Τετάρτη 26 Ιουνίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΙΣΛΑΜ


 
 
ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΙΣΛΑΜ
Ἀπό τήν περίοδο τῆς αἰχμαλωσίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στή Μικρά Ἀσία (1353 – 1354) προέκυψαν τρία αἰχμαλωσιακά κείμενα˙ δύο ἐπιστολές γραμμένες ἀπό τόν ἴδιο τόν ἅγιο Γρηγόριο (Ἐπιστολή πρός τήν ἑαυτοῦ Ἐκκλησίαν καί ἐπιστολή πρός ἀνώνυμον ὅτε ἑάλω) καί μία διάλεξη μεταξύ τοῦ ἰδίου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου καί τῶν Χιόνων, δηλ. ἐξισλαμισθέντων χριστιανῶν (Διάλεξις πρός τούς ἀθέους Χιόνας), ἡ ὁποία καταγράφηκε ἀπό τόν ἰατρό Ταρωνείτη. Τά κείμενα αὐτά περιέχουν μεταξύ ἄλλων τρεῖς συζητήσεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου : α) μέ τόν Ἰσμαήλ, ἐγγονό τοῦ ἐμίρη Ὀρχάν, β) μέ τούς Χιόνες καί γ) μέ ἕνα τασιμάνη, μουσουλμάνο θρησκευτικό λειτουργό.
Θά ἐπικεντρώσουμε τήν προσοχή μας στή θεολογική συζήτηση, πού εἶχε ὁ ἅγιος Γρηγόριος μέ τόν Ἰσμαήλ, τόν ἐγγονό τοῦ ἐμίρη Ὀρχάν, ἡ ὁποία σώζεται στό ἔργο του «Ἐπιστολή πρός τήν ἑαυτοῦ Ἐκκλησίαν». Ἡ διάλεξη αὐτή διεξήχθη τρεῖς μῆνες (Ἰούνιος τοῦ 1354) μετά τή σύλληψη του ἁγίου Γρηγορίου στήν Προύσα στήν ἔπαυλη τοῦ Ὀρχάν.
«Ὁ Ἰσμαήλ, περιτριγυρισμένος ἀπό μερικούς ἄρχοντες, προσκάλεσε τόν ἅγιο Γρηγόριο σ’ἕνα χλοερό μέρος, ὅπου τοῦ προσεφέρθησαν φροῦτα. Ἡ ἀποχή τοῦ ἁγιορείτη Παλαμᾶ ἀπό τό κρέας ἀποτέλεσε καί τήν ἀφορμή γιά τήν πρώτη ἐρώτηση, πού τοῦ ἀπηύθηνε ὁ ὑψηλός συνομιλητής του, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφερόταν νά πληροφορηθεῖ, ἐάν ὁ ἅγιος Γρηγόριος δέν ἔτρωγε ποτέ κρέας καί γιά ποιόν λόγο. Τό ἐνδιαφέρον του ἀσφαλῶς προερχόταν ἀπό τήν ἐπιθυμία του νά διακριβώσει κατά πόσον ἡ νηστεία τῶν χριστιανῶν παρουσίαζε ὁμοιότητες μέ τή νηστεία, πού ὁρίζεται ἀπό τό Κοράνιο νά τηρεῖται κατά τόν μήνα τοῦ Ραμαζανίου καί συνιστᾶ ἕνα ἀπό τούς πέντε «στύλους του Ἰσλάμ».
Στό κατά Ματθαῖον ἅγιο Εὐαγγέλιο μαρτυρεῖται ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, πρίν πειρασθεῖ ὑπό τοῦ διαβόλου μέ τούς γνωστούς τρεῖς πειρασμούς, «νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καί νύκτας τεσσαράκοντα, ὕστερον ἐπείνασε». Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος τονίζει καί τό «νύκτας τεσσαράκοντα». Δέν ἀρκοῦσε, δέν ἔφθανε νά πεῖ μόνο «ἡμέρας τεσσαράκοντα»; Λέει καί «νύκτας τεσσαράκοντα» γιά ἀπολογητικό καί ἀντιαιρετικό σκοπό. Αὐτή ἡ φράση ξεχωρίζει καί διακρίνει τήν Ὀρθοδοξία στό θέμα τῆς νηστείας ἀπό τή θρησκεία τοῦ Ἰσλαμισμοῦ, μέ τήν ὁποία κακῶς γίνονται διάλογοι καί συναντήσεις σάν ἴσοι πρός ἴσους. Εἶναι γνωστό ὅτι οἱ Μουσουλμάνοι νηστεύουν ἐπί σαράντα ἡμέρες, μόνο, ὅμως, τήν ἡμέρα. Τή νύκτα, τό βράδυ καταλύουν τή νηστεία καί ὀργιάζουν. Τήν ἡμέρα νηστεύουν καί τό βράδυ κάνουν συμπόσια, πίνουν ποτά καί τρῶνε ἀρτυμένα φαγητά. Εἶναι, ὅμως, αὐτή νηστεία; Ὄχι, βέβαια. Ἐνῶ οἱ Ὀρθόδοξοι νηστεύουμε, κατά τό πρότυπο τοῦ Κυρίου μας, σαράντα ἡμέρες καί σαράντα νύκτες, σαράντα νυχθήμερα ἤ ἡμερονύκτια καί μετά, «ὕστερον» καταλύουμε τη νηστεία. «Νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καί νύκτας τεσσαράκοντα, ὕστερον ἐπείνασε».
Στή συνέχεια ὁ Ἰσμαήλ ρωτᾶ τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, ἄν οἱ Χριστιανοί δεχόμαστε καί ἀγαπᾶμε τόν προφήτη τους Μωάμεθ˙ «ἐκεῖνος ἤρετο πάλιν, εἰ δεχόμεθα καί ἀγαπῶμεν καί ἡμεῖς τόν προφήτην αὐτῶν Μεχούμετ». «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀμέσως ἀπάντησε ὅτι οὔτε τόν δεχόμαστε οὔτε τόν ἀγαπᾶμε τόν Μωάμεθ. Ὅταν ὁ Ἰσμαήλ τοῦ ζήτησε τόν λόγο αὐτῆς τῆς ἀρνήσεως καί ἀπορρίψεως, ὁ ἅγιος Γρηγόριος εἶπε ὅτι δέν πιστεύουμε στή διδασκαλία του, ἀπορρίπτουμε τή διδασκαλία του, καί ἑπομένως γιά τόν λόγο αὐτό δέν μποροῦμε νά τόν δεχθοῦμε καί νά τόν ἀγαπήσουμε ὡς διδάσκαλο καί προφήτη˙ «τῷ μή πιστεύοντι τοῖς τοῦ διδασκάλου λόγοις οὐκ ἔνι τόν διδάσκαλον ὡς διδάσκαλον ἀγαπᾶν» ».
«Στή συνέχεια ὁ ἅγιος Γρηγόριος μεταφέρθηκε στή Νίκαια. Κάποια μέρα ἐξῆλθε γιά περίπατο ἔξω ἀπό τήν πόλη ἀπό τήν ἀνατολική πύλη. Συνέπεσε τότε νά κηδεύουν οἱ Μουσουλμάνοι κάποιον ὀμόπιστό τους. Ὁ ἅγιος παρακολουθοῦσε τά τελούμενα ἐκ τοῦ μακρόθεν. Ὅταν ἐπέστρεφαν, κάθησαν μαζί μέ ἕνα τασιμάνη, ἕνα μουσουλμάνο κληρικό δηλ., στό μέρος ὅπου καθόταν καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ζήτησε κάποιον, πού νά γνωρίζει καί τίς δύο γλῶσσες, μέ δική του πρωτοβουλία, ἄνοιξε συζήτηση μέ τόν τασιμάνη. Μέ ἀφορμή τά τελεσθέντα κατά τήν κηδεία ὁ διάλογος περιεστράφη γύρω ἀπό τήν σχετική τελετουργία καί τήν μέλλουσα κρίση.
Παρατήρησε γιος Γρηγόριος ὅτι θά ἔπρεπε οἱ εὐχές τους νά ἀναπέμπονται πρός τόν Χριστό, ἐφ’ ὅσον, ὅπως καί οἱ ἴδιοι πιστεύουν, κριτής ὅλων θά ἔλθει ὁ Χριστός. Σύμφωνα μάλιστα μέ τόν Πατριάρχη Ἀβραάμ, ὁ Θεός θά κρίνει τήν οἰκουμένη, ὅπως καί σύμφωνα μέ τόν προφήτη Δανιήλ. Ἑπομένως, ὁ Χριστός ὡς Θεός θά κρίνει τήν οἰκουμένη καί δέν εἶναι διαφορετικός ἀπό τόν Πατέρα κατά τήν Θεότητα, ὅπως τό ἡλιακό ἀπαύγασμα δέν εἶναι διαφορετικό ἀπό τόν ἥλιο. Ὁ τασιμάνης φάνηκε νά δυσανασχετεῖ. Ἀνέπτυξε καί τίς δικές του θέσεις, ἐνῶ ἐν τῷ μεταξύ συγκεντρώθηκαν πολλοί Χριστιανοί καί Τοῦρκοι, γιά νά παρακολουθήσουν τή συζήτηση. Eίπε, λοιπόν, ὁ τασιμάνης ὅτι οἱ Μουσουλμάνοι δέχονται ὅλους τούς προφῆτες καί τόν Χριστό, πιστεύουν δέ ὅτι καί τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ εἶναι θεϊκή ἀποκάλυψη, κατήλθεν ἐξ οὐρανοῦ. Ἀφοῦ στράφηκε πρός τόν ἅγιο Γρηγόριο, τόν ἐρώτησε : «Ὑμεῖς δέ πῶς οὐ δέχεσθε τόν ἡμέτερον προφήτην, οὐδέ πιστεύετε τῷ τούτου βιβλίῳ, ἐξ οὐρανοῦ καί αὐτό καταβάντι»;
Ἡ ἀπάντηση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου εἶναι πλήρης, θαρραλέα καί ἀποφασιστική, ὅπως θά δοῦμε. Προϋποθέτει μάλιστα γνώση τῆς σχετικῆς διδασκαλίας τῶν πρό αὐτοῦ ἁγίων, ἰδιαίτερα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ. Λέγει, λοιπόν, ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ἀπαντώντας στόν τασιμάνη, ὅτι εἶναι παλαιοτάτη συνήθεια νά μή δεχόμαστε τίποτε ὡς ἀληθές, ἄν δέν ὑπάρχουν σχετικές μαρτυρίες. Οἱ μαρτυρίες εἶναι δύο εἰδῶν˙ τό ἕνα εἶδος μαρτυρίας εἶναι τά ἴδια τά ἔργα καί τά πράγματα, τό ἄλλο οἱ μαρτυρίες ἀπό ἀξιόπιστα πρόσωπα. Ἀναφέρεται στόν προφήτη Μωϋσή καί στίς μαρτυρίες, πού ὑπάρχουν γι’ αὐτόν μέσα στήν Ἁγία Γραφή, ὅπως καί στόν Χριστό, ὁ ὁποῖος «μετά ἐξαισίων ὧν εἰργάσατο πολλῶν καί μεγάλων, καί παρ’ αὐτοῦ Μωσέως καί τῶν ἄλλων προφητῶν μαρτυρεῖται». Δέν ἰσχύει τό ἴδιο καί γιά τόν Μωάμεθ, ὁ ὁποῖος οὔτε μαρτυρεῖται ἀπό τούς προφῆτες οὔτε ἔκανε κάποιο θαῦμα ἀξιόλογο˙ «Τόν δέ Μεχούμετ οὔτε παρά τῶν προφητῶν εὑρίσκομεν μαρτυρούμενον οὔτε τί ξένον εἰργασμένον καί ἀξιόλογον πρός πίστιν ἐνάγον. Διά τοῦτο οὐ πιστεύομεν αὐτῷ οὐδέ τῷ παρ’ αὐτοῦ βιβλίῳ».
Ὁ τασιμάνης δυσανασχέτησε˙ ἀπολογήθηκε, ὅμως, προβάλλοντας τό ἐπιχείρημα ὅτι στό Εὐαγγέλιο ὑπῆρχαν μαρτυρίες γιά τόν Μωάμεθ, ἀλλά τίς ἔσβησαν, τίς ἐξαφάνισαν οἱ Χριστιανοί, καί ὅτι δεῖγμα θεϊκῆς εὐλογίας καί ἀποδοχῆς τοῦ Μωάμεθ εἶναι ὅτι διαρκῶς ἀπό τήν ἀνατολή μέχρι τή δύση, σέ ὅλη δηλ. τήν οἰκουμένη, ὁ Θεός τοῦ χάρισε νίκες ἐναντίον τῶν ἄλλων ἐθνῶν˙ «Ἀλλά καί ἐξ ἄκρας ἀνατολῆς ἐξελθών ἠλίου, μέχρι καί τῆς αὐτοῦ δύσεως, ὡς ὁρᾶς, νικῶν κατήντησεν».
Εἶναι συντριπτική ἡ ἀπάντηση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου στά ἐπιχειρήματα αὐτά τοῦ τασιμάνη. Λέγει ἐν πρώτοις ὅτι ἀπό τό Εὐαγγέλιο δέν ἀποκόπηκε οὔτε τροποποιήθηκε τό παραμικρό. Ὑπάρχουν γι’ αὐτό φρικτές ἐντολές˙ ὅποιος τολμήσει νά ἀποκόψει κάτι ἤ νά τό ἀλλάξει ἀποκόπτεται ἀπό τόν Χριστό. Κανείς Χριστιανός δέν θά τολμοῦσε νά ἀποκόψει ἤ νά ἀλλάξει τά θεοχάρακτα λόγια τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλωστε καί οἱ πολλές μεταφράσεις τοῦ Εὐαγγελίου μαρτυρύν γι’ αὐτό˙ θά εἶχε γίνει ἀντιληπτή ἡ ὁποιαδήποτε παραχάραξη. Ἀκόμη καί πολλοί αἱρετικοί, πού συμφωνοῦν σέ μερικά μέ τούς Μουσουλμάνους, δέν ἔχουν νά δείξουν τέτοιο παραλλαγμένο Εὐαγγέλιο. Στό Εὐαγγέλιο ἄλλωστε ὑπάρχουν ἐμφανῶς διδασκαλίες ἀντίθετες πρός τήν διδασκαλία τοῦ Μωάμεθ˙ πῶς, λοιπόν, θά μαρτυροῦσε τό Εὐαγγέλιο γιά τόν Μωάμεθ; Ἐπιπλέον, δέν ὑπάρχει στό Εὐαγγέλιο τίποτε σχεδόν, πού νά μήν ἔχει προλεχθῆ ἀπό τούς προφῆτες˙ ἄν, λοιπόν, ὑπῆρχε γραμμένο κάτι γιά τόν Μωάμεθ, θά τό εἶχαν πρoειπεῖ καί οἱ προφῆτες. Ἀντίθετα, μέσα στό Εὐαγγέλιο ὑπάρχει γραμμένο καί ὄχι σβησμένο ὅτι «ἐλεύσονται πολλοί ψευδόχριστοι καί ψευδοπροφήται καί πολλούς πλανήσουσι». Γι’αὐτό καί παραγγέλει : «Μή οὖν πλανηθῆτε ὀπίσω αὐτῶν». Εἶναι βέβαια σωστό ὅτι ὁ Μωάμεθ προχώρησε ἀπό τήν Ἀνατολή μέχρι τή Δύση, νικώντας τούς ἄλλους λαούς. Πῶς τό κατόρθωσε, ὅμως, αὐτό; «Πολέμῳ καί μαχαίρᾳ καί λεηλασίαις καί ἀνδραποδισμοῖς καί ἀνδροκτασίαις, ὧν οὐδέν ἐκ Θεοῦ τοῦ ἀγαθοῦ προηγουμένως ἐστί, τοῦ ἐξ ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνου δέ μᾶλλον προηγούμενον θέλημα». Καί ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ξεκίνησε ἀπό τή Δύση καί κατέκτησε τήν Ἀνατολή. Καί πολλοί ἄλλοι σέ διάφορες ἐποχές μέ τά στρατεύματά τους κατέκτησαν μεγάλα τμήματα τῆς οἰκουμένης. Σέ κανέναν, ὅμως, ἀπ’ αὐτούς δέν ἐμπιστεύθηκαν οἱ ἄνθρωποι καί τίς ψυχές τους, ὅπως ἐσεῖς, οἱ Μουσουλμάνοι, στόν Μωάμεθ. Ἄλλωστε, μολονότι χρησιμοποίησε ὁ Μωάμεθ τή βία καί κολάκευε τίς ἡδονές, ἐν τούτοις δέν κατέκτησε καί ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη. Ἀντίθετα, ἡ διδασκαλία του Χριστοῦ, μολονότι ἀπομακρύνει ἀπ’ ὅλες τίς ἡδονές τῆς ζωῆς, ἐξαπλώθηκε στά πέρατα τῆς οἰκουμένης, χωρίς νά χρησιμοποιήσει βία, ἀλλά μᾶλλον νικώντας τήν βία, πού ἄλλοι ἀσκοῦσαν ἐναντίον της, ὥστε πράγματι μόνον αὐτή νά μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ ὡς ἡ νίκη, πού νίκησε τόν κόσμο.
Ἡ συντριπτική καί θαραλλέα ἀπάντηση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ἐξόργισε τούς Τούρκους. Οἱ παρατυχόντες Χριστιανοί παρατήρησαν τίς κακές διαθέσεις τους καί μέ νοήματα προέτρεψαν τόν ἅγιο Γρηγόριο νά μετριάσει τούς λόγους, ὁ ὁποῖος πράγματι, χαμογελώντας μέ ἱλαρότητα, εἶπε ὅτι εἶναι φυσικό νά διαφωνοῦμε, γιατί διαφορετικά θά εἴχαμε τήν ἴδια πίστη.
Ἀνταποκρινόμενος στήν τελευταία αὐτή ἐξ ἀνάγκης προκληθεῖσα συναινετική ἀτμόσφαιρα κάποιος ἀπό τούς Τούρκους εἶπε ὅτι θά ἔλθει κάποτε καιρός, πού θά συμφωνήσουμε μεταξύ μας : «Ἔσται ποτέ ὅτε συμφωνήσομεν ἀλλήλοις». Στή διαπίστωση αὐτή συνεφώνησε καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος, δίνοντας κατ’ οἰκονομίαν τόπο στήν ὀργή τῶν Τούρκων, καί ἀσφαλῶς χωρίς ποτέ νά πιστεύσει ὅτι εἶναι δυνατόν νά συμφωνήσουμε Χριστιανοί καί Μουσουλμάνοι.
Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά διευκρινήσουμε ὅτι κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀνεξαρτήτως θρησκεύματος θά δοῦν πρόσωπο πρός πρόσωπο τόν Ἰησοῦ Χριστό καί ὅλοι θά Τόν προσκυνήσουν, ἀλλά δέν θά σωθοῦν ὅλοι. Ἄλλοι θά ἀναστηθοῦν «εἰς κρίσιν», δηλ. θά πᾶνε στή κόλαση, καί ἄλλοι «εἰς ἀνάστασιν ζωῆς», δηλ. θά πᾶνε στόν Παράδεισο. Ἡ Ἀνάσταση θά εἶναι κοινή γιά ὅλους, θά εἶναι Καθολική Ἀνάσταση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ὄχι, ὅμως, καί τῆς θελήσεως. Ὁ καθένας μας θά κριθεῖ σύμφωνα μέ τίς πράξεις, τούς λόγους καί τίς σκέψεις του. Ἐάν στήν ἐπίγεια ζωή ὁ καθένας μας πιστεύει ὀρθόδοξα καί ζεῖ ὀρθόδοξα, τότε ἔχει ἐλπίδα σωτηρίας, σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Κύριλλο Ἱεροσολύμων καί τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο.
Ἑπομένως, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, εὐχόμενος ὅτι κάποτε θά συμφωνήσουν οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί μέ τούς Μουσουλμάνους, εἶχε ὑπόψιν του τά πατερικά λόγια τῶν δύο παραπάνω ἁγίων. Εὐχήθηκα, λέγει, πράγματι νά ἔλθει ὁ καιρός ἐκεῖνος : «Συνεθέμην γάρ μνησθείς τῆς τοῦ ἀποστόλου φωνῆς, ὅτι ἐπί τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ πᾶν γόνυ κάμψει καί πάσα γλώσσα ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός˙ τοῦτο δ’έσται πάντως ἐν τῇ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» ».
Πράγματι, ὁ ἅγιος Γρηγόριος συνεφώνησε ὅτι θά ἔλθει κάποτε καιρός, πού θά συμφωνήσουμε μεταξύ μας οἱ Χριστιανοί καί οἱ Τοῦρκοι, ἀλλά αὐτό τό εἶπε, δίνοντας κατ’ οἰκονομίαν τόπο στήν ὀργή τῶν Τούρκων, πού εἶχε ξεσπάσει ἐναντίον του, καί ἀσφαλῶς χωρίς ποτέ νά πιστεύσει ὅτι εἶναι δυνατόν νά συμφωνήσουμε Χριστιανοί καί Μουσουλμάνοι. Τήν συμφωνία αὐτή τήν βλέπει νά πραγματοποιεῖται, ὄχι στό ἱστορικό ἐπίπεδο, σέ κάποια μελλοντική περίοδο της ἱστορίας, ἀλλά σέ ὑπεριστορικό ἐπίπεδο, μετά τήν Δευτέρα παρουσία τοῦ Χριστοῦ.
Συνεχίζουμε μέ τήν τρίτη συζήτηση, τήν «Διάλεξη πρός τούς ἀθέους Χιόνας». Ἡ διάλεξη αὐτή μεταξύ τοῦ ἁγίου καί τῶν Χιόνων (ἐξισλαμισθέντων χριστιανῶν) ἔγινε μέ πρωτοβουλία τοῦ ἐμίρη Ὀρχάν στήν ἔπαυλή του, πού βρισκόταν σέ λοφώδη περιοχή. Τή νευραλγικότητα τῆς διαλέξεως φανερώνει τό γεγονός ὅτι ὁ ἐμίρης εἶχε ὁρίσει ὡς προκαθήμενο τῆς συζητήσεως τόν στρατηγό Παλαπάνο. Ἡ σύνταξη τῆς διαλέξεως ἀποδίδεται στόν ἰατρό τοῦ ἐμίρη, ὀνόματι Ταρωνείτης.
«Ὁ παριστάμενος στή θέση τοῦ ἀμηρᾶ, ἄρχων Παλαπάνος, γνωρίζοντας προφανῶς τήν ἀπάντηση, πού εἶχε δώσει νωρίτερα ὁ ἅγιος Γρηγόριος στόν Ἰσμαήλ, ὑπέβαλε τώρα τήν ἴδια ἐρώτηση, συμπληρωμένη, ὅμως, μέ κάποια διαπίστωση ἐλλείψεως ἀμοιβαιότητος καί ἀλληλοκατανοήσεως μέ εὐθύνη τῶν Χριστιανῶν, διότι, ἐνῶ οἱ Μουσουλμάνοι δέχονται τόν Χριστό, τόν τιμοῦν καί τόν ἀγαποῦν, ὅπως καί τήν μητέρα του, δέν πράττουν τό ἴδιο καί οἱ Χριστιανοί γιά τόν Μωάμεθ. «Ὁ αὐθέντης ὁρίζει σέ εἰπεῖν πῶς ἡμεῖς μέν δεχόμεθα τόν Χριστόν καί ἀγαπῶμεν καί τιμῶμεν καί λέγομεν αὐτόν εἶναι τοῦ Θεοῦ λόγον καί πνοήν, ἔχομεν δέ καί τήν μητέρα αὐτοῦ πλησίον τοῦ Θεοῦ, ὑμεῖς οὐ δέχεσθε τόν προφήτην ἡμῶν, οὐδέ ἀγαπᾶτε αὐτόν»;
Τώρα καί ἡ ἀπάντηση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου εἶναι συμπληρωμένη καί ὁλοκληρωμένη σέ σχέση μέ τήν ἀπάντηση, πού ἔδωσε στόν Ἰσμαήλ. Δέν πιστεύουμε στή διδασκαλία τοῦ Μωάμεθ, «διά τοῦτο οὐκ ἀγαπῶμεν ἡμεῖς τόν Μεχούμετ». Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός δίδαξε ὅτι θά ἔλθει πάλι, γιά νά κρίνει ὅλο τό κόσμο˙ καί μᾶς παρήγγειλε νά μή δεχθοῦμε κανένα ἄλλον πρό τῆς δικῆς του παρουσίας. Εἶπε, ἐπίσης, πρός ὅσους δέν πίστευαν σ’αὐτόν, ὅτι ἦλθε ἐξ ὀνόματος τοῦ Πατρός καί δέν τόν δέχθηκαν˙ «ἐάν ἔλθει κάποιος ἄλλος στό δικό του ὄνομα, αὐτόν θά τόν δεχθοῦν». Εἶναι σαφής ἐδῶ ὁ ὑπαινιγμός ὅτι ὁ Μωάμεθ ἦταν αὐτόκλητος καί ὄχι θεόκλητος, ἀπόστολος τοῦ ἑαυτοῦ του καί ὄχι τοῦ Θεοῦ, καί ὅμως τόν δέχθηκαν οἱ Μουσουλμάνοι. Προσθέτει ἐδῶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος, γιά νά αἰτιολογήσει τήν ἐκ μέρους ταῶν Χριστιανῶν ἀπόρριψη τοῦ Μωάμεθ, ὅσα λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πρός τούς Γαλάτες˙ «Κἄν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίσηται ὑμῖν παρ’ὅ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω» ».
Συνοψίζοντας τά ἀνωτέρω, μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ὁ τρόπος, μέ τόν ὁποῖο διαπραγματεύεται τό φαινόμενο τοῦ Ἰσλαμισμοῦ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, φανερώνει ὅτι ἡ γνώση του βασίζεται κατά κύριο λόγο στήν προσωπική ἐμπειρία, πού ἀπέκτησε ἀπό τήν ἐπαφή του μέ τούς Τούρκους, κατά τήν περίοδο τῆς αἰχμαλωσίας του, καί ἀπό τήν προφορική παράδοση τοῦ Κορανίου, παρά τήν ἐπισταμένη μελέτη τοῦ Ἰσλάμ.
Ὅπως οἱ πρό αὐτοῦ Πατέρες θεωροῦν τό Ἰσλάμ ὡς μία ἐπικίνδυνη θρησκεία καί τόν Μωάμεθ ὡς πρόδρομον τοῦ Ἀντιχρίστου (ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής, ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός κ. ἄ.) ἔτσι καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος φαίνεται νά ἀντιμετωπίζει τόν Ἰσλαμισμό ὡς μία αἵρεση μέ ἰουδαϊκές καταβολές˙ καί τόν ἀντιμετωπίζει ἀπό θέσεως ἰσχύος ἔστω καί ἄν βρίσκεται αἰχμάλωτος στά χέρια τῶν Μουσουλμάνων. Ἀπαξιεῖ νά ἀναπτύξει ὑψηλή θεολογική συζήτηση, ὄχι ὅμως καί νά μήν ἐκθέσει τίς βασικές δογματικές ἀλήθειες τῆς χριστιανικῆς πίστεως, εἰς ἀπάντησιν τῶν ἐρωτήσεων καί ἀντιρρήσεων, πού προέβαλλαν οἱ μουσουλμάνοι συνομιλητές του, οἱ ὁποῖοι, ἄλλωστε, δέν φαίνεται νά εἶχαν ἰδιαιτέρως ὑψηλή θεολογική παιδεία. Ἄλλωστε, ἡ θρησκεία τους χαρακτηρίζεται γιά τίς χονδροειδεῖς καί παχυλές περί Θεοῦ, ἁμαρτίας, παραδείσου, ἐλευθερίας καί αὐτεξουσίου ἀντιλήψεις καί προκαλεῖ τήν δίκαιη ἐν μέρει, ὄχι ὅμως καί εὔλογη περιφρόνηση.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὑπεραμύνεται τῆς Θεότητος τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή οἱ συνομιλητές του τήν ἀρνοῦνταν, θεωρώντας Τον ὡς δοῦλο καί κτίσμα τοῦ Θεοῦ. Συζητήθηκαν, ἐπίσης, θέματα, ὅπως ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ νηστεία καί ἡ μετά θάνατον ζωή, ἐπισημαίνοντας τό διαφορετικό ὑπόβαθρό τους, στοιχεῖο πού καθιστᾶ ἐμφανῆ τήν διαφορά μεταξύ Χριστιανισμοῦ καί Ἰσλαμισμοῦ. Τέλος, συζητήθηκαν καί τά θέματα τῆς περιτομῆς καί τῶν εἰκόνων, τά ὁποία εἶχαν μεταφυτευθεῖ ἀπό τόν Ἰουδαϊσμό στόν Ἰσλαμισμό.
Ἄν καί οἱ θέσεις τῶν δύο διαλεγομένων ἦταν τελείως ἀντίροπες (κατακτητής-αἰχμάλωτος), ὁ πρῶτος στάθηκε πολύ ἀδύνατος καί ἰσχνός στό νά ἀντιμετωπίσει καί νά ἀντισταθεῖ στήν θεολογική κατάρτιση καί παιδεία τοῦ αἰχμαλώτου. Γι’ αὐτό καί ἡ εἰκόνα, πού παρέχεται ἀπό τά τρία κείμενα τῆς αἰχμαλωσίας του ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, εἶναι μία εἰκόνα νίκης τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔναντι τοῦ Ἰσλαμισμοῦ. Πατώντας ὁ ἅγιος στό στερεό ἔδαφος τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν ἁγίων Πατέρων, πέτυχε νά σύρει τούς συνομιλητές του στήν ἀποδοχή τῶν θέσεών του καί στήν ὁμολογία τῆς ἀληθείας τῶν λόγων του.

ΤΑ ΤΡΙΑ ΓΕΝΗ ΑΘΕÏΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΠΑΛΑΜΑ – π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος



 
ΤΑ ΤΡΙΑ ΓΕΝΗ ΑΘΕÏΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΠΑΛΑΜΑ
Ἐν Πειραιεῖ πρωτοπρεσβ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος 9-3-2017 ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Καλλιπόλεως Πειραιῶς
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (1296-1359), Ἀρχιεπίσκοπος Θεσ/κης, σέ ἐπιστολή του πρός «Τόν εὐλαβέστατον μοναχόν κύρ Διονύσιον» (Ε.Π.Ε., ἔργα Γρηγορίου Παλαμᾶ, 4, 404) γράφει ὅτι τρία εἶναι τά γένη τῆς ἀθεΐας. «Τριῶν ὄντων τῶν τῆς ἀθεΐας ὡς εἰπεῖν γενῶν…». Εἶναι ἐντυπωσιακή αὐτή ἡ θέση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, διότι μᾶς βοηθάει νά κανονίσουμε τή θέση μας ἀπέναντι αὐτῶν τῶν ἀθέων.
Α΄. «Ἕν μέν δή γένος ἀθεΐας ἐστίν ἡ πολυειδής πλάνη τῶν ἑλληνιζόντων…». Ἕνα γένος ἀθεΐας εἶναι ἡ πολυειδής πλάνη τῶν ἑλληνιζόντων φιλοσόφων.
Μερικοί ἀπ’αὐτούς δέχονται ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός, παρά μόνον οἱ κατ’ αἴσθησιν ἡδονές, ὅπως ὁ Ἐπίκουρος. Ἄλλοι ὅτι ὑπάρχουν κάποια στοιχεῖα ὕλης, ὅπως ὁ Ἐμπεδοκλής, ὁ Ἡράκλειτος, ὁ Ἀναξιμένης καί ὁ Δημόκριτος. Ἄλλοι ὅτι ὑπάρχει πλήρης ἀκαταληψία τῶν ὄντων ἀπό ὅλους. Ἄλλοι ὅτι σέ ὅλα ἐπικρατεῖ ἡ δόκηση, ἡ φαντασία, ὅπως ὁ Ξενοφάνης ὁ Κολοφώνιος. Καί ἄλλοι φαντάσθηκαν τόν Θεό, ἀλλά πολύ ἀμυδρά, ὅπως ὁ Σωκράτης καί ὁ Πλάτων.
Ὁ αἱρετικός Βαρλαάμ ὁ Καλαβρός, τόν ὁποῖο ἀντιμετώπισε ἐπιτυχῶς ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀνήκει στή πρώτη αὐτή κατηγορία τῶν ἀθέων, διότι ἰσχυριζόταν ὅτι ἡ ἄκτιστη οὐσία του Θεοῦ δέν διαφέρει ἀπό τήν ἄκτιστη ἐνέργεια. Ὅποιος, ὅμως, ταυτίζει τήν οὐσία μέ τήν ἐνέργεια στόν Θεό, κατά τόν ἅγιο Ἰουστῖνο, τόν φιλόσοφο καί μάρτυρα, καί ἄλλους ἁγίους Πατέρες, ἀναιρεῖ τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Διότι, αὐτό, πού δέν ἔχει καμμία ἐνέργεια, οὔτε ὑπάρχει, οὔτε εἶναι κάτι.
Τό πρῶτο, λοιπόν, εἶδος ἀθεΐας εἶναι ἡ κλασσική ἀθεΐα καί ἀπιστία˙ αὐτοί οἱ ὁποῖοι δέν πιστεύουν ὅτι ὑπάρχει Θεός.
Β´. «Δεύτερον δέ γένος ἀθεΐας ἐστίν ἡ πολυσχιδής καί πολύμορφος ἀπάτη τῶν αἱρετικῶν…». Δεύτερο γένος ἀθεΐας εἶναι ἡ πολυσχιδής καί πολύμορφη ἀπάτη τῶν αἱρετικῶν.
Αὐτοί δέχονται ὅτι ὑπάρχει Θεός, ὅμως δέν Τόν παρουσιάζουν στήν ἀληθινή Του Ὑπόσταση. Ἄλλοι θεωροῦν τόν Θεό Πατέρα ἄτεκνο, χωρίς Υἱό, ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι. Ἄλλοι θεωροῦν τόν Υἱό, τόν Χριστό, ἀπάτορα, χωρίς Πατέρα, ὅπως ὁ αἱρετικός Σαβέλλιος, πού δίδασκε ὅτι Πατήρ, Υἱός καί Πνεῦμα εἶναι μία ὑπόσταση, ἀλλά φέρει διαφορετικά ὀνόματα ἤ ἔχει διαφορετικά προσωπεῖα κατά καιρούς. Ἄλλοι θεωροῦν τόν Θεό ἄκτιστο Πατέρα κτιστοῦ Υἱοῦ καί Πνεύματος, ὅπως οἱ αἱρετικοί Ἄρειος, Εὐνόμιος καί Μακεδόνιος. Καί ἄλλοι θεωροῦν πολλά ἄλλα.
Ὅλοι αὐτοί δέν διαφέρουν σέ τίποτα ἀπό τούς ἀθέους. Λυμαίνονται τήν Τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ καί τήν θεία φύση τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτούς ζήλεψαν οἱ αἱρετικοί Βαρλαάμ Καλαβρός καί Ἀκίνδυνος Γρηγοράς, οἱ ὁποῖοι ἀφ’ ἑνός μέν ταύτιζαν τήν ἄκτιστη οὐσία μέ τήν ἄκτιστη ἐνέργεια, ὅπως προαναφέραμε, ἀφ’ ἑτέρου δέ στίς σχέσεις τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο δέχονταν ὅτι ὁ Θεός ἐπικοινωνεῖ μέ κτιστή ἐνέργεια. Ἔτσι, ἔκαναν τόν Θεό κτίσμα, ἀφοῦ δέχονταν κτιστή ἐνέργεια. Διότι, ἀπό τήν ἐνέργεια φαίνεται ἡ φύση, λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες.
Τό δεύτερο, λοιπόν, εἶδος ἀθεΐας εἶναι ἡ διαστροφή τῆς ἐννοίας τοῦ Θεοῦ ἀπό τίς αἱρέσεις καί τίς παραθρησκεῖες. Ὅταν δηλ. κανείς διαστρέφει τήν ἔννοια τοῦ Θεοῦ καί δέν πιστεύει στόν Ἕνα ἀληθινό Θεό, ἀλλά πιστεύει στά εἴδωλα, ἤ στόν αἱρεσιάρχη Πάπα, ἤ στόν αἱρετικό Λούθηρο, ἤ στόν ψευδοθεό Ἀλλάχ καί στόν ψευδοπροφήτη του Μωάμεθ ἤ στόν ψευδοθεό Βούδα ἤ ὅπου ἀλλοῦ, αὐτός ἀνήκει στό δεύτερο εἶδος ἀθεΐας. Ἄς νομίζουν πώς πιστεύουν στόν Θεό καί ὅτι εἶναι θρησκεῖες, στήν οὐσία εἶναι ἄθεοι. Τό δεύτερο, λοιπόν, εἶδος ἀθεΐας εἶναι οἱ αἱρέσεις, οἱ παραθρησκεῖες καί τά εἴδωλα.
Γ´. Κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ὅμως, ὑπάρχει καί ἕνα τρίτο εἶδος ἀθεΐας, γιά τό ὁποῖο ἐκπλήσσεται κανείς, ὅταν τό ἀκούσει, τό ὁποῖο, ὅμως, εἶναι πολύ σωστό. Καί ἔχει δίκιο ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, διότι αὐτοί, πού ἀνήκουν σ’ αὐτό τό εἶδος τῆς ἀθεΐας, βοηθοῦν, ὥστε τά ἄλλα δύο προηγούμενα εἴδη ἀθεΐας ν’ αὐξάνουν καί νά μεγαλώνουν.
«Τρίτον δέ ἐστίν εἶδος, οὐ πόρρω τῆς ἀνωτέρω πονηρᾶς ξυνωρίδος, τό παραιτεῖσθαί τί λέγειν τῶν δεδογμένων περί Θεοῦ καί μηδαμῶς ἐθέλειν ὑπ’ ἀνευλαβοῦς εὐλαβείας ἐκ τῶν ὑπερβαινόντων τήν τῶν πολλῶν διάνοιαν αὐτόν ὑμνεῖν … καί τάς τῶν ἱερῶν πατέρων θεολογίας μή τοῖς οὐκ εἰδόσιν ἐξηγεῖσθαι, ἀλλ’ ἀποσείεσθαι καί ἀθετεῖν…». Τρίτο εἶδος ἀθεΐας, πού δέν βρίσκεται καί πολύ μακριά ἀπό τήν ἀνωτέρω πονηρή δυάδα, εἶναι τό νά παραιτεῖται κανείς ἀπό τό ν’ ἀναφέρει τά δόγματα περί Θεοῦ καί, λόγῳ τῆς ἀνευλαβοῦς εὐλάβειας, νά μήν θέλει καθόλου νά Τόν ὑμνεῖ ἀπ’ αὐτά, πού εἶναι ἀνώτερα ἀπό τήν διάνοια πολλῶν… Τρίτο εἶδος ἀθεΐας εἶναι, ἐπίσης, καί τό νά μήν ἐξηγεῖ κανείς τίς θεολογίες τῶν ἱερῶν πατέρων σέ ὅσους δέν γνωρίζουν, ἀλλά νά τίς ἀπορρίπτει καί νά τίς ἀθετεῖ.
Αὐτό τό εἶδος τῆς ἀθεΐας τό μετέρχονται κληρικοί καί θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι δέν ἀναφέρονται σ’ αὐτά, πού εἶναι δύσληπτα στό μυαλό τῶν πολλῶν. Δέν ἐξηγοῦν τήν θεολογία τῶν ἁγίων Πατέρων σ’ αὐτούς, πού δέν τήν ξέρουν, προφασιζόμενοι ὅτι δέν εἶναι εὔληπτη οὔτε ἐφικτή γιά τόν πολύ κόσμο. Ὅμως, ἄν ἀποσιωπήσεις ἀκόμη καί μία δογματική διδασκαλία, καταστρέφεται ὁ δογματικός φράκτης τῆς Ἐκκλησίας μας καί εἰσβάλλει ἔτσι τό δηλητήριο τῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας. Οἱ αἱρετικοί φοβοῦνται καί δυσαρεστοῦνται ἀπό τήν ἀνάπτυξη σύνολης τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδοξίας. Διότι, ἔτσι, πέφτει τό προσωπεῖο τῆς ἀρετῆς καί τῆς εὐσεβείας, πού φέρουν.
Στό τρίτο, λοιπόν, εἶδος ἀθεΐας ἀνήκουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σιωποῦν, δέν μιλοῦν καί δέν πολεμοῦν τά ἄλλα εἴδη ἀθεΐας. Ἔχει γεμίσει ὁ κόσμος ἀπό ἀθέους καί ἀπίστους. Ἔχουμε καί στή χώρα μας ἀθέους, ἀπίστους καί αἱρετικούς. Ὅμως, ὅσοι ἀνήκουν στό τρίτο εἶδος ἀθεΐας δέν μιλοῦν καί οἱ ἄθεοι, οἱ ἄπιστοι καί οἱ αἱρετικοί κάνουν τή δουλειά τους. Προχωροῦν οἱ αἱρέσεις, οἱ παραθρησκεῖες, τό Ἰσλάμ καί αὐτοί σιωποῦν.
Συνοψίζοντας τά ἀνωτέρω. Πρῶτο εἶδος ἀθεΐας ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός. Δεύτερο ὅτι ὑπάρχει Θεός, ἀλλά ὄχι ἀλάθητα. Καί τρίτο ἡ ἐλλειπής παρουσίαση της εἰκόνας του Θεοῦ. Αὐτά ἀναφέρει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στή περίφημη δογματική του ἐπιστολή στόν εὐλαβέστατο μοναχό κύρ Διονύσιο.
Ἄς ἔλθουμε τώρα στήν ἐποχή μας, κάνοντας κάποιες συγκρίσεις μέ τά ὅσα συνέβαιναν στήν ἐποχή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.
Ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰώ. ἄρχισε μιά προσπάθεια μεταξύ τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων καί αἱρέσεων νά ἔλθουν σέ μιά ἐπαφή, ὥστε κάποτε νά τά βροῦν καί νά ἑνωθοῦν ξανά. Στήν προσπάθεια αὐτή συμμετεῖχε καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἄρχισε, λοιπόν, ὁ λεγόμενος διαχριστιανικός ἤ οἰκουμενιστικός διάλογος. Οἱ διαφορές πολλές καί μάλιστα σοβαρές. Δύσκολα βρισκόταν σημεῖο ἐπαφῆς. Ἄρχισαν οἱ τριβές καί οἱ πολώσεις. Ὁ διάλογος, γιά νά συνεχισθεῖ, ἀπό δογματικός κατέληξε σέ διάλογο ἀγάπης, χωρίς ὅμως τήν ἀλήθεια. Ἄρχισε ἕνας δογματικός μινιμαλισμός, δηλ. νά ἀρκεσθοῦν οἱ διαλεγόμενοι σέ ἐλάχιστα δογματικά σημεῖα, πού συμφωνοῦν, ἤ νά εἶναι ἑνωμένοι καί νά δέχονται τίς δογματικές ἰδιορρυθμίες τῶν ἄλλων. Παρουσιάσθηκε ἡ προτεσταντική καί αἱρετική «θεωρία τῶν κλάδων», ὅτι δῆθεν ἔχουμε κοινή ρίζα καί εἴμαστε διαφορετικά κλαδιά τοῦ ἰδίου δένδρου. Παρουσιάσθηκε, ἐπίσης, ἡ αἱρετική θεωρία τῆς «περιεκτικότητας», ὅτι δῆθεν ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά περιέχει διαφορετικούς χριστιανισμούς, καί πολλές ἄλλες οἰκουμενιστικές καί αἱρετικές θεωρίες.
Ὁ διαχριστιανικός διάλογος ἀργότερα, γιά λόγους πολιτικούς, διπλωματικούς, ἐθνικούς, ἀνάγκης, καί παγκοσμιοποιήσεως, ἐξελίχθηκε σέ διαθρησκειακό, καί σέ πρώτη φάση ἔγινε μεταξύ Χριστιανισμοῦ, Ἰουδαϊσμοῦ καί Ἰσλάμ. Οἱ «θεολογικές», ὅμως, κορῶνες συνεχίστηκαν. Ἴσχυρίσθηκαν οἱ οἰκουμενιστές ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες ὁδηγοῦν στόν ἴδιο Θεό, ὅτι ὅλες ὑπηρετοῦν τόν ἄνθρωπο, ὅτι ὅλες ἔχουν μέσα τους κάποια ἀλήθεια. Ἔτσι, ἄρχισαν νά γίνονται διαθρησκειακές συναντήσεις μέ θρησκεῖες κάθε εἴδους. Καί ὁ κατήφορος δέν ἔχει τέλος!
Τό χειρότερο ὅλων εἶναι ὅτι ὅλο αὐτό τό σιωνιστικό καί μασονικό κίνημα τῆς παναιρέσεως τοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ συγκριτιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἔλαβε συνοδική μορφή καί κάλυψη, θεσμοθέτηση, νομιμοποίηση καί ἐπισημοποίηση, μέσῳ τῆς ληστρικῆς, αἱρετικῆς καί οἰκουμενιστικῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης τοῦ Ἰουνίου τοῦ 2016, ἡ ὁποία ἐκκλησιαστικοποίησε τίς αἱρέσεις, δηλ. ὀνόμασε καί ἀποδέχτηκε τίς αἱρέσεις ὡς Ἐκκλησίες, ἰσότιμες καί ἰσάξιες μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἔκκλησία μας.
Καί τίθεται τό ἐρώτημα : «Ποῦ βαδίζουμε; Ξεχάσαμε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τό Φῶς τοῦ κόσμου (Ἰω. 8,12), ἡ μόνη ὁδός, πού μπορεῖ νά βαδίσει ὁ ἄνθρωπος, ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή (Ἰω. 14,6), καί κανείς ἄλλος δέν εἶναι πραγματικός καί ἀληθινός Θεός; Ξεχάσαμε ὅτι «οἱ θεοί τῶν ἐθνῶν δαιμόνια» (Ψαλμ. 95,5)»;
Ὁ Ἰουδαϊσμός δέν πιστεύει σέ Τριαδικό Θεό, οὔτε στή θεία φύση τοῦ Χριστοῦ, οὔτε στήν ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου, οὔτε σέ εἰκόνες. Καί τό σπουδαιότερο˙ κι αὐτόν τόν Μεσσία τόν περίμενε καί τόν περιμένει ὡς κοσμικό ἐθνικό Μεσσία, πού θά ἔλθει, γιά νά σώσει ὑλικά τό Ἰσραήλ, καί τελικά θά προσκυνήσει τόν Ἀντίχριστο.
Στά ἴδια αἱρετικά δόγματα πιστεύει καί ὁ Μουσουλμανισμός, ὁ ὁποῖος ἐπιπλέον ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο σέ γενετήσια ἀκράτεια καί σέ σφαγή ὅσων δέν πιστεύουν στό Ἰσλάμ. Ποῦ εἶναι, λοιπόν, ἡ ἀξία τῶν κακῶς λεγομένων «μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν» καί ποῦ ἡ ἀξία – πολύ περισσότερο – των εἰδωλολατρικῶν;
Ἄς προχωρήσουμε καί στούς αἱρετικούς χριστιανούς.
Ποιά ἡ ἀξία τῆς αἱρέσεως του Παπισμοῦ, πού πιστεύει κι αὐτός σέ κοσμικό Mεσσία καί ἔχει κράτος, πρεσβεῖες, διπλωματία, στρατό, ἀστυνομία, τράπεζες καί πάει λέγοντας; Πού ἔχει διαστρέψει τό Τριαδικό δόγμα μέ τήν προσθήκη στό «Πιστεύω» τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ, πού θεοποίησε καί ἔκανε ἀλάθητο καί πρῶτο ἐξουσιαστή τόν ἄνθρωπο Πάπα, πού θεοποίησε τήν Παναγία μέ τό «δόγμα τῆς ἀσπίλου συλλήψεως», πού χρησιμοποιεῖ ἄζυμο ἄρτο στή θεία εὐχαριστία καί τόσα ἄλλα;
Ποιά ἡ ἀξία τῶν αἱρετικῶν Προτεσταντῶν, πού ἀρνοῦνται τήν Ἱερά Παράδοση, τίς Ἅγιες Εἰκόνες, τον Τίμιο καί Ζωοποιό Σταυρό, τούς Ἁγίους καί τίς μεσιτεῖες τους, τήν μυστηριακή ἱερωσύνη, τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως, τά ἄλλα μυστήρια καί τόσα ἄλλα; Ὁρισμένοι δέ ἐξ αὐτῶν προχώρησαν σέ χειροτονίες γυναικῶν, ἀναγνώριση καί χειροτονία ὁμοφυλοφίλων, καί ἄλλες παρατυπίες;
Ποιά ἡ ἀξία τῶν αἱρετικῶν Μονοφυσιτῶν, πού ἀρνοῦνται τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἐπίσης καί ἕξι ἅγιες καί Οἰκουμενικές Συνόδους, τήν Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄, Ζ΄, Η΄ καί Θ΄;
Ἀγαπητοί ἀδελφοί,
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς σήμερα μᾶς προειδοποιεῖ : «Καταντήσατε ἄθεοι». Θά τόν ἀκούσουμε;

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς η σπουδαιότης του προσώπου και του έργου του Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης



Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ Η ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ
 Εισήγηση σε Διημερίδα που οργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Βεροίας με θέμα: Το μοναστήρι τον Τιμίου Προδρόμου («Σκήτη Βεροίας»), 27-28 Μαρτίου 1993.

Απόστολος Παύλος και Γρηγόριος Παλαμάς. Δόξα και καύχημα της Βεροίας 
Η Βέροια έχει το προνόμιο να συνδέεται με δύο μεγάλους θεολό­γους και μυσταγωγούς. Με τον κορυφαίο εν πρώτοις μεταξύ των Απο­στόλων, τον κήρυκα του Ευαγγελίου και προσαγωγέα της Οικουμένης στη χριστιανική πίστι, ουρανοδρόμο απόστολο Παύλο, και με τον μεγά­λο πατέρα και συγγραφέα του 14ου αιώνος, τον κήρυκα της ακτίστου Χάριτος και του Θαβωρείου φωτός, αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης άγιο Γρηγόριο Παλαμά. 
Ο απόστολος Παύλος, όπως διασώζουν οι Πράξεις των Αποστόλων, αφού διέτρεξε την Μακεδονία με τους συνεργάτες του και εκήρυξε στις δύο μεγάλες και γνωστές πόλεις της, τους Φιλίππους και την Θεσ­σαλονίκη, ήλθε και στην Βέροια, που συνεπλήρωσε έτσι την τριάδα των μακεδονικών πόλεων που αξιώθηκαν να δεχθούν τον μεγάλο από­στολο των εθνών και να ακούσουν την διδασκαλία του. Μέσα σε λίγους στίχους ο απόστολος και ευαγγελιστής Λουκάς παρουσιάζει τα αποτε­λέσματα του κηρύγματος του Παύλου στη Βέροια, οι κάτοικοι της οποίας, Ιουδαίοι και Έλληνες, δέχθηκαν με πολλή προθυμία το κήρυ­γμα του Ευαγγελίου· «Οι δε αδελφοί ευθέως διά νυκτός εξέπεμψαν τον τε Παύλον και τον Σιλάν εις Βέροιαν, οίτινες παραγενόμενοι εις την συναγωγήν των Ιουδαίων απήεσαν· ούτοι δε ήσαν ευγενέστεροι των εν Θεσσαλονίκη, οίτινες εδέξαντο τον λόγον μετά πάσης προθυμίας, καθ' ημέραν ανακρίνοντες τας γραφάς ει έχοι ταύτα ούτως. Πολλοί μεν ουν εξ αυτών επίστευσαν και των Ελληνίδων γυναικών των ευσχημόνων και ανδρών ουκ ολίγοι»[1]. Είναι μεγάλη τιμή και προνόμιο για την πρώτη χριστιανική κοινότητα της Βεροίας να επαινείται από το θεόπνευστο κείμενο των Πράξεων για την ευγένεια και προθυμία των μελών της. Ήταν η πρώτη καλή απαρχή που προδιέγραψε το χριστια­νικό μέλλον της πόλεως, μέλλον λαμπρό και καρποφόρο, όπως αποδει­κνύει η ιστορία της πόλεως, ιδιαίτερα όμως οι πολυπληθείς ναοί, που της προσέδωσαν χαρακτήρα και γνωρίσματα ιεράς χριστιανικής πόλεως. Υπήρχαν στην πόλη περισσότερες από εβδομήντα εκκλησίες, οι όποιες δικαίως έδωσαν στην Βέροια το όνομα «Ιερουσαλήμ της Ελλάδος»[2]. 
Η παραμονή του αποστόλου Παύλου στη Βέροια ήταν σύντομη. Περισσότερο έμειναν οι δύο συνεργάτες του Σίλας και Τιμόθεος, οι οποίοι ασφαλώς βοήθησαν στην οργάνωση της πρώτης χριστιανικής κοινότητος και στην διάδοση του Χριστιανισμού στις γύρω πόλεις της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας. Η καρποφορία του κηρύγματος του αποστόλου Παύλου στη Βέροια και η σημασία της πόλεως για την ιστορία και πορεία της πρώτης χριστιανικής εκκλησίας καταδεικνύον­ται και εκ του ότι μεταξύ των μαθητών του μεγάλου Αποστόλου συγ­καταλέγεται και ένας Βεροιεύς, ο άγιος Σώπατρος ή Σωσίπατρος, μνη­μονευόμενος δύο φορές μέσα στην Κ. Διαθήκη[3], καθώς επίσης και εκ του ότι ως πρώτοι επίσκοποι της πόλεως θεωρούνται κατά σειράν δύο μαθηταί του αποστόλου Παύλου, οι Κάρπος και Ονήσιμος. Αποτελεί λοιπόν μεγάλη τιμή για την πόλη αυτός ο δεσμός της με τα θεόπνευστα κείμενα της Κ. Διαθήκης. Η πόλη ετίμησε και τιμά τον Απόστο­λο κατ' αρχήν με την αφιέρωση μεγάλου ναού στους δύο κορυφαίους αποστόλους Πέτρο και Παύλο, ο οποίος χρησιμοποιείται ως μητροπολιτικός ναός μετά την Τουρκοκρατία μέχρι σήμερα, κατόπιν δε με την οργάνωση λαμπρών εκδηλώσεων από το 1952 και εξής, με επίκεντρο το μεγαλόπρεπο προσκύνημα που κτίσθηκε πριν από μερικές δεκαε­τίες στον χώρο, όπου κατά την παράδοση εκήρυξε ο απόστολος Παύλος, το γνωστό ως «Βήμα του Αποστόλου Παύλου». 
Κατά την διάρκεια της μετέπειτα χριστιανικής της ζωής η Βέροια συνδέθηκε με πλήθος μεγάλων αγίων και λογίων, με τους οποίους έχει ασχοληθή και η παλαιότερη και η σύγχρονη ιστορική και αγιολογική έρευνα, και μάλιστα η τοπική, που την εκπροσωπούν επάξια δύο επίλε­κτα μέλη της που παρίστανται ανάμεσα μας, οι Γ. Χιονίδης, εκ των πρωτεργατών της παρούσης επιστημονικής συνάξεως, και Π. Πυρινός, του οποίου θα ακούσουμε σε λίγο την ενδιαφέρουσα εισήγηση. Ο Γ. Χιονίδης στην «Ιστορία της Βεροίας» αριθμεί στο κεφάλαιο για την προσωπογραφία της πόλεως εξήντα ονόματα κρατικών αξιωματούχων και λογίων της βυζαντινής εποχής· συνθέτοντας τον επισκοπικό κατά­λογο αναφέρει δεκαοκτώ επισκόπους, εννοείται μέχρι την Τουρκοκρατία, στο κεφάλαιο δε για τους αγίους και οσίους μνημονεύει την αγία Ιερου­σαλήμ μετά των τέκνων της, τον όσιο Γρηγόριο Παλαμά, τον όσιο Αθα­νάσιο των Μετεώρων, ενώ είναι γνωστό ότι με την πόλη και την περιο­χή της συνδέονται και άλλοι άγιοι της εποχής της Τουρκοκρατίας, ό­πως ο άγιος Θεωνάς, ο άγιος Διονύσιος Ολύμπου, ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, όπως και ο άγιος Θεοφάνης ο Νέος από τους βυζαντινούς χρόνους (14ος αι.).
 
Μνημονεύεται λοιπόν και ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς μεταξύ των προσώπων που συνδέονται με τη Βέροια. Η ιδική μου εισήγηση θα προσπαθήσει να δείξει ότι ο άγιος Γρηγόριος δεν είναι απλώς ένας από τους λογίους, τους θεολόγους και τους αγίους, αλλά κορυφαίος μεταξύ αυτών, όπως κορυφαίος μεταξύ των Αποστόλων είναι ο από­στολος Παύλος· κορυφαίος, όχι μόνο μεταξύ των προσώπων που συν­δέονται με την Βέροια, αλλά μεταξύ όλων των θεολόγων και άγιων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, συγκορυφαίος των μεγάλων πατερικών μορφών. Ανάλογη γι' αυτό πρέπει να είναι και η τιμή και η προσοχή της Βεροίας και των Βεροιέων προς τη μεγάλη αυτή μορφή της Ορθο­δόξου Εκκλησίας. 
Μέχρι τον 9ο αιώνα παρουσιάζονται μεγάλες μορφές αγίων και πατέρων που βάζουν την σφραγίδα τους και κυριαρχούν σε κάθε εποχή με τους θεολογικούς τους αγώνες και την αγιοσύνη τους· τον δεύτερο αιώνα οι άγιοι Ιγνάτιος, Πολύκαρπος και Ειρηναίος, τον τρίτο αιώνα ο άγιος Γρηγόριος Νεοκαισαρείας και ο άγιος Μεθόδιος Ολύμπου· οι μεγάλοι θεολόγοι του αιώνος αυτού Κλήμης και Ωριγένης δεν είναι Άγιοι και Πατέρες· τον τέταρτο αιώνα πλήθος μεγάλων Αγίων: Αθανάσιος, Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, Γρηγόριος Νύσσης, Ιωάννης Χρυσόστομος· τον πέμπτο αιώνα ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας· τον έκτο αιώνα ο Λεόντιος Βυζάντιος και ο Αναστάσιος Σιναΐτης· τον έβδομο Μάξιμος ο Ομολογητής· τον όγδοο Ιωάννης ο Δαμασκηνός· τον ένατο ο Μέγας Φώτιος. Στους μετά ταύτα αιώνες δεν έπαυσε η Εκκλησία να αναδεικνύει πλήθος Αγίων και μεγάλων θεολό­γων μέχρι των ημερών μας. Αξιολογώντας λοιπόν κανείς τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, ημπορεί αδίστακτα να ισχυρισθεί ότι είναι ισοστάσιος των μνημονευθέντων Αγίων και Πατέρων, μέχρι και του Μ. Φωτίου[4], ο μεγαλύτερος δε και υπέρτατος όλων των μετά ταύτα μέχρι της εποχής μας. Ενώ δηλαδή κατά την πρώτη χιλιετία πολλοί Άγιοι και Πατέρες συναμιλλώνται και συναγωνίζονται για τα πρωτεία, στη δεύτερη χιλιετία, χωρίς υπερβολή, προβάλλει και ξεχωρίζει κορυφαία, μεταξύ των θεολόγων συγγραφέων και Αγίων, μορφή ο άγιος Γρηγό­ριος Παλαμάς, ο ασκητής του Άγιου Όρους, της Σκήτης της Βεροίας, ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης και μέγας υπέρμαχος της ορθο­δόξου διδασκαλίας έναντι των καινοτομιών του εκ Δύσεως μοναχού Βαρλαάμ και των οπαδών του. 
Δεν είναι του παρόντος να αναπτυχθεί και να εξηγηθεί, για ποιους λόγους η διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, αλλά και το πάντιμο πρόσωπό του αγνοήθηκαν επί ένα διάστημα από την ιστορική και θεολογική έρευνα ή και πολλές φορές παρεξηγήθηκαν και συκοφαντήθηκαν. Έχουν γραφή αρκετά γύρω από το θέμα αυτό[5]. Αρκεί να γνωρίζουν οι ιστορικοί και θεολόγοι ότι αυτό αποτελεί παρέκκλι­ση από τη σταθερή και μόνιμη εκκλησιαστική συνείδηση και οφείλε­ται σε επιδράσεις που υπέστησαν ελάχιστοι ευτυχώς Έλληνες ερευνηταί από την προκατειλημμένη για λόγους ομολογιακούς δυτική ιστο­ριογραφία και θεολογία, η αρνητική τοποθέτηση της οποίας έναντι του αγίου Γρηγορίου Παλαμά έφθασε μερικές φορές σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Και αυτό δικαιολογείται, η ένταση δηλαδή της αντιδράσε­ως, γιατί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς απέτρεψε με την θεολογία και την άγια ζωή του την αφομοίωση της Ορθοδοξίας από τον δυτικό πο­λιτισμό, τον ορθολογισμό, και σχολαστικισμό, του οποίου τις συνα­φείς αιρετικές παρεκκλίσεις παρουσίασε ξεκάθαρα και διεσαφήνισε. Στη σύγκρουση του αγίου Γρηγορίου Παλαμά και του Βαρλαάμ Κολοβρού δεν έχομε σύγκρουση δύο προσώπων, αλλά δύο κόσμων της ορθολογιστικής και ενδοκοσμικής Δύσεως με την αγιοπνευματική Ανατολή, του ανθρωπίνου Διαφωτισμού με τον θείο Φωτισμό.
Ευτυχώς η άτυχης αυτή παρένθεση πέρασε, αποτελεί παρελθόν. Η επάνοδος της Ορθοδόξου θεολογίας στις πατερικές της ρίζες και της πνευματικής ζωής στην οδό των Αγίων και των Πατέρων συνδέεται με άνθηση των παλαμικών σπουδών, ιδιαίτερα στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, και με ζηλευτή κατακολούθηση της πνευματικής ζωής, της συνδεδεμένης με την άσκηση και τη νοερά προσευχή, κατά τη δι­δασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, όπως ιδιαίτερα αυτό συμβαί­νει σήμερα στο Άγιο Όρος, αλλά και στον κόσμο μεταξύ των λαϊκών. Είναι χαρακτηριστικό, εν προκειμένω, γιατί δείχνει την επάνοδο της πνευματικής ζωής στο δρόμο που εβάδισε και υπέδειξε ο άγιος Γρη­γόριος, περιστατικό από τη ζωή του στη Σκήτη της Βεροίας, όπως μας το αφηγείται ο Θεσσαλονικεύς μεγάλος μαθητής του και πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως άγιος Φιλόθεος Κόκκινος. Το περιστατικό έχει σχέση με το πρόβλημα για το αν πρέπει και οι λαϊκοί στον κόσμο να ασχολούνται με την αδιάλειπτη νοερά προσευχή, πράγμα που σήμερα είναι αναμφισβήτητο με την επίδραση του Αγίου Όρους, όπως αυτό φαίνεται και εκ του ότι συχνά βλέπει κανείς Χριστιανούς, νέους και νέες, να κρατούν κομβοσχοίνι, αλλά και να είναι γνώστες της νοεράς προσευχής. Σύμφωνα με την διήγηση του αγίου Φιλοθέου στο όρος που είχε αναπτυχθή η Σκήτη υπήρχε σεβάσμιος γέρων ασκητής ονο­μαζόμενος Ιώβ, ο οποίος, ενώ εκτιμούσε κατά τα άλλα τον Γρηγόριο και απήλαυε της διδασκαλίας του, δεν συμφωνούσε με την γνώμη του περί του ότι «πάντα τον από Χριστού καλούμενον οποίου ποτ' αν είη τάγματος την αδιάλειπτον ασκείν δει προσευχήν» και ότι πρέπει «μη τους έξω κόσμου και μοναστάς μόνον, αλλά και άνδρας και γυναίκας και παίδας και σοφούς και ιδιώτας και πάντας ομού ταυτά διδάσκειν ωσαύτως και προς αυτό τούτ' ενάγειν πάση σπουδή». Ο Ιώβ σε σχε­τική συζήτηση αντέδρασε και διεφώνησε, ισχυριζόμενος ότι η αδιά­λειπτη προσευχή είναι μόνο για τους μοναχούς. Όταν όμως επέστρε­ψε στον οικίσκο του, δέχθηκε επίσκεψη αγγέλου, ο οποίος του συνέ­στησε να ακολουθεί και να πείθεται σε όσα λέγει ο ιερός Γρηγόριος, με συνέπεια, μέχρι τέλους της ζωής του ο ευπειθής στην θεία σύστα­ση γέρων, που αποτελούσε και ουράνια επιβεβαίωση της απλανούς διδασκαλίας του Γρηγορίου, να μείνει συνδεδεμένος με αρρήκτους δε­σμούς φιλίας και ομονοίας προς τον μεγάλο διδάσκαλο[6]. 
Ανάμεσα από πολλές μαρτυρίες για το μεγαλείο και την μοναδικό­τητα του προσώπου και του έργου του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά θα παραθέσουμε όσα λέγουν ο μαθητής του άγιος Φιλόθεος Κόκκινος και ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης. Ο άγιος Φιλόθεος λέγει ότι υπήρξαν πολλοί άγιοι σε διάφορες εποχές που μίλησαν και έγραψαν για επί μέ­ρους θέματα της υψηλής θεολογίας της θεώσεως και της ακτίστου Χάριτος. Κανείς όμως δεν ασχολήθηκε με το σύνολο αυτών των θεμάτων μόνον ο Γρηγόριος συνέθεσε σε θαυμαστή ενότητα και ανέπτυξε και διασάφησε όσα οι παλαιότεροι Πατέρες εδίδαξαν· «Πολλών τίνων και μεγάλων κατά. διαφόρους αιτίας και χρόνους περί των τοιούτων υψηλώς ειπόντων και φιλοσοφησάντων, και των μεν τώδε τω μέρει, των δε εκείνω, των δε τισί, των δε πλείστοις εαυτούς δεδωκότων τω λόγω, τοις πάσι δ' ενός τινός μηδενός των τε προ ημών και των αρχαίων επεξιόντος κατά ταυτά, μόνος ουτοσίν εξ απάντων και μετά πάντας τα πάντων ούτω θαυμαστώς εις εν συνειλοχώς καθωράθη, εκείνα λαμπρώς τε και μετά πολλής της επιστήμης και της ελευθερίας εις πλάτος εξειπών και λογογραφήσας και προσέτι τα διά πείρας υπερφυώς εγνωσμένα συ­νάψας και οιονεί διαλευκάνας και αναπτύξας άπερ κεφαλαιωδώς εκείνοι και κατά σύνοψιν είπον»[7]. Η θέση αυτή του αγίου Φιλοθέου εμφανίζει τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά ως άλλο Δαμασκηνό, εκφραστή των όσων η προηγουμένη πατερική παράδοση διετύπωσε. Δεν ανέ­πτυξε προσωπική διδασκαλία, ο άγιος Γρηγόριος, ούτε εκαινοτόμησε, όπως ισχυρίζονται οι Δυτικοί ερευνηταί. Κανείς από τους Αγίους δεν παραδίδει προσωπική διδασκαλία αλλά γίνονται όλοι κήρυκες και διαγγελείς της διά των αιώνων παραδιδομένης πίστεως. Μόνον οι αιρετικοί διατυπώνουν προσωπικές απόψεις, γι' αυτό και η διδασκα­λία τους χαρακτηρίζεται με το όνομά τους, όπως Αρειανισμός, Νεστοριανισμός κ.τ.λ. Η Δύση θεωρώντας τον άγιο Γρηγόριο ως καινο­τόμο και αιρετικό χαρακτηρίζει την διδασκαλία του ως Παλαμισμό, παρασύρουσα σ' αυτό και ορθοδόξους ερευνητάς. 
Χαρακτηριστική είναι και η γνώμη του αγίου Συμεών Θεσσαλονί­κης, που την παραθέτομε ασχολίαστη: «Ο δε γε ακριβέστερον βουλόμενος εκμαθείν γνώσεται μάλλον αφ' ων εκείνος συνεγράψατο, ος οιάπερ άλλος τις ήλιος τη οικουμένη ανέτειλε τω τότε καιρώ, ικανός αποσοβήσαι λόγω τε και τω βίω πάσαν σκοτόμαιναν αθεΐας. Γρηγόριος ούτος ην ο σοφότατος, ο της Θεσσαλονικέως ύστερον προστάς Εκκλη­σίας και φως μέγα επί λαμπράν λυχνίαν τεθείς, μέγας τε φωστήρ ευσέ­βειας και προ της αρχιερωσύνης δειχθείς»*[8]. 

Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς και η Βέροια 
Με αυτήν την μεγαλειώδη και κορυφαία πατερική μορφή είχε την ευλογία και την τιμή να συνδεθεί η Βέροια, με τη μεγαλύτερη, όπως είπαμε, μετά τον απόστολο Παύλο χριστιανική φυσιογνωμία απ’ όσες συνδέθηκαν με την πόλη αυτή. Ο δεσμός τους δεν ήταν ολιγοήμερος ή ολιγόμηνος, αλλά μακροχρόνιος. Σε ηλικία τριάντα ετών ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, αφού επί μία οκταετία είχε ασκηθή πνευματικά στο Άγιο Όρος, όπου είχε καταφύγει από την Κωνσταντινούπολη μαζί με τους αδελφούς του Μακάριο και Θεοδόσιο, και συνοδευόμενος από άλλους δέκα μοναχούς, μέσω Θεσσαλονίκης, όπου παρέμειναν επ' ολίγον και όπου μετά από μερικές δεκαετίες θα επανέλθη ως ποιμενάρχης και αρχιεπίσκοπος, φθάνει στη Βέροια και εγκαθίσταται με τη συνοδεία του στην ήδη υφιστάμενη, όπως φαίνεται, μοναστική παροικία στη Σκήτη του Αλιάκμονος. Υπάρχουν δύο σαφέστατες ιστορικές μαρτυρίες, μία του μαθητού και βιογράφου του, αγίου Φιλοθέου Κόκκινου, ο οποίος αναβιβάζει τα έτη της παραμονής του στη Σκήτη της Βεροίας σε πέντε, και είναι μάλλον ως προς το σημείο αυτό αξιοπιστότερος, ως οικείος και αγαπητός και εκ του σύνεγγυς γνωρίζων, του ετέρου μάρτυ­ρος Ιωάννου του Καντακουζηνού, ο οποίος υπολογίζει τα έτη σε δέκα, μολονότι και αυτός, ως γνωστόν, συνεδέετο φιλικά προς τον άγιο Γρηγό­ριο, δεν είχε όμως την εγγύτητα και αμεσότητα του Φιλοθέου. Γράφει ο άγιος Φιλόθεος Κόκκινος: «Της γαρ Θεσσαλονίκης μετά την χειροτονίαν και τον θείον εκείνον, ήπερ έφην, χρησμόν μικρόν παρελθόντες καν τη γείτονι Βερροία γενόμενοι, το ταύτη παρακείμενον όρος και την εκεί συνισταμένην τότε των μοναζόντων σκήτην εισέρχονται, ένθα δη και φροντιστήριον θείας φιλοσοφίας ο Γρηγόριος συστησάμενος συν δέκα τοις ετέροις και των ίσων σπουδασταίς τε και κοινωνοίς, τον πληρέστατόν φημι και τέλειον αριθμόν, τα της άνω και θείας τελειότητος, ο πλήρης όντως παντός αγαθού, και αύθις φιλοσοφείν άρχεται, τας μεν πέντε της εβδομάδος εκάστης ημέρας αυτός τε μένων απρόιτος και μηδένα των πάντων μηδαμώς εις ομιλίαν παραδεχόμενος, Σαββάτου δε και Κυριακής προς τε την μυστικήν δηλαδή θυσίαν και την των αδελφών προϊών πνευματικήν ομιλίαν και ενωσιν»[9]. Και ο Καντακουζηνός· «Γρηγορίω δε και ταδελφώ εκ πατρός καταλειφθείσιν ορφανοίς ουκ εδόκει δειν έτι πιστεύειν τη ηλικία, αλλ' ετέρω φέροντες υπέταξαν πατρί πνευματικώ, υφ' ώπερ υπέρ οκτώ τελέσαντες έτη, επεί κακείνος τω τήδε απηλλάττετο, προς τη κατά Βέροιαν Σκήτη φροντιστήριον οικοδομήσας ο Γρηγόριος και κατακλείσας εαυτόν πάσαν τε αποθεμένος φροντί­δα γήινον εαυτώ δε μόνω και Θεώ προσαδολεσχών, δέκα διετέλεσεν έτη, πολλά την σάρκα παιδαγωγήσας και υποτάξας τω πνεύματι»[10]. 
Οι δεσμοί του Γρηγορίου με την Βέροια ενισχύθηκαν περισσότερο εντός ολίγου. Οι συμμονάζουσες με την μοναχή επίσης μητέρα του Καλή αδελφές του, Επίχαρις και Θεοδότη, του ανακοινώνουν διά γραμμάτων τον θάνατο της μητρός και τον παρακαλούν να έλθει στην Κωνσταντινούπολη για στηριγμό και καθοδήγηση. Μεταβαίνει πρά­γματι στη βασιλεύουσα με τους δύο κατά σάρκα αδελφούς και συμπαραλαμβάνουν κατά την επιστροφή τους στη Βέροια τις δύο αδελφές τους που τις εγκαθιστούν σε γυναικείο μοναστήρι μέσα στην πόλη, ενώ αυτοί επανέρχονται στη Σκήτη προς συνέχιση των ασκητικών τους αγώνων[11]. Ολόκληρη η οικογένεια του αγίου Γρηγορίου, εκτός των γονέων που μετώκησαν στον ουρανό, τρεις αδελφοί και δύο αδελφές μοναχές βρίσκονται στη Βέροια, τα χώματα της οποίας καθαγιάσθηκαν από την παρουσία τους, πολύ περισσότερο μάλιστα γιατί εντός ολίγου δέχθηκαν και το σκήνωμα της μιας αδελφής, της Επιχάριτος και του αδελφού Μακαρίου, που την ακολούθησε. Είναι πολύ πιθανόν και τα δύο άλλα αδέλφια, ο Θεοδόσιος και η Θεοδότη να παρέμειναν και να εκοιμήθηκαν στη Βέροια, εκτός του Γρηγορίου, ο οποίος εντός ολίγου επανήλθε στο Άγιον Όρος, όπου, κατά θεία παρακίνηση, άφησε πλέον την μόνωση και την σιωπή και επεδόθη στο έργο της διδασκα­λίας των μοναχών και της συγγραφής, για να ακολουθήσουν κατόπιν οι αγώνες του εναντίον του Βαρλαάμ και των οπαδών του και η ανύ­ψωσή του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Θεσσαλονίκης, όπου και απέθανε το 1359 σε ηλικία 63 ετών. 
Δεν θα ασχοληθούμε εδώ περισσότερο με την παραμονή του αγίου Γρηγορίου στη Βέροια και τα συνδεόμενα προς αυτήν θέματα και προβλήματα, γιατί υπάρχει και παλαιότερη σχετική μελέτη του Γ. Χιονίδη[12], αλλά και γιατί θα ακουσθεί και σήμερα στη συνάντησή μας αυτή ειδι­κή εισήγηση του συναδέλφου Β. Φανουργάκη. Θα επισημάνουμε μόνο ότι το πενταετές ή δεκαετές διάστημα των ασκητικών αγώνων του αγίου Γρηγορίου εδώ ήταν ιδιαίτερα αποδοτικό και καρποφόρο και έχει μεγάλη συμμετοχή στην πνευματική ωρίμανση και ολοκλήρωσή του. Ο άγιος Φιλόθεος Κόκκινος περιγράφει λεπτομερώς τους πόνους της ασκήσεως, διά των οποίων εκαθάρισε και ελέπτυνε το οπτικό της ψυχής και ανήχθη προς το θείον «διά της αδιαλείπτου προσευχής και της αμέσου κατά χάριν του Θεού κοινωνίας τε και ενώσεως». Ήταν γι' αυτό εμφανείς οι καρποί του Πνεύματος, με συνέπεια όχι μόνο οι συνασκητές του αλλά και οι λοιποί ασκούμενοι στο όρος εκείνο, ακόμη δε και οι κάτοικοι της πόλεως να τον έχουν ως πρότυπο αρετής και να τον βλέπουν ως θαυμαστή πνευματική ύπαρξη, σπάνια για εκείνη την εποχή[13]. 
Επιστρέψας μετά τη Βέροια στο Άγιον Όρος εγκαταστάθηκε κοντά στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας. Ζούσε και εδώ εν μονώσει και ησυχία και μόνον τα Σάββατα και τις Κυριακές ερχόταν στο μοναστή­ρι. Μόλις συμπληρώθηκαν δύο έτη από την εγκατάσταση του εδώ, είδε θαυμαστό όραμα που εσήμαινε την πνευματική του υπερπλήρωση και την ανάγκη μεταδόσεως του πνευματικού πλούτου και εις άλλους. Ενώ προσηύχετο κάποια νύχτα, σαν σε όνειρο του εφάνη ότι είχε στα χέρια του σκεύος πλήρες γάλακτος, το οποίο ανέβλυζε μέσα από το σκεύος και χυνόταν έξω από αυτό. Ξαφνικά το γάλα έγινε κρασί εκλεκτό και ευώδες που χυνόταν με αφθονία επάνω στα χέρια και στα ενδύματά του, με συνέπεια να βραχούν και να ευωδιάζουν. Μέσα στην άφατη χαρά και ηδονή που ένοιωσε σ' αυτή την κατάσταση εμφανίστηκε αγγελική μορφή, πλήρης φωτός, που τον ρώτησε γιατί αφήνει να χύ­νεται άδικα το θεϊκό εκείνο ποτό και δεν το μεταδίδει και στους άλλους. Ο Γρηγόριος πρόβαλε ως δικαιολογία την ασθένεια και ακαταλλη­λότητά του για τη διανομή του θείου ποτού και την απουσία προσώπων που ενδιαφέρονται και επιθυμούν να πιούν. Ο λαμπρός εκείνος άνδρας του οράματος είπε ότι, και αν ακόμη δεν υπάρχουν πρόσωπα που ενδια­φέρονται, αυτός πρέπει να μη αμελεί την διανομή και τη μετάδοση αλλά να κάνει το χρέος του, γιατί γνωρίζει την τιμωρία που επιβάλλει ο δεσπότης σε όσους δεν αξιοποιούν τα χαρίσματα και τα τάλαντα που τους εδόθησαν. Το όραμα αυτό διηγήθηκε αργότερα στο φίλο και μα­θητή του Δωρόθεο, τον ένα από τους δύο αδελφούς Βλατήδες ή Βλατάδες, που ίδρυσαν το ομώνυμο μοναστήρι της Θεσσαλονίκης, όταν άρχισε να εκθέτει την δογματική διδασκαλία γύρω από το ησυχαστικό ζήτημα λέγοντας μάλιστα ότι η μεταβολή του γάλακτος σε κρασί εσή­μαινε την μεταβολή της διδασκαλίας του από ηθική σε δογματική· «την από του ηθικού δηλονότι και απλού προς το δογματικόν τε και άνω βεβηκότα τον λόγου μετάθεσιν»[14].
 

Ενδεικτικές πτυχές της θαυμαστής διδασκαλίας του
Η θαυμαστή λοιπόν αυτή και αστείρευτη πηγή θεολογίας επλήρωσε την Εκκλησία με την χαριτόβρυτη διδασκαλία της. Και επειδή είναι αδύνατον να παρουσιασθεί όλος αυτός ο πλούτος, που σαγηνεύει όντως και προσφέρει άφατη ηδονή εις όποιον αρχίσει να ενδιαφέρεται για την αξιοποίησή του, ενδεικτικώς μόνο θα παρουσιάσουμε δύο σημαν­τικές πτυχές της πολυποίκιλης διδασκαλίας του σοφωτάτου και θεόπτου αγίου μας.
 
α. Το μεθεκτόν και αμέθεκτον τον Θεού
Η Εκκλησία, ενδιαφερομένη πάντοτε να διασφαλίσει την σωτηρία και την κοινωνία του ανθρώπου με το Θεό, κατεδίκασε ως πλάνη και αίρεση κάθε διδασκαλία που προσέβαλε και καταργούσε αυτήν την δυνατότητα. Οι αγώνες των παλαιών μεγάλων αγίων Πατέρων, π.χ. εναντίον του Αρείου και του Μακεδονίου, που ηρνούντο την θεότητα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος αντιστοίχως, δεν οφειλόταν στην διάθεση και το ενδιαφέρον τους να συζητούν απλώς φιλολογικές ερμη­νείες της  Αγίας Γραφής και θεολογικά θέματα, να δείξουν δηλαδή και αποδείξουν την φιλολογική και θεολογική τους δεινότητα. Στους αγώνες αυτούς υπήρχαν σοβαρότατοι σωτηριολογικοί λόγοι, εκινούντο δηλαδή οι άγιοι Πατέρες από το ενδιαφέρον και τη φροντίδα να πα­ραμείνουν ανοικτοί οι δρόμοι της σωτηρίας και της θεώσεως, που τους έκλειναν οι αιρετικοί με τις πλανεμένες διδασκαλίες τους. Αν ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα ήσαν κτίσματα, είχαν τότε και αυτά ανάγκη σωτη­ρίας και θεώσεως, και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να γίνουν όργανα σωτηρίας και αγιασμού για τους ανθρώπους. Μόνον η θεότης τους εξησφάλιξε την θέωση των ανθρώπων «Ει μη Θεός το Πνεύμα το Άγιον, θεωθήτω πρώτον και ούτω θεούτω με τον ομότιμον» κατά την επιγραμματική διατύπωση του αγίου Γρηγορίου Θεολόγου[15]. 
Τα ίδια κίνητρα, σωτηριολογικούς δηλαδή λόγους, είχαν και οι θεολογικοί αγώνες του αγίου Γρηγορίου Παλαμά εναντίον του Καλαβρού Βαρλαάμ και των οπαδών του. Αυτό που εσκανδάλισε τον Βαρλαάμ ήταν ο ισχυρισμός των μοναχών ότι οι καθαροί από τα πάθη δέχονται στις καρδιές τους φωτισμούς και ελλάμψεις, παρουσία δηλαδή θεϊκού φωτός, όπως το φως που κατηύγασε τους μαθητάς κατά την Μεταμόρ­φωση του Χριστού στο όρος Θαβώρ. Τους κατηγόρησε λοιπόν ότι δι­δάσκουν πως η ουσία του Θεού είναι μεθεκτή, όπως εδίδασκαν οι πα­λαιότεροι Μασσαλιανοί. Στην κατηγορία αυτή απήντησε ο άγιος Γρηγόριος ότι το φως που βλέπουν οι άγιοι δεν είναι η ουσία του Θεού, που είναι όντως τελείως υπερβατική και αμέθεκτη και απρόσιτη, αλλά ενέργεια του Θεού, που είναι μεθεκτή και προσιτή. Στο Θεό υπάρχει όχι μόνο η ουσία, αλλά και οι ενέργειες, γιατί ο χριστιανικός Θεός είναι προσωπικός Θεός, δεν είναι ανενέργητη και κλεισμένη στον εαυ­τό της ουσία, αλλά ενεργητική και δυναμική. Οι ενέργειες του Θεού εξασφαλίζουν την κοινωνία του Θεού προς τα κτίσματα και έτσι ο αμέθεκτος κατά την ουσία Θεός, γίνεται μεθεκτός με τις ενέργειές του, όπως ήδη είχε διδάξει ο Μ. Βασίλειος, λέγοντας ότι «αι μεν ενέργειαι τον Θεού προς ημάς καταβαίνουσι, η δε ουσία αυτού μένει απρόσιτος»[16]. Αυτήν την σταθερή πατερική παράδοση για τη διάκριση ουσίας και ενεργειών στη θεότητα, που επιλύει το δυσχερές όντως θέμα του μεθεκτού και αμεθέκτου του Θεού, προέβαλε και διασαφήνισε ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς έναντι της διδασκαλίας του Βαρλαάμ ότι στο Θεό υπάρχει μόνο η αμέθεκτη ουσία, ενώ οι ενέργειες του Θεού είναι κτι­στές. Προέκυψε έτσι και το πρόβλημα περί του αν η Χάρις είναι κτιστή ή άκτιστη, αν οι ενέργειες του Θεού είναι κτιστές ή άκτιστες, και η συζήτηση περιεστράφη γύρω από το φως της Μεταμορφώσεως για να διευκρινισθεί το κτιστό ή άκτιστο της θείας Χάριτος. Σε πλήρη αντί­θεση προς το σύνολο της πατερικής παραδόσεως ο Βαρλαάμ υπεστήριζε ότι το φως κάθε ελλάμψεως είναι κτιστό και ενδοκοσμικό, αισθητό φως και μάλιστα κατώτερο από το φως της γνώσεως «χείρον νοήσεως»[17]. 
Ακριβώς στο σημείο αυτό των ισχυρισμών του Βαρλαάμ περί του ότι η Χάρις του Θεού είναι κτιστή, οι ενέργειες είναι κτιστές, διέγνω­σε ο άγιος Γρηγόριος την πλάνη και την αίρεση, που ακύρωνε την δυ­νατότητα της σωτηρίας και τοποθετούσε τον Βαρλαάμ στη σειρά των αρχαίων αιρετικών. Γιατί στ' αλήθεια πώς θα σωθεί και θα θεωθεί ο άνθρωπος με κτιστά μέσα, με τις κτιστές ενέργειες του Θεού, που δεν δίνουν την δυνατότητα να κοινωνήσει ο άνθρωπος και να μετάσχει της θεότητος; Με πολλή δύναμη και σαφήνεια θέτει το πρόβλημα αυτό ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, επισημαίνοντας τη μεγάλη ζημία, τον μεγάλο κίνδυνο της αποξενώσεως του ανθρώπου από το Θεό: «Αν δε συ ανέλης το μεταξύ του αμεθέκτου και των μετεχόντων, ω της ζημίας! Διέστησας ημάς Θεού, το συνδούν εκ μέσου ποιησάμενος και χάσμα μέγα και αδιάβατον μεταξύ θέμενος εκείνου και της γενέσεως και δι­οικήσεως των γενητών... Δει δη ζητείν ημάς θεόν έτερον, όντα πως μεθεκτόν, ου μετέχοντες οικείως εαυτού, κατά την της μεθέξεως αναλογίαν όντες και ζώντες και ένθεοι εσόμεθα»[18]. 
Η πνευματική και πολιτιστική τραγωδία της Δύσεως βρίσκεται ακριβώς στην ακύρωση της δυνατότητος να επικοινωνήσει ο άνθρωπος με το Θεό, γι' αυτό και όλα εκεί είναι μικρά και ανθρώπινα, αμέτοχα και άγευστα της ανακαινιζούσης και μεταμορφούσης αγιοπνευματικής εμπειρίας. Ο ορθός λόγος και η επιστήμη, ο ανθρώπινος «Διαφωτισμός» δεν μπορούν, όπως θα δούμε, να αγιοποιήσουν τον άνθρωπο, πολλές φορές μάλιστα τον κάνουν χειρότερο.
 

δ. Δυτικός Διαφωτισμός και Ορθόδοξος Φωτισμός#
Άγευστος πράγματι και άπειρος ο Βαρλαάμ της αγιοπνευματικής εμπειρίας, που μεταμορφώνει και μεταβάλλει τον άνθρωπο σε καινή ύπαρξη, και επηρεασμένος από τον δυτικό Σχολατικισμό και την «Ανα­γέννηση», της οποίας άλλωστε υπήρξε σημαντικός πρωτεργάτης, θέλη­σε να γίνει διδάσκαλος της απάθειας και της τελειότητος προτρέποντας τους μοναχούς να εγκαταλείψουν την άσκηση και την νοερά εργα­σία της προσευχής και να επιδοθούν στη σπουδή και στη γνώση της φιλοσοφίας και μάλιστα της ελληνικής, γιατί δήθεν μόνον αυτή οδη­γεί στην τελειότητα. Ανησύχησαν με τις θέσεις αυτές μοναχικοί κύκλοι της Θεσσαλονίκης και εζήτησαν την γνώμη και βοήθεια του αγίου Γρηγορίου, προς τον οποίο κάποιος μοναχός διεβίβασε ως εξής τις απόψεις του Βαρλαάμ και των οπαδών του: «Επειδή τοίνυν ήκουσα λεγόντων δειν μεταδιώκειν την έξω σοφίαν και τους μονάζοντας ως άνευ ταύτης ουκ ενόν αγνοίας και ψευδών απαλλαγήναι δοξασμάτων, καν εις απάθειαν αφίκηταί τις άκραν, ουδέ τελειότητας τε και αγιότητος επιλαβέσθαι, ει μή πανταχόθεν το ειδέναι συλλέξει, μάλιστα δε της καθ' Έλληνας παιδείας, Θεού γαρ και αύτη δώρον, των προφήταις και αποστόλοις δεδομένων ομοίως»[19]. 

Ο άγιος Γρηγόριος βεβαιώνει τον ανησυχήσαντα μοναχό ότι μόνον η Χάρις του Θεού δημιουργεί στις καρδιές ασφάλεια και βεβαιότητα. Με τον λόγο δεν μπορεί κανείς να εντοπίσει, να συλλάβει τα υπέρ λόγον αγαθά. Του συνιστά να απαντήσει στους συνηγόρους των φιλοσό­φων ότι με τις φιλοσοφικές τους αναζητήσεις αυτό που κατακτούν δεν είναι η γνώση αλλά η αγωνία- «ου μάλλον γνώσιν ή αγωνίαν εκ τού­των υμίν αυτοίς περιποιείσθαι, ω βέλτιστοι». Δεν υπάρχει φιλοσοφι­κή άποψη στην οποία να μπορεί κανείς με σιγουριά να στηριχθεί, για­τί σίγουρα κάποιος άλλος φιλόσοφος θα την έχει ανατρέψει, όπως έδει­ξαν οι Έλληνες φιλόσοφοι «διηνεκώς αλλήλους ανατρέποντες και υπ' αλλήλων ανατρεπόμενοι»[20]. Δεν πρέπει να επιτραπεί να εισχωρήσει στην Εκκλησία, όπου υπάρχει άλλη φιλοσοφία, η κατά Χριστόν, η άποψη πως τάχα είναι άναγνοι και ατελείς όσοι δεν γνωρίζουν φιλο­σοφία και επιστήμες. Ο Χριστός, το πρότυπο της χριστιανικής τελειότητος, ήτο εντελώς άπειρος στην ανθρώπινη φιλοσοφία και γνώση. Αν η θύραθεν παιδεία συμβάλλει όντως στην τελειότητα, τότε οι Έλλη­νες σοφοί θα έπρεπε να είναι θεοπτικώτεροι και τελειότεροι των προ­φητών, οι οποίοι εκλήθησαν από το Θεό στο αξίωμα αυτό «εξ αγροικικού βίου». Ο κορυφαίος των προφητών, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, εξ απαλών ονύχων ζούσε στην έρημο, όπου δεν υπάρχουν βέβαια σχο­λεία και πανεπιστήμια. Ασφαλώς, αν ήταν απαραίτητο στοιχείο της τελειότητος η ανθρώπινη σοφία, ο Χριστός δεν θα έλεγε στον πλού­σιο νεανία «ει θέλεις τέλειος είναι, τα υπάρχοντα πώλησον, διάδος πτωχοίς, τον σταυρόν άρον, ακολουθείν εμοί προθυμήθητι» αλλά θα έλεγε «της έξω σοφίας επιλαβού, σπεύσον προς την των μαθημάτων ανάληψιν, περιποίησαι σεαυτώ την επιστήμην των όντων». Θα εδίδασκε γεωμετρία και αστρονομία και τις άλλες επιστήμες, για να διώ­ξει το σκοτάδι της αγνοίας. Δεν θα διάλεγε αγράμματους ψαράδες ως μαθητάς, αλλά σοφούς, ούτε θα εδίδασκε διά του Αποστόλου Παύλου ότι η ανθρώπινη σοφία είναι μωρία. Ο άνθρωπος, κατά τον άγιο Γρηγόριο, έχασε την αρχέγονη μακαριότητα, γιατί υπέκυψε στον πειρασμό της γνώσεως και δεν αρκέσθηκε στην φυλακή της καρδίας, στην φρού­ρηση, δηλαδή, και καλλιέργεια του συναισθηματικού του κόσμου[21]. 
Όπως τότε έτσι και τώρα και σε κάθε εποχή ο άνθρωπος στρέφε­ται, με υποκίνηση του πονηρού, στην συνεχή καθ' όλην την διάρκεια της ζωής του ενασχόληση με τη γνώση, και δεν μένει έτσι καιρός να ασχοληθεί με την αληθινή παιδεία, που καθαρίζει την ψυχή από τα πάθη. Θεμέλιο και αρχή αυτής της κατά Χριστόν φιλοσοφίας είναι ο φόβος του Θεού, εκ του οποίου γεννάται η συνεχής, η αδιάλειπτη δέη­ση προς τον Θεό και η τήρηση των ευαγγελικών εντολών. Μετά δε την συμφιλίωση και την καταλλαγή προς τον Θεό, ο αρχικός παιδαγωγι­κός φόβος μεταβάλλεται σε αγάπη, και ο κόπος της προσευχής, αφού μεταβληθεί σε τερπνότητα και ευχαρίστηση, παράγει το άνθος του φωτισμού. Αυτή είναι η αληθινή παιδεία, ο αληθινός ορθόδοξος φωτι­σμός, του οποίου ούτε την αρχή, τον φόβο δηλαδή του Θεού, δεν μπο­ρεί να καταλάβει αυτός που έχει παραδοθή στην αγάπη της ματαίας ανθρωπίνης φιλοσοφίας, του ανθρωπίνου «Διαφωτισμού». Ο νους του ανθρώπου εύκολα σκοτίζεται από τα πάθη και οδηγείται κατόπιν στο ψεύδος[22]. Η μόνη οδός για να βρει κανείς την αλήθεια και να δια­τηρήσει την ανθρώπινη αξία, το κατ' εικόνα, είναι η αποφυγή της αμαρτίας, η τήρηση των εντολών, η καλλιέργεια της αρετής, και η επά­νοδος προς τον Θεό διά της ευχής και της αληθινής θεωρίας. Διότι, όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί «καθαρότητος άνευ, καν μάθης την από του Αδάμ μέχρι συντελείας φυσικήν φιλοσοφίαν, μωρός ουδέν ήττον, ότι μη και μάλλον, έση ή σοφός[23]. 
Συνηθίζεται πολύ στα νεώτερα χρόνια της πνευματικής ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, όπου έχει κυριαρχήσει ο κλασικισμός και ο δυ­τικός «Διαφωτισμός» να γίνεται επίκληση του ονόματος των Τριών Ιεραρχών κυρίως, για να δικαιολογηθεί η στροφή στη μελέτη της αρ­χαίας ελληνικής σκέψεως. Ιδιαίτερα μάλιστα γίνεται αναφορά στο έρ­γο του Μ. Βασιλείου Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων. Παραθεωρείται τελείως ότι ο Μ. Βασίλειος δίνει πολύ μι­κρή, προπαιδευτική, προεισαγωγική μόνο αξία στην θύραθεν παιδεία. Η χριστιανική παιδεία στηρίζεται ολοκληρωτικά στην Αγία Γραφή και στη διδασκαλία των Αγίων της Εκκλησίας· αυτά αποτελούν τον κόσμο, το κύριο μέρος της αληθινής σοφίας. Δεν επιτρέπεται επ' ουδενί να μείνει κανείς καθ' όλην την διάρκεια της ζωής του, να γηράσει, στη μάθηση της θύραθεν παιδείας. Πρέπει να ντρέπωνται, λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όσοι ισχυρίζονται ότι πρέπει να μελετά κανείς διά βίου την ελληνικής παιδεία, για να φθάσει στην τελειότητα. Ο ίδιος ο Μ. Βασίλειος σε επιστολή του στον Ευστάθιο Σεβαστείας οικτί­ρει τον εαυτό του, γιατί αφιέρωσε πολύ καιρό στη μάθηση της κοσμι­κής φιλοσοφίας· «Εγώ πολύν χρόνον προσαναλώσας τη ματαιότητι και πάσαν σχεδόν την εμαυτού νεότητα εναφανίσας τη αναλήψει των μαθημάτων της παρά τον Θεού μωρανθείσης σοφίας, επειδή ποτε, ώσπερ εξ ύπνου βαθέος διαναστάς, κατείδον το άχρηστον της σοφίας των αρχόντων τον αιώνος των καταργουμένων, πολλά την ελεινήν μου ζωήν αποκλαύσας, ευχόμην δοθήναι μοι τινα χειραγωγίαν»[24]. 
Δεν βοηθάει η γνώση στην καθαρότητα· αντίθετα δημιουργεί το πάθος της υπερηφάνειας, της φυσιώσεως. Μόνον η αγάπη που είναι κορυφή και μεσότης και ρίζα κάθε αρετής βοηθάει στο να αποκτήσει ο άνθρωπος το κατ' εικόνα Θεού. Με την αγάπη και τη Χάρη του Θεού το φυσικό δώρο της γνώσεως μπορεί να μεταβληθεί σε πνευματικό, να γίνει γνώση καινούργια, θεοειδής, αγνή, ειρηνική, επιεικής, ευπειθής, μεστή καρπών αγαθών. Αυτή είναι η άνωθεν σοφία, υποταγμένη στη σοφία του Αγίου Πνεύματος, άνευ του οποίου η ανθρώπινη γνώση χαρακτηρίζεται ως κάτωθεν σοφία, ψυχική, δαιμονιώδης, από τον αδελφόθεο Ιάκωβο[25]. 
Ο νους βεβαίως δόθηκε στον άνθρωπο από το Θεό. Σκοτίσθηκε όμως από τα πάθη, απέτυχε να οδηγήσει τον άνθρωπο στο σκοπό κά­θε φιλοσοφικής αναζητήσεως, στην αληθινή θεογνωσία, και παρήγα­γε γι' αυτό την μωρανθείσα σοφία, την ανόητη σοφία, που μόνον το όνομα της σοφίας έχει, χωρίς να είναι αληθινή. Αν οι φιλόσοφοι έχουν πη κάτι καλό, αυτό προέρχεται από παρακούσματα, και οπωσδήποτε δεν έχει το ίδιο νόημα που έχει στο Χριστιανισμό. Διότι εκείνοι δεν έχουν νουν Χριστού, όπως οι Πατέρες· η ομοιότης είναι τελείως εξωτε­ρική, στη φράση μόνον όχι στα νοήματα· «καν τις των Πατέρων τα αυ­τά τοις έξω φθέγγηται, αλλ' επί των ρημάτων μόνον επί δε των νοημά­των πολύ το μεταξύ· νουν γαρ ούτοι, κατά Παύλον έχουσι Χριστού, εκείνοι δε, ει μη τι και χείρον, εξ ανθρωπίνης διανοίας φθέγγονται»[26]. 
Η μεγάλη διαφορά, το μεγάλο χάσμα, ανάμεσα στην ανθρώπινη φιλοσοφία και στη θεία σοφία φαίνεται από την καρποφορία τους. Άγονος και άκαρπος η πρώτη δεν μπόρεσε ούτε τους ίδιους τους φι­λοσόφους να ανακαινίσει. Ενώ η σοφία του Αγἰου Πνεύματος απε­δείχθη γονιμωτάτη και πολύτεκνος, διότι μετέθεσε χιλιάδες ανθρώ­πων από το σκότος της αγνοίας στο θαυμαστό φως του Ευαγγελίου. Για τη σωτηρία είναι απαραίτητη μόνο η θεία και όχι η ανθρώπινη σοφία. Χρησιμοποιούμε βέβαια μερικές φορές την κοσμική παιδεία για αποσαφήνιση ερμηνευτική των θείων λόγων, είναι όμως πολύ εύκο­λο να περιπέσουμε σε λάθη, αν δεν έχουμε την μόνη κλείδα κατανοή­σεως των Γραφών, την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, και αν δεν καθοδηγούμεθα από τα ίδια τα θεόπνευστα κείμενα[27]. Στο τέλος του πρώ­του λόγου της πρώτης τριάδος παραθέτει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς κείμενα προγενεστέρων Πατέρων της Εκκλησίας, πάνω στα οποία στήριξε την ανάπτυξη των όσων είπε, στη δεύτερη δε τριάδα, στον πρώτο επίσης λόγο, ελέγχει τις σκόπιμες παρερμηνείες ορισμένων πατερικών χωρίων που έκανε ο Βαρλαάμ, για να κατοχυρώσει την με­γάλη του εκτίμηση προς την ελληνική φιλοσοφία.  
Τελειώνοντας τα όσα εν συντομία παραθέσαμε από τις απόψεις του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά για την ανθρώπινη φιλοσοφία, δεν πρέ­πει να παραλείψουμε να σημειώσουμε ότι την ορθότητα της στάσεώς του απέναντι στο δυτικό Σχολαστικισμό, στον δυτικό «Διαφωτισμό», απέδειξε δύο αιώνες αργότερα το σχίσμα που έγινε μέσα στους κόλπους της Δυτικής Εκκλησίας. Ο Λούθηρος, καλός γνώστης της σχολα­στικής θεολογίας, διέγνωσε ότι ο δυτικός Χριστιανισμός είχε παρεκκλί­νει από την παλαιά εκκλησιαστική παράδοση, είχε νοθεύσει την θεολο­γία και τους εκκλησιαστικούς θεσμούς. Στράφηκε με οξύτητα εναντίον της χρήσεως της φιλοσοφίας στο χώρο της θεολογίας. Η στροφή του προς τον αρχέγονο Χριστιανισμό οφειλόταν στην επιθυμία του να βρει τον γνήσιο, τον προ του Σχολαστικισμού Χριστιανισμό. Η προέλευ­σή του όμως εκ των κόλπων της παπικής εκκλησίας επηρέαζε ασυνείδη­τα την στάση του έναντι της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, που την θεωρούσαν όλοι ως σχισματική. Εάν αντιλαμβανόταν εγκαίρως ότι ήτο η γνήσια κληρονόμος της αρχεγόνου Εκκλησίας και ότι το σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δυτικής Εκκλησίας οφειλόταν εν πολ­λοίς εις το ότι η τελευταία εσχολαστικοποίησε, εξελλήνισε τον Χριστια­νισμό, και επιζητούσε συνεννόηση και διάλογο με τους Ορθοδόξους, ίσως σήμερα να ήταν διαφορετική η μορφή του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
 
Επίλογος
Τη μεγαλειώδη μορφή του αγίου Γρηγορίου Παλαμά προσπάθη­σα όσο μπορούσα να παρουσιάσω. Η εκκλησιαστική συνείδηση τον θέλει ισοστάσιο των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, εκφραστή της Πατερικής παραδόσεως, αγωνιστή της Ορθοδόξου διδασκαλίας, φω­τισμένο και ουράνιο άνθρωπο. Η Βέροια είχε την ευλογία να καθαγια­σθεί από την μακροχρόνια παραμονή του στη γνωστή Σκήτη, δεν έχει όμως ακόμη αξιοποιήσει, όσο θα έπρεπε, αυτήν την ευλογία. Η καθιέ­ρωση ιερών ναών στο όνομά του, η ονομασία οδών, η προβολή του ασκηταριού του και η δημιουργία δυνατοτήτων για άνετη προσπέλα­ση σ' αυτό, ώστε να καταστεί πανορθόδοξο προσκύνημα, η επάνδρωση και ενίσχυση της ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, που ήδη έχει αρχί­σει να γίνεται και πρέπει να συνεχισθεί, αποτελούν μερικές προτάσεις προς αυτήν την κατεύθυνση. Η σημερινή εκδήλωση επισημαίνει την αφύπνιση του ενδιαφέροντος. Ο Θεός διά πρεσβειών του Αγίου Γρη­γορίου Παλαμά και των άλλων αγίων που συνδέονται με την Βέροια και την περιοχή της θα ευλογήσει τους κόπους και τις προσπάθειες.


[1] Πράξ. 17, 10-12.
[2] Βλ. σχετικώς Γ. Χιονιδη, Σύντομη Ιστορία τον Χριστιανισμού στην περιοχή της Βεροίας, Βέροια 1961, σελ. 65. Του αυτού, Ιστορία της Βεροίας της πόλεως και της περιοχής, τόμος δεύτερος, Βυζαντινοί Χρόνοι, Θεσσαλονίκη 1970, σελ. 172, ε.
[3] Πράξ. 20,4. Ρωμ. 16,21.
[4] Ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης στον διασωθέντα πρόλογο της ετοιμασθείσης υπ’ αυτού, αλλά δυστυχώς απολεσθείσης, εκδόσεως των έργων του άγιου Γρηγορίου Παλαμά, γράφει σχετικώς: «Και προ πάντων, ων ηκούετο και εωράτο και εγινώσκετο, συν πολλώ τω θαύματι θαυμαζόμενος και θεολόγος τω όντι ενί τινι μηδενί των μεγάλων και περιφανών αποδέων θεολόγων κρινόμενος. Βασιλείου τε, φημί, του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου, Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Αθανασίου και Κυρίλλου και των λοιπών. Ούτως, ενί λόγω φως ων και φως ορών, και εν φωτί ω φύσει πρόσεστιν η πάντων αποκάλυψις, υπό φωτί και εννοεί και λαλεί, και συγγράφει πάντα τα θεουργικά εαυτού φώτα. Ούτω γαρ εγώ καλώ τα εκείνου συγγράμματα, δι’ ων οι γνωστικοί φωταγωγούνται και μεταμορφούνται προς θέωσιν, κατά τον θείον ειπείν Μάξιμον, όσα τε της ηθικής ιδέας έχεται, και όσα της φυσικής, όσα της των γραφών ερμηνείας, και όσα της μυστικής θεολογίας· όσα νηπτικά και όσα αντιρρητικά και ει τι άλλο ώδε εμπεριείληπται»· Εκκλησιαστική Αλήθεια Κωνσταντινουπόλεως, νέα έκδοσις Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών Ι.Μ.Βλατάδων 5 (1883-1884) 98.
[5] Βλ. π.χ. Θ. Ζηςη, Θεολόγοι της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 74 ε.ε.
[6] Φιλόθεου Κόκκινου, Λόγος εις τον εν αγίοις πατέρα ημών Γρηγόριον, αρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης, 29, εν Δ. Τςαμη, Φιλόθεου Κωνσταντινουπόλεως τον Κοκ­κίνου αγιολογικά έργα· α’  Θεσσαλονικείς άγιοι, εκδ. Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών, Θεσσαλονίκη 1985, σελ. 457 ε.
[7] Αυτόθι 51, σελ. 482.
[8] Διάλογος 31, PG 155, 144-145. Ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης στον μνημονευθέντα ανωτέρω Πρόλογον μεταξύ πολλών άλλων επαινετικών λόγων λέγει και τα εξής: «Ανήρ ην εκείνος, ει τις και άλλος, πράξεως και θεωρίας εις το εκρότατον εληλακώς. Και τοίνυν απερικτυπήτω και απροΐτω τη κατά τον ιερόν Άθω ησυχία εκδούς εαυ­τόν ο τρισόλβιος και παντός αισθητού και της περί ταύτα τύρβης ανακύψας (ίνα τοις αυτού περί αυτού χρήσωμαι λόγοις) της προς τον εντός άνθρωπον επιστροφής νοεράς και συννεύσεως, μάλλον δε πασών των της ψυχής δυνάμεων προς τον νουν επιστροφής, ο και θαυμαστόν ειπείν, όλος γίνεται και το προσγεγενημένον αυτώ εκ της κάτω περιπλανήσεως ειδεχθέν προσωπείον, διά πένθους απονίψασθαι σπεύδει. Βία τε ισχυρά κατάγχων το πολυπορευτόν της οικείας διανοίας, και το μοναδικόν του νου τριαδικόν ποιών, καίτοι μένον ενιαίον, τη θεαρχική μονάδι συνάπτεται διά προσευχής συνεπτυγμένης και νοεράς. Επί πολύν δε χρόνον εν ταύτη τη καταστάσει διακαρτερών τη γεννητική των απορρήτων και επί πλείον πλύνων εαυτόν, ου τα του πονηρού μόνον αποσμήχει κόμματος, αλλά και παν επίκτητον εκ μέσου ποιείται, καν της χρηστοτέρας ην μοίρας και διανοίας. Υπεραναβάς ουν, κατά τον θείον ειπείν Μάξιμον, μη μόνον παθών αλλά και των περί παθών λόγων, ουδέ φύσεως μόνον, αλλά και των περί αυτήν λόγων, ουδέ πάντων απαξαπλώς των ουκ αφάνταστων νοητών, αλλά και των περί αυτά λόγων, τον ενυπόστατον εν τη καρδία δέχεται της θείας χάριτος φωτισμόν, ουρανόν και ήλιον άλλον και την φύσει συνεπομένην τούτοις σιγήν νοητήν εν εαυτή ευρηκώς»· Εκκλησιαστική Αλήθεια Κωνσταντινουπόλεως 5(1883-1884) 94-95, νέα έκδοσις. Από τις πολλές σύγχρονες μονογραφίες και μελέτες για τον άγιο ξεχωρίζουν η του μονάχου Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς· ο βίος και η θεολογία του, Άγιον Όρος-Θεσσαλονίκη 1976 και η του ιερομόναχου (νυν μητροπολί­του Μαυροβουνίου) Αμφιλοχίου Ράντοβιτς, Το Μυστήριο της Αγίας Τριάδος κατά τον άγιον Γρηγόριον Παλαμάν, Θεσσαλονίκη 1973.

[9] Φιλόθεου Κόκκινου, Λόγος… 26, σελ. 54.
[10] Ιωάννου Καντακουζηνού, Ιστοριών, βιβλίον 2,39, Bonnae 1828, σελ. 545. Από τις διατυπώσεις αμφοτέρων των πηγών προκύπτει, ότι ο άγιος Γρηγόριος βρήκε την Σκήτη να υπάρχει, δεν άρχισε αυτός να την δημιουργεί. Και από τις δύο προκύπτει ότι μέσα στην ευρύτερη Σκήτη ο άγιος Γρηγόριος οικοδόμησε το δικό του «φροντι­στήριο». Η διατύπωση μάλιστα του Καντακουζηνού αφήνει την εντύπωση πολύ γνω­στής Σκήτης· «προς τη κατά Βέρροιαν Σκήτη φροντιστήριον οίκοδομήσας ο Γρηγόριος». Ως προς τον χρόνο της συστάσεως της Σκήτης η διατύπωση του άγιου Φιλοθέου, «το ταύτη παρακείμενον όρος και την εκεί συνισταμένην τότε των μοναζόντων σκήτην εισέρχονται» αφήνει την εντύπωση ότι τότε, ολίγον προ της αφίξεως του Αγίου Γρηγο­ρίου, άρχισε να «συνίσταται» η Σκήτη. Μοναχικός βίος στην περιοχή και ασκητήρια μεμονωμένα υπήρχαν μάλλον από παλαιότερα, όπως αυτό προκύπτει και από την πε­ρίπτωση του αγίου Αντωνίου του Νέου, την ζωή του οποίου η έρευνα, ιστορική και αρχαιολογική, τοποθετεί, τώρα πολύ παλαιά, τον 9ο ήδη αιώνα. Φαίνεται ότι ο λόγος που ανάγκασε τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά με την συνοδεία του να φύγουν από το Άγιο Όρος, οι συνεχείς επιθέσεις δηλαδή των Τούρκων, (Φιλόθεου, Λόγος 24,452), συνετέλεσε ώστε ενωρίτερα και άλλοι μοναχοί να φύγουν απ’ εκεί και να ζητήσουν ασφαλέστερο τόπο ησυχίας στο παρακείμενο στον Αλιάκμονα όρος. Δεν υπάρχει πάν­τως καμμία αμφιβολία ότι προϋπήρχε η Σκήτη. Ο άγιος Φιλόθεος στην ίδια συνάφεια που παρουσιάζει την έλευση του αγίου Γρηγορίου στην Σκήτη γράφει ότι τον είχαν ως πρότυπο ζωής όχι μόνο οι μοναχοί της συνοδείας του «αλλά και οι το όρος εκείνο κατ' έρωτα θείας φιλοσοφίας και την πόλιν οικούντες» (Λόγος 26, σελ. 455), στη συνέ­χεια δε μας διηγείται το περιστατικό με τον αββά Ιώβ, ο οποίος ήταν ένας των «πολλών σπουδαίων, των παροικούντων εκείνο το όρος, γηραιός και την ηλικίαν και τον τρό­πον», έξω από την συνοδεία του αγίου Γρηγορίου σε ιδιαίτερο «οικίσκο» (Λόγος 29, 458 ε.).
[11] Φιλοθέου Κόκκινου, Λόγος 27, σελ. 456: «ο δε το μεν παραμένειν τη πατρίδι και αύθις αδύνατον είναι φήσας, το δε και τας αδελφάς συναποδημείν και δυνατόν λογισάμενος και συμφέρον, συν τοις αδελφοίς και ταύτας παραλαβών εις Βέρροιαν υποστρέφει και αύθις. Και τη πόλει ταύτας εγκαταστήσας κακεί της συνήθους αγωγής και της ασκήσεως έχεσθαι και αύθις παρασκευάσας εις το όρος αυτός επανατρέχει και την ασκητικήν αύθις καλύβην».

[12] Γ. Χιονιδη, «Ιστορικά προβλήματα και μνημεία εκ της παραμονής του αγίου Γρηγορίου Παλαμά εις την περιοχήν Βεροίας», Γρηγόριος Παλαμάς 50 (1967) 279-291.
[13] Λόγος 26, σελ. 453.

[14] Λόγος 35-36, σελ. 466 ε.
[15]  Λόγος 34,11-12.
[16] Επιστολή 234,1, PG 32,869 Α'.
[17] PG 151,682-83.
[18]  Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 3, 2, 24, Γρηγοριου Παλαμα, Συγγράμματα, τομ. 1, σελ. 676, έκδ. Π. Χρηστου,Θεσσαλονίκη 1962
[19] Αυτόθι 1,1, σελ. 359.
[20] Αυτόθι 1,1,1-2, σελ. 361.
[21] Αυτόθι 1,1,4-6, σελ. 363-367.
[22] Αυτόθι 1,1,3, σελ. 367-368.
[23] Αυτόθι 1,1,3, σελ. 363.
[24] Αυτόθι 1,1, 8-9, σελ. 368-369. Μ. Βασίλειου, Επιστολή 223, PG 32,824 ΑΒ.
[25] Αυτόθι 1,1,9, σελ. 370-371.
[26] Αυτόθι 1,1, 11-12, σελ. 373-375, βλ. και 1,1,19, σελ. 383: «Ούτω τοίνυν και ο των έξω φιλοσόφων νους δόμα θείον, έμφυτον έχων την έμφρονα σοφίαν, παρατραπείς δε ταις υποβολαίς του πονηρού εις μωράν και πονηράν και άνουν, ως προϊσταμένην τοιούτων δογμάτων, μετεποίησε σοφίαν».
[27] Αυτόθι 2,1,4-6, σελ. 468-470.
Περιοδικό Θεοδρομία
Τεύχος 4 - Οκτώβριος Δεκέμβριος 2011

Τρίτη 25 Ιουνίου 2019

π. Αυγουστίνος Καντιώτης: «Οι μεγάλες πόλεις, οι αμαρτωλές, μέσα σε μια νύχτα θα αδειάσουν…»


Ο μακαριστός π. Αυγουστίνος Καντιώτης που, είχε μιλήσει για την αστικοποίηση, τις επιπτώσεις της αλλά και τις συνέπειες που θα έχει αυτή στον άνθρωπο.

Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
~ O πληθυσμὸς τῶν πόλεων αὐξάνει τρομακτικῶς. Τρομακτικὴ ἰδί­ως εἶνε ἡ αὔξησι ποὺ παρουσιάζει ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἑλλάδος μας.
Ἡ Ἀθήνα, ὅπως γνωρίζετε, στὴν ἐποχὴ τοῦ ῎O­θωνος ἦτο μία μικρὰ πόλις. Ὅταν ὁ πρῶτος βασιλιᾶς, ὁ Ὄθων, ἦρθε στὴν Ἀθήνα, ἐπάνω σ᾿ ἕνα ταπεινὸ ἁμάξι, ἡ πρωτεύουσα εἶχε τότε μόλις 5.000 κατοίκους. Ἦταν σὰν τὰ Γρεβενά. Καὶ σήμερα, ἀπὸ τὶς 5.000 κατοίκους, ἡ Ἀθήνα ἔφθασε νὰ ἔχῃ 1.800.000(*), πληθυσμὸ δυσανάλογο πρὸς τὸν πληθυσμὸ τοῦ κράτους μας. Λάβετε ὑπ᾿ ὄψιν ὅτι, ἂν ἐξαιρέσουμε τὴ Βιέννη, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ ἦτο μικρὰ ἐν σχέσει μὲ τὴν αὐτοκρατορία τῆς ὁποίας ἦτο πρωτεύουσα ἄλλοτε, ἐὰν λέγω ἐξαιρέσουμε τὴ Βιέννη, ἡ Ἀθήνα εἶνε ἡ μεγαλύτερη πόλι τῆς Εὐρώπης ἐν σχέσει μὲ τὸ μικρe πληθυσμὸ τῆς χώρας μας.
Ἡ Ἀθήνα φυσιολογικῶς ἔπρεπε νὰ ἔχῃ 300.000 ἕως 400.000, ὅπως ἔχει ἡ Ἄγκυρα. Καὶ ὅμως ἔφτασε ἡ Ἀθήνα 1.800.000, καὶ μαζὶ μὲ τὴν Ἀττικὴ πέρασε τὰ 2.000.000. Αὐτὸ εἶνε ἕνας τρομακτικὸς κίνδυνος διὰ τὸ ἔθνος. Εἶνε ἡ φοβερὰ νόσος τῆς ἀστυφιλίας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατέχεται ἕνα μέγα μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Θεωρεῖ τὴν Ἀθήνα – θεωρεῖ τὰς μεγάλας πόλεις ὁ λαός μας ὡς παράδεισον.

Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω σὲ κριτική, ἀλλὰ θυμηθῆτε τοὺς λόγους μου. Δὲν εἶμαι προφήτης οὔτε υἱὸς προφήτου, ἀλλὰ κρατῶ στὰ χέρια μου τὴν Ἀποκάλυψιν τοῦ Ἰωάννου, κρατῶ τοὺς προφήτας, κρατῶ τὸν λόγον τὸν προφητικὸν «ὡς λύχνον φαίνοντα ἐν αὐχμηρῶ τόπῳ» (Β΄ Πέτρ. 1,19), καὶ σᾶς εἰδοποιῶ καὶ σᾶς λέγω, ὅτι· Ἂν δὲν βάλῃ ὁ Θεὸς τὸ χέρι του ἐπάνω εἰς τὸν κόσμο, αὐτὲς οἱ πόλεις οἱ ἁμαρτωλές, αὐ­τὲς οἱ μεγάλες πόλεις μὲ τοὺς οὐρανοξύστας καὶ μὲ τὰ παλάτια τους καὶ μὲ τὰ μέγαρά τους, αὐτὲς οἱ πόλεις μέσα σὲ μιὰ νύχτα, ἂν προλάβουνε, ἂν προλάβουνε, θὰ ἀδειάσουν, καὶ οἱ κάτοικοί τους, ἄνθρωποι μικροὶ καὶ μεγάλοι, πλούσιοι καὶ πτωχοί, δεξιοὶ καὶ ἀριστεροὶ καὶ ὅλων τῶν χρωμάτων, θὰ τρέχουν νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν κόλασι, γιατὶ κόλασις θὰ γίνουν. Γιατὶ αὐτὲς οἱ βόμβες οἱ πυρηνικὲς δὲν θὰ πέσουν ἐπάνω στὰ χωριουδάκια μας· θὰ πέσουν μέσα στὶς μεγάλες πολιτεῖ­α, καὶ τότε φιάλαι Ἀποκαλύψεως θὰ καλύψουν μὲ φλόγες οὐρανομήκεις τὰς πόλεις τῆς ἀδικίας, τῆς ἁρπαγῆς καὶ πάσης ἀνηθικότητος.
Ἀμφιβάλλω ἐὰν μέσα σὲ μιὰ νύχτα οἱ κάτοικοι κατορθώσουν νὰ φύγουν. Καὶ τότε θὰ γίνῃ ἐκεῖνο ποὺ λέει ἡ Ἀποκάλυψις, ὅτι οἱ ἄνθρωποι θὰ πᾶνε στὰ βουνὰ καὶ στὰ λαγκάδια καὶ θὰ λένε· «Ἀνοίξατε, βουνά, τὰ σπλάχνα σας νὰ μᾶς κρύψετε ἀπὸ τὴν ὀργὴν τὴν ἐρχομένην» (πρβλ. Ἀπ. 6,15-16).
(*) Σημερα, σύμφωνα με την naftemporiki.gr, στον νομό Αττικής, ο αριθμός των μόνιμων κατοίκων διαμορφώθηκε σε 3.781.274 άτομα. Ὁ Ἑλληνικος λαός μειώνεται & ἀντικαθισταται με αλλοδαπούς.
Απόσπασμα βιβλίου «ΑΥΤΟΚΤΟΝΕΙ Η ΕΛΛΑΣ»
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2019

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΕ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ


ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΕ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΕ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ

Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον ημάς. Αμήν.
Δόξα Σοι, ο Θεός ημών, δόξα Σοι.
Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της Αληθείας, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν, και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος, και σώσον, Αγαθέ, τας ψυχάς ημών.)
Αγιος ο Θεός, Αγιος Ισχυρός, Αγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς. (Τρις).
Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νυν, και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Παναγία Τριάς, ελέησον ημάς. Κύριε ιλάσθητι ταις αμαρτίαις ημών, Δέσποτα, συγχώρησον τας ανομίας ημίν, Αγιε επίσκεψαι και ίασαι τας ασθαινείας ημών, ένεκεν του ονόματός Σου. Κύριε, ελέησον. Κύριε, ελέησον. Κύριε, ελέησον.
Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νυν, και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά Σου, ελθέτω η Βασιλεία Σου, γεννηθήτω το θέλημά Σου ως εν ουρανώ και επί της γης. Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον, και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών. Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού.





Ψαλμός Ν’ 50

                             Ἐλέησόν με ὁ Θεός

Ἐλέησόν με ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἐλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος των οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.
Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με.
Ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστὶ διὰ παντὸς.
Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε.
Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου.
Ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοι.
Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καὶ καθαρισθήσομαι πλυνεῖς με καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι.
Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα.
Ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον.
Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοὶ ὁ Θεὸς καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου.
Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου σου καὶ τὸ Πνεῦμα σου τὸ ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ.
Ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με.
Διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲ ἐπιστρέψουσιν.
Ῥῦσαί με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεὸς, ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην σου.
Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου.
Ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν ἔδωκα ἂν ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις.
Θυσία τῷ Θεῷ, πνεῦμα συντετριμμένον΄ καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει.
Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου τὴν Σιὼν, καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ.
Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα.
Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους.



ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΕ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ ΛΕΜΕ ΤΑ ΕΞΗΣ ΛΟΓΙΑ:
“Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με”
“Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς”
“Σταυρέ τοῦ Χριστοῦ σῶσον ἡμᾶς τῇ δυνάμει σου”
“ Ἅγιε τοῦ Θεοῦ (τον άγιο σας, τον προστάτη σας ή τον άγιο που αγαπάτε) πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν
  • Αφου διαβάσετε τα προκαταρκτικά, η ευχή είναι καλό να διαρκεί τουλάχιστον μισή ώρα.

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2019

Ἡ ὑπακοή. (Ἐξαιρετικό)


Ἡ ἔκφρασι τῆς γνήσιας ἀφοσιώσεως στό Θεό δέχτηκε τή μεγαλύτερη στρέβλωσι ἀπό τό σημερινό ἐκκλησιαστικό κατεστημένο. Ἡ ἐλεύθερη καί ὁλοπρόθυμη ὑποταγή στήν ἀλήθεια καί στήν ἀγάπη πλαστογραφήθηκε καί μεταφράστηκε σέ ὑποδούλωσι στό σχῆμα τῆς τυραννικῆς ἐξουσίας.
Ἡ σημερινή ἐκκλησιαστική διοίκησι ὑποβάθμισε τή χαρισματική ὑπακοή σέ μοχλό πιέσεως. Bιώνει, στἠν πλειοψηφία της, τήν ἀνυπακοή στό θεῖο θέλημα καί ἀπαιτεῖ τήν ὑπακοή. 

Kαταργεῖ τή συνοδικότητα καί ἀξιώνει τήν ὑποταγή στίς πλαστές συνοδικές ἀποφάσεις. Παραβαίνει τούς Ἱερούς Kανόνες καί σείει τό δάχτυλο ἀπειλητικά, ἐξαγγέλλοντας ποινές ἐξ ὀνόματος τῶν Ἱερῶν Kανόνων. 
Kαταπατεῖ τούς Nόμους τοῦ Kράτους καί διακηρύσσει, πώς ἐπιβάλλει τή νομιμότητα. Kαταλύει τήν εὐπρέπεια καί τό ἦθος τοῦ ἀρχιερατικοῦ ἀξιώματος καί ζητάει ἀπό τό πλήρωμα νά σεβαστῆ τήν ἀλλοτριωμένη ἀρχιερωσύνη.
Ἡ τακτική, ἀλλοπρόσαλλη. Ἡ διδαχή, ἀπρόσφορη. Ἡ πρακτική, ἔκφρασι διχασμένων προσωπικοτήτων.
Ἡ κατεστημένη ἐκκλησιαστική ἐξουσία διέγραψε τά παραγγέλματα τῆς Kαινῆς Διαθήκης. Λησμόνησε τή Xριστοκεντρική διάστασι τῆς ὑπακοῆς. Ἀγνόησε τά ὑποδείγματα τῶν ἁγίων Πατέρων. Kαί ἔστησε τό εἴδωλο τῆς φθαρμένης καί διεφθαρμένης ἐξουσίας στό θρόνο τῆς ὑπέρτατης αὐθεντίας. 
Zητάει δουλική ὑπακοή στίς θελήσεις τοῦ πρώτου ἐπισκόπου, μεταλλάσσοντας τό σχῆμα τῆς συνοδικῆς ἰσότητας σέ σχέσι Παπικῆς ὑποταγῆς καί ἐξαρτήσεως. Ἀπαιτεῖ συμμόρφωσι σέ ἀποφάσεις σκοπιμότητας, πού τίς ἐμπνέει ἡ ἰδιοτέλεια καί τό μῖσος. 
Ἐκβιάζει σέ ὑποχωρήσεις καί σέ ταπεινώσεις, μέ σλόγκαν τήν ὑπακοή καί μέ σκοπό τήν ἐξόντωσι τῶν ἀνεπιθύμητων συλλειτουργῶν.
Δέν ἔχει, ὅμως, δικαίωμα νά προβάλλη τό χρέος τῆς ὑπακοής, ὅταν καταπατάη ἀσύστολα τίς εὐαγγελικές προσταγές καί ἀνυψώνη στήν περιωπή τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος τίς διεφθαρμένες καί «κραγμένες» προσωπικότητες.
Δέν ἔχει δικαίωμα νά ζητάη ὐπακοή, ὅταν στραγγαλίζη τούς Ἱερούς Kανόνες.
Δέν ἔχει δικαίωμα νά ὀχυρώνεται πίσω ἀπό τήν πινακίδα τῆς ὑπακοῆς, ὅταν ὑποχρεώνη ἐπισκόπους νά δεχθοῦν μετάθεσι σέ ξένες, «προσωποπαγεῖς» Mητροπόλεις, τή στιγμή, πού γνωρίζει, ὅτι οἱ Kανόνες τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐπιτρέπουν μιά τέτοια κραυγαλέα παράβασι.
Δέν ἔχει δικαίωμα νά βιάζη καί νά ἐκβιάζη σέ ἀποδοχή τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων καί σέ ὑπακοή, ὅταν οἱ ἀποφάσεις αὐτές εἶναι προϊόντα αὐθαιρεσίας καί κακότητας, ὅταν δέν ἀκολούθησε τή στοιχειώδη δικονομία, πού ὁρίζουν οἱ Kανόνες καί οἱ Nόμοι καί ὅταν δέν παραχώρησε στόν κατηγορούμενο τό ἀναφαίρετο δικαίωμα τῆς ἀπολογίας.
Δέν ἔχει δικαίωμα νά κραδαίνη τή σφραγίδα καί τήν ὑπογραφή τῆς ἐξουσίας, γιά νά κάμψη τήν ἀντίστασι καί νά ἐξοντώση τους ἀντιπάλους, μέ μόνο ἐπιχείρημα τήν ὑπακοή.
Ὅλες αὐτές οἱ καταστάσεις ἀποτελοῦν νοθεία. Ἐκτροπή. Διαφθορά. Στρέβλωσι τῶν προδιαγραφῶν τῆς ἐκκλησιολογίας. Aἵρεσι. Σηματοδοτοῦν ἀπομάκρυνσι ἀπό τήν Kαινή Διαθήκη. Ἀποξένωσι ἀπό τήν πλούσια καί δυναμική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποκοπή ἀπό τή στάσι καί τούς ἀγῶνες τῶν ἁγίων Πατέρων. 
Mέ τέτοια πρακτική ἡ Παπική νοοτροπία στήνει τό θρόνο της στήν καρδιά τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ πλάνη, ἡ αὐθαιρεσία καί ἡ σκληρότητα μεταποιοῦνται σέ καθεστώς. Ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ κλονίζεται. Ἡ φυσιογνωμία τῆς Ἐκκλησίας παραμορφώνεται.
Ἀνοῖξτε κείμενα. Σκάψτε στίς βαθειές στοές τῆς ἱστορίας. Προσεγγίσετε ἁγίους. Ἐλέγξετε γεγονότα. Ἡ ὑπακοή μέσα στό περιβόλι τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό ἄνθος τῆς ἀγάπης στό θεϊκό Πρόσωπο
Ὁ δεσμός τῆς ἀφοσιώσεως. Ἡ προσήλωσι τῆς λατρείας. Ἡ συμμόρφωσι στίς θεϊκές προσταγές καί στό πρότυπο τῆς «καινῆς κτίσεως». 
Oἱ ἅγιοι πιστεύουν, ἀγαποῦν καί ὑποτάσσονται ἀποκλειστικά καί μόνο στό λατρευτό Kύριο, πού ἀνακαινίζει τίς ὑπάρξεις καί ὁδηγεῖ τά ἀνθρώπινα βήματα «εἰς ὁδούς σωτηρίας».
Ὅταν καταξιωμένοι ἅγιοι καί σεβάσμιοι ἀσκητές τῆς ἐρήμου διδάσκουν καί προτρέπουν σέ ὑπακοή, δέν ἀλλάζουν τήν κατεύθυνσι τῆς ἀφοσιώσεως καί τῆς λατρείας. 
Mέ κανένα τρόπο δέν ἐπιτρέπουν νά ἐνθρονιστῆ στό βάθρο τῆς αὐθεντίας ἡ ἀνθρώπινη αὐθαιρεσία. Nά μετατραπῆ ὁ τύραννος ρασοφόρος σέ εἴδωλο. Kαί νά ζητήση προσήλωσι στό δικό του θέλημα. Ἡ ὑπακοή παραμένει πάντοτε μιά στάσι Xριστοκεντρική
Ἀναφορά στό πρόσωπο καί στό ἔργο τοῦ σαρκωμένου καί σταυρωμένου Λόγου τοῦ Θεοῦ.
Aὐτή τήν ὑπακοή, μόνο ὅταν τή βιώσουν ἀληθινά, μποροῦν νά τήν ὑποδείξουν στό ποίμνιο, διακριτικά, οἱ ὑπεύθυνοι ἐκκλησιαστικοί ἄρχοντες.
O ATTIKHΣ KAI MEΓAPIΔOΣ
ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ

attikisnikodimos.gr

Πηγή:https://tasthyras.wordpress.com/

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2019

Διδαχές οσίου Παναή του εκ Λύσης ΑΓΑΠΗ ΘΕΟΥ


α. Να μπορούσαμε να καταλάβουμε τη θυσία του Υιού Του! Μας λέει ο Χριστός «για σας θυσιάστηκα...». Την καρδιά μας θέλει. Εμάς τους ίδιους θέλει. Εμείς κάμνουμε γιορτές και προσφέρουμε δώρα, μα ο Θεός εμάς θέλει, όχι μόνον τα δώρα μας. Μοιάζουμε σαν τη μάνα που στέλλει τα μωρά της για να δώσουν φαγητό στον παππού, χωρίς να πηγαίνει η ίδια. Και ο παππούς λέει: «μα εγώ δεν θέλω φαγητά. Θέλω τη μάνα σας».
β. Να μην περιμένουμε να μας αγαπήσουν τα παιδιά όπως τους αγαπούμε εμείς. Ο γονιός αγαπά παραπάνω. Κι ο Θεός, σαν πατέρας, μας αγαπά πιο πολύ απ’ ότι τον αγαπούμε εμείς. Γι’ αυτό να μην τον πικραίνουμε. Όταν αισθάνομαι την αγάπη του Θεού να με κατακλύζει, είναι δυνατό να αμαρτήσω;Και ο φύλακας άγγελος μας αγαπά και μας προστατεύει. Φωνάζει, βέβαια, όταν πάμε να αμαρτήσουμε: «μη... μη...». Ύστερα, αφού επιμένουμε, υποχωρεί. Έτσι σιγά σιγά η συνείδηση μας πωρώνεται.
 γ. Ο Θεός συγχωρά εύκολα, επειδή μας αγαπά̇θέλει τη σωτηρία μας. «Χάρισμα σου...» λέει. Είναι έτοιμος να χαρίσει το χρέος. Θυσιάστηκε για τη σωτηρία μας, ενώ εμείς είμαστε αμαρτωλοί. Αυτό αποδεικνύει την πολλή του αγάπη. Και λέει: «αγαπάτε τους εχθρούς σας», διότι κι εκείνοι είναι παιδιά του. Δια του καλού νικά το κακό.
δ. «Ζητείτε την Βασιλείαν του Θεού και ταύτα πάντα προστεθήσονται...». Όλα όσα έχουμε ανάγκη ο Θεός πλουσιοπάροχα μας τα δίνει, αρκεί να παραδώσουμε τον εαυτό μας σ΄Αυτόν.
 ε.  Πρέπει να μην βγαίνει από τον νου μας η αγάπη που έχει για μας ο Θεός. Δεν υπάρχουν λόγια για να ευχαριστήσουμε τον Θεό, τόσα που υπόφερε για μας, για τις αμαρτίες μας, γι’ αυτό κι εμείς ν΄ αντέχουμε, να μακροθυμούμε.
στ.  Ο Θεός θέλει την καρδιά μας όλη.
Από το βιβλίο ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ, έκδοση του Ιερού Ησυχαστηρίου Αγίας Τριάδος, Λυθροδόντας - Κύπρος. τηλ. 00357-99607871