος της ουσίας της θείας πραγματικότητας. Ταυτίζοντας τον Θεό με την κτίση, ταύτισε με τον Θεό τις αντανακλάσεις- τα είδωλα- συνεπώς έγινε ειδωλολάτρης.

Συνήθως όσοι υποστηρίζουν αυτές τις θέσεις, πιστεύουν ότι η κίνηση είναι «κυκλική». Ο κόσμος απορρέει από το απρόσωπο θείο και αυτονομείται (εξέλιξη), και έπειτα επανέρχεται εκεί από όπου ξεκίνησε (ανέλιξη). Αυτή η κίνηση είναι αιώνια, και όσον αφορά τον άνθρωπο, η επαναφορά γίνεται δια της «μετενσαρκώσεως». Συνεπώς, κατ’ αυτούς, αν θέλεις να γνωρίσεις την θεία πραγματικότητα, απλά κοίταξε μέσα σου.

Εάν όμως είναι έτσι, τότε δύο τινά μπορεί να ισχύουν· είτε υπάρχουν πολλές «θείες αλήθειες» εφόσον έχουμε μοναδικές, και διαφορετικές προσωπικότητες, είτε η «θεία αλήθεια» είναι μια, άρα δεν έχουμε μοναδική προσωπικότητα εφόσον είμαστε μέρος αυτής της μιας «συμπαντικής» και απρόσωπης δύναμης. Και στις δύο περιπτώσεις, καταργείται το πρόσωπο (του Θεού και του ανθρώπου), το οποίο –όπως αναφέρει ο καθηγητής Ν. Ματσούκας βάση της Ορθόδοξης Παράδοσης- «[..] δεν είναι απλώς και μόνο η ετερότητα, αλλά κυρίως η ανεπανάληπτη ιδιαιτερότητα» [2].

Αυτά τα συναντούμε κυρίως στις Ανατολικές θρησκείες και φιλοσοφίες, στον αρχαίο Γνωστικισμό (που προσέλαβε στοιχεία διαφόρων παραδόσεων), στα διάφορα αποκρυφιστικά ρεύματα, στον Ερμητισμό, στην μασονία (που είναι μετεξέλιξη του Γνωστικισμού), στις σύγχρονες Γνωστικές κινήσεις, στην Θεοσοφία, στην Ανθρωποσοφία, κλπ. Αντιθέτως, όπως υπογραμμίζει ο π. Α. Αλεβιζόπουλος, «Η Χριστιανική Πίστη δεν συμβιβάζεται με πανθεϊστικές ή ινδουιστικές ερμηνείες του κόσμου, γιατί αρνείται οποιαδήποτε οντολογική σχέση του κόσμου με τον Θεό. Η ουσία του κόσμου είναι κτιστή και όχι άκτιστη και επομένως τα όντα δεν είναι ξεπεσμένα κομμάτια του Θεού» [3].

Ωστόσο, οι σχέσεις του Θεού με την κτίση είναι κατ’ Ενέργεια. Μόνο δια της μεθέξεως στις άκτιστες ενέργειες του Θεού, ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει περί του Θεού, χωρίς ποτέ να φτάσει στην γνώση της Θείας Ουσίας Του.



Μόνο κατά την Ενανθρώπιση του Θεού Λόγου έχουμε ένωση κτιστού και ακτίστου κατ’ ουσία. Αυτό όμως είναι ένα γεγονός μοναδικό και ανεπανάληπτο. «Μετά όμως την Ενσάρκωση του Θεού Λόγου, μέσω και λόγω της Ενσαρκώσεως, έχομε προσωπικές σχέσεις με τον Θεόν. Με τον Θεόν όμως ως Θεάνθρωπον (ως Υιόν Θεού και υιόν ανθρώπου). Επειδή ο Θεός έγινε άνθρωπος. Που σημαίνει ότι η Ενσάρκωσης επέφερε μία ειδική σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπων, μεταξύ του Χριστού και των ανθρώπων [..]» [4].

Σε αυτό το πρώτο μέρος, θα παραθέσουμε επιλεκτικά χωρία από Πατέρες των τριών πρώτων αιώνων, τα οποία έχουν σχέση με την θεογνωσία.



Άγιος Ειρηναίος της Λυών, «Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδωνύμου Γνώσεως», βιβλίο Δ:

«Εδίδαξεν ημάς ο Κύριος, ότι Θεόν ειδέναι ουδείς δύναται, μη ουχί Θεού δοξάζοντος, τουτέστιν, άνευ Θεού μη γινώσκεσθαι τον Θεόν· αυτό δε το γινώσκεσθαι τον Θεόν, θέλημα είναι του Πατρός. Γνώσονται και αυτόν, οις αν αποκαλύψη ο Υιός» [5].

Σχόλιο: Σε αυτό το πολύ σπουδαίο χωρίο, ο άγιος Ειρηναίος συνδέει την θεογνωσία (την αποκάλυψη) με τον δοξασμό (δηλ. τον φωτισμό), που γίνεται δια της μεθέξεως στις άκτιστες ενέργειες του Θεού, και είναι η όραση του Υιού εν δόξει.



Άγιος Ιππόλυτος, «Αποσπάσματα Εις τας Παροιμίας του Σολομώντα»:

«[..] αι δε αρεταί εφ’ ημίν, χάρακες άρα είεν αι αρεταί, αι υψούσαι την γνώσιν του Θεού, οίον άσκησις, μελέτη [..]» [6].

Σχόλιο: Ο άγιος Ιππόλυτος συνδέει την γνώση του Θεού με τις αρετές, η κατάκτηση των οποίων χρειάζεται άσκηση και μελέτη. Φυσικά, αναφέρεται στην κάθαρση που προηγείται του φωτισμού, και αποτελεί το πρώτο στάδιο φανερώσεως της αλήθειας. Ο π. Α. Αλεβιζόπουλος γράφει: «Προϋπόθεση για την κάθαρση του ανθρώπου είναι ο αγώνας εναντίων των παθών. Όποιος πραγματικά αγαπά τον Θεό, δεν υποδουλώνεται σε τίποτε άλλο και αγωνίζεται εναντίων των παθών. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος να οδηγηθεί κανείς στην κάθαρση. Η υποδούλωση στα πάθη απομακρύνει από τον Θεό» [7].



Στα ίδια πλαίσια κινείται και ο Θεόφιλος Αντιοχείας, ο οποίος γράφει τα εξής στο «Πρώτο βιβλίο προς τον Αυτόλυκο»:

«Βλέπεται γαρ θεός τοις δυναμένοις αυτόν οράν, έπαν έχωσι τους οφθαλμούς ανεωγμένους της ψυχής. Πάντες μεν γαρ έχουσι τους οφθαλμούς, αλλά ένιοι υποκεχυμένους και μη βλέποντας το φως του ηλίου [..] Ούτως και συ, ω άνθρωπε, έχεις υποκεχυμένους τους οφθαλμούς της ψυχής σου υπό των αμαρτημάτων και των πράξεών σου των πονηρών. [..] όταν η αμαρτία εν τω ανθρώπω, ου δύναται ο τοιούτος άνθρωπος θεωρείν τον θεόν» [8].

Σχόλιο: Ο Θεόφιλος συνδέει την θεογνωσία (αυτόν οράν) με την κάθαρση. Τα άρρωστα μάτια δεν μπορούν να δουν τις ηλιακές ακτίνες.



Άγιος Ιουστίνος ο Μάρτυρας:

Ο άγιος Ιουστίνος, στο έργο του «Διάλογος προς Τρύφωνα τον Ιουδαίο», αναφέρει την συνάντηση που είχε πριν γίνει Χριστιανός, με κάποιον άλλο γέροντα Χριστιανό. Στον μεταξύ τους διάλογο, ο Ιουστίνος (που τότε ανήκε στον μέσο Πλατωνισμό και πίστευε ότι σε λίγο θα έβλεπε δια του νου του τον Θεό μέσω άσκησης και κάθαρσης), διαπίστωσε την διαφορά ανάμεσα στον ανθρώπινο νου και στον Θεό. Ότι δεν θα μπορούσε ο νους του ανθρώπου να «δει» τον Θεό μέσω της αυτογνωσίας, ούτε μέσω της κάθαρσης, αλλά δια του δοξασμού που δίνει η άκτιστη χάρη του Θεού, όπως συνέβη και με τους Προφήτες.

«Ποια λοιπόν, έλεγε, είναι η συγγένειά μας προς τον Θεό; Ή είναι και η ψυχή θεία και αθάνατος και μέρος εκείνου του ίδιου του βασιλικού νοός; Όπως εκείνος βλέπει τον Θεό, έτσι και σε μας είναι εφικτό να συλλάβουμε το θείο με τον νου μας και να ευδαιμονούμε ήδη από εδώ; Βεβαιότατα, είπα» [9].

Εν τέλει, ο Ιουστίνος πείθεται ότι για να δει κανείς τον Θεό, πρέπει να φωτιστεί από αυτόν, όπως ακριβώς συνέβη με τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτοί, δεν «είδαν» τον Θεό επειδή ήταν οι εξυπνότεροι και οι πιο ικανοί, αλλά επειδή έλαβαν τον δοξασμό από τον Θεό.

«Εις εμέ ευθύς αμέσως άναψε πυρ εις την ψυχή και με κατέχει έρως για τους Προφήτες και τους άνδρες εκείνους, οι οποίοι είναι φίλοι του Χριστού· διαλογιζόμενος καθ’ εαυτόν τους λόγους του, έβρισκα ότι μόνο αυτή είναι αληθινή και ωφέλιμη φιλοσοφία» [10].

«Η Παράδοσις της Εκκλησίας παραμένει αναλλοίωτη δια μέσου των αιώνων, όσον αφορά στην αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο. Και τούτο, διότι η αποκάλυψις του Θεού στον άνθρωπο είναι η ίδια δια μέσου των αιώνων. Ήτο και είναι πάντα η ίδια, σε όλους τους θεούμενους από την εποχή του Αδάμ μέχρι τώρα. Όλοι οι θεούμενοι (Προφήτες, Απόστολοι, Άγιοι), δέχονται την ίδια εμπειρία εν Αγίω Πνεύματι κατά την θέωσι, όταν δηλαδή τους αποκαλύπτεται ο Χριστός. Η μόνη διαφορά σε αυτήν την εμπειρία είναι ότι στην Παλαιά Διαθήκη ο Χριστός αποκαλύπτεται άσαρκος, ως ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος, ενώ στην Καινή Διαθήκη, όπου μεσολαβεί η Ενσάρκωσης του Λόγου στο πρόσωπο του Χριστού, ο Χριστός αποκαλύπτεται με την δεδοξασμένη Του ανθρωπίνη φύση, κατά ανάλογο τρόπο με εκείνον που αποκαλύφθηκε στο όρος Θαβώρ στους τρεις Αποστόλους. Αυτά σημαίνουν ότι στην Ορθόδοξη Θεολογία η γνώσις περί του Θεού απλώς επιβεβαιώνεται επανα-αποκαλυπτομένη στους θεουμένους της κάθε εποχής. Η γνώσις αυτή, η αποκάλυψις του Θεού στον άνθρωπο, είναι πάντα της αυτής φύσεως, έχει όμως διαβαθμίσεις, δηλαδή διαφορετικό βαθμό πληρότητος στον κάθε θεούμενο. Όταν ο Θεός αποκαλύπτεται σε έναν άνθρωπο, αποκαλύπτεται στο μέτρο που ο Θεός θέλει και που ο συγκεκριμένος άνθρωπος μπορεί να δεχθή, να χωρέση, την αποκάλυψη του Θεού. Ο μέγιστος βαθμός αποκαλύψεως του Θεού στον άνθρωπο είναι εκείνος της Πεντηκοστής. Τότε το Πνεύμα το Άγιον ωδήγησε τους Αποστόλους «εις πάσαν την αλήθειαν» [11].


Μέρος 2ο

Σε αυτό το δεύτερο μέρος (το πρώτο μπορείτε να το δείτε εδώ), θα παραθέσουμε αποσπάσματα από ορισμένους αγίους Πατέρες του 4ου αιώνα. Επειδή είναι πάρα πολλά, κάναμε επιλογή τόσο στα κείμενα όσο και στους Πατέρες, παραλείποντας πάρα πολλά από τον τεράστιο πνευματικό πλούτο που μας άφησαν. Χάριν συντομίας λοιπόν, αναφέρουμε ενδεικτικά κάποια στοιχεία, που αφορούν τόσο το θέμα της αυτογνωσίας όσο και της θεογνωσίας.



Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, Κατήχηση 16η, Περί του Αγίου Πνεύματος:

«Όπως ακριβώς, όταν κάποιος βρίσκεται προηγουμένως στο σκοτάδι, ξαφνικά, μόλις δει τον ήλιο, φωτίζονται τα σωματικά του μάτια και βλέπει εκείνα που πριν δεν τα έβλεπε καθαρά, έτσι και αυτός που αξιώνεται να λάβει το Άγιο Πνεύμα, φωτίζεται στην ψυχή και βλέπει πράγματα που ξεπερνούν τα ανθρώπινα μέτρα, τα οποία δεν τα είχε γνωρίσει πριν. Το σώμα του είναι στην γη και η ψυχή του σαν μέσα από κάποιο καθρέπτη βλέπει τους ουρανούς» [12].

Σχόλιο: Η θεογνωσία συνδέεται με την λήψη και την πλήρωση του Αγίου Πνεύματος.



Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ομιλία 75η «Εις το Κατά Ιωάννη»:

«Γιατί λέει, ‘’Τότε θα γνωρίσετε’’; Διότι τότε είδαν αυτόν αναστάντα και συναναστρεφόμενο αυτούς, τότε γνώρισαν την ορθή πίστη· διότι ήταν μεγάλη η δύναμη του Πνεύματος, που όλα τους τα δίδασκε. ‘’Εκείνος που έχει εις το νου του τις εντολές μου και φυλάσσει αυτές, εκείνος είναι που με αγαπά’’, διότι δεν αρκεί μόνο να τις έχει, αλλά χρειάζεται και ακριβής φύλαξη αυτών» [13].

Σχόλιο: Ο ιερός Χρυσόστομος αναφέρεται στο χωρίο κατά το οποίο λέει ο Χριστός στους αποστόλους: «Εάν με αγαπάτε, τας εντολάς μου φυλάξατε. Και εγώ θέλω παρακαλέσει τον Πατέρα, και θέλει σας δώσει άλλον Παράκλητον, διά να μένη μεθ' υμών εις τον αιώνα, το Πνεύμα της αληθείας, το οποίον ο κόσμος δεν δύναται να λάβη, διότι δεν βλέπει αυτό ουδέ γνωρίζει αυτό· σεις όμως γνωρίζετε αυτό, διότι μένει μεθ' υμών και εν υμίν θέλει είσθαι. Δεν θέλω σας αφήσει ορφανούς· έρχομαι προς εσάς. Έτι ολίγον και ο κόσμος πλέον δεν με βλέπει, σεις όμως με βλέπετε, διότι εγώ ζω και σεις θέλετε ζη. Εν εκείνη τη ημέρα σεις θέλετε γνωρίσει, ότι εγώ είμαι εν τω Πατρί μου και σεις εν εμοί και εγώ εν υμίν. Ο έχων τας εντολάς μου και φυλάττων αυτάς, εκείνος είναι ο αγαπών με· ο δε αγαπών με θέλει αγαπηθή υπό του Πατρός μου, και εγώ θέλω αγαπήσει αυτόν και θέλω φανερώσει εμαυτόν εις αυτόν» (Κατά Ιωάννη, 14:15-21). Η πνευματική γνώση, που παρουσιάζεται ως αποκάλυψη, σχετίζεται με την τήρηση των εντολών του Χριστού (μέσα από τις οποίες γνωρίζουμε τον εαυτό μας και οδηγούμαστε στην εν μετανοία ζωή- αυτογνωσία), και με το Άγιο Πνεύμα που δίνει τον φωτισμό ως δώρο.



Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «Εις τα Άγια Φώτα»:

«Αρχή της σοφίας, λέγει, είναι το να αποκτήσεις σοφία. Τι λέει ως αρχή της σοφίας; Τον φόβο. Διότι δεν πρέπει να καταλήγουμε στο φόβο, ενώ έχουμε αρχίσει από την φιλοσοφική θεώρηση (διότι η χωρίς φραγμούς φιλοσοφική θεώρηση θα μπορούσε να μας σπρώξει γρήγορα προς τον κρημνό), αλλά να σηκωνόμαστε υψηλότερα, αφού θα έχουμε διαπαιδαγωγηθεί και καθαρισθεί και, για να το πω κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα έχουμε γίνει πιο λεπτοί από τον φόβο. Διότι όπου υπάρχει φόβος, εκεί υπάρχει και τήρηση των εντολών, εκεί γίνεται και κάθαρση της σαρκός, του νέφους αυτού  το οποίο εμποδίζει την ψυχή και δεν την αφήνει να δει καθαρά την θεία ακτίνα. Όπου υπάρχει κάθαρση, εκεί υπάρχει και θείος φωτισμός. Ο θείος φωτισμός είναι η εκπλήρωση του πόθου εκείνων οι οποίοι επιδιώκουν να πλησιάσουν τα μέγιστα ή το μέγιστο, ή κάτι παραπάνω από μεγάλο. Για αυτό πρέπει πρώτα να καθαρίσει κανείς τον εαυτό του και έπειτα να πλησιάσει και να συναναστραφεί τον καθαρό [..] Διότι ο ίδιος Λόγος είναι και φοβερός εξ αιτίας της φύσεώς του, για εκείνους οι οποίοι δεν είναι άξιοι και ικανός, εξ αιτίας της αγάπης του προς τον άνθρωπο, να εισέλθει εις εκείνους οι οποίοι έχουν προετοιμασθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο και εις όσους, αφού έχουν εκδιώξει το ακάθαρτο και υλικό πνεύμα των ψυχών, καθάρισαν τις ψυχές τους και τις στόλισαν με την καθαρή γνώση, την οποία δεν άφησαν ούτε αργή ούτε άπρακτη [..] εις εκείνους οι οποίοι, εκτός από το να αποφεύγουν την κακία εργάζονται την αρετή, αφού έβαλαν μέσα τους όσο περισσότερο μπορούσαν ολόκληρο τον Χριστό, με τρόπο ώστε να μην βρει  η πονηρή δύναμη κανένα κενό για να εισέλθει και να τα συμπληρώσει, και να γίνουν τα τελευταία χειρότερα από τα πρώτα, λόγω του ότι η επίθεση είναι πιο ισχυρή και η φρουρά πιο ασφαλής και δυσκολοκυρίευτη. Όταν θα φυλάξουμε πολύ προσεκτικά την ψυχή μας και ετοιμάσουμε την καρδιά μας για πνευματικές αναβάσεις, και ετοιμάσουμε εις τους εαυτούς μας πρωτοκαλλιέργητα χωράφια, και σπείρουμε καρπό δικαιοσύνης, όπως λέει ο Σολομών και ο Δαβίδ και ο Ιερεμίας, ας προσφέρουμε εις τους εαυτούς μας το φως της γνώσεως. Και έτσι θα κηρύξουμε την σοφία του Θεού  την αποκεκρυμμένη ‘’εν μυστηρίω’’, και ας γινόμαστε φως για τους άλλους» [14].

Σχόλιο: Βλέπουμε και πάλι την σύνδεση της θεογνωσίας με την κάθαρση. Δηλαδή, η τήρηση (εργασία) των εντολών του Θεού πηγάζει από τον βαθύ σεβασμό προς τον Θεό, και οδηγεί στον θείο φωτισμό (που σημαίνει ότι έχουμε επέμβαση του Θεού και όχι ότι έρχεται αυτόματα ο φωτισμός). Η κάθαρση δεν είναι κάτι το στατικό, αλλά έγκειται στην μύηση της εν Χριστώ ζωής (όχι στην ηθικολογία και στον πουριτανισμό), που περιλαμβάνει εσωτερική ετοιμασία για πνευματικές αναβάσεις, που είναι τα στάδια και οι βαθμοί της κάθαρσης, προκειμένου η θεία χάρη να φωτίσει τον πιστό. Συνεπώς, δεν θα πρέπει να παίρνει κανείς επιπόλαια τα πράγματα και να παρασύρεται από την ψευδώνυμη γνώση. 



Μέγας Αθανάσιος, «Λόγος Κατά Ειδώλων»:

«Διότι, ο δημιουργός και βασιλέας του κόσμου Θεός, που είναι πάνω από κάθε ανθρώπινη ύπαρξη και νόηση, επειδή είναι αγαθός και υπέρκαλλος, δημιούργησε τον άνθρωπο όμοιο με τη δική του εικόνα. Τον δημιούργησε ο ίδιος ο Υιος του Θεού και Λόγος, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Κατασκεύασε τον άνθρωπο όμοιο με τον εαυτό Του, να μπορεί να μελετά και να γνωρίζει όλα τα δημιουργήματα. Τον προίκισε με τη δυνατότητα να γνωρίζει την αϊδιότητα του Θεού. Έτσι, διατηρεί την ομοιότητα με το Θεό και ποτέ δεν ξεφεύγει από την ορθή αντίληψη για Εκείνον. Έχοντας ο άνθρωπος τη Χάρη του Θεού, δεν διακόπτει την κοινωνία με τους Αγίους. Με τη δύναμη του Θεού ο άνθρωπος χαίρεται να συνομιλεί με το Θεό. Ζει την ανώδυνη και ευτυχισμένη ζωή που δεν γνωρίζει θάνατο. Τίποτε δεν τον εμποδίζει στη γνώση του Θεού. Ανάλογα με τη καθαρότητά του βλέπει την εικόνα του Θεού Πατέρα, δηλαδή τον Υιό Λόγο, τον οποίο και εικονίζει. Μένει κατάπληκτος από τη πρόνοια του Θεού για τον κόσμο. Ο κατ' εικόνα Θεού άνθρωπος ξεπερνά κάθε τι το αισθητό, ακόμη και το ίδιο του το σώμα, και ενώνεται νοητά με τα ουράνια θεία ενεργήματα. Όταν ο ανθρώπινος νους ξεφύγει από τα αισθητά και δεν επιθυμεί τίποτε απ' αυτά τα γήϊνα, τότε υπερβαίνει τον εαυτό του και βρίσκεται στην αρχική κατάσταση της δημιουργίας πριν την πτώση. Υπερβαίνει κάθε τι το ανθρώπινο και αισθητό, μεταρσιώνεται και βλέπει τον Υιό Λόγο και μαζί και τον Πατέρα Του Χαίρεται σ' αυτή τη θεοπτία και ανανεώνεται μέσα του ο θείος πόθος» [15].

Σχόλιο: Κατά τον Μ. Αθανάσιο, είναι δώρο του Θεού η δυνατότητα του ανθρώπου να γνωρίζει μελετώντας τον κτιστό κόσμο. Είναι δυνατότητα που υπάρχει στο «κατ’ εικόνα». Αλλά και περί της θεογνωσίας, δια της άκτιστης χάρης του Θεού και ανάλογα με τον βαθμό καθάρσεως. Είναι ολοφάνερο από το απόσπασμα, ότι η αυτογνωσία δεν είναι το ίδιο πράγμα με την θεογνωσία. Διότι, και τα δύο είναι δώρα του Θεού μεν, με την δυνατότητα αυτογνωσίας να είναι δεδομένη και να χρειάζεται την μελέτη του ανθρώπου, αλλά η δυνατότητα θεογνωσίας έχει άμεση σχέση με την όραση του ίδιου του Υιού εν δόξη. Είναι αποκάλυψη που έρχεται «από έξω», και όχι ανακάλυψη που έρχεται «από μέσα».



Μ. Βασίλειος

«Οικείωσις δε Πνεύματος προς ψυχήν ουχ ο δια τόπου προσεγγισμός [..] αλλά ο χωρισμός των παθών άπερ από της προς την σάρκα φιλίας ύστερον επιγινόμενα τη ψυχή, της από του Θεού οικειότητος ηλλοτρίωσε. Καθαρθέντα δη ουν από του αίσχους, ο ανεμάξατο δια της κακίας, και προς το εκ φύσεως κάλλος επανελθόντα και οίον εικόνι βασιλικί την αρχαίαν μορφήν δια καθαρότητος αποδόντα, ούτως εστί μόνως προσεγγίσαι τω Παρακλήτω. Ο δε, ώσπερ ήλιος, κεκαθαρμένον όμμα παραλάβων, δείξει σοι εν εαυτώ την εικόνα του αοράτου. Εν δε τω μακαρίω της εικόνος θεάματι το άρρητον όψει του αρχέτυπου κάλλος. Του τοις από πάσης κηλίδος κεκαθαρμένοις ελλάμπον, τη προς εαυτώ κοινωνία πνευματικούς αποδείκνυσι. Και ώσπερ τα λαμπρά και διαφανή των σωμάτων, ακτίνος εαυτοίς εμπεσούσης, αυτά τε γίνεται περιλαμπή και ετέραν αυγήν αφ’ εαυτών αποστίλβει. Ούτως αι πνευματοφόροι ψυχαί, ελλαμφθείσαι παρά του Πνεύματος, αυταί τε αποτελούνται πνευματικαί και εις ετέρους την χάριν εξαποστέλλουσιν» [16].

Σχόλιο: Επανάληψη όσων έχουμε πει ως τώρα. Ο θείος φωτισμός της θεογνωσίας έχει άμεση σχέση με την κάθαρση από τα ποικίλα πάθη. Όταν αυτά καθαριστούν, τότε επανέρχεται το αρχαίο κάλλος, καθαρίζεται και φαίνεται η βασιλική εικόνα που έχουμε μέσα μας ως δώρο του Θεού, αλλά που εξ αιτίας της πτώσεως έχει μουτζουρωθεί. Τότε φωτίζεται ο άνθρωπος και μετέχει των θείων ενεργειών, και καθίσταται πνευματοφόρος. Ο Τριαδικός Θεός, αμέθεκτος και άγνωστος ως προς την ουσία, γίνεται προσιτός και μεθεκτός δια των ακτίστων ενεργειών. Υψηλές καταστάσεις που φανερώνουν την Βασιλεία που είναι η ίδια η όραση της δόξας του Τριαδικού Θεού, μικρή γεύση των οποίων λαμβάνει κανείς ήδη από τώρα. Και όλα αυτά, χάριν στην ενανθρώπιση του Θεού Λόγου, που άνοιξε την οδό για την κατά χάρη ένωση του Θεού με τον άνθρωπο, και την επαναφορά στο «καθ’ ομοίωση».



Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, «Πνευματικές ομιλίες»:

«Και όπως ακριβώς εκεί στην πλάνη ο τέλειος άνθρωπος ντύθηκε τον παλαιό άνθρωπο και φοράει ένδυμα της βασιλείας του σκότους, ένδυμα βλασφημίας, απιστίας, αφοβίας, ματαιοδοξίας, υπερηφανείας, φιλαργυρίας, επιθυμίας κακής, και άλλα ενδύματα της βασιλείας του σκότους, τα κουρελιασμένα και ακάθαρτα και βρωμερά, έτσι πάλι εδώ όσοι απέβαλαν τον παλαιό και δόλιο άνθρωπο και έβγαλε από πάνω τους ο Χριστός τα ενδύματα της βασιλείας του σκότους, ντύθηκαν τον καινούριο και επουράνιο άνθρωπο τον Ιησού Χριστό [..] τους έντυσε όλους αυτούς ο Κύριος με τα ενδύματα της ανέκφραστης Βασιλείας του φωτός [..] ο Ιησούς Χριστός, φωτίζει τώρα κατά τρόπο μυστικό την ψυχή και βασιλεύει στην ψυχή των αγίων. Και, ενώ είναι κρυμμένος και δεν φαίνεται με τα ανθρώπινα μάτια, βλέπεται πράγματι ο Χριστός μόνο με τα μάτια της ψυχής μέχρι την ημέρα της Αναστάσεως, οπότε και αυτό το σώμα θα καλυφθεί και θα δοξασθεί με το φως του Κυρίου [..]» [17].

Σχόλιο: Ο άγιος μιλάει για παλαιό και νέο άνθρωπο, πράγμα που δείχνει ότι δια της αυτογνωσίας βλέπουμε σε ποια κατάσταση (πτωτική) βρισκόμαστε. Η θεογνωσία πηγάζει από τον ίδιο τον Χριστό (τον ενανθρωπήσαντα Λόγο του Θεού), που γίνεται για μας «ένδυμα» του νέου ανθρώπου, και ο οποίος χαρίζει από αυτήν την ζωή το άκτιστο φως της δόξας του στις ψυχές (αν και υπάρχουν αναφορές ότι υπάρχουν επιπτώσεις και στο σώμα των αγίων που πολλές φορές εθεάθη ως πυρ ή φως κατά την διάρκεια της θεώσεως). Στην Ανάσταση, στον μέλλοντα αιώνα, θα γίνει πλήρης αποκάλυψη, όπου θα θεωθεί ολόκληρος ο άνθρωπος, ψυχή και σώμα.

(Στο τρίτο μέρος, θα συνεχίσουμε με αποσπάσματα από τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, τα Αρεοπαγιτικά συγγράμματα, τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, και τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά).

Μέρος 3ο και τελευταίο

Σε αυτό το τρίτο και τελευταίο μέρος, συνεχίζουμε με ενδεικτικές αναφορές ότι η γνώση του Θεού δεν έχει σχέση με την γνώση του κτιστού. Οι αναφορές είναι από τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, τα Αρεοπαγιτικά συγγράμματα, τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, και τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. 



Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «Εις τον Εκκλησιαστή»:

1ο Απόσπασμα:

«Εκείνο το ανώτερο από κάθε έννοια και όνομα αγαθό, είναι αυτό το οποίο η ψυχή, όταν αποκοπεί από το κακό, αναζητεί πάντοτε και επιθυμεί να ενσωματωθεί σ’ αυτό που βρίσκει. Αυτό το αγαθό είναι ανώτερο από κάθε επεξηγηματικό λόγο. Και όποιος επιχειρεί να συλλάβει την έννοιά του λογικά κάνει λάθος και αστοχεί ως προς την έννοια του Θεού. Γιατί αυτό που πιστεύουμε ότι είναι πάνω απ’ όλα, είναι οπωσδήποτε πάνω από την λογική [..]. Εκείνο όμως το αγαθό που διδασκόμαστε να αναζητούμε και να διασφαλίζουμε, και για το οποίο μας δίνεται η συμβουλή να συναπτόμαστε και να μένουμε προσκολλημένοι σ’ αυτό, επειδή είναι ανώτερο από την κτίση, είναι ανώτερο και από την ανθρώπινη αντίληψη. Γιατί πως είναι δυνατόν ο νους μας, εφόσον κινείται στα στενά πλαίσια του διαστήματος, να κατανοήσει τον άπειρο Θεό; [..] Για αυτό, όταν ο νους φτάσει στα υπέρλογα, τότε έρχεται η στιγμή της σιωπής. Και κρατάει στα εσώτερα βάθη της ψυχής ανεξήγητο θαυμασμό για εκείνη την απερίγραπτη δύναμη. Γιατί γνωρίζει ότι και οι μεγάλοι Προφήτες ομιλούν για τα έργα του Θεού, όχι όμως και για τον Θεό [..]. Στις συζητήσεις μας περί Θεού, όταν ο λόγος αναφέρεται στην ουσία του Θεού, φθάνει η στιγμή της σιωπής. Όταν όμως γίνεται λόγος για κάποια αγαθή ενέργεια, της οποίας η γνώση φθάνει ακόμη και σε μας, τότε έρχεται η ώρα για να διαλαλούμε τα μεγάλα έργα, να εξαγγέλουμε τα θαυμάσια, να διηγούμαστε τα έργα. Μέχρις εδώ μπορούμε να χρησιμοποιούμε τον λόγο και να μιλάμε, ενώ για τα πιο πέρα να μην επιτρέπουμε στον κτιστό εαυτό μας να υπερβαίνει τα όριά του, αλλά να τον αγαπά, αν γνωρίζει καλά τον εαυτό του [..] Αν ο άνθρωπος αγνοεί τον εαυτό του, πώς να περιγράψει τα πάνω από τον εαυτό του;» [18].

2ο Απόσπασμα:

«[..] ο ανθρώπινος νους, όταν αποξενωθεί από αυτόν τον θολό και άγονο βίο και όταν καθαρισθεί με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, γίνεται φωτεινός και αναμιγνύεται με την αληθινή και ανώτερη καθαρότητα. Τότε φαίνεται και αυτός ως ένα βαθμό μέσα σ’ εκείνη την καθαρότητα. Λούζεται μέσα στις ακτίνες και γίνεται φως σύμφωνα με την επαγγελία του Κυρίου, ο οποίος έδωσε τη μεγάλη υπόσχεση ότι οι δίκαιοι θα λάμψουν όπως λάμπει ο ήλιος [..]. Είτε, λοιπόν, εμείς ανεβούμε ψηλά εγκαταλείποντας το σκοτάδι που υπάρχει γύρω από τη γη, και φθάσουμε εκεί λουσμένοι στο φως, αφού θα έχουμε πλησιάσει το αληθινό φως του Χριστού, είτε το αληθινό φως, το οποίο λάμπει μέσα στο σκοτάδι, κατέβει και μέχρι σε μας, θα γίνουμε και εμείς φως, καθώς λέγει ο Κύριος στους μαθητές, εκτός και αν κάποια κηλίδα της αμαρτίας επικαθίσει και μολύνει την καρδιά και μειώσει την ακτινοβολία του δικού μας φωτός» [19].



Αρεοπαγιτικά Συγγράμματα.

«Περί Θείων ονομάτων»:

«Εμείς πάντως έχοντας συναίσθηση του εαυτού μας γνωρίζουμε ότι δεν είμαστε ικανοί να εννοήσουμε επαρκώς όσα είναι νοητά από τις θείες αλήθειες ούτε να εκφέρουμε και να εκφράσουμε όσα από τη θεογνωσία είναι ρητά [..] μας παραγγέλλει όμως να μαθαίνουμε συνεχώς όσα μας έχει παραχωρήσει και δωρίσει, και να τα μεταδίδουμε αγαθοεργώς και σε άλλους» [20].

«Περί Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας»:

«Η άπειρη όμως φιλανθρωπία της θεαρχικής αγαθότητος, με τον αγαθοπρεπή τρόπο της, δεν αποποιήθηκε την προσωπική για μας πρόνοια, αλλά, αφού έγινε αληθινά μέτοχος όλων των στοιχείων της φύσεώς μας, πλην της αμαρτίας, κι ενώθηκε με την ταπεινή μας υπόσταση, μαζί με την εντελώς αδιατάρακτη και ακέραιη κατοχή των δικών της στοιχείων, μας χορήγησε σαν ομογενείς πλέον την προς αυτήν κοινωνία και μας ανέδειξε μετόχους του κάλλους της. Κατέλυσε προηγουμένως την σε βάρος μας κυριαρχία των αποστατικών δυνάμεων, όπως λέγει η κρυφή αποκάλυψις, όχι δια δυναμικής επιβολής, αλλά με κρίση και δικαιοσύνη, σύμφωνα με το λόγιο που μας παραδόθηκε μυστικώς, μετασκεύασε την κατάστασή μας ευεργετικά προς την εντελώς αντίστροφη κατεύθυνση. Διότι γέμισε την σκοτεινιά του νου μας με πλούσιο και θείο φως, στόλισε την ομορφιά του με τα θεοειδή κάλλη· απελευθέρωσε το κατοικητήριο της ψυχής σώμα από τα ανόσια πάθη και τους φθοροποιούς μολυσμούς, αφού έσωσε ολοτελώς την ουσία μας που είχε καταπέσει σχεδόν τελείως. Μας έδειξε το δρόμο της υπερκόσμιας αναγωγής και την ένθεη πολιτεία του βίου, για να φθάσουμε κατά το δυνατό σε ιερή εξομοίωση με αυτήν» [21].

«Περί Μυστικής θεολογίας»:

«Πραγματικά ο θείος Μωυσής δεν παίρνει απλώς την εντολή να καθαρθεί πρώτα ο ίδιος κι έπειτα να χωρισθεί από τους ακαθάρτους· αλλά έπειτα από την τελεία κάθαρση ακούει τις πολύφωνες σάλπιγγες, βλέπει πολλά φώτα που στέλλουν αστραφτερές και πολύχυτες ακτίνες. Ύστερα χωρίζεται από τους πολλούς και μαζί με τους έγκριτους ιερείς φθάνει στην κορυφή των θείων αναβάσεων. Κι εν τούτοις εκεί δεν συναντάται με τον ίδιο το Θεόκαι δεν βλέπει αυτόν (διότι αυτός είναι αθέατος), αλλά τον τόπο όπου βρίσκεται αυτός. Τούτο νομίζω ότι σημαίνει ότι τα θεία και κορυφαία από τα οράματα και τα νοήματα είναι σπερματικοί λόγοι των πραγμάτων που είναι υποτεταγμένα στον υπέρτατο όλων, με τους οποίους φανερώνεται η πάνω από κάθε κατάληψη παρουσία των που επιβαίνει στις νοητές κορυφές των αγιότατων τόπων του. Τότε ο Μωυσής αποδεσμεύεται και από τα ορώμενα και από τους ορώντας, και εισδύει μέσα στο γνόφο της αγνωσίας, τον πραγματικά μυστικόν, όπου αποκλείει όλες τις γνωστικές αντιλήψεις και φθάνει στο εντελώς ανέγγιχτο και αόρατο, παραδίδεται ολόκληρος στον επέκεινα όλων, και δεν ανήκει ούτε στον εαυτό του ούτε σε κανένα άλλο· και, κατόπιν της ανενεργεσίας κάθε γνώσεως, ενωμένος σε ανώτερο επίπεδο με τον εντελώς άγνωστο, με το να μη γνωρίζει τίποτε , γνωρίζει πέρα από κάθε νόηση» [22].



Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής.

«Κεφάλαια Περί Αγάπης, Α’ Εκατοντάδα»:

«Με την εφαρμογή των εντολών του Χριστού ο νους αποβάλλει τα πάθη, ενώ με την πνευματική θεωρία των ορατών πραγμάτων αποβάλει τις εμπαθείς έννοιες των πραγμάτων· με τη γνώση των ορατών πραγμάτων αποβάλλει τη θεωρία των ορατών, και τέλος τη γνώση αυτή των αοράτων την αποβάλλει με την γνώση της αγίας Τριάδος. Όπως ακριβώς ο ήλιος ανατέλλοντας και φωτίζοντας τον κόσμο, και τον εαυτό του δείχνει και τα πράγματα που φωτίζονται απ’ αυτόν, έτσι και ο Ήλιος της δικαιοσύνης, ανατέλλοντας μέσα στον καθαρό νου, και τον εαυτό του δείχνει, και τις αιτίες όλων εκείνων που έχουν γίνει απ’ αυτόν και πρόκειται να γίνουν. Δεν γνωρίζουμε τον Θεό από την ουσία του, αλλά από τα μεγαλοπρεπή έργα του και την πρόνοιά του για τα όντα» [23].

«Κεφάλαια Περί Θεολογίας, Α’ Εκατοντάδα»:

«Όποιος πιστεύει φοβάται, κι όποιος φοβάται ταπεινοφρονεί, κι όποιος ταπεινοφρονεί γίνεται πράος κρατώντας μέσα του άπρακτα τα παρά φύση κινήματα του θυμού και της επιθυμίας. Ο πράος φυλάει τις εντολές· όποιος φυλάει τις εντολές γίνεται καθαρός·όποιος γίνει καθαρός φωτίζεται εσωτερικά, κι όποιος φωτιστεί γίνεται άξιος να συγκοιμηθεί με το νυμφίο Λόγο στον κοιτώνα των μυστηρίων» [24].



Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, «Κατηχητικός λόγος 14»:

«Τον άνθρωπο λοιπόν αυτόν, στον οποίο κατοίκησε ο Θεός, τον διδάσκει για τα μέλλοντα και παρόντα, όχι με λόγο, αλλά με έργο και πείρα και πράγμα. Διότι, ανοίγοντας τους νεκρούς οφθαλμούς του, του δείχνει ο Θεός όσα θέλει και όσα συμφέρουν σ’ αυτόν, και τον πείθει να μη ερευνά τα άλλα, ούτε να ζητεί ούτε να πολυπραγμονεί γι’ αυτά, επειδή ούτε αυτά που ο Θεός του αποκαλύπτει και του δείχνει μπορεί ποτέ να βλέπει άφοβα. Αλλά σκύβοντας και βλέποντας στο βάθος του πλούτου και της σοφίας και της γνώσεως του Θεού, αμέσως κυριεύεται από ίλιγγο και έκπληξη, κατανοώντας τον εαυτό του, ποιος είναι και ποιων πραγμάτων αξιώθηκε να γίνει θεατής» [25]. 



Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «Α’ Λόγος Υπέρ των Ιερώς Ησυχαζόντων».

«Εκείνος που θέλει να έχει το κατ’ εικόνα σώο και την αληθογνωσία, περισσότερο από κάθε τι άλλο πρέπει να φροντίζει αυτό (το διορατικό), και να απέχει από την αμαρτία, και τον νόμο των εντολών να μελετά έμπρακτα, και να αποκτήσει κάθε αρετή, και να επιστρέψει προς τον Θεό με προσευχή και αληθινή θεωρία. Γιατί χωρίς καθαρότητα, ακόμη και αν μάθεις τη φυσική φιλοσοφία από τον Αδάμ μέχρι την συντέλεια, θα είσαι όχι λιγότερο μωρός, αν μη και περισσότερο, παρά σοφός· ενώ χωρίς εκείνη, αφού καθαρθείς και απαλλάξεις την ψυχή από τα πονηρά πάθη και δόγματα, θα αποκτήσεις τη σοφία του Θεού, η οποία νικά τον κόσμο, και θα ζήσεις αιώνια μαζί με τον μόνο σοφό Θεό, γεμάτος αγαλλίαση» [26].



Πηγές:

1. «Πατερική Θεολογία», π. Ι. Ρωμανίδης, κεφάλαιο 18.

2. «Δογματική και Συμβολική Θεολογία», Γ’ τόμος, σελ. 44.

3. «Η Ορθοδοξία μας», π. Α. Αλεβιζόπουλος, σελ. 91.

4. «Πατερική Θεολογία», π. Ι. Ρωμανίδης, κεφάλαιο 35.

5. ΒΕΠΕΣ 5, σελ. 153.

6. ΒΕΠΕΣ 6, σελ. 173.

7. «Η Ορθοδοξία μας», π. Α. Αλεβιζόπουλος, σελ. 23.

8. ΒΕΠΕΣ 5, σελ. 13.

9. ΕΠΕ 1, «Απολογητές», σελ. 275

10. Όπως ανωτέρω, σελ. 285.

11. «Πατερική Θεολογία». π. Ι. Ρωμανίδη, κεφάλαιο 52.

12. «Κατηχήσεις αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων», Β’ τόμος, Γ. Μαυρομάτης, σελ. 432-433.

13. Έργα αγίου Ι. Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 14, σελ. 441

14. Έργα αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ΕΠΕ 5, σελ. 85-89.

15. Το έργο ελήφθη από την σελίδα της Ο.Ο.Δ.Ε

16. Το χωρίο του Μ. Βασιλείου ελήφθη από τον Β’ τόμο πατρολογίας του Στ. Παπαδόπουλου, σελ. 382. Είναι από το έργο «Περί του αγ. Πνεύματος», του ιερού Πατρός.

17. Φ. ΕΠΕ 7, σελ. 45-47, 2η Πνευματική Ομιλία.

18. «Μυστική Θεολογία», αρχ. Π. Μπρούσαλης, σελ. 205-215

19. Ως ανωτέρω, σελ. 159-161

20. Φ. ΕΠΕ 3, σελ. 89-91

21. Ως ανωτέρω, σελ. 389-391

22. Ως ανωτέρω, σελ. 481

23. Έργα αγίου Μάξιμου, Φ. ΕΠΕ 14, σελ. 205-207

24. Ως ανωτέρω, σελ. 453

25. Έργα αγίου Συμεών, Φ. ΕΠΕ 19Δ, σελ. 129

26. Έργα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Φ. ΕΠΕ 2, σελ. 55

ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ & ΘΕΟΓΝΩΣΙΑ


Η μεγαλύτερη επιστήμη για τον άνθρωπο, γράφει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, είναι η γνώση του εαυτού του.
Όποιος γνωρίζει τον εαυτό του, φτάνει στο πλήρωμα της γνώσεως. Ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος παρατηρεί: «Τω γνόντι εαυτόν, η γνώσις των πάντων δέδοται αυτώ. Το γαρ γινώσκειν εαυτόν, πλήρωμα της γνώσεως των απάντων εστί» (2). Χωρίς την αυτογνωσία κάθε άλλη γνώση παραμένει μετέωρη και άσκοπη. Με την αυτογνωσία ο άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτό του, αναγνωρίζει τη φύση του, τα όρια και τις δυνατότητες τής υπάρξεώς του, και μπορεί να τοποθετηθεί σωστά απέναντι στο Θεό, τον πλησίον και τον εαυτό του.
Γνωρίζοντας ο άνθρωπος τον εαυτό του αντιλαμβάνεται πριν απ’ όλα ότι δεν είναι αίτιος της υπάρξεώς του
Έτσι οδηγείται στην αναζήτηση της αιτίας της υπάρξεώς του, που είναι ταυτόσημη με την αναζήτηση του Θεού. Η εξεικόνιση του Θεού αποτελεί την ουσία της προσωπικής του υπάρξεως. Γι’ αυτό η αυτογνωσία οδηγεί αυτομάτως στη θεογνωσία: «Ο γαρ δυνηθείς επιγνώναι το αξίωμα της εαυτού ψυχής, ούτος δύναται επιγνώναι την δύναμιν και τα μυστήρια της θεότητος και μάλλον εντεύθεν ταπεινωθήναι» (3). Στον ίδιο λοιπόν τον άνθρωπο βρίσκονται οι πρώτες αφορμές και δυνατότητες για την προσέγγιση του Θεού. Έτσι με την αυτογνωσία καλλιεργείται η θεογνωσία. Αλλά και η θεογνωσία ενισχύει την αυτογνωσία.
Ο νους του ανθρώπου, όπου πρωτίστως διακρίνεται το «κατ’ εικόνα» της φύσεώς του, δε νοείται χωρίς το Θεό. Η εικόνα υπάρχει σε σχέση και αναφορά προς το εικονιζόμενο. Και ο άνθρωπος ως δημιούργημα «κατ’ εικόνα Θεού» υπάρχει σε σχέση και αναφορά προς το Θεό. Όποιος αρνείται το Θεό δεν κάνει κάποιο απλό λογικό σφάλμα· ως άνθρωπος άλλωστε είναι φυσικό να κάνει και σφάλματα. Όποιος αρνείται το Θεό, αρνείται πρωτίστως τον εαυτό του, αρνείται το νου του.
Η Γραφή λέει: «Είπεν άφρων εν καρδία αυτού, ούκ έστι Θεός» (Ψαλ. 13:1). Η αφροσύνη εδώ δεν είναι υπόθεση σκέψεως, αλλά γενικότερης καταστάσεως και τοποθετήσεως. Είναι υπόθεση προσανατολισμού του νου και της υπάρξεως. Όταν ο νους του ανθρώπου, όπου εικονίζεται ο Θεός, σκοτίζεται και παύει να έχει σχέση με το Θεό, ακυρώνει τον εαυτό του. Γίνεται ανόητος· τόσο ανόητος, όσο και μια εικόνα χωρίς περιεχόμενο. Η ακριβέστερα, εκπίπτει σε μία κατάσταση διεστραμμένη και δαιμονική. Αυτή είναι η πτώση του ανθρώπου, η αλλοτρίωσή του.
Στην αλλοτρίωση αυτή δε φτάνει ο άνθρωπος απότομα, αλλά διαδοχικά, παρασυρόμενος από τη φιλαυτία. Επιδιώκοντας την άνεση και την ηδονή και αποφεύγοντας τον πόνο και την οδύνη, καλλιεργεί τα διάφορα πάθη, που διαστρέφουν τη φύση του και αλλοτριώνουν τη ζωή του· «ηδονής γαρ δια την φιλαυτίαν αντιποιούμενοι και οδύνην δια την αυτήν αιτίαν πάλιν φεύγειν σπουδάζοντες, τας αμυθήτους των φθοροποιών παθών επινοούμεν γενέσεις» (4).
Η κατάσταση αυτή, που φαίνεται στον εκπεσμένο άνθρωπο φυσική, είναι διάστροφη και αφύσικη. Όποιος βρίσκεται στην κατάσταση αυτή δεν είναι κύριος του εαυτού του ούτε βέβαια του κόσμου στον οποίο ζει. Η κυριαρχική εξουσία, που αποτελεί έκφραση τής «κατ’ εικόνα Θεού» (Γεν. 1:27) κατασκευής του, φαλκιδεύεται. Και οι κοινωνικές σχέσεις του, που εκφράζουν επίσης τη συγγένειά του με το Θεό, αλλοτριώνονται. Οποιαδήποτε λύτρωση από την κατάσταση αυτή είναι αδύνατη χωρίς την επιστροφή του ανθρώπου στον εαυτό του.
Επιστρέφοντας ο άνθρωπος στον εαυτό του βλέπει την ασθένειά του. Αντικρίζει τα πάθη, που τον αλλοτριώνουν και τον υποδουλώνουν στον κόσμο. Καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να ελευθερωθεί και να ξαναβρεί τον εαυτό του, αν δεν τα καταπολεμήσει. Ταυτόχρονα διαπιστώνει την αδυναμία του για τον αγώνα αυτόν. Κατανοεί ότι αδυνατεί να αντεπεξέλθει χωρίς τη χάρη του Θεού. Στην πορεία του αυτή χρήσιμοι είναι και οι πειρασμοί, γιατί τον οδηγούν στην πληρέστερη συνειδητοποίησης της δικής του ασθενείας και της θείας μεγαλοσύνης (5).
Η αυτοσυγκέντρωση και η αυτογνωσία αποκτούν στην Εκκλησία ένα εντελώς καινούργιο περιεχόμενο, άγνωστο στον προχριστιανικό και τον εξωχριστιανικό κόσμο. Στον εαυτό του ο άνθρωπος δε βρίσκει μόνο την εκπεσμένη φύση του, αλλά και την εικόνα του Θεού. Ακόμα περισσότερο ο Χριστιανός βρίσκει στον εαυτό του τον ίδιο το Θεό που έγινε άνθρωπος και ανακράθηκε με τους ανθρώπους. Με τα μυστήρια της Εκκλησίας και ειδικότερα με το Βάπτισμα, το Χρίσμα και τη Θεία Ευχαριστία, έρχεται και κατοικεί στον άνθρωπο ο Χριστός.
Έτσι ο Χριστιανός που επισκέπτεται τον εαυτό του και γνωρίζει την εν Χριστώ αναγεννημένη ύπαρξή του γνωρίζει τον ίδιο το Θεό που έγινε άνθρωπος και κατασκήνωσε στους ανθρώπους: «Και έσται η κατασκήνωσίς μου εν αυτοίς, και έσομαι αυτοίς Θεός, και αυτοί μου έσονται λαός» (Ιεζ. 37:27). Η δόξα του Θεού, που επισκίαζε άλλοτε από έξω τους εκλεκτούς, φωτίζει ήδη τους Χριστιανούς μέσα από την ίδια την ύπαρξή τους. Το φως της μεταμορφώσεως, που είδαν οι μαθητές του Κυρίου στο όρος Θαβώρ, το βλέπουν και οι άγιοι της Εκκλησίας, που έχουν την απαιτούμενη καθαρότητα της καρδιάς. Ενώ όμως στη μεταμόρφωση το σώμα του Χριστού, που αποτελεί την πηγή του θείου φωτός, φώτιζε «έξωθεν» τους εκλεκτούς, τώρα το ίδιο αυτό σώμα «ανακραθέν ημίν και εν ημίν υπάρχον εικότως ένδοθεν περιαυγάζει την ψυχήν» (6). Εδώ στηρίζει η ορθόδοξη θεολογία τη δυνατότητα της θεωρίας του ακτίστου φωτός του Θεού από την παρούσα ήδη ζωή. Μια δυνατότητα που με πολλούς αγώνες κρατήθηκε ως σήμερα ανοικτή στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Η επιστροφή του ανθρώπου στον εαυτό του είναι και επιστροφή στο Θεό. Και η επιστροφή στο Θεό είναι η υποδοχή τού πανταχού παρόντος Θεού, που επισκέπτεται τον άνθρωπο μέσα στην ίδια την ύπαρξή του: «Ιδού έστηκα επι την θύραν και κρούω· εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, και εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’ αυτού και αυτός μετ’ εμού» (Απ. 3:20).
Με την έλευση του Χριστού στον κόσμο άρχισε μια νέα περίοδος. Ο άνθρωπος δεν παραμένει πια μόνο δημιούργημα του Θεού –έστω και το τελειότερο-, αλλά εξουσιοδοτείται να γίνει παιδί του: «Όσοι δε έλαβον αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (Ιω. 1:12). Όποιος «λαμβάνει» τον Υιό του Θεού και μένει μαζί του, γίνεται κατά χάρη υιός του Θεού. Το σώμα του γίνεται ναός του Αγίου Πνεύματος που παρέχεται από το Θεό (βλ. Α’ Κορ. 6:19). Το Πνεύμα του Υιού του Θεού κράζει στις καρδιές των ανθρώπων, «Αββά, ο Πατήρ» (Γαλ. 4:6), αποκαθιστώντας τη λησμονημένη σχέση με το Θεό Πατέρα. Μόνο όποιος δέχεται τον Υιό δέχεται και τον Πατέρα.
Η επιστροφή λοιπόν στο Θεό Πατέρα πραγματοποιείται με την εν Χριστώ υιοθεσία. Ο Χριστός, που φανερώνει στον κόσμο το Θεό Πατέρα, προσλαμβάνει τον άνθρωπο στο σώμα του και τον κάνει κατά χάρη υιό τού δικού του Πατέρα. Η υιοθεσία αυτή δεν αποτελεί δικανική πράξη αλλά μυστηριακό γεγονός, που πραγματοποιείται με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Έτσι η σχέση υιότητας και πατρότητας, που υπάρχει ανάμεσα στον Υιό και τον Πατέρα, επεκτείνεται με τη δωρεά του Χριστού και στη σχέση κάθε ανθρώπου με το Θεό Πατέρα. Κανείς δε γνωρίζει τον Πατέρα, «ει μη ο Υιός και ω αν βούληται ο Υιός αποκαλύψαι» (Ματθ. 11:27). Η αυτογνωσία, που οδηγεί τον άνθρωπο στη θεογνωσία, καταξιώνεται εν Χριστώ με την υιοθεσία και τη μετοχή στη θεία ζωή.

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2020

Η ευγνωμοσύνη σύμφωνα με τη διδασκαλία του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου Κωνσταντίνος Κίνας, Θεολόγος – Νομικός


Ένα από τα χαρακτηριστικά πολλών σύγχρονων ανθρώπων είναι το ανικανοποίητο, δηλαδή η δυσκολία να αισθάνεται  κανείς ικανοποιημένος από την ζωή του γενικά.   Παρατηρείται το φαινόμενο πρόσωπα που  εξωτερικά τα έχουν όλα (υγεία, επαγγελματική καταξίωση, οικογενειακή συνοχή, οικονομική ανεξαρτησία) να υποφέρουν από αίσθημα ανεπάρκειας και να επιζητούν ακόμη περισσότερα. Θεολογικά ερμηνεύεται γιατί σύμφωνα με την χριστιανική ανθρωπολογία ο άνθρωπος πλάστηκε κατ’εικόνα και καθ’ομοιωση του Θεού. Ο πεπερασμένος και σχετικός άνθρωπος έχει μέσα του την ροπή προς τον άπειρο και απόλυτο Θεό και δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με τίποτα άλλο εκτός από την ένωση με τον Τριαδικό Θεό, που αποτελεί τον σκοπό της ζωής του.
 Βέβαια αυτό από μόνο του είναι εντυπωσιακό, καθώς  ο σημερινός άνθρωπος έχει ασύγκριτα καλύτερες συνθήκες ζωής σε σχέση με προγενέστερες εποχές.  Εξάλλου, το χαρακτηριστικό αυτό που συχνά εκτείνεται μέχρι το βαθμό ψυχοπαθολογικής κατάστασης με τη μορφή ψυχικών ασθενειών (κατάθλιψη, αυτοκτονίες) εντοπίζεται κυρίως στις κοινωνίες του  προοδευμένου κόσμου που διαθέτει οικονομική, τεχνολογική και πολιτική  ευημερία. Παρατηρείται δηλαδή το παράδοξο φαινόμενο μια μικρή πλειοψηφία ανθρώπων που λογικά θα έπρεπε να αισθάνεται προνομιούχα  συγκριτικά με τους ανθρώπους των υπόλοιπων περιοχών του πλανήτη και των προηγούμενων εποχών να ταλανίζεται από το αίσθημα του ανικανοποίητου και είτε να εκφράζει παράπονα είτε να κατατρύχεται εσωτερικά για την τύχη της σε ατομικό κυρίως επίπεδο.
Το Άγιο Πνεύμα ζωοποιεί αδιάκοπα όχι μόνο την Εκκλησία και τα τέκνα της, αλλά και όλο τον κόσμο, καθώς και ολόκληρη την κτίση. Μας θεραπεύει από τις συνέπειες της πτώσης, μας αναγεννά και μας αγιάζει. Τα κάνει όμως όλα αόρατα σαν κάποιος μυστικός θαυμαστός φίλος, που δεν θέλει να μας επιβαρύνει με την ευγνωμοσύνη προς Αυτόν, γιατί γνωρίζει ότι στην παρούσα κατάσταση μας το ευγενικό αίσθημα της ευγνωμοσύνης γίνεται φορτίο[1]. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί και η συναφής διδασκαλία του άλλου αθωνίτη αγίου της εποχής μας, του αγίου Παϊσίου. Με τον χαρακτηριστικό του τρόπο τονίζει σχετικά: «Ο Χριστός έχει αρχοντιά. Ο Θεός σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου, γιατί δεν έκανε δούλους, αλλά υιούς. Φαίνεται τι κάνει κανείς με την καρδιά του. Φαίνεται καθαρά το πολύ φιλότιμο[2]».

Παρουσιάζει ενδιαφέρον αναφορικά με το ζήτημα η διδασκαλία του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου, ενός  σχετικά νέου αγίου της Ορθόδοξης Εκκλησίας (1866-1938). Ως πηγή χρησιμοποιούνται οι Γραφές του αγίου, δηλαδή οι χειρόγραφες σημειώσεις, που περιλαμβάνονται στο συγκλονιστικό βιβλίο «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», που συνέγραψε ο Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ, ο κορυφαίος   Θεολόγος και Εκκλησιαστικός Πατέρας της εποχής μας.  Αξίζει να αναφερθεί το γεγονός ότι το ζήτημα του να είναι κανείς ευχαριστημένος με τη ζωή του συνήθως δεν τονίζεται όσο πρέπει, παρόλο που κατέχει κεντρική θέση στο ήθος της Εκκλησίας και στη χριστιανική ζωή. Σπάνια αναφέρεται ρητά ακόμη και στη διδασκαλία των πατερικών κειμένων.
Αν θέλαμε να κάνουμε μια σύντομη βιβλική θεμελίωση της αρετής αυτής θα αναφέραμε την ευαγγελική διήγηση του θαύματος της θεραπείας των δέκα λεπρών από τον Ιησού. Αμέσως μετά την πιστοποίηση της ίασης επέστρεψε μόνο ό ένας, για να εκφράσει την ευχαριστία του στον ευεργέτη του. Τότε ο Χριστός εκφράζει παράπονο για την εκδήλωση αγνωμοσύνης των υπολοίπων και αναρωτιέται  πού είναι οι άλλοι εννέα;
Ο απόστολος  Παύλος προτρέπει: «πάντοτε χαίρετε, ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντί εὐχαριστεῖτε[3]». Ο ίδιος σε άλλο σημείο αποκαλύπτει ότι «ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις,  πρᾳότης, ἐγκράτεια[4]».  Επιπρόσθετα, ο απόστολος  Ιούδας υποστηρίζει ότι είναι ασεβείς και αρνητές του Χριστού   όσοι είναι «μεμψίμοιροι και γογγυσταί[5]».
Ο άγιος Σιλουανός θεωρεί ως προϋπόθεση της καθαρής προσευχής το να είναι κανείς ευχαριστημένος με όλα. Τότε ο νους του μπορεί να καθαριστεί από τους μάταιους λογισμούς[6]. Με ποιον τρόπο όμως θα επιτευχθεί το αίσθημα ικανοποίησης; Με την κατά Χριστό ταπείνωση η ζωή γίνεται εύκολη και ευχάριστη και όλα αποβαίνουν προσφιλή στην καρδιά[7].
Για την σωτηρία είναι αναγκαίο να ταπεινωθεί ο άνθρωπος, διότι τον υπερήφανο ακόμη κι αν τον τοποθετήσουν με την βία στον παράδεισο, και εκεί δεν θα βρει ανάπαυση   και δεν θα είναι ευχαριστημένος, αλλά θα λέει «Γιατί δεν είμαι εγώ στην πρώτη θέση»;       Η ταπεινή όμως ψυχή είναι πλήρης αγάπης και δεν επιζητεί πρωτεία, αλλά επιθυμεί για όλους το αγαθό και είναι ευχαριστημένη με όλα[8].
Ο άγιος επίσης συνδέει την ευγνωμοσύνη με την ψυχική ειρήνη. Σε περίπτωση κάποιας αποτυχίας ο πιστός οφείλει να παραδίδεται στο θέλημα του Θεού με ταπείνωση και προσευχή. Έτσι ο  Κύριος  ανακουφίζει τον πόνο και η ψυχή αισθάνεται την εγγύτητα του Θεού και μένει ενώπιον του Θεού  πλήρης χαράς και ευγνωμοσύνης[9]. Αν όμως αρχίζει κανείς να παραπονιέται, τότε στην ψυχή του δεν θα υπάρχει ειρήνη, ακόμη κι αν νηστεύει και προσεύχεται πολύ[10].
Εάν κάποιος κατακρίνει, είναι μεμψίμοιρος, αγαπά να κάνει το θέλημά του, τότε ακόμη κι αν προσεύχεται πολύ, η ψυχή του θα παραμένει πτωχή και θα αισθάνεται ότι ο Κύριος τον εγκατέλειψε. Όμως δεν είναι ο Κύριος που τον εγκατέλειψε, αλλά ο άνθρωπος απομακρύνθηκε από την οδό της ταπείνωσης και γι’αυτό η χάρη του Θεού δεν μένει στην ψυχή του[11].
Επιπλέον, ο άγιος Σιλουανός αναφερόμενος στο ζήτημα του θελήματος του Θεού και της ελευθερίας επισημαίνει ότι όποιος κάνει το θέλημα του Θεού είναι ευχαριστημένος με όλα, ακόμη κι αν είναι φτωχός ή ασθενής, διότι τον ευφραίνει η χάρη του Θεού. Όποιος όμως δεν είναι ικανοποιημένος για την μοίρα του και γογγύζει για την αρρώστια του ή εναντίον εκείνου που τον προσέβαλε, αυτός ας γνωρίζει ότι κατέχεται από υπερήφανο πνεύμα και έχασε την ευγνωμοσύνη προς τον Θεό[12].

Η ψυχή που έχει παραδοθεί στο θέλημα του Θεού μένει αδιαλείπτως μέσα στην αγκαλιά του Θεού και απολαμβάνει μεγάλη ησυχία. Από την χαρά αυτή προσεύχεται, για να γνωρίσει κάθε ψυχή τον Κύριο και πόσο πολύ Αυτός μας αγαπά και πόσο άφθονα χορηγεί σε μας το Άγιο Πνεύμα το οποίο ευφραίνει την ψυχή. Τότε απολύτως όλα είναι αγαπημένα στην καρδιά, διότι τα πάντα είναι του Θεού.  Ο Κύριος νουθετεί με έλεος τον άνθρωπο να δέχεται με ευγνωμοσύνη τις θλίψεις. Σε ολόκληρη τη ζωή του ο άγιος Σιλουανός δεν γόγγυσε ποτέ ούτε μια φορά αλλά τα δεχόταν όλα σαν φάρμακο από τα χέρια του Θεού και για τον λόγο αυτό ο Κύριος έδωσε στον άγιο την ευλογία να σηκώνει με ευκολία τον χρηστό ζυγό Του.[13]
Ο Κύριος έδωσε πάνω στη γη το Πνεύμα το Άγιο και όσοι το έλαβαν αισθάνονται τον παράδεισό μέσα τους. Ίσως θα  πει κανείς «Γιατί λοιπόν δεν έχω κι εγώ τέτοια χάρη»; Διότι αυτός δεν παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού, αλλά ζει κατά το δικό του θέλημα. Αν  παρατηρήσει  κανείς εκείνον που αγαπά το δικό του θέλημα, θα διαπιστώσει ότι  δεν έχει ποτέ ειρήνη στην ψυχή του και δεν είναι ευχαριστημένος με τίποτα. Κατά τη γνώμη του όλα γίνονται όχι όπως θα έπρεπε. Όποιος όμως παραδόθηκε τελείως στο θέλημα του Θεού έχει την καθαρή προσευχή και η ψυχή του αγαπά τον Κύριο και όλα φαίνονται σ’αυτόν ευχάριστα και καλά[14].
Εάν οι άνθρωποι γνώριζαν την αγάπη του Κυρίου προς εμάς, θα παραδίδονταν τελείως στο άγιο θέλημά Του και θα ζούσαν αναπαυμένοι μέσα στην αγκαλιά του Θεού σαν παιδιά βασιλιά. Όποιος παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού ζει με ειρήνη, ευχαριστημένος για την τύχη του έστω κι αν είναι άρρωστος ή πτωχός ή καταδιωγμένος. Ακόμη είναι ήρεμος, διότι η γλυκιά χάρη του Αγίου Πνεύματος τον παρηγορεί[15].
Ο άγιος θαυμάζει πόσο  όλα είναι ευχάριστα, αγαπημένα κι ευφρόσυνα, όταν η ψυχή καταλαμβάνεται από την αγάπη του Θεού[16]. Ορισμένοι άνθρωποι δυσφορούν για ποικίλες περιστάσεις της ζωής τους. Αλλά δεν κατανοούν ότι δεν αποτελούν την  αιτία της δυσφορίας τους οι συγκεκριμένες περιστάσεις, αλλά στην πραγματικότητα η ψυχή τους είναι άρρωστη. Στην υπερήφανη ψυχή δεν αρέσει τίποτα, όμως στον ταπεινό άνθρωπο, όλα είναι ανεκτά[17].
Για να μένει κανείς με τον Θεό, πρέπει να είναι ευχαριστημένος για ό,τι έχει. Μάλιστα να είναι ευχαριστημένος ακόμη κι αν δεν έχει τίποτα. Είναι ανάγκη να είναι ευχαριστημένος, γιατί αξιώθηκε να είναι υπηρέτης του Θεού και Αυτός θα τον κατατάξει με τους Αγίους[18].
Βέβαια υπάρχει και ανώτερη κατάσταση να μην είναι κανείς ευχαριστημένος με τον κόσμο, αλλά να αναζητά απόλυτα τον Θεό. Ψυχή που γνώρισε τον Θεό δεν μπορεί να σαγηνευτεί από τίποτα πάνω στη γη, αλλά ολοκληρωτικά ορμά προς τον Κύριο και κράζει σαν το νήπιο που έχασε τη μητέρα του: «Διψά η ψυχή μου για Σένα και με δάκρυα Σε ζητώ»[19].    Ο άγιος έχει συνθέσει με καταπληκτική έμπνευση ένα  ολόκληρο κεφάλαιο τον αδαμιαίο θρήνο[20], όπου ο Αδάμ νοσταλγεί την χαμένη μακαριότητα του παραδείσου. Στην πραγματικότητα ο άγιος με ποιητική άδεια  εκφράζει το προσωπικό του βίωμα της απώλειας της χάρης του Θεού.
Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στη βαρυσήμαντη αποκάλυψη που έγινε στον άγιο «Κράτει τόν νοῦν σου εἰς τον ᾅδην καί μή ἀπελπίζου». Με τον λόγο αυτό εμπνεόμαστε να πολεμήσουμε κατά του πάθους της  υπερηφανίας αποδιώκοντας ταυτόχρονα την απόγνωση. Συγκεκριμένα, ο ασκητής διδάσκεται να κατακαίει μέσα του κάθε  πάθος με τη δύναμη των φλογών του άδη, αλλά την ίδια στιγμή να μην γίνεται θύμα της απελπισίας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η οδός του αγίου Σιλουανού συνιστά ένα αγώνισμα πνευματικής ακροβασίας. Εξάλλου, ο λόγος του Χριστού «και μη απελπίζου» δόθηκε στην εποχή μας, που χαρακτηρίζεται από γενική απόγνωση, εξαιρετικά έντονη[21].
Συνοψίζοντας θα μπορούσαμε να πούμε σχηματικά ότι σύμφωνα με την κλασική πατερική διδασκαλία  η αρνητική κατάσταση με το αίσθημα ανικανοποίητου που βιώνει σήμερα ο άνθρωπος αποτελεί την παρά φύση κατάσταση. Με την τήρηση των εντολών ο άνθρωπος μπορεί να επανέλθει στην κατά φύση κατάσταση της ευγνωμοσύνης προς τον Θεό, να εκτιμά αυτά που έχει  και να χαίρεται με την όμορφη ζωή του. Τέλος, με τη δωρεά του Θεού μπορεί να εξυψωθεί ο άνθρωπος στην υπέρ φύση κατάσταση κατά την οποία ορμά τελείως προς «τῶν ἐφετῶν τήν ἀκρότητα», τον Τριαδικό Θεό ανερχόμενος σε ανώτερη πνευματική κατάσταση.

Παραπομπές:

[1] Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, Έσσεξ Αγγλίας 1996, σελ. 299

[2] Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι τ. Α΄ Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1999, σελ. 36

[3]  Α΄ Θεσ.  ε΄16

[4] Γαλ. ε΄ 22-23

[5] Ιουδ. 16

[6] Αρχιμ. Σωφρονίου, Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Έσσεξ Αγγλίας 1995,σελ 378

[7]  Σελ. 385

[8] Σελ. 390

[9] Σελ. 399

[10] Σελ. 400

[11] Σελ. 419

[12] Σελ. 428

[13] Σελ. 429

[14] Σελ. 430

[15] Σελ. 483

[16] Σελ. 490

[17] Σελ. 516

[18] Σελ. 615

[19] Σελ. 622

[20] Σελ. 559-567

[21] Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Οψόμεθα, σελ. 416

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020

† Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός: H ψυχή μας απειλείται με νέα (τρίτη) άλωση


Αποφράς ημέρα δια το Γένος μας δεν είναι μόνον η 29η Μαΐου 1453, αλλά και η 12/13η Απριλίου του 1204, όταν έπεσε η Βασιλεύουσα και η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης-Ρωμανίας στους Φράγκους της Δ’ Σταυροφορίας. Υπάρχει, μάλιστα, γενετική σχέση μεταξύ τους…

Αποφράς ημέρα δια το Γένος μας δεν είναι μόνον η 29η Μαΐου 1453, αλλά και η 12/13η Απριλίου του 1204, όταν έπεσε η Βασιλεύουσα και η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης-Ρωμανίας στους Φράγκους της Δ’ Σταυροφορίας. Υπάρχει, μάλιστα, γενετική σχέση μεταξύ τους…
Το φιλοδυτικό ρεύμα αποτελούσαν κυρίως διανοούμενοι και πολιτικοί, ουνίτες ή ουνιτίζοντες… Οι Ανθενωτικοί, δηλαδή, ο Κλήρος, οι Μοναχοί και το ευρύ Λαϊκό σώμα, διατηρούσαν μόνιμη, μετά το 1204, δυσπιστία έναντι της Δύσεως. Ο αντιδυτικισμός της Ανατολής συνιστούσε περισσότερο αυτοάμυνα και αυτοπροστασία…
Η συνείδηση αυτή των Ανθενωτικών θα κωδικοποιηθεί στο κήρυγμα του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού (18ος αι).
«Και διατί δεν ήφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, που ήταν τόσα ρηγάτα εδώ κοντά να τους το δώση, μόνο ήφερε τον Τούρκον μέσαθεν από την Κόκκινην Μηλιά και του το εχάρισεν; Ήξερεν ο Θεός πως τα άλλα ρηγάτα μας βλάπτουν εις την πίστιν, και (= ενώ) ο Τούρκος, δεν μας βλάπτει. Άσπρα δώσ’ του και καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι. Και δια να μη κολασθούμεν, το έδωσε του Τούρκου και τον έχει ο Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλον να μας φυλάη…»….
Οι αλώσεις του 1204 και του 1453 απειλούσαν γεωγραφικά σύνορα και προκάλεσαν δουλείες σωμάτων. Η ψυχή και το φρόνημά μας, έμειναν αδούλωτα και γι’ αυτό επιβιώσαμε, κατορθώνοντας να φθάσουμε στο 1821. Σήμερα τα σύνορά μας βρίσκονται στην ψυχή μας. Αυτή απειλείται με νέα (τρίτη) άλωση. Η Υπερδύναμη της Νέας Εποχής, με όλες τις συνιστώσες της, έχει αποβεί «καθολική μας μητρόπολη» και μόνιμο σημείο αναφοράς, καθορίζοντας και προσδιορίζοντας σύνολο τον εθνικό μας βίο, και αυτό το φρόνημά μας, με την εξωπροσδιοριζόμενη παιδεία. Χρειάζεται συνεπώς παράλληλη καλλιέργεια της εθνοκεντρικότητας, όχι ως σοβινιστική εχθρότητα, αλλ’ ως λυτρωτικό αντίβαρο στον οικουμενιστικό οδοστρωτήρα (πολιτικά και πνευματικά), που ισοπεδώνει το φρόνημα και εκθεμελιώνει τα σύνορα των ψυχών και συνειδήσεών μας.
Οι Ανθενωτικοί της εποχής μας, όσοι διατηρούν την αυθεντικότητα των Αγίων μας, μένοντας ξένοι προς κάθε έννοια φανατισμού και μισαλλοδοξίας, ταυτίζονται με την «μαγιά» του Μακρυγιάννη, σώζοντες την Ορθοδοξία και το Γένος-Έθνος στην συνείδηση και την ζωή τους, απρόθυμοι πάντοτε να θυσιάσουν στα είδωλα της Νέας Εποχής και αίροντες τον σταυρό του μαρτυρίου και της παντοειδούς θυσίας.
Το μέλλον της Ορθοδοξίας και της Ελληνικότητας στον τόπο μας είναι αλληλένδετο με την στάση των «Ανθενωτικών» στην σημερινή φοβερότερη και υπουλότερη απόπειρα της Φραγκιάς να υποτάξει, δηλαδή να διαλύσει, την Πίστη και το Γένος μας. Όπως δε οι Ανθενωτικοί στην διάρκεια της ποικιλώνυμης δουλείας έσωσαν το Γένος, με όλα τα συστατικά του, και το οδήγησαν ακμαίο στο 1821, έτσι και σήμερα οι πατερικά Ανθενωτικοί θα διαφυλάξουν το Γένος από τα επερχόμενα δεινά.
«ΟΦΕΙΛΗ ΑΓΑΠΗΣ», π. Γ. Δ. Μεταλληνού ομοτ. Καθ. Πανεπ. Αθηνών, εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”
iconandlight