Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2019

Τελευταίες αποκαλύψεις τού γέροντος Εφραίμ τής Αριζόνας…



Συνομιλήτρια: Μάχη με ποιους; Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ: Τους δαίμονες.

Συνομιλήτρια: Τους βλέπατε;
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ: Ναι, όπως βλέπω τους ανθρώπους.

Μάϊος 2014, Αριζόνα

Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ: Βλέπετε την φωτογραφία αυτή του Γέροντα Ιωσήφ, του Ησυχαστή. Είχα μεγάλο Γέροντα, ήταν πυρ – πυρ, άνθρωπος φαινόμενο. Όλο τα επουράνια σκέπτονταν, μ’ αυτά ζούσε.Δύο λέξεις μας έλεγε συνεχώς, υπομονή, υπομονή και προσευχή και εδώ μας βοηθάει, όσο του επιτρέπει η Πρόνοια του Θεού. Σαν υποτακτικοί του, ποτέ δεν μαλώσαμε μεταξύ μας. Άλλοι απέξω μας δημιουργούσαν προβλήματα, συκοφαντούσαν τον Γέροντα, τον κατηγορούσαν, αλλά ο Γέροντας Ιωσήφ έλεγε, « αυτοί ας λένε, εμείς να μην πούμε».

Συνομιλήτρια: Εμείς Γέροντα, είμαστε πολύ αδύνατοι σε όλα. Τι θα γίνει με εμάς;

Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ: Άλλα χρόνια είναι τώρα. Άλλα τα κριτήρια του Θεού, για σήμερα. Ο Γέροντας Ιωσήφ είχε το πνευματικό πανεπιστήμιο. Εγώ είμαι ευχαριστημένος να είστε εσείς ( ..δηλαδή τα πνευματικά του παιδιά ) στο πνευματικό λύκειο. Σήμερα υπάρχει τέτοια πνευματική σύγχυση. Μεγάλος ανεμοστρόβιλος παρασέρνει τα πάντα. Κρατείστε γερά την παράδοση που σας παρέδωσα και να ξέρετε ότι σήμερα είναι ομολογία να λέμε ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Θεός μας. Αυτό δεν το θέλουν οι σκοτεινές δυνάμεις.

Συνομιλήτρια: Γέροντα, μετά από τόσα χρόνια αγώνα, τι σας έμεινε μέσα στη ψυχή σας;

Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ: Όλα είναι δεύτερα, όλα δεύτερα. Το πρώτο είναι το όνομα του Χριστού μας και τώρα , περνώντας τα χρόνια , είδα στη πράξη, ότι μόνο με την αγάπη κερδίζεται ο άνθρωπος. Η ζωή μου ήταν κόπος και πόνος, με την φτώχεια, με τους Γερμανούς, με την πείνα στη κατοχή, με τους πειρασμούς και τις θλίψεις στα μοναστήρια. Μεγάλος αγώνας. Μόνο το όνομα του Χριστού και της Παναγίας μας μ’ έβγαλε πέρα. Όποιος άνθρωπος δεν λέγει καθημερινά το όνομα του Χριστού και της Παναγίας μας, δεν είναι Χριστιανός.

Συνομιλήτρια: Δηλαδή η ευχή του Χριστού είναι το μέγιστο;

Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ: Βεβαίως, γιατί είμαστε συνέχεια με τη μνήμη του Χριστού μας. Οι Άγιοι Πατέρες φωτίστηκαν και μας άφησαν αυτές τις προσευχούλες. Τρία και δύο γράμματα, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς» και «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς». Δεν είναι να διαβάσουμε εγκυκλοπαίδειες, ούτε πολλά βιβλία. Μ’ αυτές τις δύο προσευχούλες, σωζόμαστε όλοι οι Χριστιανοί. Οι μοναχοί που δεν έχουν τις μέριμνες των κοσμικών, προσεύχονται πολύ και φθάνουν ψηλά. Τους βοηθάει πολύ και η Παναγία μας. Είναι σαν να μιλούν στο αυτί του Χριστού μας, γιατί είναι αφοσιωμένοι στη προσευχή και αυτό είναι το κύριο έργο τους και όποιος έχει το δώρο της προσευχής στη καρδιά του, όταν πεθάνει δεν τον αγγίζουν τα τελώνια. Πηγαίνει μετά τον θάνατό του , κατευθείαν στο Χριστό μας. Δεν έχει εμπόδια, γιατί το όνομα του Χριστού έχει δύναμη. Είναι πυρ ο Θεός.

Συνομιλήτρια: Και οι χαιρετισμοί της Παναγίας μας είναι δυνατή προσευχή;

Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ: Βεβαίως, όταν τους λέμε, έχουμε χαρά και φώτιση από την Παναγία μας. Πολύ με βοηθάει η παναγία μας. Με βγάζει από πολλά αδιέξοδα.

Συνομιλήτρια: Σήμερα πάσχουμε από απελπισία και ανυπομονησία.

Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ: Η απελπισία είναι πάντα από τον διάβολο και όποιος απελπίζεται χάνει τις δυνάμεις του. Η βάση της ζωής μας είναι η υπομονή. Όταν δεν την έχουμε διαλύεται η ζωή μας.

Συνομιλήτρια: Γέροντα, ο κόσμος, εμείς, είμαστε σε μια δύσκολη θέση με όλα αυτά που γίνονται και ακούμε. Υπάρχει φόβος.

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2019

Η σχέση του Εσπερινού και του Όρθρου με τη Δημιουργία του Κόσμου και τη Σωτηρία μας ς Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης


Ένα συγκλονιστικό κείμενο του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν, που μας προσφέρει υπέροχα στοιχεία από τη βαθιά πνευματική και ελπιδοφόρα σημασία των δύο αυτών αρχαίων ακολουθιών,
δηλαδή τελετουργιών της Εκκλησίας μας, του Εσπερινού (που γίνεται το βράδυ, και εσπέρα = βράδυ) και του Όρθρου, που γίνεται το πρωί, πριν τη θεία λειτουργία (όρθρος = πολύ πρωί). Για την ακολουθία του Όρθρου κάπως περισσότερα στοιχεία δείτε εδώ.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Για να Ζήσει ο Κόσμος, μτφρ. Ζήσιμου Λορεντζάτου, Δόμος 1987 (επανέκδ. 2001), κεφ. «Ο καιρός της αποστολής», σελ. 88-97.
Οι ερμηνείες σε αγκύλες είναι δικές μας.
Αντίθετα με την κοσμική εμπειρία του χρόνου, η λειτουργική μέρα αρχίζει με τον εσπερινό, και τούτο σημαίνει: αρχίζει το βράδυ. Αυτό φυσικά είναι ανάμνηση του βιβλικού: Και εγένετο εσπέρα, και εγένετο πρωί, ημέρα μία (Γένεσις, 1,5). Ωστόσο είναι κάτι περισσότερο από ανάμνηση. Γιατί αληθινά το τέλος κάθε χρονικής «μονάδας» είναι που φανερώνει το αχνάρι και το νόημα του χρόνου, που χαρίζει στο χρόνο την πραγματικότητά του.
Ο χρόνος πάντα είναι αύξηση, όμως μονάχα στο τέλος μπορούμε να διακρίνουμε την κατεύθυνση αυτής της αύξησης και να παρατηρήσομε τους καρπούς της. Στο τέλος κάθε μέρας, στο βράδιασμα κάθε μέρας, ο Θεός βλέπει τη δημιουργία Του ως καλήν· στο τέλος της δημιουργίας είναι που ο Θεός τη χαρίζει στον άνθρωπο. Και έτσι η Εκκλησια αρχίζει στο τέλος της μέρας τη λειτουργία του καθαγιασμού του καιρού [=χρόνου].
Καθώς ερχόμαστε στην εκκλησία, ο κόσμος και εμείς που βρισκόμαστε στον κόσμο έχομε περάσει πολλές ώρες και αυτές οι ώρες γέμισαν, όπως συνήθως, με δουλειά και ξεκούρασμα, με πόνο και χαρά, με φθόνο και αγάπη. Άνθρωποι πέθαναν και άνθρωποι γεννήθηκαν. Για μερικούς στάθηκε η πλέον ευτυχισμένη μέρα της ζωής τους, μια μέρα που θα τη θυμούνται παντοτινά. Και για μερικούς άλλους έφερε το τέλος σε όλες τις ελπίδες τους, ρήμαξε την ίδια την ψυχή τους. Και ολάκερη η μέρα βρίσκεται τώρα εδώ – μοναδική, αμετάστροφη, ανεπανόρθωτη. Η μέρα διάβηκε, όμως τα αποτελέσματά της, οι καρποί της θα χαρίσουν το σχήμα της στην επόμενη μέρα, γιατί ό,τι κάναμε μια φορά απομένει παντοτινά.
Όμως η εσπερινή ακολουθία [=τελετουργία] δεν αρχίζει ως θρησκευτικός «επίλογος» της μέρας, ως προσευχή προσθετή σε όλες τις άλλες εμπειρίες της μέρας. Αρχίζει στην Αρχή και αυτό σημαίνει στην «ξανά ανακάλυψη», με τη λατρεία και την ευχαριστία, πως ο κόσμος είναι δημιούργημα του Θεού. Η Εκκλησία μάς πηγαίνει, σα να πούμε, στο πρώτο εκείνο βράδυ όπου ο άνθρωπος, προσταγμένος από το Θεό, άνοιξε τα μάτια του και αντίκρισε αυτά που ο Θεός του έδωσε με την αγάπη Του, αντίκρισε όλη την ομορφάδα, όλη τη δόξα του ναού μέσα στον οποίο στεκόταν [=της πλάσης], και ο άνθρωπος ανάπεμψε ευχαριστία στο Θεό. Και με την ευχαριστία αυτή έγινε ο εαυτός του.
Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον, Ευλογητός εί Κύριε…
Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε. Πάντα εν σοφία εποίησας.
Επληρώθη η γη της κτίσεώς σου.
Άσω τω Κυρίω εν τη ζωή μου
Ψαλώ το Θεώ μου έως υπάρχω (Ψαλμός 104)*
*Στα δικά μας βιβλία: 103 (σημ. του μεταφραστή). [Ο π. Αλέξανδρος γράφει 104, επειδή απευθύνεται στους δυτικούς χριστιανούς, ιδίως προτεστάντες, που έχουν αυτή την αρίθμηση στους Ψαλμούς, δηλ. στο βιβλίο Ψαλμοί της Παλαιάς Διαθήκης]
Και έτσι πρέπει να είναι. Πρέπει να υπάρχει κάποιος σε αυτό τον κόσμο – τον κόσμο που απαρνήθηκε το Θεό και που με την απάρνηση αυτή, με τη βλαστήμια αυτή, γίνηκε ένα σκοτιδιασμένο χάος – πρέπει να υπάρχει κάποιος που να σταθεί στο κέντρο του κόσμου και να τον ξεχωρίσει, να τον δει και πάλι να είναι φορτωμένος από το θεϊκό πλούτος, να είναι η ομορφιά και η σοφία, και να ευχαριστήσει το Θεό για τον κόσμο. Αυτός ο «κάποιος» είναι ο Χριστός, ο νέος Αδάμ που έρχεται να αποκαταστήσει αυτή την «ευχαριστιακή ζωή», την οποία εγώ, ο παλαιός Αδάμ, απαρνήθηκα και απώλεσα, που με κάνει πάλι αυτό που είμαι, και έρχεται να μου αποκαταστήσει τον κόσμο. Και αν η Εκκλησία είναι εν Χριστώ, η αρχική πράξη της είναι πάντα η πράξη αυτή της ευχαριστίας, της απόδοσης του κόσμου πίσω στο Θεό.

Η οδός της αγιότητος είναι το αντίβαρο στην αποστασία.Γράφει ο π. Χριστοφόρος Μιχαήλ (Καθηγούμενος Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους)


Γράφει ο π. Χριστοφόρος Μιχαήλ (Καθηγούμενος Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους)
π. Χριστόφορος Γρηγοριάτης«Επεφάνη η Χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις, παιδεύουσα ημάς ίνα αρνησάμενοι την ασέβειαν και τας κοσμικάς επιθυμίας σωφρόνως και δικαίως και ευσεβώς ζήσωμεν εν τω νυν αιώνι, προσδεχόμενοι την μακαρίαν ελπίδα και επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» (Τιτ. β΄ 11-13).
Όσοι πιστοί πανηγυρίζουμε θεοπρεπώς και εφέτος τα άγια Χριστούγεννα του Κυρίου μας. Χαιρόμαστε, διότι η Χάρις του Θεού φανερώθηκε στον κόσμο μας στο πρόσωπο του «μορφήν δούλου» λαβόντος και νηπιάσαντος Θεού Λόγου και κατέλυσε το σκότος της αμαρτίας και του διαβόλου. Χαιρόμαστε και πανηγυρίζουμε την «εν Χριστώ» σωτηρία μας.
Όμως, κατά τον λόγο του Κυρίου μας, αν και «το φως (ο Χριστός) ήλθε στον κόσμο», «οι άνθρωποι αγάπησαν περισσότερο το σκότος παρά το φως, γιατί τα έργα τους ήσαν πονηρά» (πρβλ. Ιω. γ΄ 19).
Εφέτος την χαρά μας έρχεται να σκιάση το ψηφισθέν επαίσχυντο νομοσχέδιο, το λεγόμενο «Σύμφωνο συμβίωσης των ομοφιλοφύλων», με απλά λόγια η «νομιμοποίησις της ανομίας».
Αυτή η νομιμοποίησις της ανομίας, η νομιμοποίησις της αμαρτίας είναι η αποκορύφωσις της αποστασίας μας από τον Θεό.
Ο νόμος του Θεού περιφρονείται. Ο νόμος του Θεού εκδιώκεται. Και εν τέλει θεωρείται παράνομος.
Ο Θεός, μας λένε οι άγιοι Πατέρες, κρύπτεται μέσα στις εντολές Του, μέσα στον Νόμο Του. Όταν εκδιώκουμε τον Νόμο του Θεού από την ζωή μας, εκδιώκουμε τον ίδιο τον Θεό. Εκδιώκουμε την Αγάπη, εκδιώκουμε την Ειρήνη, εκδιώκουμε την ίδια την Ζωή.
Έτσι μένουμε νεκροί πνευματικά, και εντός ολίγου η δυσωδία της αποσυνθέσεως της νεκρής πνευματικά ζωής μας γίνεται αποπνικτική.
Έλεγε ο μακαριστός και διαπρεπής λόγιος ζωγράφος Φώτης Κόντογλου: «Τον σημερινόν άνθρωπο, που δεν πιστεύει σε τίποτα, θαρρείς πως τον έπιασε μιά εωσφορική μανία να συντρίψει τα πάντα, για να γυρίσει ο κόσμος στο χάος απ’ όπου εβγήκε… τώρα ο άνθρωπος δεν παραδέχεται ούτε Θεό, ούτε τάξη στον κόσμο, ούτε σκοπό κανέναν και θέλει να βυθιστεί στο έρεβος της ανυπαρξίας» (Φ. Κόντογλου, «Το φρέαρ της αβύσσου», εν Ευλογημένο καταφύγιο, σελ. 224-225).
Ποιος λοιπόν μπορεί να μας λυτρώση από αυτό το σκότος, από αυτή την δυσωδία, από αυτή την σήψι, που όλο και πιό πολύ μας πνίγει;

Ὁ βάτραχος «Τό πολίτευμα τοῦ Σταυροῦ» Ἀρχιμ. Ἰεροθέου Σ. Βλάχου

Ὑπάρχει μία διαφορά μεταξύ τοῦ «εἶναι» καί τοῦ «φαίνεσθαι». Τό «φαίνεσθαι» εἶναι τό ἐξωτερικό, αὐτό πού θέλουμε νά ξέρουν οἱ ἄλλοι γιά μᾶς, αὐτό πού ἐμεῖς ἀφήνουμε νά ἀντιληφθοῦν οἱ ἄλλοι. Μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι εἶναι τό προσωπεῖο καί ἡ μάσκα τήν ὁποία χρησιμοποιοῦμε γιά νά ἐπικοινωνοῦμε ἐξωτερικά καί νά γινόμαστε δεκτοί ἀπό ὅλες τίς κατηγορίες τῶν ἀνθρώπων. Πολλές φορές χρησιμοποιοῦμε καί τό προσωπεῖο τῆς θρησκευτικότητος. Αὐτό εἶναι τό «φαίνεσθαι». Ὑπάρχει ὅμως καί τό «εἶναι», αὐτό πού εἴμαστε στήν πραγματικότητα, στό βάθος, καί τό ὁποῖο τίς περισσότερες φορές ἐπιδιώκουμε νά κρύπτουμε ἐπιμελῶς.
Ἡ Ὀρθοδοξία ἐπιδιώκει νά φανερώση αὐτό τό βάθος. Συνήθως, ἡ φαρισαϊκή δικαιοσύνη ἐνδιαφέρεται γιά τό ἐξωτερικό, γιά μία ἐπιδερμική ἠθική, ἐνῶ ἡ Ὀρθοδοξία ἐνδιαφέρεται γιά τόν πυρήνα τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὅλα τά πατερικά κείμενα ἀναφέρονται στό πώς θά ἐλευθερωθῆ ὁ νοῦς ἀπό τήν δουλεία του στά πάθη, στήν λογική καί στίς συνθῆκες τοῦ περιβάλλοντος.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, χρησιμοποιώντας ἕνα χαριτωμένο περιστατικό πού ἀναλύει πολύ παραστατικά αὐτήν τήν πλευρά τῆς ζωῆς μας, γράφει:
«Μερικές φορές, καθώς ἀντλούσαμε νερό ἀπό τίς πηγές, ἀντλήσαμε μαζί μέ αὐτό, χωρίς νά τό καταλάβωμε, καί ἕναν βάτραχο. Παρόμοια πολλές φορές, καθώς καλλιεργοῦμε τίς ἀρετές, ὑπηρετοῦμε καί τίς κακίες πού χωρίς νά φαίνωνται εἶναι συμπεπλεγμένες μαζί τους. Ἐπί παραδείγματι: Μέ τήν φιλοξενία συμπλέκεται ἡ γαστριμαργία, μέ τήν ἀγάπη ἡ πορνεία, μέ τήν διάκρισι ἡ δεινότης, μέ τήν φρόνησι ἡ πονηρία, μέ τήν πραότητα ἡ ὑπουλότης καί ἡ νωθρότης καί ἡ ὀκνηρία καί ἡ ἀντιλογία καί ἡ ἰδιορρυθμία καί ἡ ἀνυπακοή. Μέ τήν σιωπή ἡ διδασκαλική ὑπεροψία, μέ τήν χαρά ἡ οἴησις, μέ τήν ἐλπίδα ἡ ὀκνηρία, μέ τήν ἀγάπη πάλι ἡ κατάκρισις, μέ τήν ἡσυχία ἡ ἀκηδία καί ἡ ὀκνηρία, μέ τήν ἁγνότητα ἡ πικρή συμπεριφορά, μέ τήν ταπεινοφροσύνη ἡ παρρησία. Σέ ὅλα δέ αὐτά ἀκολουθεῖ ὡσάν κοινό κολλύριο ἤ μᾶλλον δηλητήριο, ἡ κενοδοξία».
Αὐτό τό κείμενο παρά τήν ἁπλότητά του εἶναι συνταρακτικό. Φανερώνει ὅλη τήν ἀδυναμία μας, ἀλλά καί τήν ὑποκριτική κατάσταση στήν ὁποία ζοῦμε καθημερινά. Ἄλλοι εἴμαστε ἐξωτερικά καί ἄλλοι εἴμαστε ἐσωτερικά. Νά σημειώσω μερικές περιπτώσεις.
Μέ τήν φιλοξενία συμπλέκεται ἡ γαστριμαργία. Ἐν ὀνόματι, δηλαδή, τῆς φιλοξενίας, χάριν τοῦ ἄλλου, ἱκανοποιοῦμε τό πάθος τῆς γαστριμαργίας.
Μέ τήν ἀγάπη συνδέεται ἡ πορνεία. Ὅλοι σήμερα μιλοῦν γιά τήν ἀγάπη. Ἀλλά κάτω ἀπό τήν ἀρετή τῆς ἀγάπης κρύπτεται ἡ πορνεία, ἡ ἐπιθυμία ἱκανοποιήσεως τῆς φιληδονίας. Γι' αὐτό καί οἱ περισσότεροι σήμερα εἶναι ἀπελπισμένοι ἀπό τήν προσφερόμενη ἀγάπη. Ὅλα τά τραγούδια μιλοῦν γιά τήν ἀγάπη, ἀλλά μέσα σ αὐτήν τήν κατάσταση ἀγάπης κρύβεται ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ ἄλλου σάν ἀντικειμένου ἡδονῆς.

Τί εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τί δίνει στὸν ἄνθρωπο Ἁγίου Ἰννοκεντίου Μόσχας



    Πρόλογος
    Τί εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τί δίνει στὸν ἄνθρωπο
    Πότε καὶ ποιοὶ ἀποκτοῦν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα
    Πῶς μποροῦμε ν' ἀποκτήσουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα

Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου
Ἡ πνοὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

α'. Τί εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τί δίνει στὸν ἄνθρωπο.

Ἡ πνοὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ὁ Θεός, τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, παντοδύναμο ὅπως ὁ Πατέρας καὶ ὁ Υἱός. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ζωογονεῖ, ἐμψυχώνει καὶ ἐνδυναμώνει τὰ πλάσματα. Αὐτὸ δίνει στὰ ζῶα τὴ ζωή, στοὺς ἀνθρώπους τὸ νοῦ καὶ στοὺς χριστιανοὺς τὴν ἀνώτερη ζωή, τὴν πνευματική. Αὐτὸ φωτίζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν βοηθάει νὰ μπεῖ στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δίνεται στὸν καθένα μας ὄχι σύμφωνα μὲ τὴν ἀξία τῶν καλῶν ἔργων του, ἀλλὰ δωρεάν, σύμφωνα μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴ σωτηρία του.

Στὴ συνέχεια θὰ δοῦμε τί χαρίζει στὸν ἄνθρωπο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

1. Ὅταν κατοικήσει μέσα στὸν ἄνθρωπο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τοῦ δίνει πίστη καὶ φωτισμό. Χωρὶς Αὐτό, κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει ἀληθινὴ καὶ ζωντανὴ πίστη. Χωρὶς τὸ φωτισμό Του, καὶ ὁ πιὸ σοφὸς καὶ μορφωμένος ἄνθρωπος εἶναι ὁλότελα τυφλὸς ὡς πρὸς τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κτίση Του. Ἀπεναντίας, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μπορεῖ νὰ φωτίσει ἐσωτερικὰ καὶ τὸν πιὸ ἀμόρφωτο καὶ ἁπλοϊκὸ ἄνθρωπο, νὰ τοῦ ἀποκαλύψει ἄμεσα τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τοῦ προσφέρει τὴ γλυκειὰ γεύση τῆς βασιλείας Του. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, αἰσθάνεται στὴν ψυχή του ἕνα ἀσυνήθιστο φῶς, ποὺ τοῦ ἦταν ὁλότελα ἄγνωστο μέχρι τότε.

2. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα γεννάει στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη εἶναι σὰν μία καθαρὴ φωτιά, μία πηγὴ θερμότητας, ποὺ ζεσταίνει τὴν καρδιά. Εἶναι μία ρίζα, ποὺ βλαστάνει μέσα στὴν καρδιὰ ὅλα τὰ καλὰ ἔργα. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ζωογονηθεῖ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη, τίποτα δὲν εἶναι δύσκολο, φοβερὸ ἢ ἀδύνατο. Γι' αὐτὸν κανένας νόμος δὲν εἶναι βαρύς, καμιὰ ἐντολὴ δὲν εἶναι ἀνεφάρμοστη. Ὅλα του εἶναι εὔκολα.

Ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη, ποὺ χαρίζει στὸν ἄνθρωπο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, εἶναι τόσο μεγάλα καὶ δυνατὰ ὄπλα στὰ χέρια του, πού, ἂν τὰ ἔχει, μπορεῖ εὔκολα, ἄνετα, μὲ χαρὰ καὶ γαλήνη νὰ βαδίσει τὸ δρόμο ποὺ βάδισε ὁ Χριστός.

3. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δίνει ἀκόμα στὸν ἄνθρωπο δύναμη, γιὰ ν' ἀντιστέκεται στοὺς πειρασμοὺς τοῦ κόσμου. Ἔτσι, χρησιμοποιεῖ βέβαια τὰ ἐπίγεια ἀγαθά, ἀλλὰ σὰν περαστικὸς ταξιδιώτης, χωρὶς νὰ κολλάει σ' αὐτὰ τὴν καρδιά του. Ἀντίθετα, ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅσο μορφωμένος καὶ ἔξυπνος κι ἂν εἶναι, μένει πάντα δοῦλος καὶ αἰχμάλωτος τοῦ κόσμου.

4. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δίνει στὸν ἄνθρωπο καὶ σοφία. Αὐτὸ τὸ βλέπουμε κατεξοχὴν στοὺς ἁγίους ἀποστόλους, πού, πρὶν λάβουν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἦταν ἀγράμματοι καὶ ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, ὕστερα ὅμως κανεὶς δὲν μποροῦσε ν' ἀντισταθεῖ στὴ σοφία καὶ τὴ δύναμη τοῦ λόγου τους.

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χαρίζει σοφία ὄχι μόνο στὰ λόγια τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ στὶς πράξεις του. Ἔτσι, λ.χ., ἐκεῖνος ποὺ ἔχει μέσα του τὸ Πνεῦμα, πάντα θὰ βρεῖ τὸ χρόνο καὶ τὸν τρόπο νὰ φροντίσει γιὰ τὴ σωτηρία του, ἀκόμα καὶ μέσα στὸ θόρυβο τοῦ κόσμου.

Το πρόσωπο του Αγίου Πνεύματος π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ



ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ TOY ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Το γεγονός της Πεντηκοστής -Η γλωσσολαλία- Ιδιαίτερο πρόσωπο- Ομοούσιο και Ομόθρονο- Κύριος και Θεός- Οι μειωτικές εκφράσεις- Το έργο του Αγίου Πνεύματος- Πνεύμα υιοθεσίας- Πνευματική αναγέννηση- Άκτιστη χάρη- Οι αρνητές του Αγίου Πνεύματος
π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ
Με την ανάληψή Του ο Χριστός ανέβασε την ανθρώ­πινη φύση μέχρι το θρόνο της δόξης του Θεού και την πρόσφερε ως εκλεκτό δώρο για λογαριασμό μας. Έτσι η συμφιλίωση που πραγματοποιήθηκε με τη θυσία του Χρι­στού ολοκληρώθηκε και ο Θεός, σαν επισφράγιση αυτής της συμφιλίωσης, αποστέλλει το Άγιο Πνεύμα, πολύτι­μο δώρο στους ανθρώπους (πρθλ. Ιω. ζ' 37-39, ιστ' 7).

α) Το γεγονός της Πεντηκοστής

Ο Χριστός υποσχέθηκε στους μαθητές Του άλλον Παράκλητον (Ιω. ιδ' 16), ο οποίος θα απεκάλυπτε σ' αυτούς ολόκληρη την αλήθεια για το πρόσωπό Του (Ιω. ιδ' 26, ιε' 26, ιστ' 7-14), την οποία εκείνοι δεν μπορούσαν ακόμη να βαστάσουν (Ιω. ιστ' 12).

Βέβαια και πριν από τον Χριστό υπήρχε το Άγιο Πνεύμα, αλλά οι προφήτες και οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης δεν μπορούσαν να μεταδώσουν σε άλλους αυτή τη χάρη· τούτο όμως έγινε μετά την πεντηκοστή (πρθλ. π.χ. Πράξ. ιθ' 1-6. Ιω. ζ' 37-39).

Τι ακριβώς συνέβη την ημέρα της πεντηκοστής;

Το σπίτι που ήσαν συναθροισμένοι οι μαθητές εγέμισε με βίαιη πνοή και πάνω στους μαθητές διαμοιράσθηκαν πύρινες γλώσσες, γλώσσες που έμοιαζαν με φωτιά (Πράξ. θ' 2-3). Τότε επλήσθησαν άπαντες Πνεύ­ματος Αγίου και άρχισαν το κήρυγμα της σωτηρίας (Πράξ. 6' 3-4).

ΟΙ γλώσσες αποτελούν συμβολικό σημείο του ότι οι μαθητές έπρεπε να πορευθούν σ' όλο τον κόσμο και να κηρύξουν σ' όλες τις γλώσσες το ευαγγέλιο. Το μήνυμα της σωτηρίας δεν απευθύνετο πλέον σε ένα λαό, αλλά στην ανθρωπότητα (Ματθ. κη' 18-19. Λουκ. κδ' 45-48. Πράξ. α' 8).

Αλλά το γεγονός αυτό αποτελεί και σημείο άλλης, νέας πραγματικότητας: της επιστροφής στην ενότητα της ανθρωπότητας, που είχε ολοκληρωτικά διασπασθεί με τη σύγχυση των γλωσσών (Γέν. ια' 1 -9).

β) Η γλωσσολαλία

Οι απόστολοι μιλούσαν την ημέρα της Πεντηκοστής σε ξένες γλώσσες. Πρόκειται πράγματι για μεγάλο θαύμα. Ποια ήταν ακριβώς η έννοια του; Η γλωσσολαλία των πρώτων χριστιανικών χρόνων αποτελούσε χωρίς αμφιβολία σημείον, αλλά σημείον για τους απίστους και όχι δια τους πιστούς, για να αποτε­λέσει κατήγορο των απίστων (Γρηγ. Θεολ.)· με ανθρώ­πους ετερογλώσσους και με χείλη ξένα θα μιλήσω εις τον λαόν τούτον, άλλ' ούτε κατ' αυτόν τον τρόπον θα με α­κούσουν, λέγει Κύριος (Α' Κορ. ιδ' 21. Ησ. κη' 11).

Πράγματι η αγία Γραφή υπογραμμίζει: Ώστε αι γλωσσολαλιαί είναι σημείον όχι δι' εκείνους που πι­στεύουν, αλλά για τους απίστους. Η προφητεία όμως εί­ναι όχι δια τους απίστους, αλλά δι' εκείνους που πιστεύ­ουν (Α' Κορ. ιδ' 22). Το να διερμηνεύει κανείς το θέλη­μα του Θεού, αυτό είναι για τους πιστούς, όχι η γλωσσο­λαλία!

Στην πρώτη Εκκλησία υπήρχε αυτό το φαινόμενο. Γιατί το ίδιο φαινόμενο δεν υπάρχει και σήμερα; Την ε­ρώτηση αυτή την έκανε και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσό­στομος για την Εκκλησία της εποχής του. Μήπως ο Θεός δεν μας τιμά στον ίδιο βαθμό, όπως τους χριστια­νούς των αποστολικών χρόνων;

Αντίθετα, απαντά ο Χρυσόστομος, όχι επειδή δεν μας τιμά ο Θεός, άλλ' επειδή ακριβώς μας τιμά πάρα πο­λύ. Πως; Εγώ θα σάς το πω. Οι άνθρωποι τότε συμπεριφέρονταν πιο ανόητα, επειδή λίγο πιο πριν είχαν εγκατα­λείψει τα είδωλα, και το μυαλό τους ήταν ακόμη κατώτε­ρο πνευματικά, και πιο αναίσθητο και τρόμαζαν και έμε­ναν μ' ανοιχτό το στόμα μπροστά σ' όλα τα υλικά πράγ­ματα· δεν είχαν ακόμη καμιά γνώση για τα πνευματικά χαρίσματα, ούτε γνώριζαν τι ακριβώς είναι η πνευματική χάρη, που μόνο με την πίστη μπορούσε να την κατανοή­σει κανείς.

Αυτός λοιπόν ήταν ο λόγος που τότε υπήρχε απόλυτη ανάγκη για θαύματα και εντυπωσιακά γεγονότα. Βέβαια τα πνευματικά χαρίσματα διακρίνονται σε δύο είδη. Άλ­λα παρουσιάζουν κάποιο αισθητό σημάδι, για να τα δουν οι άπιστοι, όπως τότε η γλωσσολαλία. Αλλά όμως είναι αόρατα και κατανοούνται μόνο με την πίστη. Ένα τέτοιο αόρατο χάρισμα είναι η συγχώρηση των αμαρτιών.

Κανείς δεν βλέπει με τα μάτια του σώματος, πως καθα­ρίζεται η ψυχή από τις αμαρτίες· όμως αυτό το γεγονός είναι πολύ μεγαλύτερο από οποιοδήποτε άλλο που γίνε­ται αντιληπτό σαν θαύμα με τα υλικά μας μάτια. Γι' αυτό και ο Χριστός είπε στους πονηρούς γραμματείς πως η θε­ραπεία του παραλυτικού ήταν πολύ ασήμαντο γεγονός μπροστά στη συγχώρηση των αμαρτιών (Ματθ. θ' 4-6) και σε άλλη περίπτωση τόνισε: μη χαιρόσαστε γι' αυτό, για το ότι δηλαδή τα πονηρά πνεύματα υποτάσσονται σε σάς, αλλά να χαιρόσαστε, γιατί τα ονόματα σας έχουν γραφεί στους ουρανούς (Λουκ. Γ 20).

Είναι δυνατόν ακόμη και ένας που έκανε θαύματα να έχει σαρκικό φρόνημα και όχι πνευματικό επειδή πολ­λές φορές τα θαύματα δεν γίνονται για όσους ενεργούν, αλλά χάριν άλλων, μπορεί ο Θεός να ενεργήσει ακόμη και δι' αναξίων. Γι' αυτό ο Κύριος θα πει σε μερικούς που θά ισχυρισθούν πως στο όνομα Του εξέβαλαν δαίμονες κι ανέστησαν και νεκρούς: φύγετε μακριά από εμέ, σεις που πράττετε την ανομία· δεν σάς γνωρίζω (Ματθ. ζ' 23).

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2019

Η περί θεώσεως του ανθρώπου διδασκαλία των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας


Παναγιώτου Μπρατσιώτου, Θεολογία 42, σελ. 30-42, Αθήνα 1971
Κεντρική και αρκούντως χαρακτηριστική διδασκαλία της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλη- σίας είναι η «περί θεώσεως του άνθρωπου». Η διδασκαλία αύτη διατυπωθείσα το πρώτον υπό του Μικρασιάτου την καταγω- γήν Πρεσβυτέρου, είτα δε και Επισκόπου της Εκκλησίας του Λουγδούνου (Λυών) της Νοτίου Γαλατίας, Ειρηναίου, βραδύ- τερον δε και υπό του Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Μεγ. Αθανασίου λαμπρυνθείσα και εμπεδωθείσα έχει ως έξης: «Ὁ Θεός ἐγένετο ἄνθρωπος, ἵνα ἡμεῖς γενοίμεθα ὅ,τι Αὐτός ἐστίν», διδασκαλία ήτις τυγχάνει ξένη προς τον Δυτικόν κόσμον, μάλιστα δε τον Προτεσταντικόν. Όμως η τιμή της πρώτης συστηματικής θεμελιώσεως και επιστημονικής διατυπώσεως της διδασκαλίας ταύτης εν τη Δύσει και δη εν τη Γαλλική γλώσση, ανήκει εις την εν Παρισίοις εγκατεστημένην Ρωσίδα την καταγωγήν θεολόγον Myrra Lot - Borodine δημοσιεύσασαν ειδικήν πραγματείαν εν τη Revue de l ' histoire de Religion κατά τα έτη 1930-1932. Η πραγματεία δε αύτη ανεδημοσιεύθη εις β' έκδοσιν το 1970 εν τη σειρά των εκδόσεων της Bibliotheque Oecumenique ( Editions du Gerf ) υπό την ενθάρρυνσιν του επιφανούς Γάλλου καρδιναλίου καθηγητού της Θεολογίας Jean Danielou προτάξαντος μάλιστα και εμπεριστατωμένην όσον και εγκάρδιον εισαγωγήν εις την έκδοσιν ταύτην (σελ. 9-18), εισαγωγήν άνατρέχουσαν μέχρι της ιστορικής περιόδου των ετών 1930-1950, εποχής της εν τη Δύσει ανακαλύψεως και μελέτης του Βυζαντινού μυστικισμού, του οποίου αι α ρχαί ανάγονται μέχρι του Ωριγένους, Γρηγορίου του Νύσσης, του συγγραφέως των εις Διονύσιον τον Αρεοπαγίτην αποδιδόμενων συγγραμμάτων, έτι δε και Μαξίμου του Ομολογητού και άλλων, ων την άμεσον επίδρασιν, ως και του βιβλίου του R. Otto υπό την επιγραφήν Das Heilige εδέχθη και η μνημονευθείσα Ρωσίς συγγραφεύς. Ας σημειωθή δ' ενταύθα ότι η μνημονευθείσα β' έκδοσις του εν λόγω έργου περιέχει και άλλας δύο συγγενείς, αξιόλογους δε θεολογικός πραγματείας, μίαν υπό τον τίτλον La doctrine dela Grâce et dela Liberté dans l ' Orthodoxie Grecque - orientale και ετέραν υπό τον τίτλον La beatitude dans l' Orient Chrétien. Mysterium Spei. E πί τούτοις δε σημειωθήτω e νταύθα ότι παρ' ημίν η πρώτη περί του θέματος της «θεώσεως» δημοσιευθείσα αξιόλογος θεολογική εργασία είναι η συγγραφείσα υπό του τότε μεν Υφηγητού, νυν δε Καθηγητού της Ιστορίας των Δογμάτων εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω κ. Ανδρέου Θεοδώρου υπό τον τίτλον «Η περί θεώσεως του άνθρωπου διδασκαλία των Ελλήνων Πατέρων μέχρις Ιωάννου του Δαμάσκηνου» (1956). Το θέμα δε τούτο προετιμήσαμεν και ημείς προς ανάπτυξιν Γερμανιστί εν τη Φλαμανδική Ακαδημία των επιστημών κ. λ.π. των Βρυξελλών γενομένην την 13ην Μαΐου 1961 εν τη ιδιότητι του Ξένου Εταίρου αυτής, ήτις ανακοίνωσις και παρατίθεται εφεξής εν ελληνική μεταφράσει μετά τίνων προσθηκών (1 ).
Επί τη ευκαιρία ταύτη ας σημειωθή ενταύθα ότι από μεν ρωμαιοκαθολικής επόψεως άξιαι μνείας τυγχάνουσι και αι σχετικαί έργασίαι του Jules Gross, La divinisation du Chétien d ' après les Pères Grecs ( Paris 1938) και του L. Βaur Unterscuchungen ü ber die Vergö ttlichungslehre in der Theologie der Griechischen Kirchenv ä ter, ήτις εδημοσιεύθη εν τη Theologische Quartalschrift 1916 και 1920 (2) · εξ επόψεως δε προτεσταντικής, εκτός των μεγάλων δογματοϊστορικών έργων του Ad. Harnack εφοδιασμένων μετά οξειών κρίσεων κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας χαρακτηριζόμενης ως μειονεκτούσης και αυτού του Ισλάμ (3) και του Β. Seeberg, άξιαι μνείας είναι αι εργασίαι του Κ. Bornhauser, Die Verg ö ttlichungslehre des Athanasius und des Joh. Damascenes (1903) πρβλ. Α. Ν yg ren, Eros und Agape (1952).
Μετά δε την βραχείαν ταύτην εισαγωγήν ας εξετάσωμεν δια βραχέων α) την σχετικήν διδασκαλίαν των Ελλήνων Πατέρων, β) την έναντι της διδασκαλίας ταύτης στάσιν της Δύσεως και γ) την συνοπτικήν βιβλικοθεολογικήν θεμελίωσιν της εν λόγω διδασκαλίας, ως και τας προς την ελληνικήν φιλοσοφίαν σχέσεις αυτής.
 
I. Η περί θεώσεως τοϋ άνθρωπου διδασκαλία των Ελλήνων Πατέρων.