Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017

Ο βράχος του Κύνωπα στην Πάτμο


ioannis_theologos
Πρόκειται για ένα θαυμαστό γεγονός, που συνέβη κατά θεϊκή παραχώρηση στα χρόνια της ιταλικής κατοχής στο ιερό νησί της Αποκαλύψεως, στην Πάτμο. Το γνωρίζουν όλοι οι Πάτμιοι και κυρίως οι γηραιοί.
Ως γνωστόν, στα χρόνια που ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ήταν εξόριστος στην Πάτμο και άρχισε να διδάσκει τον χριστιανισμό, στο νησί υπήρχε ένας μάγος, ο Κύνωψ, ο οποίος μαχόταν την αλήθεια του Χριστού. Με τις απάτες και με τη συνεργασία του με το κακό πνεύμα παρέσυρε στην απώλεια πολλές ψυχές. Τότε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης προσευχήθηκε και ο σκοτεινός και αμετανόητος μάγος, ενώ έκανε τα τεχνάσματά του και βουτούσε στη θάλασσα. Χάθηκε στον βυθό! Εκεί δε που χάθηκε, έμεινε ένας βράχος σε βάθος επτά μέτρων κάτω από τη θάλασσα. Αυτός ο βράχος, όπως ομολόγησαν πολλοί απ  αὐτούς που τον είδαν, μοιάζει με την απαίσια σατανική μορφή του μάγου. Είναι ο μάγος που πέτρωσε από την θεία δίκη με τις προσευχές του επιστήθιου μαθητή του Κυρίου, του Ιωάννη.Εκεί έχουν προσδέσει μία κόκκινη σημαδούρα, για να την βλέπουν τα πλοία να μην προσκρούουν πάνω του.
Το θαύμα στο οποίο θα αναφερθούμε, όπως το διηγούνται οι ηλικιωμένοι Πάτμιοι, έγινε γύρω στα 1928. Λέγουν λοιπόν τα εξής:
Ένα απόγευμα, έφθασε στο νησί στα ανοιχτά του λιμανιού ένα ιταλικό καράβι. Ήταν αντιτορπιλικό. Πάνω του όμως είχε πολλούς γερανούς, μικρούς και μεγάλους. Μάθαμε πως είχε δοθεί εντολή από την ιταλική διοίκηση της Ρόδου να βγάλουν από το λιμάνι τον βράχο, τον πετρωμένο Κύνωπα, γιατί τους εμπόδιζε. Αναστατώθηκε το νησί. Κατέβηκε και ο Ηγούμενος από το Μοναστήρι (ο π. Αμφιλόχιος Μακρής) και είπε στον Ιταλό κυβερνήτη:
untitled
Ο βράχος αυτός παραμένει εκεί κάτω από τη θάλασσα χίλια εννιακόσια και πλέον χρόνια. Είναι το θαύμα που έκανε ο Θεός ύστερα από τις προσευχές του Ευαγγελιστού Ιωάννη. Είναι σημάδι της νίκής του Χριστού εναντίον του σατανά, που αντιπρόσωπός του στο νησί ήταν τότε ο μάγος Κύνωψ. Γι  αὐτό ο αρχιμάγος αυτός πρέπει να παραμείνει πετρωμένος εκεί μέσα στη θάλασσα του λιμανιού, μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου”. Του είπε κι άλλα πολλά.
Ο Ιταλός εντυπωσιάστηκε και τηλεφώνησε στον Διοικητή της Ρόδου, για να ματαιωθεί η επιχείρηση. Εκείνος όμως ήταν ανένδοτος. Του έδωσε διαταγή την άλλη μέρα το πρωί να θρυμματίσει τον βράχο.
Τότε ο Ηγούμενος, οι μοναχοί και πολλοί πιστοί αγρύπνησαν εκείνο το βράδυ πάνω στο Μοναστήρι προσευχόμενοι. Λίγο πριν ξημερώσει, έγινε το μεγάλο θαύμα! Ενώ μέχρι τότε η θάλασσα ήταν λάδι, μπουνάτσα, σηκώθηκε ξαφνικά φοβερή φουρτούνα. Η θάλασσα έβραζε, μούγκριζε σαν θεριό! Τα πελώρια κύματα που έφερνε απότομα η σοροκάδα απ  τά ανοιχτά, έκαναν το Ιταλικό καράβι να χορεύει σαν καρυδότσουφλο. Τελικά του έκοψε τις άγκυρες και το πέταξε πάνω στη στεριά!
Το πελώριο καράβι, το μισό ήταν μέσα στη θάλασσα και το άλλο μισό ήταν μέσα στη στεριά, πάνω στην προκυμαία! Φοβερό θέαμα! Ο πάταγος που έκανε όταν χτύπησε στη στεριά, ακούστηκε σε όλη εκείνη την πλευρά του νησιού.
Κατέβηκαν όλοι οι κάτοικοι στο λιμάνι, μαζί και ο Ηγούμενος. Είχε πλέον αρχίσει να ξημερώνει. Ο Ιταλός κυβερνήτης και οι ναύτες ήταν άσπροι σαν το πανί από τον τρόμο. Ο Ηγούμενος τους μίλησε με συμπάθεια και τους εξήγησε ότι αυτό ήταν ένα θαύμα του Θεού, γιατί δεν ενέκρινε την απόφασή τους και ματαίωσε τα σχέδια τους. Εν τω μεταξύ, το επίσης θαυμαστό ήταν πως, μόλις το πλοίο πετάχτηκε στην ξηρά, η θάλασσα εξ ίσου αιφνίδια έγινε και πάλι λάδι! Τους είπε επίσης να ευχαριστήσουν τον Θεό,γιατί τους φύλαξε και δεν έπαθαν τίποτε.
Πράγματι, μετά από αυτό οι Ιταλοί τρομοκρατημένοι υποχώρησαν. Κατέφθασαν από την Ρόδο άλλα γερανοφόρα πλοία, ρυμούλκησαν το πρώτο και ούτε τόλμησαν να ξανασχοληθούν με τον βράχο του Κύνωπα!
 Θαυμαστός ο Θεός εν τοις έργοις Αυτού”!
Στον Θεό η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων.
 Αμήν!
123
Από το βιβλίο:“Νεώτερα θαύματα της Παναγίας στη Βαρνάκοβα
και Ιστορίες για την Αιωνιότητα”
Εκδόσις Ι.Μ. Παναγίας Βαρνάκοβας
Δορίδα2007

Διηγήσεις από τον βίο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.


Μετά την κοίμηση της Παναγίας ο Ιωάννης φεύγει απ’ τα Ιεροσόλυμα και ύστερα από πολλά βάσανα φτάνει στην Έφεσο, όπου θα μείνει πολύ καιρό, για να στηρίξει με την διδασκαλία του την νέα Εκκλησία. Με τους διωγμούς του Ρωμαίου αυτοκράτορα Δομιτιανού, αλυσοδένεται και μεταφέρεται στη Ρώμη, όπου δικάζεται και καταδικάζεται σε θάνατο.
Η θανατική ποινή άρχισε με την μαστίγωση.
Ο Ιωάννης την υπέφερε με γενναιότητα. Τον ρίχνουν ύστερα, για να τον θανατώσουν, μέσα σε ζεματιστό λάδι. Μα εκείνος δεν έπαθε τίποτε πάλι. Κάτι άλλαξε όμως στη ζωή του αυτοκράτορα και αποφασίζει να στείλει τον Ιωάννη, μαζί με άλλους καταδίκους, εξορία, να δουλέψει στα μεταλλεία της Πάτμου.
Εκεί ο Ιωάννης μέσα στον ιερό βράχο οραματίστηκε το τέλος, τη συντέλεια του κόσμου. Εκεί μέσα στο αγιασμένο σπήλαιο της Πάτμου, βρισκόμενος σε θεία έκσταση ο πνευματικώτερος και μυστικώτερος ευαγγελιστής-Θεολόγος, υπαγορεύει στο μαθητή του τον άγιο Πρόχορο και γράφει την Αποκάλυψη. Ο Νέρβας που ήρθε μετά τον Δομιτιανό, αφήνει τον Ιωάννη να γυρίσει, ελεύθερος πια, στην Έφεσο. Εκεί κάποιος αιρετικός λεγόμενος Κήρινθος έκανε θραύση με τις αιρετικές διδασκαλίες του, σχετικά με το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.
Τότε ο Ιωάννης έγραψε, με τη χάρη και το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, το περίφημο Ευαγγέλιο του, όπου μετά την βροντή του βαθύτατου λόγου του, λάμπει η θεότητα του Χριστού. Από αυτό το Ευαγγέλιο αντλούν όλοι οι θεολόγοι, που θα ασχοληθούν μετά από εκείνον, με τον «Λόγον του Θεού».
Στην Έφεσο ο άγιος Ιωάννης έκανε άπειρα θαύματα και με τις φανερές, μπροστά στα μάτια των ανθρώπων, νίκες στις μάχες του με τους δαίμόνες, γύρισε στο σωστό δρόμο του Ευαγγελίου μυριάδες ειδωλολάτρες. Εκεί έκανε και το θαύμα σ’ ένα παιδί, που ήθελε να φυλάξει την παρθενία του, και που στάθηκε αφορμή, όλοι οι νέοι που θέλουν να θεολογήσουν και να φυλάξουν την σωματική και την πνευματική τους καθαρότητα, να προσεύχονται στον άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή-Θεολόγο, για να τους βοηθήσει.Η παράδοση της Εκκλησίας μας διέσωσε μια απειρία θαυμάτων του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.
Ο Μάγος Κύνωψ
Υπήρχε στην Νήσον Πάτμο, κάποιος μάγος το όνομα Κύνωπας, ό οποίος κατοικούσε στην έρημο και ήταν κατοικητήριο των ακαθάρτων πνευμάτων. Οι κάτοικοι της νήσου είχαν πλανηθεί απ’ αυτόν με τις δαιμονικές φαντασίες του και τον είχαν ως Θεό.
Οι ιερείς του Απόλλωνος βλέποντες την παρρησία του Ιωάννου του Αποστόλου και Ευαγγελιστού ότι δεν έπαθε κανένα κακό από τον ηγεμόνα μετά την καταστροφή του ναού τους, πήγαν στον Κύνωπα και του είπαν «καθαρότατε Κύνωπα, επειδή γνωρίζουμε ότι είσαι προστάτης και βοηθός όσων κατοικούν στο νησί αυτό, σε παρακαλούμε να μας βοηθήσεις στην συμφορά πού μας βρήκε μ’ αυτόν τον εξόριστο Ιωάννη πού μας κατέστρεψε τον ναό του Απόλλωνος. Πήγαμε και τα καταγγείλαμε στον ηγεμόνα και τον έκλεισε στην φυλακή όμως μετά ήρθαν κάποιοι (ό Μύρων και ό Απολλωνίδης) και τον αποφυλάκισαν. Τώρα το όνομά σου κανένας πλέον δεν το θυμάται και όλοι ακολουθούν αυτόν».

Ο Άγιος Ιωάννης o θεολογος και ευαγγελιστής δεν έχει γευθεί θάνατο.. ( σωματικό )


Σύμφωνα με την Αγία Γραφή και πολλούς Αγίους Πατέρες μας, ο ΕυαγγελιστήςΙωάννης δεν έχει γευθεί θάνατο, γι  ατό και η Εκκλησία μας, δεν εορτάζεικοίμηση του Αγίου Ιωάννη αλλά Μετάσταση.

Στο βίο του Αγίου Ιωάννου, διαβάζουμε σχετικά με την Μετάστασή του:

«Αφού επεστρέψαμεν εις την Έφεσον από την εξορίαν, διεμείναμεν εις αυτήνέτη είκοσιν εξ· εμείναμεν δε και εις την νήσον Πάτμον έτη δέκα πέντε· και προ της εξορίας ημών διετρίψαμεν εξ Ιεροσολύμων ετών πεντήκοντα. Και αφούσυνεπληρώθησαν είκοσιν εξ έτη από της επιστροφής ημών εκ της εξορίας εις την Έφεσον, μίαν ημέραν παραλαβών ο Ιωάννης εμέ και ετέρους εξ μαθητάς αυτού, είπε· “Λάβετε σκαπτήρια εις τας χείράς σας και ακολουθήσατέ με”·ελάβομεν δε δύο σκαπτήρια και ακολουθήσαντες αυτόν εξήλθομεν της πόλεως· φθάσαντες δε εις ένα τόπον, είπε προς ημάς ο Ιωάννης· “Καθήσατεενταύθα”· και εκαθήσαμεν, αυτός δε επροχώρησεν ολίγον δια να έχη ησυχίαν, και εκεί προσηύχετο· ήτο δε ώρα του όρθρου, νυξ δηλαδή αρκετή προ τηςανατολής του ηλίου. Και μετά την ευχήν ελθών προς ημάς λέγει· Σκάψατε εις την γην εις μέτρον του αναστήματός μου σταυροειδώς.
Αφού λοιπόν ημείς εσκάψαμεν, προσηύξατο ο Ιωάννης· και μετά την ευχήν εισήλθεν εις τον τάφον τον οποίον εσκάψαμεν, και εκείθεν είπε προς με· “Τέκνον Πρόχορε, να υπάγης εις τα Ιεροσόλυμα· διότι εκεί πρέπει να τελειώσης τον βίον”· διδάξας δε ημάς και ασπασάμενος, είπε· “Σύρατε το χώμα της μητρός μου γης και σκεπάσατέ με”· ημείς δε ασπασάμενοι αυτόν, και σύραντες χώμαεσκεπάσαμεν μέχρι των γονάτων. Πάλιν εκείνος ασπασάμενος ημάς, είπε· “Σύραντες χώμα σκεπάσατέ με έως του τραχήλου”· και ασπασάμενοι αυτόνεποιήσαμεν ούτω· είτα δε πάλιν είπε προς ημάς· “Φέρετε λεπτόν πανίον και σκεπάσατε δι  ατο το πρόσωπόν μου, και ασπάσασθέ με δια τελευταίαν φοράν· διότι δεν θα με ίδητε πλέον εις την ζωήν ταύτην”. Και ποιήσαντες ούτως, ησπασάμεθα αυτόν πάλιν κλαίοντες· αυτός δε δους εις ημάς την ειρήνην απέλυσεν ημάς. Και ούτω κλαίοντες πικρώς εσκεπάσαμεν όλον το σώμά του. Τότε και ο ήλιος ανέτειλε, και αυτός παρέδωκε το πνεύμά του.
Επιστρέψαντες ημείς εις την πόλιν ηρωτήθημεν παρά των αδελφών· “Που ευρίσκεται ο Διδάσκαλος ημών;” ημείς δε διηγήθημεν προς αυτούς λεπτομερώς πάντα τα γεγονότα· και εκείνοι παρεκάλεσαν ημάς ίνα δείξωμεν εις αυτούς τον τόπον. Απελθόντες όθεν μετά των αδελφών εις τον τόπον εκείνον, τον μενΙωάννην δεν εύρομεν, εύρομεν δε μόνον τα υποδήματα αυτού. Και τότεενεθυμήθημεν τον λόγον του Κυρίου, τον οποίον είπε προς τον Πέτρον περί του Αποστόλου τούτου, ότι Εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε;” και εδοξάσαμεν δια ταύτα πάντα τον Πατέρα και τον Υιόν και το ΆγιονΠνεύμα τον ένα Θεόν· ω πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».[81]


Διαβάζουμε ακόμη στην Καινή Διαθήκη ότιόταν ο Απόστολος Πέτρος ρώτησε τον Χριστό μας περί του Ιωάννη «ούτος δε τι; δηλαδή, αυτός τι θα απογίνει; καλά, εμένα μου είπες τι θα γίνω, αλλά ο ΙωάννηςΟ Κύριός μας απήντησε: «εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε;» (Ιω. κα’, 22) δηλαδή· «εάν εγώ θέλω να τον κρατήσω ζωντανό μέχρι που θα ξαναέλθω, στην Δεύτερη Παρουσία μου, εσένα τι σε νοιάζει; τι σε ενδιαφέρει; αυτό είναι θέμα δικό μου».

Γι  ατό και οι Απόστολοιάρχισαν να πιστεύουν και να το συζητούν μεταξύ τους, ότι ο Ιωάννης δεν πρόκειται να αποθάνει· «εξήλθεν ουν ο λόγος ούτος εις τους αδελφούς ότι ο μαθητής εκείνος ουκ αποθνήσκει» (Ιω. κα’, 23).
Όμωςο ίδιος ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, μας διευκρινίζει τα λόγια του Κυρίου μας, λέγοντας ότι ο Χριστός δεν είπε ότι δε θα αποθάνειαλλά εάν θέλει να τον κρατήσει ζωντανό μέχρι να ξαναέλθει.

Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος και η Πάτμος

Ο Ευαγγελιστής της Αγάπης και Ηγαπημένος Μαθητής


Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, Απόστολος και Ευαγγελιστής 

Ο Ιωάννης ήταν υιός του Ζεβεδαίου, ο οποίος ήταν ψαράς, και της Σαλώμης, της θυγατέρας του Ιωσήφ, του Μνήστορος της Υπεραγίας Θεοτόκου. Όταν τον κάλεσε ο Κύριος Ιησούς, παρευθύς ο Ιωάννης άφησε τον πατέρα του και τα δίχτυα του ψαρά και ακολούθησε, μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο, τον Χριστό. Από τότε δεν χωρίστηκε πλέον από τον Κύριό του, μέχρι τέλους. Ήταν παρών μαζί με τον Πέτρο και τον Ιάκωβο στην ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, όπως και στη Μεταμόρφωση του Κυρίου. Κατά τον Μυστικό Δείπνο ο Ιωάννης ανέπεσε στο στήθος του Ιησού.
euaggelioann
 Όταν όλοι οι άλλοι Απόστολοι είχαν εγκαταλείψει τον εσταυρωμένο Κύριο, ο Ιωάννης και η Υπεραγία Θεοτόκος παρέμειναν κάτω από τον Σταυρό. Κατόπιν, υπακούοντας στο θέλημα του Κυρίου, παρέλαβε σαν υιός την Θεοτόκο Μαρία στο σπίτι του και την υπηρετούσε επιμελώς μέχρι την Κοίμησή της.
Μετά από την Κοίμηση της Θεοτόκου, ο Ιωάννης πήγε με τον μαθητή του Πρόχορο στη Μικρά Ασία για να κηρύξει το Ευαγγέλιο. Στην Έφεσο κυρίως, οπού έζησε, μόχθησε πολύ και μεγαλούργησε. Με το θεόπνευστο κήρυγμα και τα θαύ­ματά του πολλούς μετέστρεψε στη χριστιανική Πίστη και κλόνισε συθέμελα την ειδωλολατρία. Οι οργισμένοι ειδωλολάτρες τον έστειλαν δέσμιο στη Ρώμη για να αντιμετωπίσει τον αυτοκράτορα Δομιτιανό. Αυτός τον βασάνισε ποικιλοτρόπως, αλλά ούτε το πικρό δηλητήριο που του έδω­σαν να πιει, ούτε το βραστό λάδι, μέσα στο οποίο τον έριξαν, κατάφεραν να τον κλονίσουν ή να τον βλάψουν.
Το γεγονός αυτό κατατρόμαξε τον αυτοκράτορα ο οποίος, θεωρώντας τον Ιωάννη αθάνατο, τον εξόρισε στο νησί της Πάτμου. Εκεί ο άγιος Απόστολος Ιωάννης μετέστρεψε πολλούς στην πίστη διά των λόγων και των έργων του και εδραίωσε την Εκκλησία του Θεού. Στην Πάτμο επίσης έγραψε το Ευαγ­γέλιό του και την Αποκάλυψη. Επί βασιλείας του Νέρωνος, ο οποίος έδωσε χάρη σε όλους τους φυλακισμένους, ο Ιωάννης επέστρεψε στην Έφεσο, όπου έζησε για κάποιο χρονικό διά­στημα εδραιώνοντας το έργο που είχε αρχίσει νωρίτερα.
Οι Απόστολοι του Χριστού δεν ομιλούσαν απλώς, αλλά με τα έργα τους επικύρωναν τα λόγια τους. Ο άγιος Κλήμης Αλεξανδρείας διηγείται τα εξής: ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγ­γελιστής είχε βαπτίσει κάπου στη Μικρά Ασία έναν νεαρό, πρώην ειδωλολάτρη, στον οποίον εμπιστεύτηκε τη φροντίδα της τοπικής επισκοπής, ενώ εκείνος έφυγε για να κηρύξει το Ευαγγέλιο. Όμως, κατά την απουσία του Ιωάννη, ο νέος αυτός διεφθάρη και άρχισε να πίνει και να κλέβει· έγινε μέλος μιας συμμορίας ληστών, οι οποίοι δρούσαν στα δάση, επιτιθέμενοι σε ανθρώπους τους οποίους κατέκλεβαν. Όταν μετά από λίγο καιρό επέστρεψε ο Ιωάννης άκουσε από τον επίσκοπο τι είχε συμβεί με το νεαρό. Αμέσως ο Από­στολος, χωρίς να χάσει χρόνο, βρήκε ένα άλογο και οδηγό κι έσπευσε στο δάσος όπου θα συναντούσε τους ληστές.
Ο άγιος, αναζητώντας, τους βρήκε και ήρθε αντιμέτωπος με τον αρχηγό της συμμορίας. Μόλις ο νεαρός αναγνώρισε τον Ιωάννη, έτρεξε αμέσως να κρυφτεί. Παρά την προχωρημένη ηλικία του ο Ιωάννης τον κυνήγησε. Μολονότι γέρων, τον πρόφθασε και τον έπιασε. Ο νεαρός έπεσε στα πόδια του Αποστόλου ντροπιασμένος, αδυνατώντας να τον κοιτάξει κατάματα. Ο Ιωάννης τον αγκάλιασε και τον φίλησε, όπως ο ποιμένας που βρίσκει το χαμένο του πρόβατο. Ο άγιος τον έφερε πίσω στην πόλη και τον βεβαίωσε εκ νέου στην πίστη, στερεώνοντάς τον στην ενάρετη ζωή. Αφού ευαρέστησε τον Θεό με τη ζωή του, ο άνδρας αυτός εισήλθε εν καιρώ στην ανάπαυση του Κυρίου.

Ο Άγιος Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος (8 Μαΐου)


Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος υπαγορεύει το Ευαγγέλιο στο μαθητή του Πρόχορο. Τοιχογραφία Πρωτάτου Αγίου Όρους.
Ο Απόστολος κι Ευαγγελιστής Ιωάννης καταγόταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας. Ήταν αγράμματος, όπως κι οι άλλοι Απόστολοι, άλλα από ευκατάστατη οικογένεια. Γιατί ο πατέρας του ο Ζεβεδαίος, είχε τράτες, όπου δουλεύανε πολλοί μισθωτοί. Σ’ αυτές δουλεύανε και τα δυο του παιδιά, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης. Όσο για τη μητέρα του Ιωάννη, τη Σαλώμη, αύτη ήταν εξαδέλφη της Παναγίας, και από τα Ευαγγέλια γνωρίζουμε πως διακονούσε τον Χριστό, πηγαίνοντας πίσω του μ’ άλλες ευσεβείς γυναίκες.
Όταν ο Πρόδρομος άρχισε να κηρύττει στην έρημο του Ιορδάνη τον ερχομό του Χριστού, ο Ιωάννης με τον Ανδρέα, τον αδελφό του Πέτρου, που ήτανε κι αυτοί ψαράδες, πήγανε κοντά του κι έγιναν μαθηταί του.
Μια μέρα, λίγο καιρό μετά τη Βάπτιση, ο Πρόδρομος έδειξε σ’ αυτούς τον Ιησού, που περπατούσε αντίκρυ, κι είπε:
– Να ο αμνός του Θεού. Τότε εκείνοι σίμωσαν τον Χριστό και σαν Αυτός τούς είδε, ρώτησε:
Τί ζητάτε;
Ο Ανδρέας κι ο Ιωάννης του είπανε:
Ραβί (δηλ. Διδάσκαλε), πού μένεις;
-Ελάτε να δείτε, αποκρίθηκε Ο Χριστός.
Ήρθαν στο σπίτι που έμενε και καθίσανε ως το βράδυ, ακούοντας από το θεϊκό στόμα για πρώτη φορά τα λόγια της ζωής.
Ύστερα από δυο μήνες, ο Υιός του Θεού κάλεσε κοντά του τον Ανδρέα και τον Πέτρο κι ευθύς κατόπιν τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη. Αυτό έγινε στο γιαλό τής λίμνης Γεννησαρέτ. Τα δυο ζευγάρια των αδελφών παρατήσανε βάρκες και δίχτυα και από κείνη την ώρα προσκολληθήκαμε στον Χριστό. Αλλάξανε τέχνη, κατά το λόγο που τους είπε, και από ψαράδες ψαριών, έγιναν ψαράδες ανθρώπων.
Ανάμεσα στους Αποστόλους ο Ιωάννης ήτανε ο πιό νέος. Αφοσιώθηκε στον Ιησού μ’ ενθουσιασμό.
Είχε στην αρχή χαρακτήρα αψύ. Με τον πύρινο ζήλο και τα παράφορα αισθήματα που φανέρωνε, θύμιζε συχνά τον πρώτο δάσκαλο που είχε, τον Πρόδρομο.
Κάποτε, πού ο Χριστός κι οι Απόστολοι βαδίζανε για τα Ιεροσόλυμα και δεν τους δεχθήκανε καλά σ’ ένα χωριό της Σαμάρειας, απ’ όπου είχανε περάσει, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης θυμώσανε και του είπανε να κάνει να πέσει φωτιά από τον ουρανό και να κάψει τους αφιλόξενους εκείνους ανθρώπους.
Ό Χριστός τότε τους μάλωσε, λέγοντας πως δεν ήξεραν σε τι πνεύμα υπηρετούσαν, δηλαδή στο πνεύμα της αγάπης και της ανεξικακίας.
Άλλοτε πάλι, λίγο πριν από το θείο Πάθος, η Σαλώμη ζήτησε από τον Ιησού με την αλόγιαστη περηφάνια της μάνας, να βάλει τους γιούς της έναν στα δεξιά κι έναν στ’ αριστερά του, σαν θα ερχόταν στη Βασιλεία του.
Τη Βασιλεία αυτήν όλοι ακόμα γύρω από τον Χριστό την θεωρούσανε όχι μονάχα ουράνια, μα και επίγεια. Πιστεύανε πως ο Ιησούς θ’ ανέβαινε στον θρόνο του Δαβίδ, διώχνοντας τους Ρωμαίους από τα ιερά χώματα της Ιουδαίας. Μα ο Χριστός, καθώς ψάλλει ο υμνωδός της Εκκλησίας, αντί καθέδρας, χάρισε στον Ιωάννη το ίδιο του το στήθος.

Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος



Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
Ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής καταγόταν από κάποιο φτωχό χωριό της Γαλιλαίας που ονομαζόταν Βηθσαϊδά. Ήταν γιος του ψαρά Ζεβεδαίου και της Σαλώμης που ήταν συγγενής της Παναγίας Μητέρας του Χριστού. Πολύ νωρίς έγινε μαθητής του Ιωάννου Προδρόμου ενώ παράλληλα εργαζόταν και στην τέχνη του ψαρά κοντά στον πατέρα του και τον αδελφό του Ιάκωβο.

Κάποια μέρα λοιπόν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος βάδιζε αργά στις όχθες του Ιορδάνου διδάσκοντας τον λαό την μετάνοια και βαπτίζοντας στον Ιορδάνη. Μαζί του ήσαν και δύο από τους μαθητές του, ο αδελφός του Πέτρου, και ο Ιωάννης. Καθώς ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος τον Ιησούν Χριστόν παράξενα ακούγονται τα λόγια του: «Ίδε ο αμνός του Θεού».

Η καρδιά των δύο μαθητών σκιρτά στο άκουσμα των λόγων αυτών. Μήπως είναι ο Μεσσίας που περιμένουν;...


Μόλις τον βλέπουν ν' απομακρύνεται τον ακολουθούν με κάποια προσμονή και ελπίδα. Ο Ιησούς γνωρίζοντας τον πόθο τους να τον πλησιάσουν στρέφεται και τους ρωτά:

-Τι ζητείται;

-Ραββί, που μένεις; του απαντούν.

-Έρχεσθε και ίδετε. Ελάτε να διαπιστώσετε μόνοι σας. Ήλθαν λοιπόν και έμειναν κοντά του όλο εκείνο το ευτυχισμένο απόγευμα...

Ύστερα από λίγες μέρες καθώς τακτοποιούσαν και ετοίμαζαν τα δίχτυα ο Ιωάννης με τον πατέρα του και τον αδελφό του Ιάκωβο, βλέπει και πάλι τον Ιησούν να τον πλησιάζη. Η καρδιά του και πάλι σκυρτά στο αντίκρυσμα του θεϊκού εκείνου προσώπου και περιμένει ν' ακούση κάτι πολύ σημαντικό από το στόμα του Διδασκάλου.

Πράγματι, ο λόγος του τους καλεί να τον ακολουθήσουν και οι δύο αδελφοί στον ιερό και ύψιστον έργον του. Και αυτοί, χωρίς να υπολογίσουν τα καΐκια και τα δίχτυα, περιουσία και τον πατέρα που θα άφηναν μόνο του στην εργασία, τα εγκαταλείπουν όλα και τον ακολουθούν.

Από τη μέρα εκείνη ο σύνδεσμος του Ιωάννου με τον Ιησούν γίνεται βαθύς, άρρηκτος, ισόβιος. Εκείνος ο αγαπημένος διδάσκαλος και αυτός ο αγαπημένος, ο κατ' εξοχήν αγαπημένος μαθητής του. Τον ακολουθεί καθ' όλη τη διάρκεια της δημοσίας ζωής του επί τρία χρόνια. Όταν ο Κύριος ανέβηκε στο όρος Θαβώρ για να μεταμορθωθή, ανέβηκε μαζί και αυτός ο αγαπημένος μαθητής μαζί με τον Πέτρον και τον Ιάκωβον και είδε εκεί την Μεταμόρφωσι του Θεού Λόγου και την φωνή του Θεού Πατρός που έλεγε: «ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός εν ώ ηυδόκησα αυτού ακούετε».

Επίσης κατά τον Μυστικόν Δείπνον εκάθισε κοντά στον αγαπημένο του Διδάσκαλο και όταν έμαθαν οι μαθηταί ότι κάποιος απ' αυτούς θα τον προδώση, αυτός έπεσε πάνω στο στήθος του Ιησού και τον ερώτησε:

- Κύριε, ποιος είναι αυτός που θα σε προδώση;

Όταν πάλι έπιασαν τον Χριστόν οι Ιουδαίοι αυτός τον ακολούθησε και μπήκε στην αυλή του Αρχιερέως σαν γνωστός του και κοντά σ' αυτόν μπήκε και ο Πέτρος.

Όταν τέλος εσταυρώθη ο Κύριος αυτός ήτο παρών κοντά στον Σταυρό εκείνες τις στιγμές, ενώ όλοι τον είχαν εγκαταλείψει, ο Διδάσκαλος αναθέτει στον αγαπημένο του μαθητή την μητέρα του απευθυνόμενος στοργικά της λέει: «Γύναι, ιδού ο υιός σου», γυρίζοντας κατόπιν προς τον Ιωάννην του λέγει: «Ιδού η μήτηρ σου». Τι άλλο μπορεί να υπάρξη πιο μεγάλη ευτυχία από τον λόγον αυτόν;

Από την ώρα εκείνη λοιπόν, επήρε, όπως ήταν άξιο και πρέπον, στο σπίτι του την Μητέρα και Παρθένον, αυτός που ήταν κατά το σώμα και την ψυχήν Παρθένος. Και όταν ανεστήθη ο Κύριος, αυτός αφού πρόλαβε τον Κορυφαίον Πέτρον και αφού έσκυψε πρώτος στον τάφο, είδε τα εντάφια και τον Χριστόν που ποθούσε. Δέχεται απ' Αυτόν το ζωογόνον φύσημα και προβάλλεται της Οικουμένης όλης Απόστολος. Αυτός είδε τον Κύριον όταν ανελήφθη.

Αυτός έπειτα εδέχθη την επιφοίτησιν του Παρακλήτου εν είδει πυρίνων γλωσσών μαζί με τους άλλους συμμαθητάς κατά την ημέραν της Πεντηκοστής. Αυτός τέλος και μέχρι την Κοίμησιν της Θεοτόκου έμεινε στα Ιεροσόλυμα, υπηρετώντας αυτήν σ' όλες τις ανάγκες.


ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Ύστερα από την καταστροφήν της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ. από τον Τίτον, έπεσε ο κλήρος ο Ιωάννης να έλθη στην Μικρά Ασία, που ήταν γεμάτη από είδωλα και ολόκληρη ήταν αφημένη στην ειδωλολατρική πλάνη.

Για το πράγμα αυτό λυπήθηκε ο Απόστολος και επειδή σαν άνθρωπος τον έπιασε αγωνία και δεν ήλπισε καθόλου στην ανίκητη δύναμη του Θεού, έπεσε κατά παραχώρησιν Θεού σε πειρασμό, ώστε να συγχωρεθη με τον πειρασμό το ανθρώπινο σφάλμα του. Διότι οι μεγάλοι και τέλειοι άνδρες στην αρετή πρέπει να φυλάγουν την ακρίβεια και στα μικρότερα πράγματα. Προλέγει λοιπόν ο Ιωάννης στον μαθητή του Πρόχορον την τρικυμία και το ναυάγιο που επρόκειτο να  υποστούν και ότι μόνον ο Ιωάννης επρόκειτο να πειρασθή στην θάλασσα για σαράντα ημέρες.

Αφού λοιπόν έγινε η τρικυμία, όπως το προείπε ο Απόστολος, τα κύματα της θαλάσσης έβγαλαν τον Πρόχορον στην Σελεύκειαν. Εκεί κατασυκοφαντήθηκε ότι είναι μάγος και ότι πήρε χρήματα από το πλοίο που ναυάγησε και τα ξοδεύει. Από την Σελεύκεια επήγε σ' έναν τόπο της Ασίας που λέγεται Μαρμαρεώτης σε διάστημα σαράντα ημερών.

Όταν πήγε ευρήκε τον δάσκαλο του Ιωάννη που τον είχε βγάλει εκεί η θάλασσα. Δόξασαν λοιπόν και οι δύο τον Θεόν που τους εγλύτωσε και τον ευχαρίστησαν.