Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Τὸ Ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους



Πολλὰ ὀνόματα ἀσήμων καὶ ἐπισήμων ἀνθρώπων ὑπάρχουν. Ὅμως τὸ ὄνομα ποὺ ξεπερνᾶ ὅλα τὰ ὀνόματα εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν θεία γέννησι ἑτοιμαζόμεθα νὰ ἑορτάσουμε.
Μόνο τὸ ἰδικό του ὄνομα εἶναι ὄνομα θεανθρώπου καὶ γι᾿ αὐτὸ κατὰ τὸν Ἀπ. Πέτρο «οὐδὲν γὰρ ὀνόμα ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. δ´ 12).
Ὑπάρχουν πολλοὶ σπουδαῖοι ἄνθρωποι, σοφοί, δίκαιοι, ἠγέται, ἀκόμη καὶ ἀνθρωπόθεοι τῆς ἀρχαίας μυθολογίας, ἀλλὰ μόνον ἕνας θεάνθρωπος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ὅλη ἡ χριστιανική μας πίστις συνοψίζονται στὴν ἀλήθεια αὐτή. Ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ «ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαβών» γενόμενος ὑπάκουος στὸν Θεὸ Πάτερα μέχρι καὶ τοῦ σταυρικοῦ θανάτου (Φιλ. β´ 8). Γι᾿ αὐτὴ τὴν κένωσι καὶ ταπείνωσί του ὁ Θεὸς Πατὴρ ὑπερύψωσε καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύσι τοῦ Υἱοῦ του καὶ τὴν ἐγκαθίδρυσε εἰς τὰ δεξιά του, στὴν δόξα ποὺ εἶχε ὡς Θεὸς καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν σάρκωσί του καὶ τοῦ ἐχάρισε τὸ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα.
Κάθε ἕνας ποὺ ἑνώνεται μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, θὰ συνδοξασθῆ μὲ Αὐτόν. Αὐτὴ ἡ ἀλήθεια ὑπερβαίνει τὴν ἀνθρώπινη λογική. Εἶναι ἀλήθεια τὴν ὁποία ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτει καὶ ἐμεῖς δεχόμεθα «ἐν πίστει». Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια καὶ τὰ τρία ὀνόματα ποὺ ἐδόθησαν στὸν σαρκωθέντα Θεό. «Καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν»

Περιμένοντας τὰ Χριστούγεννα τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους



Αὐτὲς τὶς ἡμέρες ὁ ὀρθόδοξος χριστιανικὸς κόσμος καλεῖται νὰ γιορτάσει ἢ μᾶλλον νὰ ζήσει ἀληθινὰ τὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς σωτηρίας καὶ τῆς λυτρώσεως τῶν ἀνθρώπων καὶ τοῦ κόσμου ἀπὸ τὰ δεινὰ τῶν κακῶν καὶ τοῦ διαβόλου. Καλεῖται νὰ δεχθεῖ τὸ μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας καὶ νὰ γεμίσει θεία χάρη καὶ εὐλογία.
Οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς καλοῦν νὰ ἀνοίξουμε τὰ μάτια τῆς καρδιᾶς καὶ νὰ μελετήσουμε τὸ μεγάλο αὐτὸ μυστήριο, ποὺ κυριολεκτικὰ ἄλλαξε τὴ μορφὴ τοῦ κόσμου.
Ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου; Ὅλη ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων, γιὰ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου περιέχεται στὴ φράση τοῦ Μεγ. Ἀθανασίου : «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο, ἵνα τὸν ἄνθρωπον δεκτικὸν θεότητος ποιήσῃ». Ὁ Χριστὸς δὲν ἦρθε στὴ γῆ, γιὰ νὰ μᾶς φέρει ἁπλὰ μιὰ νέα διδασκαλία, ἀλλὰ νὰ μεταδώσει σὲ μᾶς τὴ θεία ζωή, τὴ ζωὴ τοῦ Θεοῦ. Νὰ μᾶς κάνει μετόχους θείας Ζωῆς κατὰ χάρη. Ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος Θεὸς κατὰ χάρη. Αὐτὸ εἶναι τὸ κεντρικὸ καὶ οὐσιῶδες νόημα τῆς μεγάλης αὐτῆς καὶ σημαντικῆς γιορτῆς.
Πρὶν ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ὁ κόσμος ζοῦσε στὸ σκοτάδι τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς εἰδωλολατρίας μὲ φωτεινὲς ἑξαιρέσεις.

Ὁ Ὀρθόδοξος Μοναχισμὸς κατὰ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους


Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ εἶναι ἀπὸ τὴν εἰσήγηση τοῦ σεβαστοῦ Γέροντα στὸ Α´ Ἐπιστημονικὸ Συνέδριο «Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: ἡ ζωὴ καὶ ἡ διδασκαλία του», τὸ ὁποῖο διωργανώθη (καὶ διεξήχθη) ἀπὸ τὸ Ἱερὸ κοινόβιο τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου στὶς 21-23 Σεπτεμβρίου 1999. Πηγή: «ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ, ὁ πελώριος σμάραγδος»

Πρὸ ἐτῶν Καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, ἀναφερόμενος στὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, τὸν χαρακτήρισε ὡς ἕνα εὐφυῆ μοναχό. Ἄραγε ὁ ἅγιος Νικόδημος ἦτο μόνο ἕνας εὐφυὴς μοναχὸς καὶ ὄχι ἕνας ἅγιος καὶ σοφὸς κατὰ κόσμον καὶ κατὰ Θεὸν μοναχὸς καὶ μία ἀληθινὴ πατερικὴ μορφή;
Ἕτερος Καθηγητὴς πρὸ ὀλίγων ἐτῶν προσῆψε βαρύτατες κατηγορίες κατὰ τοῦ Ἁγίου, χαρακτηρίζοντάς τον ὡς ἠθικιστὴ καὶ ὡς ὑπεύθυνο γιὰ τὴν ἐπικράτηση στὴν νεοελληνικὴ κοινωνία τοῦ δυτικοῦ πνεύματος. Στὶς κατηγορίες αὐτὲς ἀπήντησε ἡ Ἱερὰ Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους μὲ ἐμπεριστατωμένο κείμενό της.
Ὀφείλονται ἄραγε οἱ ἀπόψεις αὐτὲς σὲ ἄγνοια τῆς χαρισματούχου προσωπικότητας καὶ τοῦ ἔργου τοῦ Ἁγίου ἢ σὲ ἐσφαλμένες καὶ μὴ ὀρθόδοξες θεολογικὲς προϋποθέσεις; Τοὺς Ἁγίους δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς δοῦμε σωστά, ἐὰν δὲν προσπαθοῦμε νὰ ζοῦμε κατὰ τὸν τρόπο ἢ τὸ πνεῦμα τῆς ἰδικῆς των ζωῆς. Ποιὸς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ συμμετέχοντας στὶς ἁγιορείτικες ἀγρυπνίες θὰ ἀκούσει τοὺς λόγους τοῦ Ἁγίου στοὺς Ἀθωνίτες Πατέρες καὶ στοὺς Νεομάρτυρες καὶ τὶς Ἀκολουθίες ποὺ γι᾿ αὐτοὺς ἔγραψε, δὲν θὰ νιώσει τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν ἄνωθεν σοφία τοῦ Ἁγίου μας καὶ δὲν θὰ εὐχαριστήσῃ τὸν Θεόν, ποὺ χάρισε στὴν Ἐκκλησία Του στὰ δύσκολα χρόνια τῆς σκλαβιᾶς ἕνα τέτοιον πατέρα καὶ διδάσκαλο;

Ὁ Χριστὸς ζητεῖ κατάλυμα τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους



Ὁ Ἅγιος Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ὁ ὁποῖος διασώζει πολλὰ περιστατικὰ ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία τοῦ Κυρίου, μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἡ ἑτοιμόγεννη ἁγία Παρθένος δὲν εὑρῆκε «τόπον ἐν τῷ καταλύματι», δηλαδὴ θέσι στὸ πανδοχεῖο, γιὰ νὰ γεννήση τὸν Κύριο (Λουκ. β´, 7). Ἔτσι, ἐχρησιμοποίησε ὡς κατάλυμα τὸν σταῦλο τῶν ἀλόγων ζώων καὶ ὡς λίκνο τὴν φάτνη. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐγεννήθη σὲ ἕνα τόπο ποὺ συμβόλιζε τὸν κόσμο μας, ποὺ ὅπως τότε, ἔτσι καὶ σήμερα ὄζει ἀπὸ τὴν ἀλογία τῶν παθῶν.
Ὁ Ἅγιος Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης γράφει στὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιό του ὅτι «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰω. α´ 14), ἀλλὰ καὶ ὅτι «εἰς τὰ ἴδια ἦλθε καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον» (Ἰω. α´ 11). Οἱ ταπεινοὶ ὅμως ἄνθρωποι ἐδέχθησαν τὸν Κύριο, ἐπίστευσαν σ᾿ Αὐτὸν καὶ ἔγιναν μαθηταί Του.

Τί θὰ ποῦμε στοὺς νέους; τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους



Δὲν κρίνω τὴν ἀπόφαση τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου, διότι ἡ ἰδιότητά μου δὲν τὸ ἐπιτρέπει. Ἐπειδὴ ὅμως πολλοὶ νέοι ἐκ τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας ἔρχονται στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἐξομολογοῦνται καὶ σὲ μᾶς, θὰ ἤθελα εὐλαβῶς νὰ ἐρωτήσω τοὺς ἁγίους Ἀρχιερεῖς: Τί θὰ τοὺς ἀπαντοῦμε ὅταν ἐπιμένουν ὅτι οἱ προγαμιαῖες σχέσεις δὲν εἶναι ἁμαρτία ἐπικαλούμενοι τὶς θέσεις τοῦ Σεβ. Ζακύνθου καὶ τὴν ἐπιεικῆ ἀπόφαση τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου, χωρὶς ὁ Σεβ. Ζακύνθου νὰ ἀνακαλέσει δημόσια τὶς θέσεις του, ἢ νὰ ζητήσει συγχώρεση ἀπὸ τὸ σκανδαλισθὲν πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.
Θὰ ἤθελα ἀκόμη νὰ ἐρωτήσω, ποιὸς θὰ εἶναι ἀπέναντι τοῦ Ἁγίου Θεοῦ ὑπεύθυνος γιὰ τοὺς νέους ποὺ ἔχουν προγαμιαῖες σχέσεις καὶ δὲν μετανοοῦν, γιατὶ ἐπικαλοῦνται τὸν Σεβ. Ζακύνθου;
Ποιὸς θὰ εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ τὶς ἐκτρώσεις, ποὺ συχνὰ συνοδεύουν τὶς προγαμιαῖες σχέσεις;
Ποιὸς θὰ εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ τοὺς νέους, ποὺ ἑτοιμάζοντο γιὰ τὴν ἁγία ἱερωσύνη καὶ ἠγωνίζοντο νὰ μείνουν καθαροὶ μέχρι τὸν γάμο τους, ὥστε νὰ μὴν ἔχουν κώλυμα ἱερωσύνης, καὶ τώρα ἐνέδωσαν στὸν πειρασμό, ἁμάρτησαν καί, ἢ δὲν θὰ εἰσέλθουν στὸ φρικτὸ Θυσιαστήριο, ἢ θὰ εἰσέλθουν μὲ κωλύματα;
Θέτω τὰ ἀνωτέρω ἐρωτήματα ἀφορμώμενος ἀπὸ συγκεκριμένες περιπτώσεις, ποὺ ἐγὼ ὡς πνευματικὸς διεπίστωσα, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι πνευματικοὶ μὲ ἐπληροφόρησαν. Πιστεύω ὅτι «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13, 8). Καὶ ἀκόμη: «ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5, 19). Κατὰ τὸν ἅγιο Χρυσόστομο, τὸ «ἐλάχιστος» σημαίνει «γεέναν καὶ κόλασιν».

Ὁ πόνος στὴ ζωή μας τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους



Εἶναι εὔκολο κάποιος νὰ φιλοσοφεῖ ἢ νὰ θεολογεῖ γιὰ τὸν πόνο. Ἀλλὰ εἶναι δύσκολο νὰ ἀντιμετωπίζει σωστὰ τὸν πόνο, ὅταν ὁ ἴδιος περνᾶ ἕνα δυνατὸ πόνο στὴν ζωή του. Θεωρῶ πολὺ τολμηρὸ νὰ μιλᾶ κανεὶς γιὰ τὸν πόνο, ὅταν ὁ ἴδιος δὲν πονᾶ. Σκέπτομαι ὅλους τοὺς ἀδελφούς μας ἁπανταχοῦ τῆς γῆς, ποὺ πονοῦν σωματικὰ ἢ ψυχολογικὰ ἢ πνευματικά.
Σωματικὰ πονοῦν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ ἀρρώστιες, κακουχίες, πείνα. Ψυχολογικὰ πονοῦν ἀπὸ κατατρεγμούς, συκοφαντίες, ἔλλειψη ἀγάπης καὶ μὴ ἀνταπόκριση στὴν προσφερόμενη σὲ ἄλλα προσφιλῆ πρόσωπα ἀγάπη, ἀνεκπλήρωτες ἐπιθυμίες, ἀσθένειες καὶ θανάτους προσφιλῶν ἀνθρώπων καὶ ἄλλα αἴτια. Πνευματικὰ πονοῦν ὅσοι ἀγαποῦν τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο καὶ ὅμως βλέπουν ὅτι μὲ τὶς ἁμαρτίες τους λυποῦν τὸν Θεὸ καὶ προσβάλλουν τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τὸν ἄνθρωπο.
Δὲν εἰσῆλθε ἀσφαλῶς κατ᾿ εὐδοκία Θεοῦ. Μπῆκε κατὰ παραχώρηση Θεοῦ, ὅταν ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν ἐγωιστικὴ παρακοή του ἔχασε τὴν Πηγὴ τῆς Ζωῆς, τὸν Πλάστη του. Ἀπὸ τὴν ἄπονο κατάσταση τῆς Θείας Βασιλείας, βρέθηκε σὲ μία ἄλλη κατάσταση, στὴν ὁποία ἀφοῦ δὲν βασίλευε ἡ ἀληθινὴ Ζωή, κυριαρχοῦσε μία ζωὴ φθαρμένη, συνυφασμένη μὲ τὸν θάνατο, τὰ πάθη καὶ τὴν ἁμαρτία.
Σ᾿ αὐτὴν τὴν νέα κατάσταση, ὁ θάνατος καὶ ὁ πόνος φαίνονταν νὰ ἔχουν ἕνα θετικὸ νόημα, ὅπως ἄλλωστε καὶ οἱ ἄλλοι δερμάτινοι χιτῶνες μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ἔνδυσε τοὺς πρωτοπλάστους, ὅταν ἐκεῖνοι ἔφευγαν ἀπὸ τὸν Παράδεισο, γιὰ νὰ τοὺς παρηγορήσει στὴν ἐξορία τους. Ὁ θάνατος θέτει τέρμα στὸ κακό, ποὺ ἀλλιῶς θὰ ἦταν ἀθάνατο ἐπὶ τῆς γῆς.
Ὁ σωματικὸς πόνος εἰδοποιεῖ γιὰ τὴν ἀσθένεια, ὥστε νὰ ὑπάρχει ἡ κατάλληλη θεραπεία. Οἱ ἰατροὶ γνωρίζουν πόσο εὐεργετικὸς εἶναι ὁ πόνος. Ἐπίσης, ὅλων τῶν εἰδῶν οἱ πόνοι μᾶς βοηθοῦν νὰ λάβουμε αἴσθηση τῆς φθαρτότητάς μας καὶ ἔτσι νὰ γνωρίσουμε τὰ πεπερασμένα μας ὅρια γλιτώνοντας ἀπὸ κάθε μορφὴ αὐτοθεοποιήσεως.

ΕΡΕΣ ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑΣ» Πολιτιστικὴ ἐκδήλωσις ἢ προάγγελος τῆς Πανθρησκείας; τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους



Ἡ ἀνακοίνωσις γιὰ τὶς «Ἱερὲς Μουσικὲς τῆς Ὀλυμπιάδας» (Ἐφημ. «Καθημερινή» 19-6-2003) φαίνεται νὰ δικαιώνη τὴν ἀνησυχία πολλῶν ὅτι ἡ Πολιτιστικὴ Ὀλυμπιάδα καὶ οἱ Ὀλυμπιακοὶ Ἀγῶνες θὰ χρησιμοποιηθοῦν καὶ γιὰ τὴν προώθησι τῶν σχεδίων τῆς Νέας Ἐποχῆς, καὶ μάλιστα γιὰ τὴν προβολὴ τῆς Πανθρησκείας.
Παρόμοιες ἐκδηλώσεις πληροφορούμεθα ὅτι ἔγιναν καὶ στοὺς προηγουμένους Ὀλυμπιακοὺς Ἀγῶνες ποὺ διοργανώθηκαν στὸ Σίδνεϋ καὶ στὴν Ἀτλάντα. Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ πανανθρώπινη ἑνότης, ὅπως τὴν ὁραματίζονται οἱ νεοεποχίτες, δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῆ χωρὶς τὴν θρησκευτικὴ ἑνότητα. Ἡ δὲ θρησκευτικὴ ἑνότης προϋποθέτει τὴν συγκρητιστικὴ ἀνάμιξη ὅλων τῶν θρησκειῶν σὲ μία πανθρησκεία.
Ἡ «ἱέρεια» καὶ «προφήτις» τῆς Νέας Ἐποχῆς, ἡ Alice Bailey, ἔγραφε: «Ἀνατέλλει ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ὅλαι αἱ θρησκεῖαι θὰ θεωροῦνται ὡς προερχόμεναι ἀπὸ μίαν μεγάλην πνευματικὴν πηγήν· ὅλαι θὰ θεωροῦνται ὅτι ἀποτελοῦν ἐν τῷ συνόλῳ των τὴν ἑνιαίαν ρίζαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἶναι ἀναπόφευκτον νὰ προβάλη ἡ καθολικὴ Παγκόσμιος θρησκεία. Δὲν θὰ ὑπάρχουν τότε οὔτε χριστιανοὶ οὔτε εἰδωλολάτραι, οὔτε Ἰουδαῖοι οὔτε ἐθνικοί, ἀλλ᾿ ἁπλῶς καὶ μόνον ἕνα μέγα σῶμα πιστῶν, ποὺ θὰ προέρχονται ἀπὸ ὅλας τὰς τρεχούσας θρησκείας. Οὗτοι θὰ ἀποδέχονται τὰς ἰδίας ἀληθείας, ὄχι ὡς θεολογικὰς ἀντιλήψεις, ἀλλ᾿ ὡς οὐσιώδεις διὰ τὴν πνευματικὴν ζωήν. Θὰ ἵστανται ὅλοι ἡνωμένοι ἐπάνω εἰς τὸ ἴδιον βάθρον τῆς ἀδελφότητος καὶ τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων… Μία τοιαύτη Παγκόσμιος θρησκεία δὲν ἀποτελεῖ νωχελῆ ὀνειροπόλησιν, ἀλλὰ κάτι τὸ ὁποῖον σήμερον προσλαμβάνει μορφὴν σαφῆ» (βλ. Τὰ προβλήματα τῆς ἀνθρωπότητος, σελ. 206).
Σ᾿ αὐτὲς τὶς κατευθύνσεις κινεῖται καὶ ὁ διεθνὴς τεκτονισμός, ποὺ δέχεται τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὅπως ὅλους τοὺς ἱδρυτὰς θρησκειῶν, ὡς ἕνα ἀπὸ τοὺς μύστας.
Οἱ διαθρησκειακὲς συναντήσεις, συμπόσια, συνέδρια, καὶ μάλιστα αὐτὰ ποὺ συνοδεύονται ἀπὸ κάποιες συμπροσευχὲς ἢ συμβολικὲς τελετουργίες (Ἀσσίζη), καλλιεργοῦν τὴν ἰδέα τῆς πανθρησκείας.
Γνωρίζω, βέβαια, ὅτι ὅποιος τολμήσει νὰ διαφωνῆ μὲ αὐτὲς τὶς ἐκδηλώσεις, κινδυνεύει νὰ χαρακτηρισθῆ «δημοκρατικώτατα» ὡς φανατικός, φονταμενταλιστής, ταλιμπὰν τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀλλά, ἐπειδὴ ἡ Πίστις μας εἶναι ὅ,τι πολυτιμώτερο ἔχουμε στὴ ζωή μας, δὲν θὰ φοβηθοῦμε καὶ δὲν θὰ σιωπήσουμε. Ἄλλωστε καὶ διανοούμενοι ποὺ δὲν μποροῦν νὰ χαρακτηρισθοῦν φονταμενταλισταί, διαφωνοῦν μὲ αὐτές. Ἀξιόλογη κριτικὴ τῶν διαθρησκειακῶν ἐκδηλώσεων ἄσκησε ὁ καθηγητὴς Χρῆστος Γιανναρᾶς σὲ ἐπιφυλλίδα του στὴν «Καθημερινή» (25-5-2003) μὲ τίτλο: «Εἰς ὀλιγωρίαν ἱερῶν καὶ ὁσίων».