Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2018

Ανθρωπομορφισμός στην Αγία Γραφή Του Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας



ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΜΟΡΦΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
Του Αγίου Λουκά
Αρχιεπισκόπου Κριμαίας

Πριν λίγες μέρες σας μίλησα για την οργή, ένα πάθος που όλοι μας έχουμε. Υπάρχουν αρκετοί χριστιανοί που σκέφτονται και λένε το εξής «Δεν είναι τόσο μεγάλο πάθος η οργή, αφού ο ίδιος ο Θεός οργίζεται». Πράγματι υπάρχουν στην Αγία Γραφή αρκετά χωρία όπου γίνεται λόγος για την οργή και τον θυμό του Θεού. Στον έκτο ψαλμό διαβάζουμε, «Κύριε, μη τω θυμώ σου ελέγξεις με, μηδέ τη οργή σου παίδευσης με» (Ψα. 6, 2). Όπως βλέπετε αυτός ο ψαλμός του Δαβίδ πραγματικά μιλάει για την οργή και τον θυμό του Θεού. Άραγε έχουν δίκαιο αυτοί που δικαιολογούν το πάθος τους, λέγοντας ότι και ο Θεός οργίζεται;
Όχι, καθόλου δεν έχουν δίκαιο, δεν κατανοούν κάτι που εμείς πρέπει να το ξέρουμε πολύ καλά. Όχι μόνο σ' αυτό τον ψαλμό του Δαβίδ, αλλά και σε πολλά άλλα σημεία υπάρχουν στην Αγία Γραφή οι ανθρωπομορφικές παραστάσεις. Η Αγία Γραφή λέει ότι ο Θεός έχει το κεφάλι, τα αυτιά, τα μάτια, τα χέρια, τα πόδια και τους μυς. Ότι κινείται, κοιμάται και ξυπνάει, κάθεται και περπατάει. Όλα αυτά όμως δεν πρέπει να τα καταλαβαίνουμε κυριολεκτικά, αλλά να βλέπουμε την συγκατάβαση του Θεού προς την δική μας ανθρώπινη αδυναμία.
«Πνεύμα ο Θεός» (Ιω. 4, 24). Ο Θεός είναι απερίγραπτος, ακατανόητος, μπροστά του τρέμουν οι άγγελοι και οι αρχάγγελοι. Δεν έχει, βέβαια, ο Θεός την μορφή άνθρωπου. Δεν έχει ούτε τα πόδια, ούτε τα χέρια, διότι αυτά είναι τα μέλη του ανθρωπίνου σώματος και ο Θεός είναι Πνεύμα. Τότε γιατί η Άγια Γραφή έτσι τον περιγράφει;

Διότι προσαρμόζεται στην αδυναμία της ανθρώπινης διάνοιας. Επειδή οι δυνατότες του νου μας είναι πολύ περιορισμένες και ο νους μας είναι πολύ στενός, γι' αυτό μπορούμε να σκεφτόμαστε μόνο ανθρωπομορφικά. Δεν μπορεί η σκέψη μας να είναι εντελώς ελεύθερη από τις ανθρωπομορφικές παραστάσεις. Πώς μπορούμε να φανταστούμε τον Θεό, το Άγιο Πνεύμα, Παντοδύναμο και Παντογνώστη; Γι' αυτό ακριβώς το λόγο και περιγράφεται ο Θεός στην Αγία Γραφή ανθρωπομορφικά.
Όμως σε καμμία περίπτωση δεν πρέπει να καταλαβαίνουμε τις περιγραφές αυτές κυριολεκτικά. Όταν διαβάζουμε στην Αγία Γραφή ότι ο Θεός έχει μάτια και αυτιά, ότι βλέπει και ακούει δεν πρέπει να έχουμε στο νου μας δικά μας ανθρώπινα μάτια και αυτιά, αλλά να καταλαβαίνουμε ότι έτσι εκφράζεται η παντα¬χού παρουσία του Θεού και η παγγνωσία του.
Όταν ακούμε για τα αυτιά και τα μάτια του Θεού πρέπει να καταλαβαίνουμε ότι γι' Αυτόν δεν υπάρχει τίποτα κρυφό, ότι χωρίς να έχει μάτια και αυτιά τα βλέπει και τα ακούει όλα βλέπει την καρδιά του κάθε ανθρώπου και ακούει κάθε λέξη και κάθε σκέψη μας.
Όταν διαβάζουμε για τα χέρια και τα πόδια του δεν πρέπει να σκεφτόμαστε πως ο Θεός έχει χέρια και πόδια. Αλλά να το καταλαβαίνουμε συμβολικά ότι δηλαδή ο Θεός δεν παύει ποτέ να ενεργεί. «Ο πατήρ μου έως άρτι εργάζεται, καγώ εργάζομαι» (Ιω. 5, 17).
Το έργο αυτό του Θεού η Αγία Γραφή το δηλώνει συμβολικά με τη λέξη «χέρια» διότι σύμφωνα με τη δική μας ανθρώπινη αντίληψη όλα όσα γίνονται γίνονται με τα χέρια. Όταν ακούμε για τα πόδια του Θεού δεν πρέπει να σκεφτόμαστε πως ο Θεός περπατάει όπως περπατάμε εμείς οι άνθρωποι και πηγαίνει από το ένα μέρος στο άλλο. Ο Θεός είναι Πνεύμα και είναι πανταχού παρών. Δεν έχει ανάγκη να πηγαίνει από το ένα μέρος στο άλλο γιατί βρίσκεται παντού. Γι' αυτό δεν χρειάζεται πόδια.
Τα πόδια, λοιπόν, του Θεού δηλώνουν την πανταχού παρουσία του. Πρέπει να ξέρουμε ότι Αυτός βρίσκεται πάντα και παντού σε κάθε τόπο, σε όλο το σύ¬μπαν. Ότι προνοεί για όλα και φροντίζει για την δημιουργία του. Την Θεία Πρόνοια και την Θεία Οικο¬νομία πρέπει να φέρνουμε στο νου μας κάθε φορά όταν ακούμε για τα χέρια και τα πόδια του Θεού.
Όταν διαβάζουμε για τον βραχίονα του Θεού πρέπει να καταλαβαίνουμε ότι η λέξη αυτή δηλώνει την δύναμη του Θεού. Όπως και για έναν άνθρωπο που έχει δυνατά χέρια εμείς λέμε ότι είναι δυνατός. Αυτό λοιπόν να το θυμόμαστε πάντα και να μην υποκύπτουμε στον πειρασμό να βλέπουμε τον Θεό ανθρωπομορφικά. Ο Θεός είναι μέγας, ακατανόητος και απερίγραπτος. Είναι αείδιος, παντογνώστης, παντοδύναμος, πανάγαθος και δίκαιος!
Να το θυμόμαστε λοιπόν και έτσι να Τον βλέπουμε. Και τότε κανείς δεν θα μπορέσει να πει ότι έχει δικαίωμα να οργίζεται επειδή και ο ίδιος ο Θεός οργίζεται. Να το θυμόμαστε και να αλλάξουμε τις ανθρωπομορφικές μας ιδέες περί Θεού, διότι έτσι βλέπουν τον Θεό οι ειδωλολάτρες, οι όποιοι προσκυνούν τα είδωλα είτε με τη μορφή ανθρώπου, είτε των διαφόρων ζώων και τεράτων, όπως το βλέπουμε ακόμα και σήμερα στους ναούς των ινδουιστών.
Να μην ξεχνάμε, λοιπόν, ότι ο Θεός μας είναι ά¬πειρος και ακατανόητος, ότι είναι Πνεύμα....

ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ - ΤΟΜΟΣ Β'
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Γιατί οι άνθρωποι εχθρεύονται την αλήθεια; Αγίου Λουκά, Αρχιεπισκόπου Κριμαίας



Αγίου Λουκά
Αρχιεπισκόπου Κριμαίας
ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΧΘΡΕΥΟΝΤΑΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ;

«Και ελθόντι αυτώ εις το ιερόν προσήλθον αυτώ διδάσκοντι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι τον λαού λέγοντες·  εν ποία εξουσία ταύτα ποιείς, και τις σοι έδωκε την εξουσίαν ταύτην;» (Μτ. 21, 23). Γιατί έκαναν στον Κύριο Ιησού Χριστό μία τέτοια ερώτηση; Και είναι σίγουρο ότι τον ρώτησαν με θυμό. «Πώς τολμάς εσύ να διδάσκεις το λαό; Ποιος σου το επέτρεψε, ποιος σου έδωσε αυτό το δικαίωμα; Εμείς μόνον έχουμε την εξουσία να διδάσκουμε το λαό».
Την απάντηση που τους έδωσε ο Κύριος Ιησούς Χριστός κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να δώσει. Αν στη θέση του βρισκόταν κάποιος που δεν είχε εξουσία να διδάσκει θα έχανε τον εαυτό του μπροστά στους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους και το πρώτο πράγμα που θα προσπαθούσε να κάνει θα ήταν να δικαιολογήσει τον εαυτό του. Ο Χριστός δεν τους απάντησε ευθέως. Τους έδωσε μία απάντηση που δεν την περίμεναν. Αντί να δικαιολογεί τον εαυτό του και να τους προβάλλει επιχειρήματα, που να δικαιολογούσαν την εξουσία του να διδάσκει τον λαό, τους ελέγχει και τους αναγκάζει να παραδεχτούν πως δεν έχουν δίκαιο σ' αυτά που λένε.
Τους είπε: «Ερωτήσω υμάς καγώ λόγον ένα, ον εάν είπητέ μοι, καγώ υμίν ερώ εν ποία εξουσία ταύτα ποιώ. Το βάπτισμα Ιωάννου πόθεν ην, εξ ουρανού ή εξ ανθρώπων; οι δε διελογίζοντο παρ' εαυτοίς λέγοντες· εάν είπωμεν, έξ ουρανού, ερεί ημίν, διατί ουν ουκ επιστεύσατε αυτώ· εάν δε είπωμεν, εξ ανθρώπων, φοβούμεθα τον όχλον· πάντες γαρ έχουσι τον Ιωάννην ως προφήτην. Και αποκριθέντες τω Ιησού είπον· ουκ οίδαμεν. έφη αυτοίς και αυτός· ουδέ εγώ λέγω υμίν εν ποία εξουσία ταύτα ποιώ» (Μτ. 21, 24-27).
Μ' αυτή την απάντηση ο Κύριος τους έφερε σε αδιέξοδο. Τους ανάγκασε να αποκαλύψουν μπροστά σε όλους τη δολιότητα και την ακαθαρσία τους. Και αφού όλοι είδαν την υποκρισία και την πονηριά τους, πως τολμούν να Τον ρωτάνε με ποια εξουσία το κάνει; Γι' αυτό Του είπαν μόνο" «ουκ οίδαμεν».
Ήξεραν, ήξεραν πάρα πολύ καλά, αλλά δεν ήθελαν να απαντήσουν. Γνώριζαν ότι το βάπτισμα του Ιωάννη ήταν από τον Θεό. Όλος ο απλός λαός, άνθρωποι με καθαρή καρδιά, πίστευε ότι το βάπτισμα του Ιωάννου ήταν από τον Θεό. Με προσοχή και ευλάβεια άκουγε ο λαός το κήρυγμα της μετανοίας. Είναι αδύνατον να μην καταλάβαιναν οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού ότι ο Ιωάννης είναι μεγάλος προφήτης και απεσταλμένος του Θεού. Μερικοί απ' αυτούς πήγαν στον Ιωάννη και έλαβαν το βάπτισμά του, αλλά τέτοιοι ήταν λίγοι. Οι περισσότεροι δεν το δεχόταν γιατί είχαν στο νου τους τον εξής λογισμό: «Είναι δυνατόν εμείς οι πνευματικοί ηγέτες του λαού να πάμε στον Ιωάννη; Πώς θα λάβουμε το βάπτισμἀ του; Πώς θα μετανοήσουμε ενώπιον όλου του λαού; Αν το κάνουμε αυτό θα πληγεί το κύρος μας. Ο λαός μάς θεωρεί μεγάλους πνευματικούς ηγέτες, δεν μπορούμε εμείς να πάμε στον Ιωάννη, για να μην πέσουμε στα μάτια του λαού».
Οι άνθρωποι αυτοί ήταν πλανεμένοι, δεν ήθελαν να παραδεχτούν την αλήθεια, δεν ήθελαν να ακολουθήσουν την οδό της δικαιοσύνης γιατί αυτό δεν θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους. Πώς να παραχωρήσουν τα πρωτεία τους στον Ιωάννη ή στον Ιησού; Η καρδιά τους δεν μπορούσε να ησυχάσει· παρακολουθούσαν το Χριστό, το κήρυγμά Του και Τον ζήλευαν. Έβλεπαν τη δύναμη του λόγου Του, έβλεπαν πως ο λαός Τον ακολουθεί και αυτό τους τρόμαζε. Αν ακολουθούν το Χριστό, τότε αυτό σημαίνει ότι προτιμούν Αυτόν. Γι' αυτό Τον μισούσαν και Του δημιουργούσαν εμπόδια...

Γιατί ο Θεός επέτρεψε την πτώση του ανθρώπου;



† π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας  Δρ. Φιλοσοφίας
ΘΕΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ
ΠΤΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΟΡΘΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο και του έδωσε τη δυνατότητα της κοινωνίας με το Δημιουργό μέσω της άκτιστης θείας χάρης, δηλαδή μέσω της ζωοποιού ενέργειας του Αγίου Πνεύματος.

Σ' αυτό το περιβάλλον της θείας αγάπης ο άνθρωπος είχε τη δυνατότητα να καλλιεργήσει την κοινωνία, αναπτύσσοντας ελεύθερη και ανιδιοτελή αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον. Επομένως ο ίδιος ο άνθρωπος έπρεπε να φθάσει στην τελειότητα, μένοντας ελεύθερα στο περιβάλλον του Θεού, έχοντας όμως πάντοτε τη δυνατότητα και να την αρνηθεί.

Δυστυχώς ο άνθρωπος, με την απάτη τού Διαβόλου, αρνήθηκε την αγαπητική σχέση με τον Θεό και απομακρύνθηκε από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, με αποτέλεσμα να γίνει νεκρός πνευματικά, αφού ο ίδιος χωρίσθηκε από τη ζωοποιό ενέργεια του Θεού.

Ο φυσικός θάνατος πού ακολούθησε τον πνευματικό ήταν φυσικό αποτέλεσμα της αμαρτίας. Έτσι ο θάνατος μπήκε στη ζωή του ανθρώπου σαν παράσιτο, σαν αποτέλεσμα ελεύθερης πράξης του ανθρώπου: του χωρισμού του από τον Θεό (πρβλ Ιω. γ' 36, η' 51. Α' Ιω. γ' 10-14).

Ο Θεός δεν εμπόδισε τον θάνατο, τον επέτρεψε για να μη γίνει αθάνατο το κακό, για να δώσει στον άνθρωπο ευκαιρία μετανοίας, για να αναπλάσει τον άνθρωπο και να τον αναδείξει νέα δημιουργία εν Χριστώ. (Β' Κορ. ε' 17. Γαλ στ' 15). «Ο Θεός θάνατον ουκ εποίησεν, ουδέ τέρπετε επ' απωλεία ζώντων» (Σοφ. Σολ. α' 13).

Ο Θεός βέβαια θα μπορούσε να δημιουργήσει τον άνθρωπο ηθικά τέλειο, ώστε να μη απομακρυνθεί από την αγάπη Του, τούτο όμως θα του αφαιρούσε την ελευθερία, τη δυνατότητα δηλαδή να εκλέξει ελεύθερα την αθανασία, χωρίς να βιάζεται από κανένα.

Αυτά φανερώνουν πώς η Ορθόδοξη Εκκλησία κάνει διαχωρισμό μεταξύ δημιουργίας και πτώσης του κόσμου με την απάτη του Σατανά.

Με την πτώση ο άνθρωπος απομακρύνθηκε από τη θεία ζωή. Έχασε την αφθαρτοποιό ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και η φύση του αρρώστησε. Έτσι «δι' ενός ανθρώπου η αμαρτία εισήλθεν εις τον κόσμον και δια της αμαρτίας ο θάνατoς, και ούτω διήλθεν ο θάνατος εις πάντας ανθρώπους, εφ' ω πάντες ήμαρτον», δηλαδή όλοι οι άνθρωποι αμάρτησαν εξ αιτίας του φόβου του θανάτου (Ρωμ. ε' 12).

Η σωτηρία του ανθρώπου συνίσταται στην αποκατάσταση της αθανασίας, δηλαδή στην επαναφορά του ανθρώπου στην κοινωνία του Θεού, μέσω των άκτιστων θείων ενεργειών.

Βάπτισμα και Νηπιοβαπτισμός



π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας
Βάπτισμα και Νηπιοβαπτισμός
Βάπτισμα
Κατά την ορθόδοξη πίστη η αναγέννηση του ανθρώπου πραγματοποιείται με το άγιο βάπτισμα. Δεν πρόκειται εδώ για το βάπτισμα του Ιωάννη, γιατί αυτό διακρίνεται από το Χριστιανικό  βάπτισμα (Πράξ. ιθ' 3-5). Το Χριστιανικό βάπτισμα γίνεται εις το όνομα του Πατρός και του υιού και του Αγίου Πνεύματος (Ματθ. κη' 19)

Με το Χριστιανικό βάπτισμα ενδύεται κανείς τον Χριστό, λαμβάνει το Πνεύμα της υιοθεσίας και γίνεται κληρονόμος Θεού και συγκληρονόμος Ιησού Χριστού (Γαλ γ' 26-29. Ρωμ. η' 17). Η αγία Γραφή βεβαιώνει πώς δεν υπάρχουν δύο βαπτίσματα για τούς πιστούς το βάπτισμα με νερό, πού ακολουθείται από το άγιο Χρίσμα, είναι ή «άνωθεν αναγέννηση» του Ιω. γ' 3-5.

Το Χριστιανικό Λοιπόν βάπτισμα είναι απαραίτητο για τη σωτηρία (Μάρκ. ιστ' 16. Α' Πέτρ. γ' 20-21). Μ' αυτό αποθνήσκουμε ως προς την αμαρτία και αναγεννώμεθα πνευματικά (Πράξ. β' 38. Ρωμ. στ' 1-11. Τίτ. Υ' 5).

 Με το άγιο βάπτισμα λαμβάνουμε το Πνεύμα της υιοθεσίας και γινόμαστε «τέκνα Θεού» (Ρωμ. η' 5-11. Γαλ δ' 5-6), γιατί με το βάπτισμα εvτασσόμαστε στο σώμα του Κυρίου, στην Εκκλησία (Πράξ. β' 41.47. Α' Κορ. lβ' 13. Γαλ Υ' 26-28) «εν σώμα και εν Πνεύμα... μία πίστις, ένα βάπτισμα» (Εφεσ. δ' 4-5). Ή Εκκλησία, πού είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α' Τιμ. Υ' 15), ερμήνευσε το Ιω. γ' 3-5 σε αναφορά με το άγιο βάπτισμα.

Ο άγιος Ιουστίνος (†165) συνδέει το βάπτισμα με την αναγέννηση του Ιω. γ' 3-5' μάλιστα το χαρακτηρίζει «τρόπον αναγεννήσεως» (Άπολ Α' 61). Ο Ωριγένης (185-254) Λέγει πώς το Άγιο Πνεύμα υπάρχει «εις μόνους τούς μεταλαβόvτας αυτού εν τη του βαπτίσματος δόσει» (παρά Άθαν., Πρός Σεραπ. επ. Δ', 10). Ο Τερτυλλιανός (†220) αναφέρει πώς «χωρίς το βάπτισμα δεν ανήκει σε κανένα η σωτηρία, όλως ιδιαιτέρως εξ αιτίας του Λόγου του Κυρίου, 'εάν τις δεν αναγεννηθεί εξ ύδατος', δεν έχει την Ζωήν» (Περί βαπτ. 12). Ο Μ. Άθανάσιος αναφέρει πώς ο βαπτιζόμενος «τον μεν παλαιόν απεκδύεται, ανακαινίζεται δε άνωθεν, γεννηθείς τη του Πνεύματος χάριτι» (Πρός Θεραπ., επιστ. Δ',13). (295-373)

Αλλά και στην εποχή των μεγάλων πατέρων, η Εκκλησία με τον ίδιο τρόπο ερμήνευσε τούς Λόγους της Γραφής, ταυτίζοντας τη σωτηρία και την αναγέννηση με το βάπτισμα.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρεται στο διάλογο με τον Νικόδημο (Ίω. γ' 1-21) και ονομάζει το βάπτισμα «λοχείαν», δηλαδή τοκετόν και «νέον δημιουργίας τρόπον... εξ ύδατος και Πνεύματος», «και αν ερωτήση κανείς ‘πως από ύδωρ;', τότε πρέπει να δοθεί η απάvτηση: Όπως ακριβώς εις την αρχήν το πρώτον υποκείμενον στοιχείον ήτό το χώμα και το παν ήτο έργο του Δημιουργού, έτσι και τώρα το μεν ύδωρ είναι το υποκείμενον στοιχείον, το παν δε είναι έργον της χάριτος του Πνεύματος'» (Χρυσ., Εις τό Ιω., ομιλ ΚΕ' 2).

Από την δουλεία της πλάνης στην ελευθερία του Χριστού (Μέρος Α')



Μια ομολογία ενός πρώην θύματος

τον Πρωτοπρ. Κυριακού Τσονρού, Γραμματέως της Σ. Ε. επί των αιρέσεων
(α' μέρος)
Η απελευθέρωση ενός θύματος από τα δεσμά της πλάνης (αίρεσης ή παραθρησκείας) είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Είναι πρωτίστως ένας ολοκληρωτικός συγκλονισμός του ίδιου του θύματος, που χωρίς την Χάρη του Χριστού μπορεί να οδηγηθεί στην καταστροφή και την απόγνωση. Δεν είναι σπάνιο η απογοήτευση από την διάψευση των ονείρων και των ελπίδων που είχε στηρίξει ο οπαδός στον «αρχηγό» (γκουρού ή μεσσία) και στην ομάδα του να τον οδηγήσουν σε απεγνωσμένες ενέργειες και σε πράξεις αυτοκαταστροφής. 
Είναι ακόμη δύσκολη η θέση της οικογένειας που έχει το πρόβλημα, αφού έντεχνα καλλιεργήθηκε από την «ομάδα» στην ψυχή του οπαδού η πεποίθηση ότι η οικογένειά του και όσοι της συμπαραστέκονται είναι οι «εχθροί». 
Είναι τέλος δύσκολη και λεπτή η θέση εκείνων που θα θελήσουν να συμπαρασταθούν και να βοηθήσουν στην απεξάρτηση του θύματος και στην επανένταξή του στο κοινωνικό σύνολο και ιδιαίτερα στην Εκκλησία. 
Στην μακρόχρονη ενασχόλησή μας με την αντιμετώπιση πολλών τέτοιων περιπτώσεων έχομε διαπιστώσει στην πράξη πόσο επίπονο και δυσχερές είναι το έργο αυτό. Είναι αναμφισβήτητο ότι απαιτείται γι' αυτό βαθειά γνώση του γενικωτέρου σκηνικού της σύγχρονης πλάνης, των μεθοδεύσεων και των τεχνικών που χρησιμοποιούν οι ποικίλες αιρέσεις και ιδιαίτερα του τρόπου «χειρισμού» των θυμάτων τους. Και πάνω απ’ όλα απαιτούνται μεγάλη υπομονή και επιμονή, στοργή, αληθινή αγάπη, κατανόηση, διάλογος, αληθινή φροντίδα, διάθεση πολλού χρόνου και θερμή προσευχή. 
Η προσπάθεια εξ άλλου της Εκκλησίας μας είναι, όχι μόνο να απελευθερώσει ένα θύμα από τα θανατηφόρα ενίοτε δίκτυα της σύγχρονης πλάνης, αλλά και να το επανεντάξει υγιώς στην κοινωνία και ιδιαίτερα στην Εκκλησία. Μόνο τότε θα είναι βέβαιο ότι το τραυματισμένο και ταλαιπωρημένο από την αίρεση άτομο θα νοιώσει την αγάπη του Χριστού και των εν Χριστώ αδελφών του, θα βρει το «νόημα της ζωής» και θα μπορέσει να αναπνεύσει ελεύθερα και να ζήσει θεραπευμένο από τις πληγές του. 
Και δεν πρέπει να αγνοείται το γεγονός ότι το πρώην θύμα κουβαλά μαζί του ένα σωρό διεστραμμένες διδαχές της οργάνωσης στην οποία ανήκε, ατέλειωτα ερωτηματικά, αμφιβολίες και αμφισβητήσεις. Ακόμη, έχει καλλιεργηθεί μέσα του το αίσθημα της ενοχής για το ενδεχόμενο αποχώρησής του από την ομάδα, μετά τον «πνευματικό βιασμό» και τις απειλές που έχει υποστεί μέσα σ' αυτή. 
Γι' αυτό η απελευθέρωση ενός θύματος της πλάνης είναι μια ηρωική πράξη, πρωτίστως γι' αυτό το ίδιο το θύμα και συγχρόνως γεγονός χαρμόσυνο για όλους όσους εγνώρισαν και έζησαν την περιπέτεια του. 
Μέσα από τις σελίδες του περιοδικού μας έχομε αναφερθεί πολλές φορές στις αρνητικές συνέπειες στα άτομα, στην οικογένεια και στο κοινωνικό σύνολο από την δραστηριότητα των αιρέσεων. Έχομε ακόμη καταγράψει τις γνώμες πολλών εμπειρογνωμόνων για τον τρόπο απεξάρτησης των θυμάτων από τα «ψυχοναρκωτικά» των νεοφανών αιρέσεων. Πρωτοπόρος στον τομέα αυτό, - θεωρητικά με τα βιβλία του και πρακτικά με την ποιμαντική μέριμνά του - υπήρξε ο μακαριστός π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος . 
Στο παρόν άρθρο θα μεταφέρομε μια ομολογία που μας κατέθεσε ένας «απελεύθερος» οπαδός της πλάνης. Μέσα σ' αυτή την ομολογία καταγράφονται και επιβεβαιώνονται, στην πράξη, όσα κατά καιρούς υποστηρίξαμε για τις μεθόδους δραστηριότητας των αιρέσεων. Στο κείμενο αυτό φαίνονται καθαρά οι αρνητικές και επικίνδυνες συνέπειες πάνω στα θύματα των αιρέσεων από την ένταξή τους στις διάφορες αιρετικές και παραθρησκευτικές ομάδες, αλλά προβάλλει και η ελπίδα που πάντοτε υπάρχει για κάθε θύμα να βρει το θάρρος και να ζήσει τη στιγμή της απελευθέρωσης του από τα δεσμά της δουλείας, στην οποία είχε βρεθεί, πιθανώς από άγνοια και χωρίς να αντιλαμβάνεται τι ακριβώς είχε κάνει. 
Εμείς δημοσιεύομε εδώ την ομολογία αυτή, όχι μόνο γιατί επιβεβαιώνει τις θέσεις μας και τις απόψεις μας για τους κινδύνους που ελλοχεύουν από την ένταξη νέων κυρίως ανθρώπων στις ομάδες της σύγχρονης πλάνης, αλλά και διότι, αφ' ενός μεν, θα βοηθήσει στο να φανεί, μέσα από την πράξη, το μέγεθος της απειλής από τη δραστηριότητα των ομάδων αυτών και, αφ' ετέρου, θα δώσει την ελπίδα - σε όσους ζουν με το πρόβλημα - ότι πάντοτε, με τη χάρη του Κυρίου Ιησού, υπάρχει φως στο σκοτεινό τούνελ της αίρεσης, στο οποίο οι ίδιοι έχουν εγκλωβιστεί ή τα μέλη της οικογενείας τους. 

π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου: Η καταπολέμηση των παθών



Η καταπολέμηση των παθών
π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου
Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν συνιστούν τον κατά μέτωπο αγώνα εναντίον των πονηρών λογισμών. Ο Αγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέ­γει πως όποιος προσπαθεί να παλαίψει εναντίον του δαίμονος της βλα­σφημίας μ' αυτό τον τρόπο μοιάζει μ' εκείνον που επιχειρεί να συλλά­βει την αστραπή με τα χέρια του. Διότι, λέγει, πως είναι δυνατόν να συλλάβει ή να αντειπεί ή να παλέψει κανείς εναντίον εκείνου που έρχε­ται στην καρδιά ξαφνικά σαν άνεμος, που είναι τα λόγια του γρηγορό­τερα από την ριπή του οφθαλμού και που αμέσως γίνεται άφαντος;. Εκείνο που αρμόζει στο λογισμό που έρχεται από έξω από τον άνθρω­πο, είναι η περιφρόνηση, όχι η κατά μέτωπο αντιπαράθεση. Γι' αυτό και ο Αγιος Ιωάννης της Κλίμακος συνεχίζει:

Εκείνος που είναι κλεισμένος σ' ένα σπίτι, ακούει τα λόγια αυτών που περνούν απ' έξω, χωρίς να συνομιλή μαζί τους. Παρομοίως και η ψυχή που ζη με αυτοσυγκέντρωση, ταράσσεται ακούοντας τις βλασφη­μίες που προφέρει διερχόμενος ο διάβολος. Όποιος περιφρονεί τούτον τον δαίμονα, ελευθερώθηκε από το πάθος. Όποιος σοφίζεται να αγωνισθή εναντίον του διαφορετικά, στο τέλος νικάται. Διότι εκείνος που προσπαθεί να συλλαβή τα πνεύματα με λόγια, ομοιάζει με εκείνον που προσπαθεί να κλείση κάπου τους ανέμους.

Κάποιος εκλεκτός μοναχός, ενοχλημένος είκοσι χρόνους από τούτον τον δαίμονα, έλειωσε την σάρκα του με νηστείες και αγρυπνίες. Και αφού δεν είδε από αυτά καμία ωφέλεια, έγραψε το πάθος σε χαρτί και επήγε και το έδωσε σε κάποιον άγιο άνδρα. Έπεσε δε κατά πρό­σωπον στην γη και δεν μπορούσε να ανυψώση προς αυτόν το βλέμμα του. Ο γέροντας μόλις το διάβασε, χαμογέλασε, και αφού σήκωσε τον αδελφόν, του λέγει: Βάλε, τέκνον μου, το χέρι σου στον αυχένα μου. Αφού το έβαλε ο αδελφός, του λέγει ο μέγας εκείνος: Ας είναι επάνω στον τράχηλό μου, αδελφέ, αυτή η αμαρτία, όσα χρόνια την είχες ή θα την έχης ακόμη. Μόνο εσύ να μην την υπολογίζης πλέον καθόλου. Και ο αδελφός αυτός διαβεβαίωνε ότι δεν πρόφθασε να βγή από το κελλί του γέροντος και το πάθος έγινε άφαντο. Τούτο το περιστατικό μού το διηγήθηκε δοξάζοντας τον Θεόν ο ίδιος αδελφός στον οποίον συ­νέβη.

Γιά τούτο και εμείς ας τον περιφρονούμε και ας μην υπολογίζωμε καθόλου τα λεγόμενά του και ας του λέγωμεν: Ύπαγε οπίσω μου, σα­τανά., Κύριον τον Θεόν μου προσκυνήσω και αυτώ μόνω λατρεύσω (πρβλ. Ματθ. δ' 10)· σού δε επιστρέψει ο πόνος και ο λόγος επί την κεφαλήν σου και επί την κορυφήν σου η βλασφημία σου καταβήσεται (Πρβλ. Ψαλμ. ζ' 17) εν τω νύν αιώνι και εν τω μέλλοντι.

Πρέπει να σκεπτόμαστε πως η ευχαρίστηση που προσφέρουν τα πάθη είναι φαινομενική και πρόσκαιρη. Η υποδούλωση στα πάθη σκο­τίζει το νου και ο άνθρωπος νομίζει ότι ο δρόμος της κακίας είναι ελκυ­στικός και ευχάριστος. Όμως τα φαινόμενα εξαπατούν. Όταν λόγου χάρη κάποιος υποδουλωθεί από το φθόνο, γίνεται πράγματι δυστυχι­σμένος. Ενοχλείται από το καθετί που έχει σχέση με το πρόσωπο που φθονεί ή που θυμίζει αυτό το πρόσωπο. Όμως όποιος αποτινάξει το ζυ­γό, ο δρόμος της κακίας του φαίνεται ελεεινός και αποκρουστικός, ενώ ο δρόμος της αρετής εύκολος και αξιαγάπητος. Αυτό το βεβαιώνουν εκείνοι που ενίκησαν τα πάθη. Όποιος ξερίζωσε το πάθος του φθόνου, δηλαδή ο άνθρωπος της αγάπης, χαίρεται για το καθετί που έχει σχέ­ση με το αγαπώμενο πρόσωπο. Ο δρόμος του είναι πολύ πιο εύκολος, πολύ πιο όμορφος!

Κάθε πρόκληση, που δημιουργεί το πάθος, μας φαίνεται ευχάριστη· μέλι γαρ αποστάζει από χειλέων γυναικός πόρνης, ή προς καιρόν λι­παίνει τον φάρυγγα, ύστερον μέντοι πικρότερον χολής ευρήσεις και ηκονιμένον μάλλον μαχαίρας διστόμου (Παροιμ. ε' 3-4).

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2018

Το κακόν παρά τω Ιωάννη τω Δαμασκηνώ


θεώσεως του ανθρώπου και ιερών εικόνων
διδασκαλίας του Αγ. Ιωάννου του Δαμασκηνού,
Θεολογία
ΜΓ, 1-2, σελ. 80-90
 
Επί των αυτών γραμμών σκέψεως βαίνει και η περί κακού διδασκαλία του Ιωάννου του Δαμασκηνού. Ούτος επαναλαμ- βάνει τας περί κακού αντιλήψεις της προγενεστέρας αυτού Πατερικής παραδόσεως. Το κακόν μελετάται παρ' αυτώ μάλλον εκ της θεολογικής και ηθικής αυτού πλευράς, επιμελώς δ' αποφεύγονται αι σχετικαί ακρότητες του ψευδοδιονυσείου συστήματος.
Εις εν χωρίον του κατά Μανιχαίων έργου του ο ιερός Πατήρ συνοψίζει άριστα τας περί του κακού αντιλήψεις του: « Ἡ παντελής κακία οὐ χὁρᾶται ἐν τοῖς οὖσιν οὔ τε γάρ ὁ θεός ὁ ὄντως ὤν, καί τοῦ εἶναι αἴτιος, κακία, οὔτε τι τῶν γεγονότων, καθό γέγονε, κακόν, ἀλλά τό τε τῶν πάντων αἴτιον, αγαθόν, καί πάντα τά γενόμενα ὑπ' αὐτοῦ ἀγαθά. Πάντα δέ τά ὄντα, ὑπ' αὐτοῦ, ἐκ τοῦ μή ὄντος εἰς τό εἶναι παρήχθη, καί πάντα καλά, καί λίαν καλά· τό δέ κακόν οὐδέν ἔτερον ἐστι, εἰ μή ἀποβολή καί στέρησις ἑκούσιος τῶν ὑπό τοῦ Θεοῦ τῇ λογικῇ φύσει δεδωρημένων ὣσπερ πενία πλούτου ἀπ οβολή... καί ὥσπερἡ ὁλοκληρία τοῦ σώματος καλόν, ἡ δέ τοῦ ἑνός μέρους ἀποβολή, μερικόν κακόν, οὔχ ὑπάρχον, ἀλλ' ὑπάρχοντος στέρησις. Ὁ ρᾶται δε, ἤτοι νοεῖται ἐν τῷ ὄντι, οὐχ ὡς ὄν, ἀλλ' ὡς ἀπογενόμενον... οὕτω καί ἡ κακία, ἤτοι ἁμαρτία, ἑκούσιος ἐστι τῶν ἐκ Θεοῦ δεδωρημένων τῇ λογικῇ φύσει ἀγαθῶν ἀποβολή... Ἐστίν οὖν ἡ κακία ἡ τῶν φυσικῶν δυνάμεων παράχρησις... Εἰ γάρ ἀγαθός ὁ Θεός, ἀγαθός καί ὁ νόμος αὐτοῦ, φυσικός, καί ὤν ἐξ ὄντος. Ἡ δέ τούτου παρακοή, στέρησις τοῦ ὑπάρξαντος ἡμῖν νόμου... ὥστε οὐδέν ἕτερόν ἐστιν ἡ κακία, εἰ μή τό παρά φύσιν καί τόν νόμον κεχρῆσθαι ταῖς φυσικαῖς δυνάμεσιν· ὅ οὐκ ἐστιν οὐσία, ἀλλ' ἡμέτερον ἐπιτήδευμα» (1).
Αι ιδέαι του χωρίου τούτου είναι σημαντικαί. Η παντελής κακία δεν υπάρχει εις τα όντα, ούτε ο Θεός, ο όντως ων, είναι κακός. Ουδέν το πεποιημένον, έχον ως αιτίαν αυτού το αγαθόν, είναι κακόν. Πάντα τα δεδημιουργημένα όντα είναι καλά, και δη καλά λίαν. Το κακόν είναι αποβολή και στέρησις εκούσιος των υπό του Θεού τη λογική κτίσει δεδωρημένων. Είναι μερική έλλειψις του αγαθού. Η κακία ουδέν έτερον είναι ή των φυσικών δυνάμεων παράχρησις. Είναι παρακοή, ήτοι στέρησις του υπάρξαντος αγαθού νόμου του Θεού. Είναι παρά φύσιν και νόμον χρήσις των φυσικών δυνάμεων. Ταύτα πάντα όμως ουδαμώς συνιστώσιν ουσίαν ιδίαν, αλλ' είναι ημέτερον επιτήδευμα.
Αι αύται περίπου ιδέαι απαντώσιν ανά παν βήμα εν τοις έργοις του ιερού Πατρός. Ότι το κακόν δεν είναι ουσία, αλλά στέρησις του αγαθού, εξαίρεται πολλαχώς υπό του Ιωάννου του Δαμάσκηνου. Ούτως, εν αντιθέσει προς το αγαθόν, όπερ είναι η αυθεντική ύπαρξις και το μόνον αίτιον πάσης άλλης πραγματικής υπάρξεως, το κακόν είναι στέρησις του αγαθού, ήτοι της υπάρξεως (2). Ως στέρησις μάλιστα του αγαθού παραβάλλεται προς το σκότος, όπερ είναι έλλειψις του φωτός. Όπως δε το αγαθόν είναι φως νοητόν, ούτω και το κακόν είναι σκότος νοητόν (3). Όπως δε πάλιν το σκότος δεν είναι ουσία, αλλά συμβεβηκός, ούτω και η κακία: «Σκότος δε ἐστιν, οὐκ οὐσία τις, ἀλλά συμβεβηκός· φωτός γάρ ἐστι στέρησις. Ὁ γαρ ἀήρ οὐκ ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτοῦ ἔχει φῶς. Αὐτό οὖν τό ἐστερῆσθαι τόν ἀέρα φωτός, σκότος ἐκάλεσεν ὁ Θεός· καί οὐχί ἡ οὐσία τοῦ ἀέρος ἐστί σκότος, ἀλλ' ἡ τοῦ φωτός στέρησις, ὅπερ συμβεβηκός μᾶλλον δηλοῖ ἤπερ οὐσίαν (4). Η κακία «οὐδέν ἕτερόν ἐστιν, εἰ μή ἀναχώρησις τοῦ ἀγαθοῦ· ὥσπερ καί τό σκότος τοῦ φωτός ἐστιν ἀναχώρησις» (5).