Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2017

Γερόντισσα Αναστασία της Ι.Μ. "Κυρά των Αγγέλων" Κερκύρας



ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ "ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ" ΚΕΡΚΥΡΑΣ 1910-1979
Βίος και πολιτεία της Γεροντίσσης Αναστασίας
(Μέρος Α')
Η Γερόντισσα Αναστασία, η τελευταία κτίτωρ και ανακαινιστής της Μονής της Κυράς, εγεννήθη το έτος 1910 εις τον συνοικισμό Βλαχάτικα του χωρίου Αγίων Θεοδώρων Λευκίμμης.
Ο πατήρ της ωνομάζετο Χαράλαμπος Βλάχος και η μήτηρ της Ελένη Βλάσση. Ήσαν πτωχοί αγρότες, άνθρωποι του μόχθου, τίμιοι και ευσεβείς. Η θεοσεβής μήτηρ της Ελένη εις νεαρά ηλικία, αξιώθηκε θεϊκής οπτασίας προ του κατεστραμμένου ιερού σκηνώματος της Παναγίας της Κυράς. Η Γερόντισσα ήτο δίδυμος με την Διαμαντίνα Βλάχου-Κουρή και είχε ακόμη τέσσαρας αδελφάς, τας: Ασημίνα, Αρετούσα, Θεοδώρα και Ιωαννέτα. Επίσης είχε και δύο αδελφούς, τον Συμεών και τον Στυλιανόν. Από τους αδελφούς και αδελφάς της Γεροντίσσης απέκτησε τέκνα μόνον ο Συμεών, τον αριθμόν τρία.
Εις την οικογένεια της ευρίσκοντο και δύο ενάρετοι ρασοφόροι....

Η Γερόντισσα Αναστασία εγκαθίσταται στην Κυρά
Η Αναστασία όταν ήταν δέκα ετών διαβαίνουσα από την κατεστραμμένη Εκκλησία της Κυράς, αφού έκαμε το σημείο του Τιμίου Σταύρου άκουσε μία γλυκεία γυναικεία φωνή, η οποία ερχόταν από το κωδωνοστάσιο του ναού να της λέγη: «Είναι κρίμα ο οίκος μου να είναι έρημος. Εσύ τέκνον μου εκλήθης διά να φτιάξης την Εκκλησίαν και την Μονήν Μου».
Εις τα δεκατέσσαρά της χρόνια εμφορουμένη από θειο πόθο γι' ολοκληρωτική αφιέρωσι στον Χριστό η Αναστασία εγκαταλείπει την πατρική της οικία και εγκαταβιοί στην Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου εις τα Μελίκια Λευκίμμης όπου και ενδύεται το ράσο. Εκεί αποδύεται σε αυστηρούς ασκητικούς αγώνας, ενθυμουμένη πάντοτε την εντολή της Παναγίας. Με υπομονή, προσευχή και πνευματική πρόοδο περνούν 9 χρόνια έως ότου καταρτισθή στην μοναχική ζωή πλήρως.
Το έτος 1933, με την ευλογία της Μονής της μετανοίας της, αποχωρεί από τον Άγιο Νικόλαο και εγκαθίσταται οριστικά στην Κυρά. Τα πάντα γύρω της μαρτυρούν την εγκατάλειψι και αδιαφορία. Οι τοίχοι του ναού είναι γκρεμισμένοι. Στον χώρο του ναού φύονται αγριοσυκιές. Επάνω στην Αγία Τράπεζα ευρίσκει ένα σκουριασμένο κονσερβοκούτι, το οποίο εχρησιμοποιείτο ως κανδήλα. Κοιμάται αρχικώς στο ύπαιθρο έως ότου εγκατασταθή στο μοναδικό κελλί το οποίο έκτισαν ειδικά γι' αυτήν οι συγγενείς της.

Η ασκητική πρακτική της Γεροντίσσης
Νηστεύει υπέρ μέτρον. Κάνει συχνότατα τριήμερα. Εσθίει μία φορά την ημέρα μετά την δύσι του ηλίου. Συνήθως άρτον εξηραμμένον άνευ ελαίου ακόμη και τα Σαββατοκύριακα και τις μεγάλες εορτές. Ποτέ της δεν χορταίνει το φαγητό της ακόμη κι αν αυτό είναι ολίγα νερόβραστα αγριολάχανα. Από την αδιάκοπη νηστεία παθαίνει θυρεοειδή και αβιταμίνωσι. Η υγεία της κλονίζεται κι όμως η αγάπη του Χριστού φλογίζει το είναι της. Κατά την μαρτυρία της υποτακτικής της μοναχής Αναστασίας Καστρινού, το σώμα της ήταν ένα ξύλο τετυλιγμένο στα ράσα. Στον λαιμό της έφερε μία τεράστια κοίλη σε μέγεθος πορτοκαλιού εξαιτίας του θυρεοειδούς. Ουδέποτε έκαμε παράπονο για την ασθένεια της ούτε και επισκέφθηκε ιατρό για να υποβληθή στην αναγκαία εγχείρησι ή να της χορήγηση φάρμακα. Ένας ιατρός προσπάθησε να την εξετάση και εκείνη τον επετίμησε λέγουσα: «Κοίταξε να αλλάξης την ζωήν σου διότι είσαι βουτηγμένος εις την αμαρτίαν».

Υπέφερε φρικτούς πόνους
Η Γερόντισσα είχε στο ένα της πόδι πληγωθεί από κτύπημα τσεκουριού κατά την διάρκεια αγροτικών εργασιών. Ποτέ της δεν επεσκέφθη ιατρό γι' αυτό τον λόγον. Προσευχόταν και η πίστις της τής έδιδε αντοχή στους πόνους. Μοναδικό της φάρμακο ήταν το λάδι της κανδήλας της Κυράς με το όποιο το άλειφε όσες φορές υπέφερε...

Ελέγχει τους καταλύοντας την νηστεία\
Ευρέθη κάποτε σε ταξείδι στην Ηγουμενίτσα για κάποια υπόθεσι της Μονής και εφιλοξενήθη σε γνωστά της πρόσωπα τα οποία κατέλυαν κρέας σε ήμερα Παρασκευή. Αφού τους ήλεγξε αυστηρότατα, συνέλεξε από το χωράφι χόρτα και τα εμαγείρευσε για να φάνε όλοι. Στον εαυτό της και μόνον ήταν εγκρατής υπέρ μέτρον. Στις μοναχές της εφέρετο μετά διακρίσεως και αναλόγως των ασθενειών των επέτρεπε να εσθίουν ιχθύας (βακαλάο) ή κρέας. «Εσύ δουλεύεις εις το κτήμα και κοπιάζεις και δικαιούσαι να τρως καλά διά να έχης την υγειάν σου», συνήθιζε να τους λέγη.
Όλοι ενθυμούνται τα νερόβραστα μα νοστιμότατα φαγητά της. Εμαγείρευε με ιδιαίτερη αγάπη και για τους προσκυνητάς οι οποίοι έρχονταν από την Ήπειρο για να την συμβουλευθούν...

Άλλη ασκητική πρακτική της Γεροντίσσης
Η ιδία κατά κανόνα συνετηρείτο από την θεία Κοινωνία. Ετηρούσε την αλουσία και την χαμαικοιτία. Μέχρι τέλους της ζωής της ετήρει το ανυπόδητον ακόμη και με τους μεγαλύτερους παγετούς. (Έτσι την βλέπομε και στις σχετικές φωτογραφίες της εποχής). Από τότε που στρώθηκε μουσαμάς στο πάτωμα ουδέποτε επάτησε επάνω αλλά ούτε και επλησίασε ποτέ της το ψυγείο. Τις ελάχιστες ώρες αναπαύσεως «έκλεβε» τον ολιγοστό της ύπνο επάνω σε δύο χονδροκομμένα σανίδια, τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο όπου και έστρωνε μία κουρελού, το δε προσκέφαλό της ήταν μία πέτρα. Τα ενδύματά της ήσαν πάντοτε πεπαλαιωμένα και εφθαρμένα πλήρη επιδιορθωμάτων ώστε δεν εγνώριζε κανείς, ποιο ήταν το αρχικό ύφασμα!
Κατόπιν παρελεύσεως είκοσι εποικοδομητικών για το πνεύμα της χρόνων, προσήλθε στην Μονή η πρώτη της υποτακτική και σταδιακώς η συνοδεία της έγινε επταμελής. Η διδαχή της για τις μοναχές της δεν αφεώρα απλώς στην τέλεσι των τριών βασικών αρετών αλλά κυρίως την ταπείνωσι, την αφάνεια, την καταπολέμησι της φιλαυτίας, την αδιάλειπτη προσευχή και την απόλυτη πτωχεία. Πλούσιες ήσαν οι πνευματικές δωρεές οι οποίες της εδόθησαν άνωθεν για την μεγάλη της αυταπάρνησι και την υπέρμετρη άσκησί της. Της εδόθησαν άνωθεν το προορατικό και το διορατικό, χαρίσματα τα οποία χρησιμοποιούσε με κεκαλυμμένο τρόπο προς δόξαν Θεού για να ωφελήση την συνοδεία της και τους πάσχοντας πνευματικώς συνανθρώπους της και όχι γι' εντυπωσιασμό και αυτοπροβολή.

Η ελεήμων μήτηρ
Μέσα στην πάροδο των ετών πολλοί απηλπισμένοι εκτύπησαν την θύρα του κελλιού της και ανεχώρησαν χαίροντες, λαβόντες ως εφόδιο την αγία προσευχή της. Επιθυμούσε να διδάξη όλους δύο πράγματα: την προσευχή και την εξομολόγησι.
Με το πτωχότατο βαλάντιο της συμπαρεστάθηκε σε πολλούς αναξιοπωθούντας κατά την διάρκεια της Κατοχής και ύστερα εμπεριστάτους συνανθρώπους της και ιδιαίτερα τους πτωχούς οικογενειάρχας. Πολλούς επίσης απέτρεψε από εγκληματικές ενέργειες.
Συνεχίζεται.......
Ιερομονάχου
Δημητρίου Καββαδία
Βίος και Πολιτεία της Ασκήτριας Αναστασίας
της Ιεράς Μονής "Κυρά των Αγγέλων" Κερκύρας,
1910-1979
Εκδόσεις
"Ορθόδοξος Κυψέλης"

Τό ὀσιακό τέλος τοῦ παππού Χατζηφλουρέντζου († 10 Οκτωβρίου 1969)



Κεφάλαιο Δ΄, Προλέγει τήν κοίμησή του
Μετά ἀπό λίγο καιρό στίς 25 Σεπτεμβρίου τοῦ 1969 ὁ παππούς Χατζηφλουρέντζος ἐπιστρέφοντας ἀπό τό περβόλι, ἐπισκέφθηκε τή νύμφη του Σαλώμη λέγοντας ὅτι εἶναι ἄρρωστος καί ἐνίωθε ἐνοχλήσεις στό στομάχι. Ἐν τῷ μεταξύ ὁ γιός του ὁ Γιακουμής εἶχε ἐμφανίσει ἕνα ἐξόγκωμα στό λαιμό καί οἱ γιατροί πίστευαν πώς ἦταν ὄγκος, γι’ αὐτό καί ὁ Γιακουμής μετέβηκε στήν Ἀγγλία γιά ἐγχείρηση, χωρίς νά τό ποῦν κανένας στόν πατέρα του γιά νά μήν τόν στεναχωρήσουν. Τότε ὁ παππούς λέει στά παιδιά του: «Δέν μοῦ ἔχετε πεῖ τίποτα, ὅμως γνωρίζω πώς ὁ γιός μου ὁ Γιακουμής εἶναι στήν Ἀγγλία γιά νά ἐγχειρήσει τό ἐξόγκωμα πού ἔχει. Μάθετε πώς τό ἐξόγκωμα αὐτό δέν εἶναι τίποτε. Εἰδοποιεῖστε τόν λοιπόν νά ἔρθει, γιατί θά τόν περιμένω μέχρι τήν Παρασκευή.1 Θά φύγω ἀπό αὐτό τόν κόσμο». «Τί εἶναι αὐτά τά λόγια πατέρα;», τοῦ λέει ὁ γιός του ὁ Ἀντωνής. «Τό κάθε τί ἔρχεται μέ τήν ὥρα του γιέ μου. Θά πεθάνω, γι’ αὐτό τηλεφωνεῖστε στό Γιακουμή νά ἔρθει».

Προηγουμένως ἡ νύφη τοῦ παπποῦ ἡ Μερόπη εἶχε γράψει στόν ἄντρα της τό Γιακουμῆ μία ἐπιστολή λέγοντάς του καί γιά τήν κατάσταση τοῦ πατέρα του χωρίς νά τό πεῖ στόν γέροντα. Ὅταν αὐτή ἐπισκέφθηκε τόν πεθερό της αὐτός τῆς εἶπε: «Ἔγραψες γράμμα στόν Κούμα, ἔτσι δέν εἶναι; Τοῦ ἔγραψες ὅτι τέσσερεις μέρες ἔχουν ἀπομείνει στόν πατέρα του; Γνωρίζω ὅτι ὁ γιός μου πῆγε στήν Ἀγγλία γιά νά κάνει ἐγχείρηση τό κουβάρι στό λαιμό του.» Ἡ Μερόπη ἔμεινε ἔκπληκτη καί γυρνώντας στό σπίτι της εἰδοποίησε τόν σύζυγο της τηλεφωνικῶς, λέγοντας του κατά γράμμα τά λόγια του πατέρα του. «Ἄχ βρέ Μερόπη, ἐσύ τά ἔκανες ὅλα», τῆς εἶπε ἀργότερα ὁ πεθερός της χαριτολογώντας. «Ὁ νυμφίος ἔφτασε καί ἐσύ τόν ἔστειλες (τό Γιακουμή) νά πάει». Ὁ Γιακουμής τότε σχεδόν ἀμέσως καί μέ τή βοήθεια τῶν δικῶν του στήν Ἀγγλία βρῆκε πτήση καί ἐπέστρεψε τρεῖς μέρες ἀργότερα, τά χαράματα τῆς 10ης Ὀκτωβρίου 1969.

Κεφάλαιο Ε΄, Τό ὀσιακό τέλος τοῦ Χατζηφλουρέντζου

Ἐπιστρέφοντας τό ἀπόγευμα τῆς 25ης Σεπτεμβρίου ἀπό τό χωράφι ὁ παππούς ἐνίωσε ἀδιαθεσία καί ἔλεγε ὅτι δέν ἦταν καλά. Ἡ Σαλώμη τοῦ πρόσφερε φρέσκο κουλούρι, ἀλλά αὐτός ἔλεγε πώς δέν μποροῦσε νά φάει τίποτε καί πώς κάτι εἶχε στό στομάχι. Ἔφαγε μόνο μισό κουλούρι ἐκείνη τήν ἡμέρα. Ἀπό τίς 26 τοῦ Σεπτέμβρη ὡς τίς 10 τοῦ Ὀκτώβρη δέν ἔβαλε τροφή στό στόμα του παρά μόνο τρία κουταλάκια τσάι κατόπιν πολλῶν πιέσεων. «Θά πιῶ ἕνα κουταλάκι τσάι γιά τή σύζυγό μου, ἕνα γιά τή Σαλώμη καί ἕνα γιά τό Ἀντωνή», τούς εἶπε.

Ὁ παππούς πλέον ἦταν ἄρρωστος καί ἀδύναμος. Τοῦ εἶπε τότε ὁ γιός του ὁ Σιάηλος: «Πατέρα θά κριματιστεῖς πού δέν τρώεις τίποτε. Θέλεις νά βγάλεις τή ψυχή σου μέ τό ζόρι;». «Εἶναι διαταγή γιέ μου», τοῦ ἀπάντησε δείχνοντας τόν οὐρανό. «Ἦρθε ἡ ὥρα μου. Τοῦτα τά μωρά πού τώρα γεννήθηκαν κατάλαβαν τή στράτα μου καί ἐσεῖς ἀκόμα… Εἶναι διαταγή. Μόνο πάρτέ με στό μοναστήρι νά κάνω μπάνιο μέσα στό ἁγίασμα». Ὅταν πῆγε κοντά του ὁ γιός του ὁ Ἀντωνής, τοῦ λέει ὁ πατέρας του: «Νά πάεις νά ζητήσεις τό κλειδί τῆς Αὐγασίδας ἀπό τόν παπά Ἀντρέα». «Γέρο, δέν πηγαίνω ἄλλη φορά νά ζητήσω τό κλειδί. Πῆγα προηγουμένως καί τό ζήτησα, πῆγε καί ἡ Σαλώμη μέ τή Χαρίκλεια καί δέν τό ἔδωσε σέ κανένα». «Πήγαινε», τοῦ λέει «καί σήμερα θά σοῦ τό δώσει καί νά τοῦ πεῖς νά ἔρθει ὁ ἴδιος».

Λέει μετά ὁ παππούς στή Χαρίκλεια καί τή Σαλώμη: «Παιδιά μου, τό κλειδί θά ἔρθει σήμερα νά πέσει ἐδῶ», δείχνοντάς τους τήν κούπα μέ τό νερό πού εἶχε γιά νά πλένεται. Βρῆκε τότε ὁ Ἀντωνής τόν π. Ἀντρέα στό παντοπωλεῖο καί τοῦ ζήτησε νά τοῦ δώσει τό κλειδί. «Μά θέλεις νά χάσω τή δουλειά μου;», τοῦ ἁπαντά ὁ ἱερέας. «Μά αὐτός εἶναι ἀκίνητος στό κρεβάτι, σχεδόν νεκρός», ἐπέμενε ὁ Ἀντωνής. Τόν παρακάλεσαν καί ὁ Λεβέντης μαζί μέ τό δάσκαλο τό Γιαννάκη πού ἦταν ἐκεῖ καί παρακολουθοῦσαν τή συζήτηση. Τότε αὐτός λυπήθηκε, πῆγε στό σπίτι του καί ἔφερε τό κλειδί. Μόλις τό πρόσφερε στόν Ἀντωνή, αὐτός θυμήθηκε τά λόγια τοῦ πατέρα του καί λέει στόν ἱερέα: «Μοῦ εἶπε πρέπει νά πάεις ἐσύ νά τοῦ τό δώσεις». Ξεκίνησαν τότε μαζί μέ τόν π. Ἀντρέα καί τόν Ἀντρέα Λεβέντη γιά τό σπίτι τοῦ Χατζηφλουρέντζου. Ὅταν ἔφθασαν, ὁ ἱερέας πρόσφερε τό κλειδί στό γέρο λέγοντας μέ χαρά: «Ἔλα Χατζή καί σού τό ἔφερα καί ὅτι θέλεις νά μοῦ πεῖς νά σοῦ τό κάνω». Τότε αὐτός τοῦ ζήτησε νά τό ἀφήσει μέσα στήν κούπα μέ τό νερό. Ἔτσι ἔγινε ὅπως προεῖπε ὁ παππούς. Μετά ἀπό λίγο σκούπισε τό κλειδί καί εἶπε μέ τή χαμηλή καί ἀδύνατή του φωνή στόν ἱερέα: «Δάσκαλε, ἐγώ δέν μποροῦσα νά πάω καί νά μήν πάρω τό κλειδί τοῦτο. Αὐτό εἶναι τό κλειδί τῆς Κύπρου».

Τά παραπάνω λόγια δέν εἶναι εὔκολο νά τά καταλάβει κανείς. Τό σίγουρο πάντως εἶναι πώς σέ ὅλη του τή ζωή ὁ Χατζηφλουρέντζος δέν συνήθισε νά λέει περιττά ἤ ἄστοχα λόγια.

Τήν ἑπομένη, ἡμέρα τοῦ Ἁγίου Ἀνδρονίκου, στίς 9 Ὀκτωβρίου, τόν μετέφεραν στή μονή τῆς Παναγίας τῆς Αὐγασίδας, κατόπιν ἔντονων παρεναίσεών του. «Δέ θά φύγω παιδιά μου, θά μείνω ἐδῶ», εἶπε στούς δικούς του.1 Φορτώνοντάς τον στά χέρια τους ὁ γιός του Ἀντωνής καί ἡ Σαλώμη, τόν πέρασαν ἀπό ὅλες τίς εἰκόνες γιά νά προσκυνήσει. Μόλις προσκύνησε καί τήν τελευταία εἰκόνα ἔγινε κατάμαυρος. Φοβήθηκαν τότε οἱ γυναῖκες πώς πέθανε καί ἡ κόρη τοῦ παπποῦ ἡ Χαρίκλεια ἔκλεγε. «Μή φοβάστε καί δέν πέθανε», τούς λέει ὁ Ἀντωνής.

Τόν ξάπλωσαν τότε μπροστά ἀπό τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας καί τή νύκτα τήν πέρασε ἐκεῖ. Σιγά-σιγά τό χρῶμα του ἐπανῆλθε. Γύρω στίς 4:00 τό πρωί ἐπέστρεψε ἀπό τήν Ἀγγλία καί ὁ Γιακουμής. Τό πρωί λοιπόν φώναξαν τόν ἱερέα τῆς Γύψου π. Νικόλα, μετά ἀπό παράκληση τοῦ παπποῦ καί τόν ἀδελφό του παπποῦ πατήρ Μιχαήλ νά τόν κοινωνήσουν καί νά τοῦ κάνουν τό Ἅγιο Εὐχέλαιο. Μαζί τους πῆγε καί ὁ Γιακουμής ἀλλά τοῦ εἶχαν πεῖ οἱ ὑπόλοιποι νά μείνει ἔξω ἕως ὅτου τόν μεταλάβουν μή τύχει καί φύγει ἀπό αὐτό τόν κόσμο ἀκοινώνητος. Ἀπό τούς ἑπτά ἀποστόλους καί τά ἑπτά εὐαγγέλια εἶχαν ἀναγνώσει τούς ἑπτά ἀποστόλους καί τά ἕξι εὐαγγέλια. Τότε σταμάτησαν, τόν μετάλαβαν γιατί πίστεψαν ὅτι δέν θά προλάβουν καί συνέχισαν. Μετά τό Ἅγιο Εὐχέλαιο μπῆκε μέσα ὁ γιός του ὁ Γιακουμής. Ὁ παππούς τότε ἔκανε νά τόν ἀγκαλιάσει, πέρασε τό χέρι πάνω ἀπό τόν ὦμο του καί ὅπως τό προεῖπε ξεψύχησε ἀφοῦ περίμενε νά δεῖ τό γιό του. Ἦταν τό πρωινό τῆς Παρασκευῆς 10 Ὀκτωβρίου 1969.
Μετά τήν κοίμηση τοῦ παπποῦ ὁ πατήρ Νικόλας εἶπε τά λόγια τοῦτα: «Γνωρίζω τό δρόμο τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ καί σᾶς λέω ὅτι ἐάν αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν πάει στόν παράδεισο, τότε κανένας μας δέν πρόκειται νά πάει ἐκτός ἀπό αὐτά τά νεογέννητα βρέφη». «Μά ἐσεῖς οἱ ἱερεῖς δέ θά εἴσαστε οἱ πρῶτοι στόν παράδεισο;», τόν ρωτᾶ μέ περιέργεια ὁ Σιάηλος. «Ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς», τοῦ ἀπαντᾶ, «ἔχουμε τίς περισσότερες ἁμαρτίες ἀπό ὅλο τόν κόσμο. Ἐμεῖς», εἶπε, «κουβαλᾶμε τίς ἁμαρτίες καί τῶν ὑπολοίπων».

Στόν ἐπικήδειο λόγο ὁ Θεολόγος κ. Παρασκευᾶς εἶπε μεταξύ ἄλλων: «Ἔχει ἕναν Ἅγιο ἡ Μηλιά…»

Ο γέρο Παναής της Λύσης



Ο γέρο Παναής της Λύσης
Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου*
-Πανιερώτατε, προτού χειροτονηθείτε σ’ Επίσκοπο, διαμένατε στη Λάρνακα, κι ως εκ τούτου γνωρίζατε τον παππού Παναή. Θα θέλαμε να μας πείτε πότε και πώς τον γνωρίσατε;

Μετά την αποπεράτωση των σπουδών μου στην Ελλάδα, επέστρεψα στην Κύπρο και συγκεκριμένα στη Λάρνακα στις 16 Ιανουαρίου 1987, με σκοπό να εγκαταβιώσω ως μοναχός στο προσκύνημα του Αγίου Γεωργίου Κοντού. Εκεί, όπου διέμενε και διακονούσε ο πατήρ Συμεών, ο σημερινός ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Μαυροβουνίου.

Ερχόμενος στο νησί κόμιζα την εμπειρία της ελλαδικής αγιότητας και συγκεκριμένα των Γερόντων που γνώρισα: του π. Πορφυρίου, του π. Ιακώβου, του π. Παϊσίου, του π. Ευμενίου και πολλών άλλων. Αυτοί οι άγιοι άνθρωποι επειδή εφάρμοζαν έναν υψηλότατο ασκητισμό παλαιού τύπου, αισθανόμουνα ότι η Κύπρος είναι ο φτωχός συγγενής! Βέβαια, εκ των υστέρων αποδείχτηκε ότι είχα λάθος. Η Κύπρος δεν ήταν ο φτωχός συγγενής, όπως νόμιζα, αλλά μια άλλη παραφυάδα της ίδιας παράδοσης στην οποία ανήκε ο γέροντας Παΐσιος, ο γέροντάς του Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης κι ο γέροντας Ιάκωβος. Οι δύο πρώτοι κατάγονταν από τα Φάρασα της Καππαδοκίας, και συγκεκριμένα από την κωμόπολη των Φαράσων που έδωσε και το όνομα όλης της μεγάλης αυτής περιφέρειας που εκτείνεται πάνω στις οροσειρές και τα υψίπεδα του Ταύρου και του Αντίταυρου. Ο δε γέροντας Ιάκωβος καταγόταν από το Λιβίσι της Μικράς Ασίας που βρίσκεται απέναντι από τη Ρόδο.

Παναής απο τη Λύση Όλα αυτά τα μέρη γειτνιάζουν με την Κύπρο, κι όλοι ανήκουμε στην Ανατολική Μεσόγειο. Όπου για αιώνες λειτουργούσε η ενιαία παράδοση της καθ’ ημάς Ανατολής, η οποία κυοφορούσε ανθρώπους, τόσο από τα ασκητήρια όσο κι από τον λαό, που είχαν το ίδιο εκκλησιαστικό φρόνημα και την ίδια αντίληψη περί της ασκήσεως, της μετάνοιας και της αγιότητας.

Ο δε π. Συμεών που πιστεύει στην παράδοση αυτή, αλλά και στη δύναμη της λαϊκής ευσέβειας από την οποία θεωρεί ότι μέσα από τους κόλπους της γεννούνται άνθρωποι του Θεού, ενάρετοι κι αγιασμένοι. Δηλαδή, δεν θεωρεί ότι η λαϊκή ευσέβεια σχετίζεται μόνον με τις «δεισιδαιμονίες», τις «προκαταλήψεις», τις «φοβίες», τις υπερβολές και τις γραφικότητες κάποιων παππούδων και γιαγιάδων. Αλλά, όταν αυτή παραμένει εντός των εκκλησιαστικών ορίων μπορεί να καρποφορήσει αρετή και αγιότητα. Έτσι έβλεπε τους παλαιούς Κύπριους, κι απ’ ότι βλέπω αυτό ισχύει και σήμερα για τους νεώτερους και το λέω αισθανόμενος μέσα μου αισιοδοξία.

Θέλοντας, λοιπόν, ο πατήρ Συμεών να μου φανερώσει εμπράκτως αυτήν την κοινή παράδοση με πήρε από το χέρι και μου είπε: «Έλα να πας να δεις κι έναν δικό μας γέρο» και δεν μου είπε γέροντα, την ώρα που εγώ του μιλούσα για τον π. Ιάκωβο και τον π. Ευμένιο. Για τον π. Συμεών ο Παναής ήταν ένας γέρων του γεροντικού κι όχι μια γραφικότητα, ένας ευσεβής βρακάς. Ήταν ένας γέροντας σε Κυπριακή εκδοχή.Έτσι συναντήθηκα με τον γέρο Παναή τον Ιανουάριο του 1987, στο πρόσωπου του οποίου είδα αμέσως την κυπριακή ευσέβεια. Έκτοτε πηγαίναμε πολύ συχνά και γνώρισα όλη τη συνοδεία του, τον αδελφό του Βασίλη και τις αδελφές του Τρυφωνού και Θεωρού.

Θα ήθελα όμως να σημειώσω ότι τον γέρο Παναή τον είδα για πρώτη φορά σε μια αγρυπνία, προτού τον συναντήσω.

Επειδή, μου άρεσε πολύ να πηγαίνω σε αγρυπνίες, κάτι που συνήθισα να κάνω στην Ελλάδα το ανέφερα στον π. Συμεών και μού είπε: «Εμείς δεν κάναμε ποτέ εδώ αγρυπνία αλλά αν θες να πηγαίνεις, κάμνει η Φανερωμένη κι ο Άγιος Γεώργιος ο Μακρής». Έτσι, λοιπόν, πήγα στην πρώτη μου αγρυπνία εδώ στην Κύπρο στο ναό της Φανερωμένης, με τον Νώνη Αντωνιάδη από την Τερσεφάνου, ο οποίος ήταν από τους πρώτους φίλους που γνώρισα, ποδοσφαιριστής του Πεζοπορικού και ενίοτε ψάλτης. Στην αγρυπνία αυτή γνώρισα και τον π. Μιχαήλ, πρόσφυγα παπά από τον Άγιο Νικόλαο Λευκονοίκου, κι αυτός κομμάτι της λαϊκής ευσέβειας της Κύπρου.

Παναής απο τη Λύση Όταν, λοιπόν, έφτασε η ώρα του εξάψαλμου όλοι παραμέρισαν και ήρθε ο γέρο Παναής να τον διαβάσει. Ακούγοντας τον αισθάνθηκα ότι αυτός ο άνθρωπος ζωγραφίζει και εικονίζει τον εξάψαλμο! Ήταν πολύ συγκλονιστικό για μένα. Τα μάτια μου «έτρεχαν»! Όλο το κλίμα του ναού ήταν συγκλονιστικό. Με τις μαυροφορημένες γυναίκες της Κύπρου, τις μητέρες των αγνοουμένων, την Ελλού, την πιο χαρούμενη από αυτές, τη λεγόμενη «εκατομμύριο», τη Δέσποινα, την Κυριακού, οι οποίες είχαν πολύ πόνο, τους Λυσιώτες, τους Κοντεάτες, τους Καρπασίτες, τον κόσμο της Μεσαορίας, τον κόσμο της Κύπρου. Οι Λαρνακείς ήσαν λίγοι, αλλά θυμάμαι την κα Αντωνιέττα που κι αυτή κόμιζε μιαν άλλην αστική ευσέβεια. Μέσα σε όλο αυτόν τον προσφυγόκοσμο που είχε μετασχηματίσει τον πόνο του σε προσευχή κι αγρυπνία, ξεχώριζε ο γέρο Παναής.

Τι σας έκαμε εντύπωση από την προσωπικότητα του;

Μου έκαμε εντύπωση το φωτισμένο του μάτι. Ο οφθαλμός του είχε φως. Αντιλήφθηκα ότι ήταν ένας άνθρωπος που έβλεπε μέσα σου, διότι είχα αυτήν την εμπειρία από τους προαναφερθέντες ανθρώπους που γνώρισα στην Ελλάδα. Το μάτι του ήταν εποπτικό και μου θύμισε το μάτι του γέροντα Ιάκωβου. Αισθανόσουν ότι έβλεπε μέσα σου με πατρότητα, με σεβασμό, με διάκριση κι όχι κατάκριση, με αγάπη κι έλεος. Ήταν πολύ έξυπνος κι εύστροφος. Το χιούμορ του και η δυνατότητα να δίνει άμεσες φωτισμένες απαντήσεις μου θύμιζε πάρα πολύ τον γέρο Παΐσιο που είχε το ιδίωμα της αγιασμένης εξυπνάδας.

Στις 27 Δεκεμβρίου χειροτονείστε διάκονος. Κι όταν πάει να σας συγχαρεί, δείχνει χαρά και αγάπη. Φαίνεται ότι είχατε μια ιδιαίτερη σχέση κι αυτό διακρίνεται στη φωτογραφία που έχετε κι εσείς κι εγώ.

Ναι, είμαστε φίλοι πια με τον γέρο Παναή. Έχω, πλέον, μία ιδιαίτερη σχέση μαζί του. «Πιάνω» τις συχνότητές του κι αυτός «πιάνει» τις δικές μου.

Πάντως, στη φωτογραφία εσείς χαίρεστε κι αυτός δείχνει ενθουσιασμό …

Εκεί μου είπε κάτι, το οποίο ίσως να ήταν προφητικό.

Μπορείτε να μας το πείτε;

Έρχεται, λοιπόν, με τη «βρακούδα» του να μου ευχηθεί αφού όλοι παραμέρισαν -δείγμα του σεβασμού που ετύγχανε σε όλη τη Λάρνακα- κι όπως βλέπετε στη φωτογραφία σκύβω διότι εγώ είμαι ψηλός κι αυτός κοντός. Εκεί μου λέει με τη στεντόρεια φωνή του: «Ά ξ ι ο ς! και σ ’ ανώωωτερα …» κι όπως έδειξε με το κεφάλι του στο «και εις ανώτερα», εγώ γύρισα και είδα τον Μητροπολίτη Κιτίου που έδινε δίπλα το αντίδωρο!

Ώστε κάτι πράγματι έλεγε η φωτογραφία;

Ναι, είναι φωτογραφία με νόημα.

Μπορείτε να μας πείτε και κάποια άλλα περιστατικά;

παππούς Παναής Θυμάμαι, τα ράσα τα έβαλα προτού χειροτονηθώ σε διάκο, Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, και το απόγευμα ο π. Συμεών μου λέει: «Πάμε, να ευλογήσει τα ράσα σου που έβαλες για πρώτη φορά, ο γέρο Παναής». Να με ποιον τρόπο με εισήγαγε ο π. Συμεών στην παράδοση της Κύπρου. Φτάνοντας στο σπίτι του Παναή και βλέποντάς με ρασοφόρο μου λέει: «Άλλος άνθρωπος Όμηρε με τα ράσα, μεταμορφωμένος. Λέω κι εγώ, ποιος είναι αυτός ο ψηλός, ο φωτεινός άνθρωπος»; Δηλαδή, σ’ έκανε να αισθάνεσαι τιμή που φορείς ράσο και πόσο πρέπει να το τιμήσεις, διότι είναι ένα φωτεινό ένδυμα «χιτώνα μοι παράσχου φωτεινόν». Είναι ένα βάπτισμα η ρασοφορία και σου το έλεγε αυτός που δεν ρασοφόρησε ποτέ…

Επίσης, κάτι που χαρακτήριζε έντονα τη λαϊκή ευσέβεια του γέρου Παναή και της συνοδείας του, τους ανθρώπους του περιβάλλοντος του την Τρυφωνού, τον Βασίλη, τη Θεωρού, και που πολύ αργότερα κατάλαβα την αξία του. Ήταν η μνημόνευση των ονομάτων. Κάτι που έκαναν και ο γέρο Ιάκωβος και ο γέρο Ευμένιος, καθηκόντως ως παπάδες κι αυτός το έκανε χωρίς να είναι ιερέας. Είχε παράκληση κάθε μέρα στις μία η ώρα και κατά τη διάρκεια της παράκλησης, γονάτιζε αυτός και η συνοδεία του και μνημόνευε από ένα δεφτέρι γύρω στις δυόμισι χιλιάδες ονόματα ανθρώπων, νεκρών και ζωντανών. Αυτό είναι δείγμα της λαϊκής ευσέβειας και παράδοση της καθ’ ημάς Ανατολής. Ξέρω ανθρώπους στη Λάρνακα που μού ‘παν πως εμείς μάθαμε να μνημονεύουμε ονόματα από το γέρο Παναή. Αυτό δείχνει μια λαϊκή ιεροσύνη. Και δεν ήταν κάτι που έκανε μονάχα ο γέρο Παναής, αλλά κάτι που γινόταν στην ορθόδοξη παράδοση. Υπήρχε στην Κύπρο, στη Μικρά Ασία. Εξομολογώ διαφόρους ανθρώπους και τους λέω να μνημονεύετε ονόματα τις νύκτες και ζωντανών και νεκρών και μου λεν ότι το κάνουν. Μας το είπε η γιαγιά μας, ο παππούς μας. Άρα είναι παράδοση αυτό, παράδοση της Ανατολής.

Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τον παππού ως οσιακή μορφή. Ως έναν Άγιο των ημερών μας;

Βεβαιότατα, χωρίς υπερβολή. Αλλά θέλω να πω κάτι π. Ανδρέα. Όταν μου είπατε να μιλήσουμε για τον γέρο Παναή, είπα τί να πω πέρα από κάποιους χαρακτηρισμούς; Ο γέρο Παναής δεν είναι μόνο ένα φυτό αγιότητας, ένα δέντρο ευσκιόφυλλο το οποίο βλάστησε στη Λύση και μεταφυτεύτηκε στη Λάρνακα λόγω της προσφυγιάς. Είναι κι αυτό. Αλλά, ήταν και «μέλος» μιας παρέας ανθρώπων του Θεού, που φαίνεται ότι υπήρχε από το ’60 στην Κύπρο. Αυτό που θα πω είναι πολύ βαρύ. Διαβάζοντας το βιβλίο που αναφέρεται στον Χατζη-Φλουρέντζο, γνωρίζοντας έναν ανάλογο άνθρωπο που ζει στην Ευρύχου και ξέροντας επίσης και για έναν ψάλτη του χωριού μου, τον Δημήτρη του Πρωτόπαπα, διαπίστωσα ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι είχαν ένα κοινό. Τί κοινό νομίζετε είχαν, την ώρα που ένας ήταν στη Μηλιά Αμμοχώστου, ο άλλος στη Λύση, ο άλλος στη Ζώδια κι ο άλλος στην Ευρύχου;

παππούς Χατζηφλουρέντζος Που δεν γνωρίζονταν βέβαια…

Οι δύο γνωρίζονταν.

Ναι, ο Χατζηφλουρέντζος και ο Παναής. Ήταν και φίλοι μάλιστα.

Το κοινό που είχαν αυτοί οι άνθρωποι ήταν ότι τους αποκάλυψε η Παναγία ότι θα γίνει η εισβολή. Αυτό είναι πολύ δυνατό σημείο. Τους αποκάλυψε η Θεοτόκος ότι έρχονται μεγάλα κακά στην Κύπρο και «πρέπει να επιστρατευτείτε» κατά την έκφραση ενός εκ των τεσσάρων, «με αγρυπνίες, νυχτερινές προσευχές, μετάνοιες». Μετάνοια. Και στους τέσσερις το είπε αυτό η Παναγία.

Ο παππούς ο Παναής σας το ανέφερε αυτό, διότι δεν θυμούμαι να το είχε πει σε μένα;

Ο Παναής έλεγε στους Λυσιώτες: «Τι κρίμα που χτίζετε μεγάλα σπίτια, Τούρκοι θα τα κατοικήσουν». Άρα, είχε αίσθηση ότι έρχεται κακό στον τόπο. Το ίδιο, κι αυτός ο χωριανός μου ο ψάλτης. Λίγο πριν την εισβολή, άρχισε να κλαίει κι όταν η κόρη του η Μηλού τον ρώτησε γιατί κλαίει αυτός της απάντησε: «Αχ κόρη μου, Τούρκοι θα ’ρθουν στο χωριό μας και θα γίνουμε πρόσφυγες». «Τι λες πατέρα, θα μείνουμε για πάντα πρόσφυγες»; «Όχι, της είπε, όταν ακούσετε ότι ιδρύθηκε στην Τουρκία μία καινούρια χώρα που θα λέγεται Κουρδία, τότε να ξέρετε ότι θα επιστρέψουμε όλοι πίσω. Αλλά μέχρι τότε, πολλοί θα πεθάνουν με την πίκρα της επιστροφής και θα μείνουν πρόσφυγες». «Και μέχρι πού θα ’ρθουν οι Τούρκοι, πατέρα»; «Μέχρι τον Αστρομερίτη» της απάντησε.

Αυτό ήταν αδιανόητο τότε. Είναι σαν να έλεγες κάποιου ότι θα πιάσουν την Αραδίππου οι Τούρκοι, όχι όμως και τη Λάρνακα. Αυτή είναι η γεωγραφική σχέση Ζώδιας - Αστρομερίτη. Ο άνθρωπος του Θεού, που προανέφερα και που ζει ακόμα στην Ευρύχου του είπε η Παναγία τα ίδια από το 1964. «Παναγία μου, της λέει, γιατί να μην κοιμούμαι τη νύχτα και να κάμνω αγρυπνίες, αφού θα ’ρθουν οι Τούρκοι»; Και του λέει η Παναγία: «Για νά ’ρθει το κακό λιγότερο». Πόσο προληπτικά, προνοητικά ενεργεί ο Θεός! Θα μπορούσε να γίνει μεγαλύτερο κακό από αυτό που συνέβηκε.

Άρα, δεν μπορούμε να πούμε ότι πήγαιναν χαμένες οι προσευχές;

Καθόλου δεν χάθηκαν οι προσευχές. Αντίθετα ήρθε μικρότερο κακό. Τι θα γινόταν αν δεν είχαμε αυτούς τους ανθρώπους; Μάλιστα, υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι σε διάφορα χωριά που δεν τους συγκρατεί τώρα η μνήμη μου, που επιστρατεύτηκαν τότε για να προσεύχονται. Άλλοι από κάποιον άγγελο, άλλοι από κάποιον άγιο, άλλοι από την Παναγία.

Ένα άλλο περιστατικό που θυμάμαι είναι το ακόλουθο. Κάποτε του είπε ο π. Συμεών: «Θα βγάλουμε πολλούς αγιογράφους». Αυτός απάντησε: «Εν να χρειαστούν, Συμεών, εν να χρειαστούν. Αύριο που θα ’ρθει εποχή να πάμε στα χωριά μας- όσοι πάνε- ποιος θα ζωγραφίσει αυτές τις εικόνες. Θα θέλουμε πολλούς αγιογράφους».

Ο γέρο Παναής ήταν μια συγκλονιστική προσωπικότητα. Είχε διάφορα χαρίσματα. Το διαπίστωσα, επειδή γνώρισα τον π. Ιάκωβο, που είχε μέγα διορατικό και προορατικό χάρισμα αλλά το έκρυβε. Αυτοί οι άνθρωποι, όταν μιλάς μαζί τους, μιλούν σε διάφορα επίπεδα την ίδια ώρα. Ένα επίπεδο είναι αυτό που βλέπουν απέναντί τους, ένα άλλο είναι αυτό της μνήμης που είναι γεμάτη φως, κι ένα τελευταίο είναι αυτό του μέλλοντος που βλέπουν. Δηλαδή, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον λειτουργεί ταυτόχρονα στην όραση τους. Οι κουβέντες αυτών των ανθρώπων δεν είναι τυχαίες. Αυτοί οι απλοί καλόγεροι, όπως ο π. Παΐσιος, ο π. Ιάκωβος, ο π. Πορφύριος είχαν αυτά τα έκτακτα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και δεν είναι μόνο το προορατικό και το διορατικό. Αυτά είναι μικρότερα χαρίσματα μπροστά στην πατρότητα, την οποία εξέπεμπαν σ’ αντίθεση με πολλούς άλλους ακόμα και κληρικούς και αρχιερείς.

Ένα χάρισμα που δεν τονίστηκε και πολύ και παρ’ όλο που ο παππούς ήταν λαϊκός, είχε το χάρισμα της πνευματικής πατρότητας.

Ναι κι εγώ θεωρώ ότι το χάρισμα της πνευματικής πατρότητας είναι το ύψιστο. Παναής του Ιλαμιού

Θυμάστε πώς αποκάλεσε τον γέρο Παναή ο Γέροντας του Σταυροβουνίου στον επικήδειο του; Ο πνευματικός των πνευματικών, ο γέροντας των γερόντων της Κύπρου. Τον αποκάλεσε «Πάτερ Παναή» και μας διαπέρασε όλους ρεύμα ηλεκτρικό. Τι γίνεται εδώ; Πώς ο ηγούμενος του Σταυροβουνίου που όλοι ξέρομε πόσο φειδωλός είναι σε επαίνους και σε λόγια, αποκαλεί έτσι έναν λαϊκό; Κι ήμασταν 25 ιερείς, 3 διάκονοι κι ένας ηγούμενος όταν τον κηδεύαμε μέσα σε μία παράγκα. Τη λυόμενη τότε εκκλησία της Αγίας Θέκλας.

Τί σήμαινε να τον αποκαλεί πατέρα; Σήμαινε ότι ήταν ο πατέρας όλων εκείνων των παπάδων που πήγαιναν κοντά του να βρουν παρηγοριά, να βρουν νόημα ζωής, νόημα θανάτου. Ήταν ο πατέρας όλων των μανάδων των αγνοουμένων, όλων των εγκλωβισμένων, των χαμένων. Κακά τα ψέματα. Ο γέρο Παναής έμαθε τη Λάρνακα να κάμνει αγρυπνίες, μια πόλη που μέχρι τότε ήταν το προκεχωρημένο φυλάκιο του φραγκολεβαντινισμού. Το Σταυροβούνι έμαθε τη Λάρνακα να εξομολογείται, το συνέχισε αυτό ο π. Αντώνιος και το κρατά μέχρι σήμερα αυξάνοντας και μεταδίδοντας το και σε άλλους πνευματικούς και ο π. Συμεών την έμαθε ν’ αγαπά την εικόνα. Αυτή είναι η αλήθεια της Λάρνακας.

Αφού θεωρείτε, όπως και άλλοι βέβαια, ότι στην αντίληψη του λαού του Θεού ο παππούς ο Παναής είναι ένας σύγχρονος άγιος, γιατί η Σύνοδος της Κύπρου δεν τον ανακηρύσσει. Την ώρα που ξέρουμε ότι έχει αιώνες ν’ ανακηρύξει άγιο. Γιατί άραγε; Δεν θα μπορούσε να γίνει;

Ουδείς αμφιβάλλει ότι ο γέρο Παναής ήταν ένας σημαντικός γέροντας, μια οσιακή μορφή της Λάρνακας. Αλλά, το θέμα της αγιοκατάταξής του νομίζω για την ώρα να το αφήσουμε. Θέλουμε ακόμα χρόνο, αλλά ούτε το αποκλείω ούτε το επιδιώκω. Η αγιοκατάταξη, ιδιαιτέρως οσιακών μορφών για να γίνει, πρέπει να μιλήσει κι ο ουρανός πιο έντονα! Να εισπράξουν και οι άνθρωποι την προσφορά του και να την καταθέσουν. Η Σύνοδος των Ιεροσολύμων έκαμε αγιοκατάταξη του αγίου Φιλουμένου του Κυπρίου, για τον γέροντα Παναή, ακόμα πρέπει να περιμένουμε την ελευθερία της Κύπρου

Τι σχέση έχει;

Παναγία της Λύσης Έχει σχέση. Προηγουμένως είχα πει ότι αυτοί οι τέσσερις άνθρωποι της Κύπρου πριν από τη δράση της ΕΟΚΑ Β΄και τα γεγονότα του ΄74, είχαν την αίσθηση ότι οδηγούμαστε σε διχασμό και ότι αυτός θα φέρει τους Τούρκους, οι οποίοι θα προκαλέσουν την κατοχή και την παρατεταμένη διχοτόμηση, πράγμα που ζούμε εδώ και 38 χρόνια. Τώρα εναπομένουν τα επίλοιπα να πραγματοποιηθούν. Αν αυτά γίνουν, που θα γίνουν κατά την άποψή μου, τότε η Εκκλησία θα βρεθεί μπροστά σ’ ένα φοβερό γεγονός. Διότι, αυτά δεν θα αφορούν μόνο την Κύπρο, αλλά θα αφορούν την οικουμένη.

Να προσθέσω όμως ότι δεν πρέπει να αγωνιούμε για την αγιοκατάταξή κάποιων οσίων ανθρώπων που γνωρίσαμε. Μάλλον, θα πρέπει να αγωνιούμε πώς να τους μιμηθούμε. Τώρα, αν τον γέροντα Ιάκωβο τον κατατάξει το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις τάξεις των οσίων ή όχι, για μένα είναι άγιος. Τι σημαίνει αυτό; Συνεχίζει, η πατρότητα του και μετά θάνατον. Δεν έχω πατέρα, γιατί τον γνώρισα εν ζωή. Ξέρω ανθρώπους που έμαθαν για τον γέροντα Ιάκωβο από εμένα που τους είναι πιο έντονη η πατρική του παρουσία στη ζωή τους, από ό,τι σε μένα.

Χρειάζεται όμως και η γνωριμία του πατέρα εν ζωή;

Ναι, ο δικός μου ο ρόλος ήταν τούτος. Να μιλήσω γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Ότι υπάρχουν άνθρωποι θεοφόροι, άνθρωποι που το Άγιο Πνεύμα το γνωρίζουν και συνοικεί μαζί τους. Ο γέρο Παναής ήταν ένας πνευματοφόρος άνθρωπος. Βλέπεις, ενώ μιλώ για το γέρο Παναή, αναφέρομαι στον γέρο Παΐσιο, στον γέρο Ιάκωβο. Είναι τυχαίο αυτό; Για μένα είναι το ίδιο. Οι μεν είναι Μικρασιάτες, οι δε Κύπριοι.

Εκτός από το χάρισμα της πατρότητας, ποιο άλλο χάρισμα είχε;

Σας είπα, ήταν άνθρωπος που είχε συναίσθηση του πνευματικού πατέρα, του δασκάλου. Ήξερε να διδάσκει κάποιον και να τον πείθει ν’ αγωνιστεί. Γιατί μπορεί κι εγώ κι εσύ να διδάξουμε, όμως να μην μπορούμε να πείσουμε. Αυτός ήταν καλός μαθητής και κατ’ επέκταση καλός δάσκαλος. Σε μάθαινε να μετανοείς, να μην απελπίζεσαι από τα χάλια σου. Έμπαινε σ’ αυτή τη διαδικασία άμα έβλεπε ότι είχες διάθεση μαθητείας.

Ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος είχε γέροντά του, πνευματικό του πατέρα, ένα μοναχό, το Συμεών τον Ευλαβή. Ο παππούς ο Παναής ως λαϊκός ήταν πνευματικός πατέρας. Αναλύστε μας λίγο, εξηγήστε μας το ρόλο του εξομολόγου ιερέα και αυτό του λαϊκού πνευματικού πατέρα και πώς αυτό μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη;

γέρων Παναής Ξέρω ότι και σήμερα εφαρμόζεται. Εξομολόγος είναι ο ιερέας που θα πας να εξομολογηθείς τις αμαρτίες σου και να σου διαβάσει τη συγχωρητική ευχή. Ο πνευματικός, είτε είναι ιερέας, αρχιερέας, διάκος, είτε είναι μοναχός, όπως ο π. Παΐσιος, είτε είναι λαϊκός όπως ο γέρο Παναής είναι πατέρας, με την έννοια ότι μπορεί να διδάξει τη μετάνοια, διότι τη ζει. Η μετάνοια είναι έργο του Αγίου Πνεύματος κι αυτό δεν είναι σχήμα λόγου. Αυτοί οι άνθρωποι έχοντας πνεύμα μαθητείας αφού ακούσουν στην καρδία τους τον Χριστό και το Άγιο Πνεύμα, μπορούν να γεννήσουν και να καθοδηγήσουν ανθρώπους με ασφάλεια. Όχι με διαλεκτική, όχι με κηρυγματική πρακτική, όχι με ρητορική νοησιαρχική παιδεία όπως συμβαίνει σήμερα σε πολλούς παπάδες, που είναι εξομολόγοι από τον επίσκοπό τους αλλά δεν έχουν μέσα τους την πληροφορία του Αγίου Πνεύματος.

Πόσο απαραίτητο είναι τότε να πηγαίνει ένας άνθρωπος σε τέτοιους πνευματικούς και για ποιο λόγο, εφ’ όσον ο πνευματικός πατέρας είτε ως μοναχός είτε ως λαϊκός που έχει το Άγιο Πνεύμα μπορεί να αναγεννήσει τον άνθρωπο. Εάν ο πνευματικός ιερέας δεν αναγεννά, πόσο απαραίτητο είναι να προσέρχεται κανείς κοντά του;

Εάν δεν αναγεννά, θα πηγαίνει τότε μόνο για την εξομολόγηση.

Μόνο για μια ευχή;

Όχι μόνο για ευχή, αλλά και για συμβουλές, να του πει τις εντολές του Χριστού.

Ναι, αλλά αυτές τις συμβουλές μπορεί να τις πει κι ο άλλος που ενεργεί ως πνευματικός πατέρας και δεν είναι ιερέας.

Βεβαίως! Και σιγά-σιγά θα δεις ότι ο πνευματικός-ο ιερέας που δεν έχει μέσα του την πληροφορία του Αγίου Πνεύματος δεν θα γεννά πνευματικά τέκνα, αλλά συγχυσμένους ανθρώπους. Και θα του δημιουργούν και του ιδίου πρόβλημα. Ίσως καταλάβει ότι φταίει κι αυτός τελικά και πει «Μήπως φταίω κι εγώ; Μήπως οικειοποιούμαι ένα χάρισμα το οποίο δεν το έχω μόνο και μόνο επειδή ο Δεσπότης μου έβαλε το χέρι του στο κεφάλι μου και με έκανε εξομολόγο»;

Αυτό όμως που θέλω ακριβώς να ρωτήσω είναι κατά πόσο είναι αναγκαίο να πηγαίνω σ’ έναν πνευματικό ιερέα που δεν έχει το χάρισμα εκ Θεού, εφ’ όσον έχω όντως πνευματικό πατέρα;

Είναι αναγκαίο, όπως πάμε στον ιερέα να κοινωνήσουμε. Ο ένας μαθαίνει τη μετάνοια, τη συγχώρεση. Από πού όμως θα την πάρει την άφεση των αμαρτιών; Από τον ιερέα ασφαλώς.

Η οποία όμως επενεργεί κατά ένα μαγικό τρόπο, εάν η συγχώρηση δεν σημαίνει θεραπεία.

Μα ο ιερέας είναι άνθρωπος που χορηγεί Πνεύμα Άγιο. Ο άλλος πληροφορεί περί Πνεύματος Αγίου, αλλά δεν χορηγεί.

Εξ αιτίας της χάριτος της ιεροσύνης λέτε, αλλά την καθοδήγηση και τη θεραπεία βασικά θα την κάμει ο όντως πατέρας. Εάν δε αυτά τα δύο συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο, καλύτερα βέβαια.

Δεν ξέρω αν είναι καλύτερα. Εγώ έχω ζήσει αυτό το γεγονός. Είναι και ζήτημα φύσεως, χαρακτήρων ίσως. Ενώ είχα εξομολόγο το γέροντα Ευμένιο, πήγαινα και συμβουλευόμουν πνευματικά τον γέροντα Ιάκωβο κι ο λόγος του ήταν δεσμευτικός για μένα.

Ήταν όμως και οι δύο ιερείς. Γιατί χρειαζόταν να πάτε αλλού για εξομολόγηση;

Ο χαρακτήρας μου ήταν πιο κοντά στον γέροντα Ιάκωβο. Παίζει ρόλο η φύση του ανθρώπου. Όλες είναι γυναίκες όμως μία γυναίκα παντρεύεσαι. Είναι έργο φύσεως νομίζω. Αυτό, βέβαια, δεν πρέπει να το σχηματοποιούμε. Τα παλαιά χρόνια, πάτερ, πήγαιναν να ακούσουν ένα λόγο πνευματικό στον αββά Αντώνιο. Μια φορά μονάχα πήγαιναν κι αυτός ο λόγος ήταν αρκετός για να τους κρατήσει μια ζωή. Τώρα με τις πολλές ερωτήσεις και τα πολλά πρέπει συγχύσαμε τα πράγματα. Εγώ βλέπω λαϊκούς που έχουν ωραία «κατάσταση» και τους χαίρομαι.

Υπάρχει μια ελπίδα δηλαδή. Βλέπω ότι έχετε αυτή την ελπίδα;

γέρων Παναής Βεβαίως. Υπάρχουν λαϊκοί που γνωρίζουν τη μετάνοια, η οποία έτρεφε την οικουμένη και θα την τρέφει εσαεί. Εμείς οι ιερείς έχουμε μία διακονία, αλλά πρέπει νά ’χουμε λίγη έγνοια εάν έχουμε γνωρίσει τη μετάνοια. Αυτό είναι το μήνυμά μου. Όταν βλέπουμε λαϊκούς να την έχουν γνωρίσει, να ταπεινωνόμαστε. Εγώ, πάντως, συμβουλεύομαι λαϊκούς. Δεν δίνω την εντύπωση του ανθρώπου που τα ξέρει όλα επειδή είμαι αρχιερέας. Βλέπω ότι δεν τα ξέρω, ότι κάμνω λάθη, ενώ βλέπω ανθρώπους λαϊκούς με ταπείνωση και μετάνοια. Ρώτησα κάποτε κάποιον λαϊκό πως ζει τη μετάνοια και μου είπε: «Γονατίζω κάθε βράδυ και φέρνω μπροστά μου τα αμαρτήματα της ημέρας. Μετά φέρνω τα πάθη μου, διότι για μένα τα πάθη είναι αμαρτήματα που έχουν χρονίσει μέσα μου κι επαναλαμβάνονται. Έστω κι αν προσπαθώ να τα μειώσω, να τα διώξω, εντούτοις δεν φεύγουν. Τέλος, είναι τα γονίδια…». Αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση, πάτερ. «Υπάρχουν γονίδια μέσα μου, μου είπε, που μπαίνουν από παππού σε παιδί κι από παιδί σε εγγόνι και πρέπει εγώ να βρω τα γονίδια της μάνας μου, του πατέρα μου, του παππού μου, αφού βλέπω ότι επενεργούν και μέσα σε μένα. Μετανοώ για τα λάθη εκείνων και τους σώζω και με σώζουν, γιατί μ’ αυτό τον τρόπο ταπεινώνομαι και γι’ αυτούς». Όταν βλέπεις, λοιπόν, ένα τέτοιο λαϊκό, αυτός είναι πλανεμένος;

Φωτισμένος είναι!

Φωτισμένος, βέβαια! Είπαμε προηγουμένως για το γέροντα Παναή και την παρέα που υπήρχε στην Κύπρο, την οποία ένωνε το Άγιο Πνεύμα. Αυτοί οι άνθρωποι για να έχουν αυτή τη φώτιση και να βλέπουν τα μέλλοντα, σημαίνει ότι είχαν μετάνοια. Γιατί τους διάλεξε αυτούς η Παναγία; Δηλαδή, εάν όντως πιστεύουμε στον γέροντα Παναή ότι είναι θεοφόρος άνθρωπος, τότε γιατί να μην πιστέψουμε στους σημερινούς ανθρώπους που είναι κι αυτοί λαϊκοί, αλλά δεν είναι βρακάδες. Φορούν παντελόνια, γιατί άλλαξε η μόδα ή φούστες, αν είναι γυναίκες; Ο δε γέρο Παναής έχει αφήσει στον τόπο μας ανθρώπους, που μπορεί να μη τον γνώρισαν, αλλά γνώρισαν τη ζωή του μέσα από την μετάνοια.

Ευλογία μεγάλη και ευθύνη για μας που τον γνωρίσαμε, τον ζήσαμε.

Κυρίως ευθύνη.

Μακάρι η ευχή του να μας στηρίζει και η ευχή σας να μας δυναμώνει.

Αμήν, για όλους.

Ευχαριστούμε πολύ.

Παρακαλώ.
http://eleftheros.com/


Ιερά Μητρόπολις Μόρφου

*Συνέντευξη Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου που παραχώρησε στον π. Ανδρέα Αγαθοκλέους, τη Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2012, στη Μητρόπολη Μόρφου στην Ευρύχου, με θέμα τον όσιο Γέροντα Παναή από τη Λύση.

Ασκητές μέσα στον κόσμο - Πατήρ Ευάγγελος Χαλκίδης



Πατήρ Ευάγγελος Χαλκίδης*
Ο πατήρ Ευάγγελος Χαλκίδης γεννήθηκε το έτος 1923. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από την Μαγνησία της Μικράς Ασίας. Περιπλανώμενοι μέχρι να εγκατασταθούν κάπου οριστικά, πέρασαν από την Λαμία, ενώ η μητέρα του ήταν έγκυος. Τότε γέννησε στον γυναικωνίτη του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Λαμίας. Οι ιερείς του ναού, μη θέλοντας το παιδί να φύγη αβάπτιστο από εκεί, το βάπτισαν και του έδωσαν το όνομα «Ευάγγελος» από το όνομα του ναού.
Η μεγάλη του επιθυμία και ο ζήλος που πλημμύριζε την ψυχή του από μικρό παιδί, ήταν ν’ ακολουθήση το δρόμο του Χριστού και να υπηρετήση την Εκκλησία Του. Είχε Πνευματικό του τον εσχάτως ανακηρυχθέντα άγιον Γεώργιον Καρσλίδην, ο οποίος τον καθωδηγούσε και τον προετοίμαζε για την ιερωσύνη.
Όταν ήλθε σε ηλικία γάμου ενυμφεύθη την Μικρασιατικής καταγωγής Μελαχροινή Μητράρα από την Μυτιλήνη, η οποία αργότερα ως πρεσβυτέρα σήκωσε μαζί του τον Σταυρό και ήταν γι’ αυτόν ο καλός Κυρηναίος. Ο Θεός του χάρισε έξι παιδιά. Πέντε αγόρια και ένα κορίτσι.
Στην αρχή εργαζόταν στο εργοστάσιο Σιδηροδρόμων (μηχανουργείο του ΣΕΚ). Όταν ανακοίνωσε στους συναδέλφους του ότι θα γίνη παπάς, τον ειρωνεύοντο, χτυπούσαν τενεκέδες σαν θυμιατήρι και του έκαναν και άλλα πειράγματα, αλλά δεν τον επηρέασαν αυτά. Ο πόθος και η αγάπη του για την ιερωσύνη, ωδήγησαν τα βήματά του στον τότε Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ.κ. Παντελεήμονα Α’ (Παπαγεωργίου). Στον Μητροπολίτη παρουσιάσθηκαν μαζί με τον κουμπάρο του Στέφανο Γιαννουλίδη, που ήθελε κι αυτός να ιερωθή.
Ο Δεσπότης αρχικά ήταν πολύ διστακτικός μέχρι αρνητικός, γιατί, ενώ ήσαν και οι δύο αγνοί και ενάρετοι άνθρωποι, ήταν όμως εντελώς αγράμματοι. Βλέποντας όμως ο Αρχιερεύς την απλότητά τους, την επιμονή τους και τον φλογερό πόθο τους για την ιερωσύνη, άρχισε να προβληματίζεται. Σ’ αυτό πολύ βοήθησε και η μαρτυρία δύο σπουδαίων κληρικών: Του π. Λεωνίδα Παρασκευοπούλου (μετέπειτα Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης) και του π. Φωτίου Σταμοπούλου, του πνευματικού του Ευαγγέλου, που πήγαινε μετά την κοίμηση του οσίου Γεωργίου Καρσλίδη. Ζήτησε, λοιπόν, ο Δεσπότης να του φέρουν ένα βιβλίο κι έβαλε τους δύο υποψηφίους να διαβάσουν. Αλλά τι να διαβάσουν, αφού δεν ήξεραν γράμματα; Τότε τους λέγει: «Μα εσείς δεν ξέρετε γράμματα. Πώς θα γίνετε παπάδες;». Ο Ευάγγελος τα έχασε. Έσκυψε το κεφάλι μη μπορώντας να πη κουβέντα. Τους έσωσε όμως το θάρρος του Στεφάνου, που απάντησε: «Δέσποτα, όταν πάη κάποιος στην αγορά, βρίσκει και φτηνά ψάρια, βρίσκει και ακριβά ψάρια, αλλά ψάρια είναι και τα δύο. Ε, εμείς είμαστε από τα φτηνά ψάρια». Αυτά τα λόγια έκαμψαν τον Δεσπότη και τους είπε: «Πηγαίνετε να ετοιμάσετε τα ράσα σας».
Ο πατήρ Ευάγγελος φοίτησε στο «Διετές Κατώτερον Εκκλησιαστικόν Φροντιστήριον» της Θεσσαλονίκης και ως ιεροσπουδαστής εχειροτονήθη διάκονος στις 2 Αυγούστου 1952 στον ιερό ναό Αναλήψεως Θεσσαλονίκης και πρεσβύτερος στις 13 Αυγούστου του ιδίου έτους στον Ιερό Μητροπολιτικό ναό Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά από τον βοηθό Επίσκοπο της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης Επίσκοπο Μυρέων κ.κ. Τιμόθεο Ματθαιάκη (τον μετέπειτα Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής και μετά ταύτα Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας). Ο π. Ευάγγελος όχι μόνο έμαθε να διαβάζη, αλλά και να ψέλνη γλυκύτατα και να κηρύττη με απλά λόγια ώστε να μιλά κατ’ ευθείαν στις καρδιές των ανθρώπων.
Αρχικά διωρίσθηκε εφημέριος του ιερού ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου Λοφίσκου της επαρχίας Λαγκαδά (τότε η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης ήταν ενιαία), με την εντολή να εξυπηρετή τις θρησκευτικές ανάγκες των χριστιανών των χωριών Αρετής και Δρυμιάς και αργότερα της Μικροκώμης. Λειτουργούσε μία Κυριακή στον Λοφίσκο και μία στην Αρετή. Τότε τα δύο αυτά χωριά αποτελούσαν μία Κοινότητα. (Τα’ άλλα δύο ήταν μικρά χωριά).
Στην ενορία του Λοφίσκου συνάντησε πολλές δυσκολίες από την πρώτη μέρα που πήγε. Η ψυχρότατη υποδοχή, η πρωτοφανής αδιαφορία και το αφιλόξενο των κατοίκων δεν του έκαμψαν το φρόνημα· τ’ αντιμετώπισε με μεγάλη υπομονή και πολλή αγάπη.
Τόσο πολύ στενοχωρείτο για την θρησκευτική ακαταστασία που υπήρχε εκεί, ώστε εκλονίσθη η υγεία του κι έπαθε έλκος στομάχου. Αυτό τον ωδήγησε να ζητήση από το Μητροπολίτη μετάθεση σε άλλη ενορία. Πράγματι στις 31 Μαΐου 1956 ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης τον απέσπασε στον ιερό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πεύκων και στις 23 Ιουνίου του ιδίου έτους τον μετέθεσε στον ιερό ναό αγίου Γεωργίου της Κοινότητος Αγίου Βασιλείου Λαγκαδά, όπου και υπηρέτησε με φόβο Θεού μέχρι τις 30 Ιανουαρίου 1987, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.
Ο πατήρ Ευάγγελος έζησε θεοφιλώς και θεαρέστως καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του, αγαπώντας το ποίμνιό του και θυσιάζοντας την ζωή του υπέρ αυτού. Πλήθος κόσμου ανεπαύετο κάτω από το πετραχήλι του. Ο Μητροπολίτης Λαγκαδά κ. Σπυρίδων τον αγαπούσε και τον εκτιμούσε ιδιαιτέρως, γιατί ήταν παράδειγμα ιερέως. Άφησε μνήμη αγαθού ανδρός. Ήταν όντως ενάρετος και μοσχοβολούσε αγιότητα.
Ήταν μία αγιασμένη μορφή. Το σώμα του ήταν ασκητικό, περιβεβλημένο με το φτωχικό του ράσο. Το πρόσωπό του φωτεινό. Ακτινοβολούσε την λαμπρότητα της ευλογημένης ψυχής του. Τα χείλη του ψέλλιζαν πάντοτε λόγια προσευχής.
Λίγοι άνθρωποι υπήρξαν τόσο ελεήμονες, όσο ο πατήρ Ευάγγελος. Χόρτασε νηστικούς, ξεδίψασε διψασμένους, έντυσε γυμνούς, βοήθησε αρρώστους κι αυτά πάντοτε κρυφά. Ήταν μία πνευματική τράπεζα, τα αγαθά της οποίας εγεύοντο όλοι όσοι τον πλησίαζαν.
Κατά τα έτη ’67-’68, τότε που ο κόσμος είχε φτώχεια και ξενητεύονταν, ένα πιάτο φαγητό ή ένα ρούχο χρησιμοποιημένο είχαν αξία για τους φτωχούς. Ο π. Ευάγγελος πήγαινε στις δώδεκα με μία τα μεσάνυχτα, με τα δέματα στην πλάτη του και τα άφηνε έξω από τις πόρτες των φτωχών οικογενειών που ήξερε στην Θεσσαλονίκη.
Κάποτε κατέβηκε στην αγορά να ψωνίση για την οικογένειά του και είχε στην τσέπη του μόνο 5 δραχμές. Στον δρόμο ένα γεροντάκι του ζήτησε βοήθεια και ο π. Ευάγγελος του έδωσε το τάλληρο. Γύρισε στο σπίτι του χωρίς ψώνια. Η παπαδιά που περίμενε τα ψώνια για να μαγειρέψη, τον ρώτησε πώς γύρισε τόσο γρήγορα και πού είναι τα ψώνια. Της απάντησε: «Ε, παπαδιά μου, τι να σου πω τώρα… άστα μην τα ψάχνης. Άλλη φορά θα ψωνίσω. Τώρα δεν έχω λεφτά». Σε λίγη ώρα χτυπά την πόρτα κάποιος που του ζητουσε να κάνη αγιασμό. Έκανε τον αγιασμό, και ο άνθρωπος του έδωσε 20 δραχμές. «Ταλληράκι έδωσα, εικοσάρικο πήρα», έλεγε χαμογελώντας και ψώνισε για την οικογένειά του.
Ο παπα-Βαγγέλης πήγαινε και ζητούσε από καταστήματα της Θεσσαλονίκης παπούτσια και ρούχα παλαιά που δεν επωλούντο, και τα μοίραζε σε φτωχές οικογένειες της ενορίας του. πήγε και στον Καρύδα (γνωστός μεγαλέμπορος υποδημάτων), αλλά εκείνος δεν τον πολυπίστεψε και είπε ότι θα πάει ο ίδιος την Κυριακή να τα μοιράση με τα χέρια του. Πράγματι την Κυριακή, μόλις τελείωσε την θεία Λειτουργία, όπως συνήθιζε, χτύπησε την καμπάνα και ήρθαν οι φτωχοί. Ο Καρύδας τους μοίρασε τα παπούτσια και συγκινήθηκε πολύ από την φτώχεια του κόσμου που είδε. Την επόμενη Κυριακή έφερε πάλι καλύτερα παπούτσια και στο εξής έγινε φίλος του π. Ευαγγέλου και πολύ πιστός.
Κάποια φορά ο Καρύδας κοινώνησε και, όταν πήρε αντίδωρο, είδε πάνω του δύο στίγματα από αίμα. Δεν το έφαγε και στο τέλος το έδειξε στον π. Ευάγγελο και ζητούσε μία εξήγηση. Ο π. Ευάγγελος δεν έβλεπε αίμα, ούτε και οι άλλοι. Τότε του είπε ο π. Ευάγγελος: «Το είδες μόνο εσύ το θαύμα, για να πιστέψης ότι το Αντίδωρο είναι αντί του Δώρου, που είναι η θεία Κοινωνία, αναίμακτος φαινομενικά για την αδυναμία μας, όμως είναι κανονική θυσία. Δίνεται από το χέρι του ιερέως που έκανε τη θυσία. Όλων το Αντίδωρο είναι ίδιο, όμως εσύ είχες την ευλογία να το δης με στίγματα αίματος».
Όταν ήταν εφημέριος στην Αρετή, η πολυμελής οικογένειά του ζούσε μέσα στην φτώχεια. Κάποια μέρα που επέστρεψε στο σπίτι, η πρεσβυτέρα του είπε πως έμειναν από ψωμί και τα παιδιά κλαίνε, γιατί πεινούν. Ο παπα-Βαγγέλης πήγε κατ’ ευθείαν στην Εκκλησία. Γονάτισε μπροστά στην Αγία Τράπεζα και με δάκρυα στα μάτια άρχισε να προσεύχεται. Δεν πρόλαβε να τελειώση την προσευχή και μία χωριανή, που εκείνη την ώρα ξεφούρνιζε, πήγε ένα καρβέλι ψωμί στο σπίτι του παπα-Βαγγέλη. Γι’ αυτό ο ίδιος έλεγε: «Όσο εγώ προσευχόμουν μπροστά στην Αγία Τράπεζα, η γειτόνισσα χτυπούσε την πόρτα του σπιτιού  κρατώντας ένα ζεστό ψωμί».
Μία χειμωνιάτικη μέρα πήγε ο παπα-Βαγγέλης με δύο παιδιά του στο Σοχό για δουλειές. Τα παιδιά του περπατούσαν ξυπόλυτα πάνω στα χιόνια. Βλέποντάς τα κάποιος μαγαζάτορας που πουλούσε παπούτσια, τα λυπήθηκε. Φώναξε τον παπά και του έδωσε δύο ζευγάρια παπούτσια για τα παιδιά του. Αυτά χαρούμενα τα φόρεσαν και καμάρωναν για το δώρο τους. Λίγο πιο πέρα είδαν μία γριούλα που κρατούσε από το χέρι το εγγονάκι της, που κι αυτό περπατούσε ξυπόλυτο μέσα στα χιόνια. Τόσο πολύ το λυπήθηκε ο παπα-Βαγγέλης το παιδάκι, που έβγαλε τα παπούτσια από το ένα παιδί του και τα έδωσε στο ξένο παιδάκι, που τα πήρε με χαρά και τα φόρεσε.
Ο πατήρ Ευάγγελος ήταν ευλογημένος «εκ κοιλίας μητρός», γι’ αυτό και η Παναγία τον αξίωσε να γεννηθή μέσα στο ναό της. Αλλά κι αυτός την ευλαβείτο και την υπεραγαπούσε. Ήταν άκρως φιλομόναχος και φιλοαγιορείτης. Συχνά πήγαινε στο Άγιον Όρος. Έπαιρνε από την Θεσσαλονίκη ράσα, ζωστικά, κάλτσες, γυαλιά πρεσβυωπίας, φανέλλες και όποιον φτωχό μοναχό εύρισκε, όλο και κάτι του έδινε. Μπορεί ο ίδιος να μην είχε να φορέση καινούρια ράσα, αλλά τους Αγιορείτες πατέρες πάντοτε τους εφωδίαζε με ευλογίες. Η υπερβολική αγάπη του για την Παναγία ωδηγούσε τα βήματά του συχνά στην Πορταΐτισσα της Μονής Ιβήρων, που ήταν το αγαπημένο του μοναστήρι.
Ο παπα-Βαγγέλης ήταν κατ’ εξοχήν άνθρωπος της προσευχής και της ησυχίας. Όταν αξιώθηκε να χτίση σπίτι στον Άγιο Βασίλειο, έκτισε και οικογενειακό Εκκλησάκι που το αφιέρωσε στην αγία Αναστασία την Φαρμακολύτρια. Το Εκκλησάκι αυτό, που ευωδιάζει μέχρι σήμερα, θυμίζει ναούς αγιορείτικων καλυβών. Μέσα εκεί αγρυπνούσε καθημερινά κάνοντας τον κανόνα του, σαν να ήταν μεγαλόσχημος μοναχός. Ακόμα σώζεται δίπλα στο αναλόγιο το ακουμπιστήρι, που χρησιμοποιούσε στις αγρυπνίες του.
Πίσω από το σπίτι του, σε ανεξάρτητο κτίσμα, έκανε ένα δωμάτιο και μία κουζίνα, για να ζη, όπως έλεγε, «κατά μόνας» σε περιόδους νηστείας και όχι μέσα στην πολυκοσμία του σπιτιού του.
Το σπιτάκι του στο χωριό το ωνόμαζε Αγία Άννα, διότι έμοιαζε με τα Κελλιά της Σκήτης Αγίας Άννης στο Άγιον Όρος, που τόσο αγαπούσε.
Στην Αρετή υπήρχε παλιά ένα τζαμί, το οποίο οι κάτοικοι είχαν χωρίσει στα δύο. Το ένα μέρος το χρησιμοποιούσαν ως παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου και το άλλο ως Σχολείο. Ο π. Ευάγγελος πήγαινε τακτικά σ’ αυτό το παρεκκλήσι για να κάνη Όρθρο κι Εσπερινό. Πηγαίνοντας, λοιπόν, παραμονή του Ψυχοσάββατου του 1954 μαζί με μία ενορίτισσά του στο ναό για να αφήσουν ένα ψυχοχάρτι, είδαν το ναό φωτισμένο και κάποιον κληρικό να ψέλνη μελωδικότατα στο αναλόγιο, ο οποίος μόλις τους είδε, μπήκε στο Άγιο Βήμα, πήρε τα Τίμια Δώρα, τα ύψωσε στον ουρανό και χάθηκε. Ο παπα-Βαγγέλη έμεινε άναυδος. Παρακολουθούσε εκστατικός τα δρώμενα. Μπήκε μέσα στο Ιερό για να αφήση το χαρτί. Είδε ότι δεν υπήρχε κανείς. Κατάλαβε ότι ήταν ο άγιος Νικόλαος. Ταράχθηκε πολύ. Έτρεξε αμέσως στο σπίτι του και μόλις μπήκε μέσα, λιποθύμησε. Όταν αργότερα συνήλθε, δεν μπορούσε να μιλήση. Για τρεις ημέρες είχε χάσει την φωνή του. Του έμεινε μόνιμα ένα μικρό τσέβδισμα, για να του θυμίζη πάντα ότι με τα ίδια του τα μάτια είδε υπερφυσικές καταστάσεις.
Μία χρονιά ο παπα-Βαγγέλης με τον κουμπάρο του τον παπα-Στέφανο πήγαν στους Αγίους Τόπους. Την ημέρα που πήγαν στον Πανάγιο Τάφο, θα λειτουργούσε ο ίδιος ο Πατριάρχης κ.κ. Βενέδικτος πάνω στο Ζωοδόχο Τάφο του Κυρίου μας. Υπήρχαν χιλιάδες προσκυνητές μεταξύ των οποίων και πολλοί κληρικοί. Με πολύ πόθο και αγωνία στρέφεται ο πατήρ Ευάγγελος προς τον πατέρα Στέφανο και του λέει: «Αχ, παπα-Στέφανε, να μπορούσαμε να λειτουργήσουμε κι εμείς μαζί με τον Πατριάρχη πάνω στον Πανάγιο Τάφο!». Δεν πρόλαβε να τελειώση τα λόγια του και γυρίζοντας προς αυτούς ο Πατριάρχης και δείχνοντάς τους  με το χέρι του τους λέει: «Εσύ κι εσύ ελάτε να λειτουργήσετε μαζί μου». Χαράς ευαγγέλια και για τους δύο ευλαβέστατους πατέρες. Όταν ανεφέρετο σ’ αυτό το γεγονός ο π. Ευάγγελος έλεγε με καμάρι: «Μεγάλη ευλογία. Μας διάλεξε ο Πατριάρχης ανάμεσα από τόσους ιερείς, για να λειτουργήσουμε μαζί του πάνω στον Πανάγιο Τάφο». Γι’ αυτό και στο σπίτι του, σε περίοπτη θέση, είχε μια μεγάλη φωτογραφία του μακαριστού Πατριάρχου, για να του θυμίζη πάντοτε αυτήν την μεγάλη ευλογία.
Ο π. Ευάγγελος λειτουργούσε συχνά. Συνήθιζε, όταν λειτουργούσε, να φορά λιτά άμφια και μάλιστα πολλές φορές διαφορετικού χρώματος. Δηλαδή, άλλο χρώμα στιχάρι, άλλο χρώμα πετραχήλι, άλλο φελόνιο κλπ.
Κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας απέφευγε να μιλά. Ιδίως μετά τον καθαγιασμό, κρατούσε σιωπή και είχε βαθειά κατάνυξη. Την ώρα που κοινωνούσε αναλυόταν σε δάκρυα. Προσπαθούσε να μην καταλάβουν οι άλλοι ότι έκλαιγε, αλλά καθώς σκούπιζε τα δάκρυα γινόταν αντιληπτός. Όταν τον ρωτούσε κάποιος: «Πάτερ, κλαις;», απαντούσε: «Όχι, παιδί μου. Φαίνεται κάποιο σκουπιδάκι μπήκε στο μάτι μου». Αυτή η απάντηση επανελαμβάνετο συνεχώς. Οπότε μία φορά του είπε: «Πάτερ, σε κάθε Λειτουργία όλο σκουπιδάκια μπαίνουν στα μάτια σου;». Τότε ο ευλογημένος αυτός λειτουργός του Υψίστου χαμογέλασε και κατακόκκινος έσκυψε το κεφάλι του. Ποιος ξέρει τι θείες καταστάσεις και εμπειρίες είχε, ή τι έβλεπε κατά την ώρα του «Πρόσχωμεν» και έκλαιγε πάντοτε μετά πολλών δακρύων!
Είχε και μία καλή ιερατική στολή, την οποία κρατούσε για την ημέρα του θανάτου του, και πάντοτε έλεγε: «Όταν πεθάνω, να μου φορέσετε ολόκληρη τη στολή κι όχι μόνο το πετραχήλι. Εκεί πάνω που θα πάω, δεν θα πάω για αγιασμό αλλά για λειτουργία».
Την Μεγάλη Σαρακοστή κοινωνούσε στις Προηγιασμένες που τελούσε στην Εκκλησία του και μέχρι την επόμενη φορά που θα έκανε Λειτουργία δεν έτρωγε τίποτε άλλο παρά έβρεχε κουκιά και έτρωγε λίγα κάθε μέρα.
Ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι ο π. Ευάγγελος ήρθε με το λεωφορείο από την ενορία του στην Θεσσαλονίκη. Είχε ένα σπιτάκι κοντά στην Παναγία Φανερωμένη, όπου έμεναν οικογενειακώς. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη και ο ευλογημένος ιερεύς, κουρασμένος και ιδρωμένος καθώς ήταν, άνοιξε το παράθυρο και ξάπλωσε λίγο να ξεκουραστή. Καθώς το παράθυρο ήταν ανοιχτό, έμπαινε ο αέρας και ανέμιζε την κουρτίνα. Όπως ήταν σε κατάσταση ημιεγρήγορσης βλέπη να μπαίνη ξαφνικά από το παράθυρο ένα παλληκάρι και του λέει: «Πάτερ, ήρθα να μείνω εδώ». Του απαντά τότε ο παπα-Βαγγέλης: «Βρε, παιδί μου, πού να μείνης εδώ; Το σπίτι είναι μικρό. Έχω έξι παιδιά και δύο εγώ και η παπαδιά, είμαστε οκτώ άτομα. Εμείς δύσκολα χωράμε. Πού να σε βάλω να μείνης;». Το παλληκάρι επανέλαβε: «Πάτερ, ήρθα να μείνω στο σπίτι σου και θα μείνω». Εκείνη την ώρα χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού. Πήγε και άνοιξε. Ήταν μία ηλικιωμένη μοναχή κι ένας επίσης ηλικιωμένος ιερέας. Η μοναχή κρατούσε στα χέρια της μία λειψανοθήκη. Του είπε: «Πάτερ, εδώ έχουμε το χέρι του αγίου Παντελεήμονος. Το είχαμε στο μοναστήρι μας. Εμείς κάποια μέρα θα πεθάνουμε και το Μοναστήρι θα κλείσει. Έχουμε ακούσει για σένα. Μάθαμε πως αγαπάς πολύ τους Αγίους και φέραμε το χέρι του αγίου Παντελεήμονος να σου το παραδώσουμε για να το φυλάξης». Τότε ο π. Ευάγγελος κατάλαβε ότι ο νέος που του είχε παρουσιασθή προ ολίγου ήταν ο άγιος Παντελεήμων.
Όταν πήγαινε σε αρρώστους έπαιρνε μαζί του και το Λείψανο του αγίου Παντελεήμονος για να τους σταυρώνη. Όποτε άνοιγε την λειψανοθήκη, τα Λείψανά του ευωδίαζαν.
Είχε αρκετά άγια Λείψανα που ήρθαν στην κατοχή του με θαυμαστό τρόπο. Συνήθως ενεφανίζοντο στον ύπνο του οι άγιοι και στον κάτοχο των ιερών λειψάνων και μ’ αυτόν τον τρόπο εγίνοντο οι γνωριμίες και οι ανταλλαγές των λειψάνων.
Μία ηλικιωμένη μοναχή που έμενε στην Καλαμαριά είχε άγια Λείψανα των πέντε Μαρτύρων. Ήταν μόνη και ήθελε να βρη κάποιον άνθρωπο ευλαβή να του τα δώση. Έκανε προσευχή με αυτό το αίτημα. Παρουσιάστηκαν οι Άγιοι σε όνειρο στην μοναχή και της είπαν ότι θα ‘ρθη ένας παπάς να του δώσης τα Λείψανα. Επίσης στον π. Ευάγγελο του είπαν να πάη στο τάδε σπίτι, τον περιμένει μία μοναχή για να του δώση τα Λείψανά τους. Πήρε το λεωφορείο βρήκε το σπίτι και την μοναχή να τον περιμένη στην αυλόπορτα. Ενώ από πριν δεν γνώριζε ο ένας τον άλλο, μόλις συναντήθηκαν ήταν σαν αν εγνωρίζοντο από χρόνια και του έδωσε τα άγια Λείψανα. Ο π. Ευάγγελος τα έβαλε σε ένα κελίφι (σαν μαξιλαροθήκη), τα έκρυψε κάτω από τα ράσα του και τα έφερε στο χωριό. Τα τοποθέτησε πάνω στην Αγία Τράπεζα, αλλά δεν ήξερε ποιο Λείψανο ανήκει στον κάθε Άγιο. Έγραψε σε χαρτάκια τα ονόματα των Αγίων και τάβαλε μαζί με τα άγια Λείψανα. Έκανε Παράκληση και βρήκε το κάθε χαρτάκι να είναι μαζί με ένα Λείψανο. Με αυτόν τον τρόπο πληροφορήθηκε σε ποιον Άγιο ανήκει το κάθε Λείψανο.
Επειδή είχε πολλά Λείψανα Αγίων έκαιγε στο σπίτι του καντηλάκι ακοίμητο. Είχε ένα δοχείο με λάδι και έπαιρνε το λάδι για το φαγητό και για το καντήλι από ένα βρυσάκι που είχε στο κάτω μέρος του δοχείου. Κάποτε που το λάδι τελείωνε η παπαδιά του είπε ότι πρέπει να μαγειρέψη. Ο π. Ευάγγελος δεν της απάντησε, γιατί δεν ήθελε να μείνη το καντήλι σβηστό. Η παπαδιά ξαναρώτησε και της απάντησε κάπως δυσαρεστημένος: «Πάρε το λάδι που θέλεις και ας μεριμνήσουν οι άγιοι για το καντήλι τους». Δεν πέρασε πολλή ώρα και κάποιος του έφερε ένα δοχείο λάδι, λέγοντας: «Πάτερ, εμείς φεύγουμε για Γερμανία και σου φέραμε λαδάκι για τους Αγίους». Το βράδυ του εμφανίστηκαν οι Άγιοι και του είπαν: «Εμείς μεριμνήσαμε για το λάδι μας. Εσύ από τώρα και στο εξής θα παίρνεις και θ’ ανάβεις το καντήλι μας χωρίς να ξανανοίξης το καπάκι του δοχείου να δης αν έχη λάδι». Ανέφερε στην παπαδιά αυτό που είδε. Υπακούοντας δεν  ξανάνοιξε το καπάκι να δη αν έχη λάδι. Για πολλά χρόνια δεν τελείωνε το λάδι από το δοχείο, και πλέον απ’ αυτό το λάδι δεν ξανάβαλε στο φαγητό.
Στους σεισμούς του 1978 έπαθε μεγάλη ζημιά ο ναός της ενορίας του και απεφάσισε να κτίση καινούρια Εκκλησία, αλλά στο μέσον του χωριού, διότι το χωριό είχε επεκταθή και μερικοί απομακρυσμένοι εδυσκολεύοντο να πηγαίνουν στην Εκκλησία. τον παλαιό ναό, που ήταν κοιμητηριακός ναός, θα τον ανακαίνιζε. Συνάντησε πολλά εμπόδια. Μερικοί δεν ήθελαν να κτισθή η Εκκλησία. Ενώ ο παπα-Ευάγγελος γύριζε στα χωριά και μάζευε σιτάρι και καλαμπόκι, τα πουλούσε και με τα χρήματα αυτά πλήρωνε το συνεργείο για να ανοίξη τα θεμέλια. Τη νύχτα κάποιοι που αντιδρούσαν πήγαιναν και τα σκέπαζαν με χώμα. Εξωδεύοντο άσκοπα τα χρήματα που με τόσο κόπο συγκεντρώνοντο, αλλά βοήθησε ο Θεός και η Εκκλησία τελείωσε.
Κάποιος όμως δεν ησύχασε και συκοφάντησε τον καλό και άμεμπτο π. Ευάγγελο για ηθική πτώση και μάλιστα διέδιδε ότι ο ίδιος ήταν αυτόπτης μάρτυς. Το θέμα έφθασε στην Αστυνομία, στον Δεσπότη και έγινε δικαστήριο. Σ’ όλο αυτό το διάστημα ο π. Ευάγγελος ήταν στενοχωρημένος και πικραμένος. Προσευχόταν πολύ και απέφευγε να κυκλοφορή στο χωριό. «Μέχρι να γίνη το δικαστήριο είχα μεγάλη αγωνία. Δεν ήξερα τι να κάνω. Και αθώος ήμουν και είχα γίνη ρεζίλι», έλεγε.
Στο δικαστήριο ο κατήγορος αισθάνθηκε την ενοχή του, ωμολόγησε ότι συκοφάντησε τον παπα-Βαγγέλη και ενώπιον όλων του ζήτησε συγχώρηση. Μόλις είπε αυτά ο κατήγορος στράβωσε η σιαγόνα του προς τα δεξιά, η γλώσσα έμεινε έξω κρεμασμένη σαν προβοσκίδα και δεν μπορούσε πλέον να μιλήση.
Ρώτησε ο πρόεδρος του δικαστηρίου τον π. Ευάγγελο τι ήθελε να κάνουν τον κατήγορο και απάντησε: «Να τον αθωώσετε, δεν θέλω τίποτε άλλο». Πράγματι αθώωσαν τον κατήγορό του και ο ίδιος δεν ζήτησε κάποιο χαρτί που να πιστοποιή την αθωότητά του.
Τριάντα ένα ολόκληρα χρόνια ο αείμνηστος πατήρ Ευάγγελος υπηρέτησε την ενορία του με φόβο Θεού. Πολεμήθηκε σκληρά από πολλούς πειρασμούς, ιδίως την περίοδο που έχτιζε το νέο ναό. Όσο όμως τον πίκραιναν και τον συκοφαντούσαν, τόσο ο Θεός τον βοηθούσε και τον χαρίτωνε. Πέρασε τόσο μεγάλες στενοχώριες, που πάντοτε έλεγε: «Τα γένια μου  άσπρισαν μέσα σ’ ένα βράδυ. Κοιμήθηκα με μαύρα γένια και ξύπνησα με άσπρα».
Πολλά θαύματα συνέβησαν κατά την ανέγερση του ναού. Ο Θεός ποτέ δεν τον άφησε. Η βοήθειά Του ήταν εμφανέστατη, διότι του έστελνε απρόσμενα οικονομική ενίσχυση.
Δίπλα από το ναό περνούσε η εθνική οδός Θεσσαλονίκης-Καβάλας. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που βλέποντας την ανέγερση του ναού, σταματούσαν κάποιοι διερχόμενοι και του έδιναν φακέλλους με χρήματα για να συνεχίση το έργο. Έπρεπε κάθε Σάββατο να πληρώνη τους μαστόρους, αλλά κάποιο Σάββατο δεν είχε χρήματα. Έλεγε στον αρχιμάστορα: «Το Σάββατο, παιδί μου, θα σε πληρώσω». Έκανε προσευχή και πίστευε ότι ο Θεός δεν θα τον αφήση χρεωμένο και εκτεθειμένο. Είχε φτάσει το απόγευμα του Σαββάτου και του π. Ευαγγέλου «εξέλιπον οι οφθαλμοί του από του ελπίζειν αυτόν επί τον Θεόν του». Καθόταν συγκινημένος και προσευχόμενος. Αλλά η ελπίδα «των πενήτων ουκ απωλείται εις τέλος». Ξαφνικά σταμάτησε ένα αυτοκίνητο και ένα νέο ζευγάρι αναζήτησε τον π. Ευάγγελο. Του είπαν: «Πάτερ, εμείς είμαστε από Αλεξανδρούπολη. Αυτόν τον δρόμο τον κάνουμε συχνά και τώρα που παντρευτήκαμε, είπαμε να κάνουμε μία δωρεά για το ναό που κτίζετε. Περνούμε από δω πολλές φορές και το είχαμε τάμα». Και έδωσαν 50.000 δρχ. Πλήρωσε 40.000 τους μαστόρους και του έμειναν και 10.000 δρχ. Εδόξασε τον Θεό, ευχαρίστησε τους ανθρώπους και ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο η εμπιστοσύνη του στην θεία Πρόνοια.
Οι επίτροποι έλεγαν στον παπα-Βαγγέλη να μην δηλώνουν όλα τα χρήματα στην Μητρόπολη για να τελειώση η Εκκλησία. Ο παπα-Βαγγέλης δεν συμφωνούσε και τους έλεγε: «Όχι, βρε παιδιά, πρέπει να είμαστε καθαροί και τίμιοι». Και ενώ ήταν τόσο προσεκτικός, κάποιοι δυστυχώς τον κατηγόρησαν ότι καταχράστηκε χρήματα!
Ο ίδιος αρκείτο στον μισθό του, που ένα μέρος του το διέθετε για τους απόρους ενορίτες του. Όταν μάθαινε πως μία οικογένεια είχε ανάγκη, έδινε χρήματα σε δικά του πρόσωπα, τα έστελνε ν’ αγοράσουν τρόφιμα ή φάρμακα και να τα πάνε στην οικογένεια που είχε ανάγκη, βέβαια χωρίς να γνωρίζη κανένας άλλος, παρά μόνο ο Θεός. Δεν ήταν λίγες οι φορές, που μέχρι και τα εισιτήρια του λεωφορείου έδινε σ’ αυτούς που τον επισκέπτοντο, για να λειτουργηθούν ή  να εξομολογηθούν. Επίσης από τον μισθό του πάντα ένα μέρος το έδινε για την ανέγερση του ναού. Όταν δε, τότε που έχτιζε το σπίτι του, με επιμονή της πρεσβυτέρας του σταμάτησε να δίνη από τον μισθό του, γιατί οι ανάγκες τους ήταν μεγάλες, ο ευλογημένος λευΐτης δεν ησύχασε. Η προσευχή του δεν πήγαινε καλά. Δεν ένιωθε αναπαυμένος. Έτσι είπε μία μέρα στην πρεσβυτέρα: «Βρε παπαδιά, δεν μπορώ έτσι. Νιώθω τις πόρτες του ουρανού κλειστές» και συνέχισε να δίνη. Άλλοτε με τα χρήματα που πήρε από τον μισθό του ως δώρο του Πάσχα, πήγε και αγόρασε ένα προσκυνητάρι για το ναό. Μέχρι σήμερα το προσκυνητάρι αυτό είναι γνωστό ως «το προσκυνητάρι του παπα-Βαγγέλη».
Έψαχνε να βρη εργασία στον γυιό του και σκέφθηκε τα διυλιστήρια Έσσο Πάπας. Όμως δεν ήξερε κανέναν και εδυσκολεύετο να πάη να ρωτήση. Κάποια μέρα εσκέπτετο το Τίμιο Ξύλο και τα λείψανα των Αγίων που είχε μέσα στον Σταυρό που φορούσε και του ήρθε μία εσωτερική ώθηση να πάη στον διευθυντή των διυλιστηρίων να τον παρακαλέση για τον γυιό του. Σκέφτηκε: «Άνθρωπος είναι κι αυτός σαν και μένα. Γιατί να διστάσω; Θα το πω και έχει ο Θεός». Πράγματι πήγε και οι φύλακες τον χαιρέτησαν, του άνοιξαν τις πόρτες και του έκαναν υπόκλιση. Τον ωδήγησαν στον διευθυντή και εκείνος τον άκουσε δέχτηκε το αίτημά του και προσέλαβε στην εργασία αμέσως τον γυιό του.
Κάποια ηλικιωμένη 85 ετών ταλαιπωρείτο χρόνια με τους γιατρούς. Τα πόδια της είχαν πληγές με πύον, πονούσε και δεν μπορούσε να περπατήση. Με έναν γνωστό της παρεκάλεσε τον παπα-Βαγγέλη να της διαβάση ευχή. Εκείνος πρόθυμος πήρε το Λείψανο του αγίου Παντελεήμονος, την σταύρωσε και της διάβασε ευχή. Φεύγοντας της λέει: «Αν έχης πίστη θα γίνεις καλά». Απάντησε: «Έχω πίστη στον Άγιο που έφερες μαζί σου». Τα πόδια της κυρίας Αρτέμιδος άρχισαν να καλυτερεύουν μέχρι που έγιναν τελείως καλά.
Αρρώστησε η πρεσβυτέρα του με καρκίνο στον μαστό που έκανε μεταστάσεις σε όλο το σώμα της. Οι γιατροί είπαν ότι δεν υπάρχει ελπίδα, σε λίγο καιρό θα πεθάνει. Ο παπα-Βαγγέλης πήρε το Λείψανο του αγίου Παντελεήμονος και πήγε στο Νοσοκομείο να την διαβάση. Τον είδε ένας γιατρός, θύμωσε και του μίλησε περιφρονητικά: «Παπά μου, με τα κόκκαλα αυτά πας να κάνης την ασθενή καλά; Είσαι στα καλά σου;». Ο παπα-Βαγγέλης, χωρίς να απαντήση, ήρεμα έκανε την δική του θεραπεία στην άρρωστη παπαδιά, με αποτέλεσμα αν γίνη καλά και να ζη μέχρι σήμερα. Τη νύχτα παρουσιάστηκε στον γιατρό ο άγιος Παντελεήμων και αυτός άρχισε να τρέμη. Ο Άγιος του είπε: «Εσύ με έδιωξες, αλλά αν δεν μετανοιώσης, θα πάθεις χειρότερα». Αμέσως ξύπνησε και δεν μπορούσε να ησυχάση. Έψαξε, βρήκε τον π. Ευάγγελο αργά το βράδυ, ζήτησε συγχώρηση, προσκύνησε το Λείψανο του αγίου Παντελεήμονος και σταμάτησε η τρεμούλα του, που «πριν έτρεμε σαν κομπρεσέρ», όπως είπε ο π. Ευάγγελος. Από τότε κάθε χρόνο ο γιατρός στην μνήμη του αγίου Παντελεήμονος πήγαινε να προσκυνήση το Λείψανό του και να τον ευχαριστήση γιατί τον έφερε κοντά στον Χριστό και έγινε πιστός, από άπιστος που ήταν.
Κάποια φορά επισκέφτηκε τον π. Ευάγγελο στο σπίτι του μία κυρία για να εξομολογηθή μαζί με τον γυιό της που ήταν πολύ καλό παιδί και εξωμολογείτο στον παπα-Βαγγέλη. Η μάννα πρώτη φορά πήγαινε από περιέργεια. Όταν μπήκε και την είδε ο π. Ευάγγελος, τα έχασε. Τα καθαρά και πνευματικά του μάτια έβλεπαν τα αθέατα στους πολλούς. Είδε να κουβαλά στην πλάτη της τον διάβολο, που είχε τρίχες στο πρόσωπο, μάτια άγρια, και δόντια σαν άγριος χιμπατζής. Εξαγριώθηκε ο π. Ευάγγελος και την έδιωχνε. Μάλωνε όχι αυτήν αλλά το δαιμόνιο, που δεν έφευγε από πάνω της. Αυτή είχε ασχοληθή με μάγια και ήρθε με πονηριά στον παπα-Βαγγέλη για να αποκόψη το παιδί της από την επικοινωνία του με τον πνευματικό του.
Επίτροπος που συνεργάστηκε μαζί του για πολλά χρόνια διηγήθηκε το εξής: «Κάποιο απόγευμα είδα να μπαίνη στο ναό ένα παλληκάρι που το βαστούσαν. Μόλις πατούσε στα πόδια του. Είχαν έρθει από τα χωριά του Λαγκαδά. Ο παπα-Βαγγέλης τον διάβασε και έφυγαν. Μεσοβδόμαδα τον έφεραν πάλι. Τώρα πατούσε καλύτερα. Άλλη μία φορά τον έφεραν και ύστερα έγινε τελείως καλά, αφού τον διάβασε πάλι ο παπάς. Ερχόταν έπειτα κάθε Κυριακή μόνος του και εκκλησιαζόταν εδώ. Μου έκανε εντύπωση ότι, όταν περνούσα με τον δίσκο, έβαζε το χέρι του στην τσέπη του και όσα χρήματα έπιανε, τα έδινε. Του έλεγα "βρε παιδί μου, πολλά είναι", αλλ’ αυτός συνέχιζε, γιατί εσκέπτετο ότι, αν ήταν παράλυτος, τι θα έκανε; Ενώ τώρα έγινε καλά και μπορούσε να εργάζεται και να προσφέρη με ευγνωμοσύνη στην Εκκλησία».
Δεν χάρηκε την σύνταξή του. Έμελλε ο Θεός να τον δοκιμάση σκληρά. Αρρώστησε από την βαριά ασθένεια του καρκίνου και νοσηλεύθηκε σε Νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης. Μόλις συνήλθε λίγο, ταξίδεψε για το αγαπημένο του Άγιον Όρος. Ήταν η τελευταία επίσκεψη. Ήθελε να μιλήση με την Παναγία από κοντά. Να πάρη την ευχή Της. Φεύγοντας από το Άγιον Όρος κοίταξε πάνω από το καράβι για τελευταία φορά τα Μοναστήρια κι έμεινε σιωπηλός, βυθισμένος σε σκέψεις. Ήξερε πως στο εξής θα έβλεπε το Περιβόλι της Παναγίας από ψηλά.
Σε λίγο καιρό έπεσε στο κρεββάτι. Υπέφερε πολύ. Η κατάσταση συνεχώς χειροτέρευε. Από τις κατακλίσεις είχε ανοίξει η πλάτη του. Μέχρι που την Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 1987 παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στα χέρια του Θεού.
Τον έντυσαν με ολόκληρη την ιερατική στολή, όπως είχε ζητήσει. Στο δεξί χέρι κρατούσε το κομποσχοίνι, δείγμα της συνεχούς και αδιαλείπτου προσευχής του. Την άλλη μέρα της εξοδίου ακολουθίας, στην οποία προεξήρχε ο Μητροπολίτης Λαγκαδά κ.κ. Σπυρίδων, τελέσθηκε συλλείτουργο.
Μετά την ακολουθία και παρά την καταρρακτώδη βροχή, λιτανεύθηκε το σκήνωμα μέχρι τον παλαιό ναό του Αγίου Γεωργίου, που προέβαλλε τραυματισμένος από τους σεισμούς του 1978. Κατ’ απαίτηση των κατοίκων και με την σύμφωνη γνώμη του Μητροπολίτου ετάφη πίσω από το Ιερό του νέου ναού, όπου, παραδόξως, κατά την ώρα της ταφής η βροχή σταμάτησε.
Δέκα χρόνια ύστερα, και με την ευλογία του Σεβασμιωτάτου, έγινε ανακομιδή του πατρός Ευαγγέλου. Τα οστά του ήταν σαν κεχριμπάρι και μία ευωδία πλημμύρισε τον τόπο. Ο άνθρωπος που έσκαβε ενώ δεν ήταν πολύ της Εκκλησίας, αμέσως συγκλονίστηκε και φώναξε: «Άγιος. Αυτός είναι άγιος».
Οι ενορίτες του σήμερα τον θυμούνται με συγκίνηση. Ομολογούν ότι ήταν ενάρετος και καλός παπάς. Διηγούνται πολλά για την αρετή του.
Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.
*[Για τον π. Ευάγγελο Χαλκίδη εκδόθηκε ένα Τεύχος από τις εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη» με πολύ ωραία περιστατικά από την ζωή του. Τα γραφόμενα εδώ είναι αδημοσίευτα και είναι μαρτυρίες του Πρωτοπρεσβυτέρου Αναστασίου Παρούτογλου (Γεν. Αρχιερ. Επιτρόπου της Ι. Μητροπόλεως Λαγκαδά, Εφημερίου Ι. Μητροπ. Ναού Αγίας Παρασκευής Λαγκαδά και πνευματικού τέκνου του π. Ευαγγέλου), καθώς και άλλων πνευματικών του τέκνων. Τους ευχαριστούμε.]
Εκ του βιβλίου

π. Ιάκωβος Βαλοδήμος μια αγιασμένη ιερατική μορφή από το Βοδίνο της Βορείου Ηπείρου



π. ΙΑΚΩΒΟΣ ΒΑΛΟΔΗΜΟΣ
ΜΙΑ ΑΓΙΑΣΜΕΝΗ ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΟΔΙΝΟ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ
Ο π. Ιάκωβος γεννήθηκε το 1870 στην πονεμένη και αλύτρωτη  Βόρειο  Ήπειρο, στο χωριό Βοδίνο του Αργυροκάστρου. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ευάγγελος Μπαλοδήμος. Οι γονείς του, άνθρωποι ευσεβείς και φτωχοί, τον μεγάλωσαν με φόβο θεού χωρίς να μπορέσουν όμως να του προσφέρουν κοσμική μόρφωση.

Σε ηλικία 15 ετών μετέβη στην Κωνσταντινούπολη όπου εργάσθηκε ως μικροπωλητής. Εκεί γνώρισε το θέλημα του Θεού από  τον Κωνσταντίνο Καλλίνικο, έναν  υπέροχο κήρυκα του ευαγγελίου, στα κηρύγματα του οποίου βρήκε ότι ποθούσε η άδολη ψυχή του. Στη ζωή του τον βοήθησε ένας έμπειρος πνευματικός, ο οποίος τον συνέδεσε με άλλους έξι εργατικούς νέους που ασκούσαν ο καθένας  το επάγγελμά του αλλά ζούσαν μαζί κοινοβιακώς και αγωνίζονταν για τον πνευματικό τους καταρτισμό, με νηστείες, ακολουθίες και προσευχές.

Στη νεανική του ηλικία  ταλαιπωρήθηκε από  έντονο και συνεχή πονόδοντο. Ένας γνωστός του καταστηματάρχης του συνέστησε να προσευχηθεί  στον άγιο Αντύπα. Βρήκε την εικόνα του  την κρέμασε στο προσκέφαλο και έκανε την προσευχή του. σε λίγες μέρες το θαύμα έγινε και ο πόνος σταμάτησε οριστικά. από  τότε και για 65 χρόνια μέχρι τον θάνατό του δεν ξαναπόνεσε από  τα δόντια του, ωστόσο  δεν παρέλειψε ποτέ καθημερινά να ψάλλει το απολυτίκιο του αγίου, αλλά και να λειτουργεί από  ευγνωμοσύνη στις 11 Απριλίου στην εορτή του αγίου Αντύπα.

Με τους φίλους του μετέβη  στό Άγιον Όρος  όπου εκάρησαν μοναχοί. Ο π. Ιάκωβος χειροτονήθηκε ιερέας και έμεινε εκεί 3 χρόνια. Κινούμενος ωστόσο από  αγάπη και πόνο  για τη δυστυχισμένη  ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Βόρειο Ήπειρο, επέστρεψε εκεί και ορίστηκε εφημέριος  σε 1 χωριό διπλανό από  το δικό του, την Πέπελη, μένοντας στη Ιερά Μονή της Παναγιάς στην τοποθεσία Ζωνάρια. εργάσθηκε για πολλά χρόνια εκεί προσπαθώντας να γνωρίσει στούς συγχωριανούς του το θέλημα του Θεού.

Ιδιαίτερα έντονη  ήταν και η εθνική του δράση, εξαιτίας της οποίας κινδύνευσε πολλές φορές  από  τους Τουρκαλβανούς  με τον Θεό να επεμβαίνει θαυματουργικά διασώζοντας τον. Την περίοδο εκείνη οι Τουρκαλβανοί πίεζαν τους Έλληνες να δηλώσουν αλβανική υπηκοότητα για να αλλοιώσουν  εθνολογικά τη Βόρειο Ήπειρο. Ο μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος έδωσε εντολή στους ιερείς  να στηρίξουν το ελληνικό και χριστιανικό  στοιχείο. Οι Τούρκοι για να τους τρομοκρατήσουν αποφάσισαν να εκτελέσουν 2 ιερείς , τον π. Ιάκωβο και 1 άλλον και έστειλαν απόσπασμα να τον συλλάβει. Ο π Ιάκωβος, ανύποπτος, κατέβαινε από  την Πέπελη  όπου ήταν  εφημέριος (που ήταν όπως είπαμε χωριό διπλανό στο Βοδίνο όπου καταγόταν). Στο δρόμο συναντά το απόσπασμα, το οποίο τον ρώτησε από  ποιο χωριό είναι. Αυτός  απονήρευτα τους έδειξε το χωριό της καταγωγής του, το Βοδίνο, και όχι το χωριό που υπηρετούσε ως εφημέριος. Αυτοί θεώρησαν ότι δεν είναι ο καταζητούμενος και τον άφησαν να φύγει. Όταν έφτασαν στο χωριό και πληροφορήθηκαν ότι ο π. Ιάκωβος  ήταν εκείνος που συνάντησαν κάθ’ οδόν δεν μπορούσαν να πιστέψουν πώς έχασαν μέσα από  τα χέρια τους τον ιερέα.

Σε μία δεύτερη περίπτωση  ένοπλοι Αλβανοί περικύκλωσαν το σπίτι του, χωρίς να έχει περιθώριο διαφυγής. Μη έχοντας κάπου να κρυφτεί στο λιτό και μοναδικό δωμάτιο που διέμενε, σκαρφάλωσε στο μαδέρι που στήριζε την σκεπή (το δωμάτιο δεν είχε ταβάνι). Γεμάτος αγωνία ?αγκάλιασε το μαδέρι και παρέμεινε εκεί σαν κουλουριασμένο φίδι, προσευχόμενος νοερά να μην τον δουν. Οι ένοπλοι μπαίνουν στο σπίτι, ερευνούν παντού, κάθονται για 10 λεπτά τρώγοντας λίγα καρύδια που είχε σε ένα σεντούκι, αλλά ο Θεός τους τυφλώνει  και δεν σηκώνουν τα μάτια τους  για να δουν τον π. Ιάκωβο να κρέμεται σχεδόν λίγα εκατοστά πάνω από  τις κάννες των όπλων τους.

Μετά από  τις περιπέτειες αυτές και βλέποντας ότι αργά ή γρήγορα θα έπεφτε στα χέρια των Τουρκαλβανών, αναγκάζεται  το 1916 με προτροπή και του Μητροπολίτη να φύγει από  το χωριό του και να πάει στα Ζαγόρια, στο Μονοδένδρι που ανήκε και αυτό τότε στη Μητρόπολη Δρυϊνουπόλεως. Εγκαταστάθηκε εκεί σε ένα παλιό και έρημο μοναστηράκι του Προφήτου Ηλία. με σκληρή χειρωνακτική δουλειά το ανακαίνισε και έχοντάς το ως ορμητήριο,  εργάστηκε  πάνω από  40 χρόνια για να καλύψει τις πνευματικές ανάγκες των ανθρώπων της περιοχής.

Υπήρξε διακριτικός και φωτισμένος πνευματικός οδηγός  στην περιοχή του Ζαγορίου και των Ιωαννίνων.  Πνευματικά του παιδιά θυμούνται με συγκίνηση τις συμβουλές του στο ζήτημα της καθαρής εξαγόρευσης των αμαρτιών. «Παιδιά μου, έλεγε, να εξομολογήσθε παστρικά. Γιατί τα φίδια που βγαίνουν έξω από  τις τρύπες τους τα σκοτώνουν και τα φίδια που κάθονται μέσα παχαίνουν. Έτσι και τα αμαρτήματα. όταν τα εξομολογηθούμε βγαίνουν από  μέσα μας και εξαλείφονται. Όταν όμως τα κρύβουμε μένουν μέσα μας και μεγαλώνουν.» Ιδιαίτερη σημασία έδινε και στο να γίνεται σωστά το σημείο του Τιμίου Σταυρού για την προστασία των πιστών. Παραστατικά τόνιζε σε μικρούς και μεγάλους. «Να τον κάνετε σωστά! Να, έτσι! Μπάλα, ζωνάρι, πλάτη με πλάτη! (στα αρβανίτικα μπάλα σημαίνει μέτωπο, δηλ. στο μέτωπο, στη μέση και στον δεξιό και αριστερό ώμο.). Τον σταυρό, έλεγε, άμα δεν τον κάνεις σωστά δεν τον σκιάζεται ο σατανάς. Όταν αντί για σταυρό παίζουμε μαντολίνο, ο σατανάς γελάει.!»

Η ζωή του υπήρξε γεμάτη θαυμαστά περιστατικά που φανέρωναν την αγιότητα και καθαρότητά του. Θα αναφέρουμε ορισμένα από  αυτά που χαράχτηκαν έντονα στη μνήμη όσων τον γνώρισαν και ωφελήθηκαν από  την αγιασμένη βιοτή του.

Τον Νοέμβριο του 1940 μετά την επιτυχημένη απόκρουση της ιταλικής επίθεσης στην  πλατεία του χωριού Βίτσα γινόταν γλέντι με τη συμμετοχή όλου του χωριού για τη νίκη του στρατού μας. Ο π. Ιάκωβος που περνούσε από  κει ανέβηκε σε μία πέτρα και τους φώναξε «Παιδιά μου μη χαίρεστε και μη το ρίχνετε έξω. Αντίς για γλέντια χρειάζεται προσευχή και παρακλήσεις στο Θεό. Οι Ιταλοί θα ξαναγυρίσουν στη χώρα μας!»

Στην Κατοχή οι Ιταλοί έχοντας πληροφορίες ότι στο χωριό κρύβονταν αντάρτες,  συγκέντρωσαν αποσπάσματα για να κάψουν το χωριό. Οι χωρικοί μαζί με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ το εγκατέλειψαν  και αναζήτησαν σωτηρία στο βουνό. Ο π. Ιάκωβος αρνήθηκε να φύγει. Θεωρούσε προδοσία να σώσει  τον εαυτό του και να καεί ο οίκος  του Θεού. «Θα καθίσω εδώ είπε, ο Θεός είναι μεγάλος. Αν δεν τα καταφέρω να σώσω την εκκλησία, ας με σκοτώσουν. Πάντως μέσα στην εκκλησία θα με σκοτώσουν». Έμεινε λοιπόν μέσα στην εκκλησία , άναψε όλα τα κεριά , έκαψε μοσχολίβανο πολύ και προσευχήθηκε να φυλάξει ο Θεός το χωριό και την Εκκλησία Του. Όταν ήλθε η ώρα του Εσπερινού κτύπησε την καμπάνα και άρχισε την ακολουθία του. Την καμπάνα όμως την άκουσαν και οι Ιταλοί που βρίσκονταν 2-3 χιλιόμετρα μακριά από  το χωριό. Θεώρησαν ότι στο χωριό υπήρχε σημαντική δύναμη έτοιμη να τους αντιμετωπίσει και ότι η καμπάνα ήταν το σύνθημα για επίθεση και από  άλλες δυνάμεις που πιθανόν κρύβονταν στην χαράδρα. Πανικόβλητοι το έβαλαν στα πόδια και οπισθοχώρησαν, κυριολεκτικά  «μηδενός διώκοντος».

Η εθνική και θρησκευτική του δράση ενόχλησε όπως ήταν αναμενόμενο τους κομμουνιστές αντάρτες  που τον κατηγόρησαν ως συνεργάτη του εχθρού επειδή δεν φοβήθηκε για να φύγει. Στις απειλές τους να τους ξεκαθαρίσει με ποιους είναι (τους δεξιούς ή τους αριστερούς ), τους απάντησε με παρρησία. «Και εσείς και εκείνοι φευγάτοι είσθε από  τον  Θεόν. Εγώ σας βλέπω και τους 2 σαν σπίτια χαλασμένα. Εκείνοι όμως έχουν τουλάχιστον θεμέλια, εσείς όμως  ούτε θέμελα δεν έχετε» Αυτό τους εξαγρίωσε και ένας τους γέμισε το όπλο του αποφασισμένος να τον σκοτώσει επιτόπου. Τελευταία στιγμή επενέβη κάποιος και τον σταμάτησε λέγοντας «Άφησε τον. Είναι κρίμα να χαλάσεις σφαίρα για αυτόν τον παλιογεροξεκούτη.»

Ιδιαιτέρως συγκινητικό είναι το περιστατικό όταν ο π Ιάκωβος έσωσε τη ζωή του καπετάν Φωτιά, ενός καπετάνιου των κομμουνιστών που κυνηγήθηκε από  τους συντρόφους του. Ο Γέροντας παρ’ όλο που ο καπετάνιος  τον είχε πολεμήσει παλαιότερα, τον φιλοξένησε στο μοναστήρι του, του έδωσε τροφή υλική και πνευματική, τον νουθέτησε , τον οδήγησε κάτω από  το πετραχήλι,  μετανιωμένο για τα εγκλήματα που διέπραξε και αφού τον έντυσε με γυναικεία ρούχα για να μην αναγνωριστεί, τον έστειλε με συνοδεία για να περάσει τις γραμμές των ανταρτών και να παραδοθεί στις ομάδες του Ζέρβα όπως και έγινε.

Σε άλλο περιστατικό πηγαίνοντας πεζός από  το Μονοδένδρι στα Ιωάννινα στη θέση Καρυές , 19 χλμ από  την πόλη, έπεσε πάνω σε γερμανική περίπολο που του έκανε  νόημα να σταματήσει. Αυτός  δεν τους πρόσεξε καθώς έκανε την ακολουθία του Εσπερινού και συνέχισε το δρόμο του. Αμέσως δέχθηκε ριπές αυτόματων όπλων από  απόσταση 25 μέτρων χωρίς όμως να κτυπηθεί. Οι Γερμανοί έκπληκτοι τον πλησίασαν και βλέποντας τον σώο και αβλαβή  του επέτρεψαν να συνεχίσει το δρόμο του.

Κατά την περίοδο του ανταρτοπολέμου τον Ιανουάριο του 1948,  ο π. Ιάκωβος επέστρεφε μία Κυριακή από  το χωριό Σουδενά όπου είχε λειτουργήσει, στο μοναστήρι του, περίπου 2 ώρες δρόμο. Στην ερημιά εκεί βάδιζε προσευχόμενος νοερά όπως συνήθιζε. Λίγο παραπέρα όμως άνδρες του εθνικού στρατού είχαν ναρκοθετήσει ένα μέρος του δρόμου και ενέδρευαν μήπως περάσει κάποιο αντάρτικο σώμα. Ξαφνικά βλέπουν να ξεπροβάλει ανύποπτος ο π Ιάκωβος και να κατευθύνεται στο ναρκοπέδιο. Βάζουν τις φωνές για να τον προλάβουν αλλά αυτός απορροφημένος στην προσευχή δεν τους άκουσε και πάτησε μία από  τις νάρκες που εξερράγη με δαιμονιώδη κρότο, πετώντας πέτρες και χαλίκια παντού και σηκώνοντας σύννεφα σκόνης. Γεμάτοι αγωνία οι στρατιώτες σπεύδουν στο σημείο της έκρηξης θεωρώντας ότι θα αντικρίσουν διαμελισμένο το σώμα του Γέροντα. Ωστόσο προς μεγάλη τους έκπληξη βλέπουν τον π. Ιάκωβο άσπρο από  τη σκόνη, να τινάζεται χωρίς να έχει πάθει το παραμικρό. Στην απορία τους, τους  λέει με απλότητα: «Αφήνει ο Θεός να πάθω τίποτα παιδιά μου αφού έλεγα την προσευχή του; Και σας θα σας φυλάξει ο Θεός  και θα γυρίσετε σώοι στα σπίτια σας» . Και αρπάζοντας την ευκαιρία τους πρότεινε  να τους εξομολογήσει και την άλλη μέρα να μεταλάβουν των αχράντων μυστηρίων κάτι που δέχτηκαν σχεδόν όλοι. Μόνο ένας λοχίας, δάσκαλος στο επάγγελμα, εκνευρίστηκε βλέποντας τα γεγονότα και προσπαθούσε να αποτρέψει τους φαντάρους από  την εξομολόγηση, κοροϊδεύοντάς τους. Στην παρατήρηση ορισμένων ότι υπήρξαν αψευδείς μάρτυρες  ενός θαύματος με την έκρηξη της νάρκης, τους αποπήρε λέγοντας πως πρόκειται για τυχαίο γεγονός και πως απλώς  τα βλήματα έφυγαν σε άλλη κατεύθυνση. Τους χαρακτήρισε μάλιστα υστερικές γυναικούλες που παρασύρονται από  τον κάθε παπαδάκο. Αυτά έφτασαν στα αυτιά του π. Ιακώβου που λυπημένος προσπάθησε να τον συνετίσει και τον κάλεσε να εξομολογηθεί και να μη βλαστημάει το Θεό. Αυτός τον κύτταξε περιφρονητικά  χωρίς να του δώσει απάντηση και πήρε μερικούς άνδρες στο δάσος για να μαζέψουν ξύλα. Εκεί ωστόσο πάτησε ο ίδιος του νάρκη, η οποία τον τίναξε στον αέρα κάνοντας τον κομμάτια, αυτόν μόνο και κανέναν άλλο! Το γεγονός αυτό όπως ήταν φυσικό συντάραξε  όλο τον λόχο που υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της τιμωρίας του άπιστου και βλάσφημου λοχία. Μάλιστα ο ίδιος ο π. Ιάκωβος τέλεσε την επομένη  ημέρα την κηδεία του, παρακαλώντας τον Θεό να συγχωρήσει την ψυχή του.

Όταν έβλεπες  για πρώτη φορά τον π. Ιάκωβο δεν του έδινες σημασία. Σ' αυτό όμως το ατημέλητο, ταπεινό γεροντάκι υπήρχε πλούσια η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Ο νους του φυσικά και αβίαστα στρεφόταν προς τον Θεό με κύρια χαρακτηριστικά του την αδιάλειπτη προσευχή, την συνεχή τέλεση των ακολουθιών και την τακτικότατη Θεία Λειτουργία, την οποία τελούσε μέχρι τα βαθιά γεράματά του με τον ίδιο ζήλο και προσοχή που είχε και στα νιάτα του.

Το 1955 σε ηλικία 85 ετών τον αξίωσε ο Θεός να προγνωρίσει το τέλος του αδελφού του που μόναζε στο Άγιον Όρος και παρά την ηλικία του έκανε το ταξίδι και  πρόλαβε ζωντανό τον αδελφό του , ο οποίος κοιμήθηκε στην αγκαλιά του.  Αφού τον έθαψε εκεί επέστρεψε στο μοναστήρι του. Την ίδια χρονιά πήγε για εξομολόγηση στην Κωνσταντινούπολη την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και έγινε δεκτός με πολλή αγάπη   και σεβασμό από  τους Έλληνες της Πόλης

Παρά το γεγονός ότι πέρασε από  πολλά βάσανα και κακουχίες και παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε  συχνά, έζησε  μέχρι τα 90 του χρόνια. Κοιμήθηκε με οσιακό τρόπο, στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων,  στις 15 Φεβρουαρίου του 1960, διατηρώντας μέχρι τέλους την διαύγεια του πνεύματός του. Είχε αφήσει εντολή να ταφεί στο μοναστήρι του στο Μονοδένδρι και παρά το γεγονός ότι τα Ζαγόρια ήταν αποκλεισμένα τότε από  τα χιόνια, τα πνευματικά του παιδιά βρήκαν μπουλντόζα , άνοιξαν τον δρόμο και έθαψαν το σκήνωμά του στη Μονή του όπως επιθυμούσε. Σήμερα τα οστά του βρίσκονται στο οστεοφυλάκιο του Ι.Ν. Προφήτου Ηλία στη Ζίτσα  Ιωαννίνων.

Ως ΣΦΕΒΑ θεωρούμε ότι ο π. Ιάκωβος μαζί με τον άλλο ξακουστό πνευματικό γόνο της Δρόπολης τον αείμνηστο Μέγα Υμνογράφο της Εκκλησίας μας π. Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, αποτελούν τιμή και καύχημα της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Πιστεύουμε ότι θα ήταν πρέπον το σκήνωμα του π. Ιακώβου ( αφού προφανώς γίνουν οι κατάλληλες ενέργειες  μεταξύ των Μητροπόλεων Ιωαννίνων και Αργυροκάστρου) να μεταφερθεί στον τόπο καταγωγής του,  στο Βοδίνο του Αργυροκάστρου για να αποτελεί πηγή δύναμης, αγιασμού, ευλογίας και παρηγοριάς, στους  δοκιμαζόμενους συμπατριώτες του.

Σημείωση. Για τον π. Ιάκωβο κυκλοφορεί  ένα βιβλίο του μακαριστού π. Χαραλάμπους Βασιλοπούλου (Εκδόσεις ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ , ΑΘΗΝΑ έκδ. 3η) με τίτλο ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ, από  το οποίο προέρχεται και το μεγαλύτερο μέρος του υλικού που δημοσιεύεται στην εφημερίδα μας και στο οποίο μπορεί να ανατρέξει κανείς για περισσότερες λεπτομέρειες για τη ζωή του. Ευχαριστούμε θερμά τις Εκδόσεις ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ για την άδεια αναδημοσίευσης αποσπασμάτων από  το βιβλίο. Ευχαριστούμε επίσης  ιδιαίτερα τον κ. Θεοφάνη Σκεύη,  συμπατριώτη του Γέροντα  από  το Βοδίνο και τον αγαπητό φίλο Βασίλη από  το ίδιο χωριό που μας ενημέρωσαν για την ζωή και την προσφορά του Γέροντα, μοιράστηκαν μαζί μας τις αναμνήσεις τους και μας παρακίνησαν να γράψουμε ένα άρθρο γι’ αυτόν για  να γίνει ευρύτερα γνωστός στην βορειοηπειρωτική κοινότητα.

Σύγχρονοι ορθόδοξοι Γέροντες



Οι σύγχρονοι Γέροντες, τη ζωή των οποίων η ιστοσελίδα μας -συν Θεώ- θα παρουσιάσει, χαρακτηρίζονται από μια θαυμαστή ενότητα Πίστεως και Ζωής με τους παλαιοτέρους Αγίους, μια ενότητα η οποία δεν μπορεί να είναι έργο ανθρωπίνης δυνάμεως η μιμήσεως, αλλά φυσικό συνεπακόλουθο της ενότητος παλαιών και νέων Αγίων με τον πάντοτε απαράλλακτο Χριστό (Εβρ. 13, 8), ενότητα των κλημάτων με τη ζωοποιό  Άμπελο (Ιω. 15, 4.5). Αν δε οι καρποί χαρακτηρίζουν το δένδρο (Ματθ. 7, 16-20), τότε η ζωή των Αγίων φανερώνει τη δράση του  παναγάθου, πανσόφου και παντοδυνάμου Αγίου Πνεύματος στην ιστορία της  Εκκλησίας.
Τα θαυμαστά συμβάντα, σημεία, της ζωής των Αγίων – μαρτυρία κυρίως προς τους πλησίον -  αλλά πολύ περισσότερο οι εκπληκτικές αρετές τους, όπως η υψοποιός από καρδίας ταπεινοφροσύνη και η ολόθερμος περιεκτική αγάπη προς το Θεό και τον πλησίον, είναι φαινόμενα και καταστάσεις που διατρέχουν τη ζωή όλων των Αγίων, Προφητών, Αποστόλων, Μαρτύρων, Ομολογητών, Εγκρατευτών κατά την αναλογία της Πίστεως εκάστου, από την αρχή της ιστορίας έως και τις μέρες μας και αποδείξεις ότι οι πύλες του Άδου δεν θα υπερισχύσουν της Εκκλησίας (Ματθ. 16, 18). Κατά τον Άγιον Ιουστίνο Πόποβιτς: «Οι δε «Βίοι των Αγίων» τι είναι; Τίποτε άλλο παρά ένα είδος συνεχίσεως των «Πράξεων των Αποστόλων». Μέσα σ’ αυτούς τους «Βίους» συναντά κανείς το ίδιον Ευαγγέλιο, την ιδία ζωή, την ίδια αλήθεια, την ίδια δικαιοσύνη, την ίδια αγάπη, την ίδια πίστη, την ίδια αιωνιότητα, την ίδια «δύναμιν εξ ύψους», τον ίδιον Θεόν και Κύριον. Διότι «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. 13, 8).
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δεν έγινε αποδεκτός ο περιορισμός της περιόδου των Αγίων Πατέρων στους πρώτους μόνον αιώνες μ.Χ., με κατάληξη τον  Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό - όπως στο ρωμαιοκαθολικισμό, αλλά κάθε  Άγιος Διδάσκαλος της Εκκλησίας θεωρείται Πατήρ της Εκκλησίας, διότι και στη ζωή της Εκκλησίας «υπό Πνεύματος Αγίου φερόμενοι ελάλησαν  Άγιοι Θεού άνθρωποι» (Β΄Πετρ. 1, 21), η δε μαρτυρία του Αγίου Πνεύματος προσδίδει στη διδασκαλία των Αγίων ιδιαίτερη αυθεντία· ο  Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος  χαρακτηρίζει ως χειρότερους αιρετικούς εκείνους τους ορθοδόξους οι οποίοι αρνούνται τη δυνατότητα αγιασμού των πιστών στα μεταγενέστερα χρόνια της ζωής της Εκκλησίας: «Αλλά περί εκείνων ομιλώ και εκείνους ονομάζω αιρετικούς, όσους λέγουν ότι δεν υπάρχει κάποιος στα δικά μας τα χρόνια και ανάμεσά μας που να δύναται να τηρήσει τις ευαγγελικές εντολές και να γίνει όπως οι Άγιοι Πατέρες... Αυτοί που λέγουν ότι αυτό είναι αδύνατο, δεν έχουν κάποια επιμέρους αίρεση, αλλά όλες - αν είναι δυνατό να το πούμε, διότι αυτή τις ξεπερνάει και τις υπερκαλύπτει όλες εκείνες με την ασέβεια και την υπερβολή της ασεβείας. Όποιος λέγει αυτό ,ανατρέπει ολόκληρες τις Θείες Γραφές» (Λόγος ΚΘ΄). 
Η ζωή της Αγίας μας Εκκλησίας είναι η επίδοση της βασιλείας και της εξουσίας και της μεγαλωσύνης της υπό τον ουρανόν στους Αγίους του Υψίστου μέχρι των εσχάτων και πέραν των εσχάτων (Δαν. 7, 22.27), εκπλήρωση της αψευδούς υποσχέσεως του Χριστού ότι ο Παράκλητος «μένει μεθ’ ημών εις τον αιώνα» (Ιω. 14,16).

Σύγχρονες μορφές της Ορθοδοξίας




Στην ιστορική διαδρομή της εκκλησίας έχουν εμφανισθεί μορφές πιστών και εναρέτων ανθρώπων, Κληρικών, Μοναχών και λαϊκών, που έχουν λάβει με διαφόρους τρόπους καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ιστορικού εκκλησιαστικού «γίγνεσθαι»· η αγαθή συμβολή καθενός από αυτούς υπήρξε διαφορετική στην εμπολίτευση της Ορθοδόξου Εκκλησίας: άλλοι διεκρίθησαν ως πνευματικοί πατέρες και εξομολόγοι, άλλοι ως ομολογητές της Πίστεως σε καιρούς διωγμών και αποστασίας, άλλοι ως απολογητές της εκκλησιαστικής αληθείας και θεολογίας, της μόνης σώζουσας, έναντι ποικίλων προπαγανδών και συκοφαντιών, στρατευμένων και μη. Άλλοι, τέλος, «τα μυστικά όπλα» του Αγίου Πνεύματος, μακράν από τα βλέμματα του κόσμου, αναλώθηκαν στην άσκηση και προσευχή υπέρ του σύμπαντος κόσμου, αγωνιζόμενοι εναντίον σκοτεινών δυνάμεων και υπεράνω της ανθρωπίνης φύσεως, ώστε δια των προσευχών τους, καταθέτοντας το περίσσευμα της αγάπης τους ως υστέρημα των υπέρ δύναμιν κόπων τους, άλλαξαν την ιστορία του κόσμου, τις απτές ιστορικές εξελίξεις, με εκ Θεού δύναμη αδιανόητη στους αμυήτους· για αυτούς η εκκλησιαστική συνείδηση και υμνογραφία μαρτυρούν ότι «ταις προσευχαίς αυτών την οικουμένην εστήριξαν».

Από τις εκκλησιαστικές αυτές προσωπικότητες, μερικών η αγιότητα ίσως μας παραμείνει άγνωστη η επισήμως ακήρυκτη μέχρι τη συντέλεια του αιώνος τούτου και θα γνωρίζουμε μόνο συγκεκριμένες πτυχές του έργου και της σύνολης πνευματικής αξίας τους, σύμφωνα με την ανεξιχνίαστη θέληση του Θεού. Άλλοι εξ αυτών, αν και ίσως δεν έφθασαν στην τελειότητα των χαρισμάτων τους και στην αγιότητα, όμως κατά τον βαθμό και την πρόοδο της αγάπης τους προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, και της αφοσιώσεως προς  την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, δεν υστερήθηκαν της άνωθεν βοηθείας, στο έργο τους από Αυτόν που επιβλέπει τα πάντα· «οίδά σου τα έργα, ότι μικράν έχεις δύναμιν, και ετήρησάς μου τον λόγον και ουκ ηρνήσω το όνομά μου ... ότι ετήρησας τον λόγον της υπομονής μου, καγώ σε τηρήσω εκ της ώρας του πειρασμού της μελλούσης έρχεσθαι επί της οικουμένης όλης» (πρβλ. Αποκ. 3, 8.10)  

Μερικών τέτοιων μορφών της Ορθοδόξου Εκκλησίας τις διδαχές, τα συγγράμματα και το παράδειγμα θα παρουσιάσουμε στην ενότητα που ακολουθεί.