Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Εἰρήνη, δῶρον τοῦ σταυρωθέντος καὶ ἀναστάντος Χριστοῦ τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους



Ἡ ἀπειλὴ τῶν φοβερῶν τρομοκρατικῶν ἐκδηλώσεων σκιάζει τὶς ἐρχόμενες ἑορτὲς τῶν Ἁγίων Παθῶν καὶ τῆς Λαμπροφόρου Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας.
Τρομοκράται «νόμιμοι» ἐκ τῶν ἰσχυρῶν καὶ δυναστῶν τῆς γῆς καὶ τρομοκράται παράνομοι ἐκ τῶν καταδυναστευομένων, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου «οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσι αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν» (Μάρκ. 10, 42).
Δυστυχῶς ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ δὲν ἐφαρμόζεται ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς μὴ χριστιανοὺς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς κατ᾿ ὄνομα Χριστιανούς. «Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ» (Ματθ. 5, 38-39).
Ἡ ἀντεκδίκησις πολλαπλασιάζει τὸ κακό. Δὲν τὸ περιορίζει, ὅπως νομίζουν ὅσοι τὴν ἐφαρμόζουν.
Λαοὶ ἀλληλοεξοντώνονται καὶ ὁ διάβολος βασιλεύει, ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι τοῦ δίδουν τὴν ἐξουσία νὰ τοὺς διαιρῆ καὶ νὰ τοὺς σπείρη τὸ μίσος καὶ τὴν ἐκδίκησι.
Πολλοὶ ὁμιλοῦν γιὰ τὴν εἰρήνη. Ἀλλά, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Εἰρήνη φίλη, τὸ παρὰ πάντων μὲν ἀπαιτούμενον ἀγαθόν, ὑπ᾿ ὀλίγων δὲ φυλασσόμενον» (Λόγος ΚΒ´).
Ἐπειδὴ ἡ εἰρήνη δὲν φυγαδεύεται μόνον μεταξὺ τῶν κρατῶν, τῶν λαῶν καὶ κοινωνικῶν ὁμάδων ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν φίλων, τῶν συγγενῶν, τῶν ὁμοπίστων, τῶν συντοπιτῶν, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἰδοῦμε τί ὁ αἰώνιος λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς διδάσκει.
Εἰρηνικὸ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο ὁ Πανάγαθος Θεός. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, δημιουργήθηκε «ἄμαχος, εἰρηνική, ἀστασίαστος, πρὸς τὲ τὸν Θεὸν καὶ ἑαυτὴν δι᾿ ἀγάπης ἐσφιγμένη» (Ρ.G. 9, 172Β). Ἡ ἁμαρτία ὅμως καὶ ὁ ἐγωϊσμὸς ἔφερε στοὺς ἀνθρώπους τὰ μίση, τὶς διαιρέσεις, τὶς συγκρούσεις, τὸν φθόνο, τὴν ἀλληλοεξόντωσι, τὴν ἐκδικητικότητα, τὴν ἐπιθετικότητα, τὴν μισανθρωπία.
Ὁ ἀνθρωποκτόνος διάβολος ἐκμεταλλευόμενος τὰ πάθη τῶν ἀνθρώπων τοὺς διαιρεῖ καὶ τοὺς στρέφει ἐναντίον ἀλλήλων.

Αἱρέσεις - Οἰκουμενισμός Οἱ διαθρησκειακὲς ἐκδηλώσεις καὶ ἡ παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους



Ἡ ἁγία μας Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων. Γι᾿ αὐτὸ στὴν Ἐκκλησία μας δὲν αὐτοσχεδιάζουμε οὔτε ἀκολουθοῦμε τὸν λογισμό μας, ἀλλὰ «ἐπόμεθα τοῖς θείοις Πατράσιν» (Δ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος), ὅπως καὶ ἐκεῖνοι ἤποντο τοῖς ἁγίοις Ἀποστόλοις καὶ Προφήταις.
Θὰ πρέπη λοιπὸν καὶ στὸ θέμα τῶν διαθρησκειακῶν σχέσεων καὶ ἐκδηλώσεων νὰ ἀκολουθοῦμε τοὺς Προφήτας, τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς Πατέρας. Ὅπως διδάσκει καὶ ὁ ἱερὸς Ἰωσὴφ Βρυέννιος: « Ἀμήχανον ἄλλως τὴν ἀλήθειαν γνῶναι ἢ θεολογίας ἅπτεσθαι μὴ τοῖς ἁγίοις ἑπόμενον».
Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν ἦταν κήρυγμα ἀνενδότου καὶ ἀνυποχωρήτου ἀγῶνος κατὰ κάθε μορφῆς ἀναμίξεως ἢ θρησκευτικοῦ συγχρωτισμοῦ μὲ τοὺς περιβάλλοντας τότε τὸν Ἰσραὴλ εἰδωλολατρικοὺς λαούς. Καὶ μόνον τὸ παράδειγμα τοῦ προφήτου Ἠλία, τοῦ ὁποίου κατ᾿ αὐτὰς ἑορτάζουμε τὴν μνήμη, φθάνει νὰ μᾶς πείση γιὰ τὴν ἀλήθεια αὐτή.
Ἀνένδοτοι ἐπίσης ἦσαν καὶ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ὄχι μόνον κατὰ τῶν εἰδωλολατρικῶν θρησκειῶν ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ ἀρνουμένου τὸν Χριστὸν ὡς Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα καὶ μοναδικὸν Σωτῆρα τῶν ἀνθρώπων Ἰουδαϊσμοῦ. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος κηρύττει: «Πᾶν πνεῦμα ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι· καὶ πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι· καὶ τοῦτο ἐστὶ τὸ τοῦ ἀντιχρίστου ὃ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται, καὶ ἐν τῷ κόσμῳ ἐστὶν ἤδη» (Α´ Ἰωάν. 4, 2-3).
Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐπίστευαν ὡς γνωστὸν ἀκραδάντως ὅτι μόνον ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς σώζει τὸν ἄνθρωπο, ὅτι κάθε παραχώρησις πρὸς τὶς ἄλλες θρησκεῖες ἢ αἱρέσεις ἀποτελεῖ ἄρνησι καὶ προδοσία τοῦ Χριστοῦ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀκυρώνει τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.
Λόγῳ τῆς πίστεως αὐτῆς οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐτέλεσαν μεγάλους ἀγώνας κατὰ τῆς εἰδωλολατρίας καὶ κατὰ τῶν λεγομένων μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν, τὶς ὁποῖες θεωροῦσαν ἐξίσου ἐπικίνδυνες μὲ τὴν εἰδωλολατρία καὶ ὡς «μία κεκαλυμμένη ἀσέβεια ποὺ εὐκόλως δύναται νὰ ἀπατήση τὸν νοῦν» (Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης).
Ἐτέλεσαν ἐπίσης μεγάλους ἀγώνας κατὰ τῶν αἱρετικῶν παραχαράξεων τῆς ὀρθῆς Πίστεως καὶ ὑπέστησαν χάριν τῆς Ἀληθείας διωγμούς, φυλακίσεις, ἐξορίες, βασανιστήρια καὶ πικροὺς θανάτους. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες μακαρίζονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ὡς Ὁμολογηταὶ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ ἰσοστάσιοι μὲ τοὺς ἁγίους Μάρτυρας, παλαιοὺς καὶ νέους.
Μελετώντας τοὺς βίους τῶν Ἁγίων ποὺ ἦρθαν σὲ ἐπαφὴ καὶ συζητήσεις μὲ τοὺς Μουσουλμάνους, ὅπως ὁ ἅγιος Φώτιος καὶ ὁ μαθητής του Κωνσταντῖνος (μετέπειτα ἅγιος Κύριλλος, ἀπόστολος τῶν Σλάβων), ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ἱερὸς Γεννάδιος ὁ Σχολάριος, διαπιστώνουμε ὅτι ἐνῶ ἡ μουσουλμανικὴ πλημμυρίδα ἀπειλοῦσε τὸ Βυζάντιο, οἱ θεοφόροι αὐτοὶ ἄνδρες στὶς συζητήσεις τους μὲ τοὺς μουσουλμάνους ἐτόνιζαν ὅτι ἀληθὴς Θεὸς εἶναι ὁ Τριαδικὸς Θεός, ὅτι μόνος Σωτήρας τῶν ἀνθρώπων εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ὅτι ὁ Μωάμεθ εἶναι ψευδοπροφήτης.

Περὶ τοῦ συνεδρίου τοῦ Π.Σ.Ε. γιὰ τὴν ἱεραποστολή τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους



Ἀπὸ 9ης ἕως 16ης Μαΐου 2005 συγκαλεῖται στὴν Ἀθήνα τὸ Συνέδριο τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν (Π.Σ.Ε.) μὲ ἀντικείμενο «τὴν ἱεραποστολὴ καὶ τὸν εὐαγγελισμὸ στὸν κόσμο». Ἀπὸ τὴν μελέτη τοῦ προγράμματος καὶ τῶν σκοπῶν τοῦ Συνεδρίου, ὅπως ἔχουν δημοσιευθῆ στὴν ἰστοσελίδα τοῦ Π.Σ.Ε., προκύπτει γιὰ μία ἀκόμη φορὰ τὸ πρόβλημα τῆς συμμετοχῆς τῶν Ὀρθοδόξων σε ἕνα διεθνῆ Ὀργανισμὸ ποὺ κυριαρχεῖ ἡ προτεσταντικὴ θεολογία καὶ νοοτροπία.
Οἱ Ὀρθόδοξοι, ποὺ ὡς μειοψηφία συμμετέχουν στὰ ἐκτελεστικὰ σώματα καὶ στὰ συνέδρια τοῦ Π.Σ.Ε., δὲν μποροῦν νὰ ἐπηρεάσουν ἀποτελεσματικὰ τὴν γραμμὴ καὶ τὶς ἀποφάσεις του οὔτε νὰ δώσουν οὐσιαστικὴ Ὀρθόδοξη μαρτυρία, ἐφ᾿ ὅσον μετὰ τὴν Γενικὴ Συνέλευσι τοῦ Νέου Δελχὶ (1961) δὲν τοὺς ἐπιτρέπεται πλέον νὰ καταθέτουν ἰδιαιτέρα δήλωσι ὡς ἐκπρόσωποι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Στὰ Συνέδρια τοῦ Faith and Order στὴν Λωζάννη (1927) καὶ στὸ Ἐδιμβοῦργο (1937), καθὼς καὶ στὶς πρῶτες Γενικὲς Συνελεύσεις τοῦ Π.Σ.Ε. στὸ Ἔβανστον (1954) καὶ στὸ Νέο Δελχὶ (1961), οἱ Ὀρθόδοξοι κατέθεταν ἰδιαιτέρα δήλωσι. Οἱ Ὀρθόδοξες Τοπικὲς Ἐκκλησίες συμμετέχουν πλέον ὡς παραφυάδες (denominations) τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Εἶναι γνωστὲς οἱ ἔντονες διαμαρτυρίες τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ποὺ κατεγράφησαν στὸ ἀνακοινωθὲν τῆς Διορθοδόξου Συναντήσεως τῆς Θεσσαλονίκης (Μάϊος 1998). Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, τὸ Συνέδριο γιὰ τὴν «ἱεραποστολὴ καὶ τὸν εὐαγγελισμὸ στὸν κόσμο», ποὺ συγκαλεῖται στὴν Ἀθήνα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἐκφράζη τὸ πνεῦμα τοῦ Προτεσταντισμοῦ καὶ νὰ μὴν καταλήξη καὶ πάλι νὰ σύρη τοὺς Ὀρθοδόξους πίσω ἀπὸ τὸ προτεσταντικὸ ἅρμα, ὅπως ἔγινε μὲ τὴν ὑπὸ τοῦ Π.Σ.Ε. προώθησι τοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καὶ Ἀντιχαλκηδονίων καὶ τὸν χαρακτηρισμὸ τῶν Μονοφυσιτῶν ὡς Ὀρθοδόξων.

Τὸ ἄβατoν τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ἡ χειροτονία τῶν γυναικῶν κατὰ τὴν παράδοση τῆς ἐκκλησίας τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους



Πολὺς λόγος γίνεται τελευταῖα γιὰ τὴν κατάργησι τοῦ ἀβάτου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ τὴν χειροτονία γυναικῶν. Ἐζητήθη καὶ ἡ ἰδική μου γνώμη, τὴν ὁποία καὶ καθηκόντως διατυπώνω, διότι κατὰ τὸν σοφὸν Σολομῶντα «καιρὸς τοῦ σιγᾶν καὶ καιρὸς τοῦ λαλεῖν» (Ἐκκλ. γ´ 7).
Οἱ φεμινίστριες ζητοῦν τὴν κατάργησι τοῦ ἀβάτου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, γιατὶ θεωροῦν ὅτι θίγεται τὸ ἀτομικὸ δικαίωμά τους νὰ μποροῦν νὰ ἐπισκεφθοῦν καὶ πιθανῶς νὰ ἐγκαταβιώσουν καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος.
Λησμονοῦν ὅμως ὅτι καὶ οἱ Μοναχοὶ ἔχουν τὸ ἀτομικὸ δικαίωμα νὰ μονάζουν σ᾿ ἕναν τόπο ποὺ οἱ ἴδιοι τὸν διάλεξαν, οἱ ἴδιοι τὸν δημιούργησαν καὶ οἱ ἴδιοι τὸν θέλησαν ἄβατο. Καὶ ἀκόμη, ὅτι ὅσοι βοήθησαν νὰ δημιουργηθῇ τὸ Ἅγιον Ὄρος, Ὀρθόδοξοι Αὐτοκράτορες καὶ Ἡγεμόνες, Ἕλληνες καὶ μὴ Ἕλληνες, καὶ Οἰκουμενικοὶ Πατριάρχαι, ἔτσι τὸ ἤθελαν καὶ ἔτσι μὲ χρυσόβουλα καὶ σιγίλλια τὸ κατωχύρωσαν.
Ἀκόμη ὅτι καὶ ἡ Ἔφορος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἡ Κυρία Θεοτόκος, μὲ σημεῖα καὶ θαύματα ἔδειξε τὴν θέλησί της τὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ παραμείνη ἄβατο.
Κάποτε ἐρώτησαν ἕναν Ἁγιορείτη Γέροντα, γιατί οἱ μοναχοὶ θέλουν τὸ ἄβατο, καὶ αὐτὸς ἔδωσε μία παράδοξη ἀπάντησι: Γιατὶ ἀγαποῦν τὶς γυναῖκες.
Πράγματι οἱ Μοναχοὶ θέλουν νὰ ἀγαποῦν ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, καὶ τοὺς ἄνδρες καὶ τὶς γυναῖκες, μὲ μία ἀγάπη ποὺ δὲν θὰ εἶναι σαρκικὴ ἢ φίλαυτη. Δηλαδὴ νὰ ἀγαποῦν πνευματικά, ὅπως ἀγαποῦσε ὁ Χριστός.
Γιὰ νὰ ἀποκτήσουν ὅμως οἱ Μοναχοὶ αὐτὴ τὴν Χριστομίμητο ἀγάπη, πρέπει νὰ ἀσκηθοῦν σὲ περιβάλλον ποὺ δὲν θὰ ὑπάρχουν οἱ πειρασμοὶ καὶ οἱ προκλήσεις τοῦ ἄλλου φύλου.
Οἱ Μοναχοὶ εἶναι ρεαλισταί. Δὲν παραγνωρίζουν τὴν ἀδυναμία καὶ τὸ εὐόλισθο τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, «πᾶς ὁ βλέπων γυναίκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτῆς, ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ» (Ματθ. ε´ 28).
Ὅταν οἱ Μοναχοὶ μετὰ ἀπὸ πολυχρόνιο ἀγώνα καὶ ἄσκησι ἀποκτήσουν τὴν ἀπάθεια, μποροῦν νὰ ἀγαποῦν ἀπαθῶς.

Ὀρθοδοξία: Ἡ ἐλπίδα τῶν λαῶν τῆς Εὐρώπης τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους


Προέλευση κειμένου www.alopsis.gr

Στὸ κείμενο αὐτὸ ἐπισημαίνεται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος αὐτοσυνειδησία δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ παρακάμπτωμε τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δὲν ἠμπορεῖ νὰ συναποτελῇ μαζὶ μὲ τὸν Δυτικὸ Χριστιανισμὸ μία ἑνιαία «χριστιανικὴ ταυτότητα», ἀλλὰ ἀντιθέτως μᾶς ὑποχρεώνει νὰ τονίσωμε ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ λησμονημένη ἀπὸ τὴν Εὐρώπη πρωτογενής της Πίστις, ἡ ὁποία πρέπει κάποτε νὰ ἀποτελέσῃ ἐκ νέου τὴν χριστιανική της ταυτότητα.

Ἡ Ἑνωμένη Εὐρώπη τοῦ 21ου αἰῶνος ἀναζητεῖ τὴν ταυτότητά της. Ἡ «εὐρωπαϊκὴ ταυτότης» δὲν ἀποτελοῦσε ἀντικείμενο σοβαροῦ προβληματισμοῦ, ἐφ᾿ ὅσον τὴν διεμόρφωναν μόνον οἰκονομικοὶ καὶ πολιτικοὶ παράγοντες. Ἀφ᾿ ὅτου ὅμως πολιτισμικοὶ καὶ ἰδίως θρησκευτικοὶ παράγοντες ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν ὑπ᾿ ὄψιν κατὰ τὴν ἀναζήτησί της, ἀναπτύχθηκαν σοβαρὲς συζητήσεις, ἔντονες διαφωνίες καὶ ὀξεῖες διαμάχες γύρω ἀπὸ τὴν ἀναφορὰ ἢ μὴ τοῦ «Εὐρωπαϊκοῦ Συντάγματος» στὴν χριστιανικὴ ταυτότητα τῆς Εὐρώπης.
Τί σημαίνει ὅμως «χριστιανικὴ ταυτότης τῆς Εὐρώπης» γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους λαούς μας; Πόσο χριστιανικὴ εἶναι ἡ «χριστιανικὴ ταυτότης τῆς Εὐρώπης»;
Ὅσοι καλοπροαίρετα ἀγωνίζονται γιὰ τὴν ἐνίσχυσι τῆς χριστιανικῆς ταυτότητος τῆς Εὐρώπης ὁμιλοῦν συνήθως γι᾿ αὐτὴν ὡσὰν νὰ πρόκειται γιὰ ἕνα ἱστορικὸ δεδομένο ἢ ἕναν κώδικα χριστιανικῶν ἀρχῶν καὶ ἀξιῶν, στὶς ὁποῖες ἠμποροῦν νὰ συγκλίνουν οἱ χριστιανικοὶ λαοὶ μὲ τὴν βοήθεια τῶν οἰκουμενικῶν ἐπαφῶν καὶ διαχριστιανικῶν διαλόγων. Οἱ Χριστιανοὶ τῆς Εὐρώπης ἐπιδιώκουν νὰ τὴν ἐξασφαλίσουν θεσμικά, ἐπειδὴ φοβοῦνται τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ θρησκευτικοῦ ἀποχρωματισμοῦ τῆς ἠπείρου των, τὴν ἀλλοίωσι τῆς χριστιανικῆς της ἰδιοπροσωπίας λόγω τῶν πληθυσμιακῶν μεταβολῶν (μετανάστευσις κ.λπ.) ἢ τὸν ἀποκλεισμὸ τῶν χριστιανικῶν «διεκκλησιαστικῶν» ὀργανισμῶν ἀπὸ τὰ κέντρα λήψεως ἀποφάσεων στὴν Εὐρώπη. Ἀκολουθώντας τὴν ἴδια λογική, καὶ οἱ προτάσεις ἐπισήμων Ὀρθοδόξων ἐκπροσώπων ἐπικεντρώνονται στὴν ἐνίσχυσι μιᾶς θεσμικῆς χριστιανικῆς παρουσίας στὴν Εὐρώπη.

Ὀρθοδοξία καὶ Ρωμαιοκαθολικισμός (Παπισμός) (Κύριαι Διαφοραί) τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους


Ἅγιον Ὄρος, 24 Μαρτίου 2006. Κυκλοφορεῖ ἀπό: Ἐκδ. Ἀθ. Σταμούλης, 2006
Προέλευση κειμένου www.alopsis.gr


Μετὰ τὴν ἀνάρρησι τοῦ νέου Πάπα, Βενεδίκτου ΙΣΤ´, στὸν θρόνο τῆς Ρώμης ἀναγγέλθηκε ἡ ἐπανέναρξις τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν, ποὺ εἶχε διακοπῆ λόγω τοῦ προβλήματος τῆς Οὐνίας τὸν Ἰούλιο τοῦ 2000. Ἔχουν γίνει διάφορες ἐκτιμήσεις γύρω ἀπὸ τὴν στάσι ποὺ θὰ κρατήσῃ ὁ νέος Ποντίφηκας ἀπέναντι στὰ σοβαρὰ θεολογικὰ προβλήματα ποὺ ὑπάρχουν καὶ δυσχεραίνουν τὴν ἀποκατάστασι τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος.
Ἀνεξάρτητα ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐκτιμήσεις, οἱ Ὀρθόδοξοι βλέπουμε τὴν ἀποκατάστασι τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος ὡς ἐπιστροφὴ τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν στὴν «ἅπαξ παραδοθεῖσαν τοῖς ἁγίοις πίστιν», ἀπὸ τὴν ὁποία παρεξέκλιναν μὲ τὰ αἱρετικὰ δόγματα τοῦ παπικοῦ πρωτείου ἐξουσίας, τοῦ ἀλαθήτου, τοῦ Filioque, τῆς κτιστῆς Χάριτος καὶ ἄλλων.
Γιὰ νὰ συνειδητοποιηθῇ τί προσδοκοῦμε ἀπὸ τὸν Διάλογο, ποὺ φαίνεται πῶς θὰ ἀρχίση πάλι, δημοσιεύουμε μὲ κάποιες τροποποιήσεις ὁμιλία ποὺ εἴχαμε κάνει τὸ 1998, μὲ θέμα τὶς βασικὲς διαφορὲς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, σὲ ἐπαρχιακὴ πόλι κατόπιν προσκλήσεως τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου, ἐπειδὴ εἶχαν παρουσιασθῆ κρούσματα προσηλυτισμοῦ εἰς βάρος τῶν Ὀρθοδόξων ἐκ μέρους τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν (*).
(*) Βλέπε περιοδ. ΜΑΡΤΥΡΙΑ, Ἱ. Μητροπόλεως Κυδωνίας καὶ Ἀποκορώνου, τεῦχος 192, Ἰανουάριος-Φεβρουάριος 1998, Χανιὰ Κρήτης.

Χαριτωμένοι ἄνθρωποι στὸ Ἅγιον Ὄρος τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους


Ἀπομαγνητοφωνημένο κείμενο τῆς συνεντεύξεως ποὺ μεταδόθηκε ἀπὸ τὸ Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τὴν Κυριακὴ (Β´ Νηστειῶν) 14 Μαρτίου 1993, στὸ πλαίσιο τῆς ἐκπομπῆς «Ραδιοπαράγκα» τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγοπούλου

π. Κωνσταντῖνος: Σὲ πρόσφατο προσκύνημά μας στὸ Ἅγιον Ὄρος εἴχαμε τὴν εὐλογία νὰ συναντήσουμε τὸν σεπτὸ καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, τὸν π. Γεώργιο, καὶ νὰ μᾶς ὁμιλήση γιὰ τοὺς χαριτωμένους ἀνθρώπους ποὺ γνώρισε στὴν ζωή του. Τὸν παρακαλοῦμε καὶ τώρα, νὰ ἀπευθυνθῆ πρὸς τοὺς ἀκροατὰς τῆς ἐκπομπῆς μας καὶ νὰ μᾶς ὁμιλήση γιὰ τοὺς χαριτωμένους ἀνθρώπους.
π. Γεώργιος: Ὁ π. Κωνσταντῖνος μὲ παρεκάλεσε νὰ ὀμιλήσω γιὰ τοὺς χαριτωμένους ἀνθρώπους ποὺ ὑπάρχουν στὸ Ἅγιον Ὄρος. Κατ᾿ ἀρχὴν θὰ ἤθελα νὰ πῶ ὅτι χαριτωμένοι εἶναι ὅλοι οἱ Χριστιανοί, γιατὶ ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ ἔχουν τὴν Χάρι τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος. Χαριτωμένοι εἶναι καὶ οἱ μοναχοί, γιατὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Χάρι τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ἔχουν καὶ τὴν Χάρι τοῦ ἀγγελικοῦ Σχήματος. Βέβαια τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι λόγῳ τῶν παθῶν μας κρύβουμε αὐτὴν τὴν Χάρι, ὅπως κρύβεται ἡ φωτιὰ κάτω ἀπὸ τὴν στάχτη καὶ δὲν φαίνεται. Ὅταν ὅμως σιγὰ-σιγὰ μὲ τὴν μετάνοιά μας, τὴν ἄσκησί μας, τὸν ἀγώνα μας τὸν πνευματικὸ καὶ τὴν προσευχή μας παραμερίσουμε τὰ πάθη, τότε σιγὰ-σιγὰ ὑποχωρεῖ ἡ στάχτη τῶν παθῶν καὶ ἡ φωτιὰ τῆς θείας Χάριτος -ποὺ καίει μέσα μας- φανερώνεται. Καὶ φανερώνεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται ἔτσι. Τότε οἱ ἄνθρωποι εἶναι χαριτωμένοι καὶ φαίνονται χαριτωμένοι.