Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Αἱρέσεις - Οἰκουμενισμός Οἱ διαθρησκειακὲς ἐκδηλώσεις καὶ ἡ παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους



Ἡ ἁγία μας Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων. Γι᾿ αὐτὸ στὴν Ἐκκλησία μας δὲν αὐτοσχεδιάζουμε οὔτε ἀκολουθοῦμε τὸν λογισμό μας, ἀλλὰ «ἐπόμεθα τοῖς θείοις Πατράσιν» (Δ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος), ὅπως καὶ ἐκεῖνοι ἤποντο τοῖς ἁγίοις Ἀποστόλοις καὶ Προφήταις.
Θὰ πρέπη λοιπὸν καὶ στὸ θέμα τῶν διαθρησκειακῶν σχέσεων καὶ ἐκδηλώσεων νὰ ἀκολουθοῦμε τοὺς Προφήτας, τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς Πατέρας. Ὅπως διδάσκει καὶ ὁ ἱερὸς Ἰωσὴφ Βρυέννιος: « Ἀμήχανον ἄλλως τὴν ἀλήθειαν γνῶναι ἢ θεολογίας ἅπτεσθαι μὴ τοῖς ἁγίοις ἑπόμενον».
Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν ἦταν κήρυγμα ἀνενδότου καὶ ἀνυποχωρήτου ἀγῶνος κατὰ κάθε μορφῆς ἀναμίξεως ἢ θρησκευτικοῦ συγχρωτισμοῦ μὲ τοὺς περιβάλλοντας τότε τὸν Ἰσραὴλ εἰδωλολατρικοὺς λαούς. Καὶ μόνον τὸ παράδειγμα τοῦ προφήτου Ἠλία, τοῦ ὁποίου κατ᾿ αὐτὰς ἑορτάζουμε τὴν μνήμη, φθάνει νὰ μᾶς πείση γιὰ τὴν ἀλήθεια αὐτή.
Ἀνένδοτοι ἐπίσης ἦσαν καὶ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ὄχι μόνον κατὰ τῶν εἰδωλολατρικῶν θρησκειῶν ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ ἀρνουμένου τὸν Χριστὸν ὡς Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα καὶ μοναδικὸν Σωτῆρα τῶν ἀνθρώπων Ἰουδαϊσμοῦ. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος κηρύττει: «Πᾶν πνεῦμα ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι· καὶ πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι· καὶ τοῦτο ἐστὶ τὸ τοῦ ἀντιχρίστου ὃ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται, καὶ ἐν τῷ κόσμῳ ἐστὶν ἤδη» (Α´ Ἰωάν. 4, 2-3).
Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐπίστευαν ὡς γνωστὸν ἀκραδάντως ὅτι μόνον ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς σώζει τὸν ἄνθρωπο, ὅτι κάθε παραχώρησις πρὸς τὶς ἄλλες θρησκεῖες ἢ αἱρέσεις ἀποτελεῖ ἄρνησι καὶ προδοσία τοῦ Χριστοῦ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀκυρώνει τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.
Λόγῳ τῆς πίστεως αὐτῆς οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐτέλεσαν μεγάλους ἀγώνας κατὰ τῆς εἰδωλολατρίας καὶ κατὰ τῶν λεγομένων μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν, τὶς ὁποῖες θεωροῦσαν ἐξίσου ἐπικίνδυνες μὲ τὴν εἰδωλολατρία καὶ ὡς «μία κεκαλυμμένη ἀσέβεια ποὺ εὐκόλως δύναται νὰ ἀπατήση τὸν νοῦν» (Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης).
Ἐτέλεσαν ἐπίσης μεγάλους ἀγώνας κατὰ τῶν αἱρετικῶν παραχαράξεων τῆς ὀρθῆς Πίστεως καὶ ὑπέστησαν χάριν τῆς Ἀληθείας διωγμούς, φυλακίσεις, ἐξορίες, βασανιστήρια καὶ πικροὺς θανάτους. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες μακαρίζονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ὡς Ὁμολογηταὶ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ ἰσοστάσιοι μὲ τοὺς ἁγίους Μάρτυρας, παλαιοὺς καὶ νέους.
Μελετώντας τοὺς βίους τῶν Ἁγίων ποὺ ἦρθαν σὲ ἐπαφὴ καὶ συζητήσεις μὲ τοὺς Μουσουλμάνους, ὅπως ὁ ἅγιος Φώτιος καὶ ὁ μαθητής του Κωνσταντῖνος (μετέπειτα ἅγιος Κύριλλος, ἀπόστολος τῶν Σλάβων), ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ἱερὸς Γεννάδιος ὁ Σχολάριος, διαπιστώνουμε ὅτι ἐνῶ ἡ μουσουλμανικὴ πλημμυρίδα ἀπειλοῦσε τὸ Βυζάντιο, οἱ θεοφόροι αὐτοὶ ἄνδρες στὶς συζητήσεις τους μὲ τοὺς μουσουλμάνους ἐτόνιζαν ὅτι ἀληθὴς Θεὸς εἶναι ὁ Τριαδικὸς Θεός, ὅτι μόνος Σωτήρας τῶν ἀνθρώπων εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ὅτι ὁ Μωάμεθ εἶναι ψευδοπροφήτης.

Περὶ τοῦ συνεδρίου τοῦ Π.Σ.Ε. γιὰ τὴν ἱεραποστολή τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους



Ἀπὸ 9ης ἕως 16ης Μαΐου 2005 συγκαλεῖται στὴν Ἀθήνα τὸ Συνέδριο τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν (Π.Σ.Ε.) μὲ ἀντικείμενο «τὴν ἱεραποστολὴ καὶ τὸν εὐαγγελισμὸ στὸν κόσμο». Ἀπὸ τὴν μελέτη τοῦ προγράμματος καὶ τῶν σκοπῶν τοῦ Συνεδρίου, ὅπως ἔχουν δημοσιευθῆ στὴν ἰστοσελίδα τοῦ Π.Σ.Ε., προκύπτει γιὰ μία ἀκόμη φορὰ τὸ πρόβλημα τῆς συμμετοχῆς τῶν Ὀρθοδόξων σε ἕνα διεθνῆ Ὀργανισμὸ ποὺ κυριαρχεῖ ἡ προτεσταντικὴ θεολογία καὶ νοοτροπία.
Οἱ Ὀρθόδοξοι, ποὺ ὡς μειοψηφία συμμετέχουν στὰ ἐκτελεστικὰ σώματα καὶ στὰ συνέδρια τοῦ Π.Σ.Ε., δὲν μποροῦν νὰ ἐπηρεάσουν ἀποτελεσματικὰ τὴν γραμμὴ καὶ τὶς ἀποφάσεις του οὔτε νὰ δώσουν οὐσιαστικὴ Ὀρθόδοξη μαρτυρία, ἐφ᾿ ὅσον μετὰ τὴν Γενικὴ Συνέλευσι τοῦ Νέου Δελχὶ (1961) δὲν τοὺς ἐπιτρέπεται πλέον νὰ καταθέτουν ἰδιαιτέρα δήλωσι ὡς ἐκπρόσωποι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Στὰ Συνέδρια τοῦ Faith and Order στὴν Λωζάννη (1927) καὶ στὸ Ἐδιμβοῦργο (1937), καθὼς καὶ στὶς πρῶτες Γενικὲς Συνελεύσεις τοῦ Π.Σ.Ε. στὸ Ἔβανστον (1954) καὶ στὸ Νέο Δελχὶ (1961), οἱ Ὀρθόδοξοι κατέθεταν ἰδιαιτέρα δήλωσι. Οἱ Ὀρθόδοξες Τοπικὲς Ἐκκλησίες συμμετέχουν πλέον ὡς παραφυάδες (denominations) τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Εἶναι γνωστὲς οἱ ἔντονες διαμαρτυρίες τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ποὺ κατεγράφησαν στὸ ἀνακοινωθὲν τῆς Διορθοδόξου Συναντήσεως τῆς Θεσσαλονίκης (Μάϊος 1998). Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, τὸ Συνέδριο γιὰ τὴν «ἱεραποστολὴ καὶ τὸν εὐαγγελισμὸ στὸν κόσμο», ποὺ συγκαλεῖται στὴν Ἀθήνα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἐκφράζη τὸ πνεῦμα τοῦ Προτεσταντισμοῦ καὶ νὰ μὴν καταλήξη καὶ πάλι νὰ σύρη τοὺς Ὀρθοδόξους πίσω ἀπὸ τὸ προτεσταντικὸ ἅρμα, ὅπως ἔγινε μὲ τὴν ὑπὸ τοῦ Π.Σ.Ε. προώθησι τοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καὶ Ἀντιχαλκηδονίων καὶ τὸν χαρακτηρισμὸ τῶν Μονοφυσιτῶν ὡς Ὀρθοδόξων.

Τὸ ἄβατoν τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ἡ χειροτονία τῶν γυναικῶν κατὰ τὴν παράδοση τῆς ἐκκλησίας τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους



Πολὺς λόγος γίνεται τελευταῖα γιὰ τὴν κατάργησι τοῦ ἀβάτου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ τὴν χειροτονία γυναικῶν. Ἐζητήθη καὶ ἡ ἰδική μου γνώμη, τὴν ὁποία καὶ καθηκόντως διατυπώνω, διότι κατὰ τὸν σοφὸν Σολομῶντα «καιρὸς τοῦ σιγᾶν καὶ καιρὸς τοῦ λαλεῖν» (Ἐκκλ. γ´ 7).
Οἱ φεμινίστριες ζητοῦν τὴν κατάργησι τοῦ ἀβάτου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, γιατὶ θεωροῦν ὅτι θίγεται τὸ ἀτομικὸ δικαίωμά τους νὰ μποροῦν νὰ ἐπισκεφθοῦν καὶ πιθανῶς νὰ ἐγκαταβιώσουν καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος.
Λησμονοῦν ὅμως ὅτι καὶ οἱ Μοναχοὶ ἔχουν τὸ ἀτομικὸ δικαίωμα νὰ μονάζουν σ᾿ ἕναν τόπο ποὺ οἱ ἴδιοι τὸν διάλεξαν, οἱ ἴδιοι τὸν δημιούργησαν καὶ οἱ ἴδιοι τὸν θέλησαν ἄβατο. Καὶ ἀκόμη, ὅτι ὅσοι βοήθησαν νὰ δημιουργηθῇ τὸ Ἅγιον Ὄρος, Ὀρθόδοξοι Αὐτοκράτορες καὶ Ἡγεμόνες, Ἕλληνες καὶ μὴ Ἕλληνες, καὶ Οἰκουμενικοὶ Πατριάρχαι, ἔτσι τὸ ἤθελαν καὶ ἔτσι μὲ χρυσόβουλα καὶ σιγίλλια τὸ κατωχύρωσαν.
Ἀκόμη ὅτι καὶ ἡ Ἔφορος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἡ Κυρία Θεοτόκος, μὲ σημεῖα καὶ θαύματα ἔδειξε τὴν θέλησί της τὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ παραμείνη ἄβατο.
Κάποτε ἐρώτησαν ἕναν Ἁγιορείτη Γέροντα, γιατί οἱ μοναχοὶ θέλουν τὸ ἄβατο, καὶ αὐτὸς ἔδωσε μία παράδοξη ἀπάντησι: Γιατὶ ἀγαποῦν τὶς γυναῖκες.
Πράγματι οἱ Μοναχοὶ θέλουν νὰ ἀγαποῦν ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, καὶ τοὺς ἄνδρες καὶ τὶς γυναῖκες, μὲ μία ἀγάπη ποὺ δὲν θὰ εἶναι σαρκικὴ ἢ φίλαυτη. Δηλαδὴ νὰ ἀγαποῦν πνευματικά, ὅπως ἀγαποῦσε ὁ Χριστός.
Γιὰ νὰ ἀποκτήσουν ὅμως οἱ Μοναχοὶ αὐτὴ τὴν Χριστομίμητο ἀγάπη, πρέπει νὰ ἀσκηθοῦν σὲ περιβάλλον ποὺ δὲν θὰ ὑπάρχουν οἱ πειρασμοὶ καὶ οἱ προκλήσεις τοῦ ἄλλου φύλου.
Οἱ Μοναχοὶ εἶναι ρεαλισταί. Δὲν παραγνωρίζουν τὴν ἀδυναμία καὶ τὸ εὐόλισθο τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, «πᾶς ὁ βλέπων γυναίκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτῆς, ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ» (Ματθ. ε´ 28).
Ὅταν οἱ Μοναχοὶ μετὰ ἀπὸ πολυχρόνιο ἀγώνα καὶ ἄσκησι ἀποκτήσουν τὴν ἀπάθεια, μποροῦν νὰ ἀγαποῦν ἀπαθῶς.

Ὀρθοδοξία: Ἡ ἐλπίδα τῶν λαῶν τῆς Εὐρώπης τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους


Προέλευση κειμένου www.alopsis.gr

Στὸ κείμενο αὐτὸ ἐπισημαίνεται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος αὐτοσυνειδησία δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ παρακάμπτωμε τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δὲν ἠμπορεῖ νὰ συναποτελῇ μαζὶ μὲ τὸν Δυτικὸ Χριστιανισμὸ μία ἑνιαία «χριστιανικὴ ταυτότητα», ἀλλὰ ἀντιθέτως μᾶς ὑποχρεώνει νὰ τονίσωμε ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ λησμονημένη ἀπὸ τὴν Εὐρώπη πρωτογενής της Πίστις, ἡ ὁποία πρέπει κάποτε νὰ ἀποτελέσῃ ἐκ νέου τὴν χριστιανική της ταυτότητα.

Ἡ Ἑνωμένη Εὐρώπη τοῦ 21ου αἰῶνος ἀναζητεῖ τὴν ταυτότητά της. Ἡ «εὐρωπαϊκὴ ταυτότης» δὲν ἀποτελοῦσε ἀντικείμενο σοβαροῦ προβληματισμοῦ, ἐφ᾿ ὅσον τὴν διεμόρφωναν μόνον οἰκονομικοὶ καὶ πολιτικοὶ παράγοντες. Ἀφ᾿ ὅτου ὅμως πολιτισμικοὶ καὶ ἰδίως θρησκευτικοὶ παράγοντες ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν ὑπ᾿ ὄψιν κατὰ τὴν ἀναζήτησί της, ἀναπτύχθηκαν σοβαρὲς συζητήσεις, ἔντονες διαφωνίες καὶ ὀξεῖες διαμάχες γύρω ἀπὸ τὴν ἀναφορὰ ἢ μὴ τοῦ «Εὐρωπαϊκοῦ Συντάγματος» στὴν χριστιανικὴ ταυτότητα τῆς Εὐρώπης.
Τί σημαίνει ὅμως «χριστιανικὴ ταυτότης τῆς Εὐρώπης» γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους λαούς μας; Πόσο χριστιανικὴ εἶναι ἡ «χριστιανικὴ ταυτότης τῆς Εὐρώπης»;
Ὅσοι καλοπροαίρετα ἀγωνίζονται γιὰ τὴν ἐνίσχυσι τῆς χριστιανικῆς ταυτότητος τῆς Εὐρώπης ὁμιλοῦν συνήθως γι᾿ αὐτὴν ὡσὰν νὰ πρόκειται γιὰ ἕνα ἱστορικὸ δεδομένο ἢ ἕναν κώδικα χριστιανικῶν ἀρχῶν καὶ ἀξιῶν, στὶς ὁποῖες ἠμποροῦν νὰ συγκλίνουν οἱ χριστιανικοὶ λαοὶ μὲ τὴν βοήθεια τῶν οἰκουμενικῶν ἐπαφῶν καὶ διαχριστιανικῶν διαλόγων. Οἱ Χριστιανοὶ τῆς Εὐρώπης ἐπιδιώκουν νὰ τὴν ἐξασφαλίσουν θεσμικά, ἐπειδὴ φοβοῦνται τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ θρησκευτικοῦ ἀποχρωματισμοῦ τῆς ἠπείρου των, τὴν ἀλλοίωσι τῆς χριστιανικῆς της ἰδιοπροσωπίας λόγω τῶν πληθυσμιακῶν μεταβολῶν (μετανάστευσις κ.λπ.) ἢ τὸν ἀποκλεισμὸ τῶν χριστιανικῶν «διεκκλησιαστικῶν» ὀργανισμῶν ἀπὸ τὰ κέντρα λήψεως ἀποφάσεων στὴν Εὐρώπη. Ἀκολουθώντας τὴν ἴδια λογική, καὶ οἱ προτάσεις ἐπισήμων Ὀρθοδόξων ἐκπροσώπων ἐπικεντρώνονται στὴν ἐνίσχυσι μιᾶς θεσμικῆς χριστιανικῆς παρουσίας στὴν Εὐρώπη.

Ὀρθοδοξία καὶ Ρωμαιοκαθολικισμός (Παπισμός) (Κύριαι Διαφοραί) τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους


Ἅγιον Ὄρος, 24 Μαρτίου 2006. Κυκλοφορεῖ ἀπό: Ἐκδ. Ἀθ. Σταμούλης, 2006
Προέλευση κειμένου www.alopsis.gr


Μετὰ τὴν ἀνάρρησι τοῦ νέου Πάπα, Βενεδίκτου ΙΣΤ´, στὸν θρόνο τῆς Ρώμης ἀναγγέλθηκε ἡ ἐπανέναρξις τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν, ποὺ εἶχε διακοπῆ λόγω τοῦ προβλήματος τῆς Οὐνίας τὸν Ἰούλιο τοῦ 2000. Ἔχουν γίνει διάφορες ἐκτιμήσεις γύρω ἀπὸ τὴν στάσι ποὺ θὰ κρατήσῃ ὁ νέος Ποντίφηκας ἀπέναντι στὰ σοβαρὰ θεολογικὰ προβλήματα ποὺ ὑπάρχουν καὶ δυσχεραίνουν τὴν ἀποκατάστασι τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος.
Ἀνεξάρτητα ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐκτιμήσεις, οἱ Ὀρθόδοξοι βλέπουμε τὴν ἀποκατάστασι τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος ὡς ἐπιστροφὴ τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν στὴν «ἅπαξ παραδοθεῖσαν τοῖς ἁγίοις πίστιν», ἀπὸ τὴν ὁποία παρεξέκλιναν μὲ τὰ αἱρετικὰ δόγματα τοῦ παπικοῦ πρωτείου ἐξουσίας, τοῦ ἀλαθήτου, τοῦ Filioque, τῆς κτιστῆς Χάριτος καὶ ἄλλων.
Γιὰ νὰ συνειδητοποιηθῇ τί προσδοκοῦμε ἀπὸ τὸν Διάλογο, ποὺ φαίνεται πῶς θὰ ἀρχίση πάλι, δημοσιεύουμε μὲ κάποιες τροποποιήσεις ὁμιλία ποὺ εἴχαμε κάνει τὸ 1998, μὲ θέμα τὶς βασικὲς διαφορὲς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, σὲ ἐπαρχιακὴ πόλι κατόπιν προσκλήσεως τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου, ἐπειδὴ εἶχαν παρουσιασθῆ κρούσματα προσηλυτισμοῦ εἰς βάρος τῶν Ὀρθοδόξων ἐκ μέρους τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν (*).
(*) Βλέπε περιοδ. ΜΑΡΤΥΡΙΑ, Ἱ. Μητροπόλεως Κυδωνίας καὶ Ἀποκορώνου, τεῦχος 192, Ἰανουάριος-Φεβρουάριος 1998, Χανιὰ Κρήτης.

Χαριτωμένοι ἄνθρωποι στὸ Ἅγιον Ὄρος τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους


Ἀπομαγνητοφωνημένο κείμενο τῆς συνεντεύξεως ποὺ μεταδόθηκε ἀπὸ τὸ Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τὴν Κυριακὴ (Β´ Νηστειῶν) 14 Μαρτίου 1993, στὸ πλαίσιο τῆς ἐκπομπῆς «Ραδιοπαράγκα» τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγοπούλου

π. Κωνσταντῖνος: Σὲ πρόσφατο προσκύνημά μας στὸ Ἅγιον Ὄρος εἴχαμε τὴν εὐλογία νὰ συναντήσουμε τὸν σεπτὸ καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, τὸν π. Γεώργιο, καὶ νὰ μᾶς ὁμιλήση γιὰ τοὺς χαριτωμένους ἀνθρώπους ποὺ γνώρισε στὴν ζωή του. Τὸν παρακαλοῦμε καὶ τώρα, νὰ ἀπευθυνθῆ πρὸς τοὺς ἀκροατὰς τῆς ἐκπομπῆς μας καὶ νὰ μᾶς ὁμιλήση γιὰ τοὺς χαριτωμένους ἀνθρώπους.
π. Γεώργιος: Ὁ π. Κωνσταντῖνος μὲ παρεκάλεσε νὰ ὀμιλήσω γιὰ τοὺς χαριτωμένους ἀνθρώπους ποὺ ὑπάρχουν στὸ Ἅγιον Ὄρος. Κατ᾿ ἀρχὴν θὰ ἤθελα νὰ πῶ ὅτι χαριτωμένοι εἶναι ὅλοι οἱ Χριστιανοί, γιατὶ ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ ἔχουν τὴν Χάρι τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος. Χαριτωμένοι εἶναι καὶ οἱ μοναχοί, γιατὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Χάρι τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ἔχουν καὶ τὴν Χάρι τοῦ ἀγγελικοῦ Σχήματος. Βέβαια τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι λόγῳ τῶν παθῶν μας κρύβουμε αὐτὴν τὴν Χάρι, ὅπως κρύβεται ἡ φωτιὰ κάτω ἀπὸ τὴν στάχτη καὶ δὲν φαίνεται. Ὅταν ὅμως σιγὰ-σιγὰ μὲ τὴν μετάνοιά μας, τὴν ἄσκησί μας, τὸν ἀγώνα μας τὸν πνευματικὸ καὶ τὴν προσευχή μας παραμερίσουμε τὰ πάθη, τότε σιγὰ-σιγὰ ὑποχωρεῖ ἡ στάχτη τῶν παθῶν καὶ ἡ φωτιὰ τῆς θείας Χάριτος -ποὺ καίει μέσα μας- φανερώνεται. Καὶ φανερώνεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται ἔτσι. Τότε οἱ ἄνθρωποι εἶναι χαριτωμένοι καὶ φαίνονται χαριτωμένοι.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

Νίκη Νικολάου, Θεολόγος Η ανθρώπινη ψυχοσωματική συγκρότηση

 Συνεχίζουμε την τμηματική δημοσίευση της μελέτης της κας Νίκης Νικολάου για τη σχέση μεταξύ της χριστιανικής ανθρωπολογίας και της σύγχρονης Βιοηθικής (προηγούμενη δημοσίευση:http://www.pemptousia.gr/?p=78484) και στο πλαίσιο της εξέτασης των κεντρικών θέσεων της Χριστιανικής Ανθρωπολογίας, πληροφορούμαστε τη βασική χριστιανική διδασκαλία για τη συγκρότηση του ανθρώπου ως ψυχοσωματικής ενότητας.
1.2 Η ψυχοσωματική συγκρότηση του ανθρώπου
      Βασιζόμενοι στην ακόλουθη βιβλική διήγηση: «καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν»[21], παρατηρούμε ότι αποκαλύπτονται τα δύο συστατικά στοιχεία του ανθρώπου: η ψυχή και το σώμα. Το σώμα αποτελεί το υλικό στοιχείο και χαρακτηριστικά του είναι η φθαρτότητα και η θνητότητα, ενώ η ψυχή αποτελεί το πνευματικό στοιχείο και είναι άφθαρτη και αθάνατη[22].
psyxswmsygr2
      Όσον αφορά στην ψυχή, πρέπει να σημειωθεί ότι είναι αδύνατο να δοθεί ορισμός της, γιατί «κατά κάποιο τρόπο βρίσκεται στην έννοια της ακαταληψίας»[23], δηλαδή εξακολουθεί να αποτελεί μυστήριο. Η λογική ψυχή, αποτελεί ιδιαίτερο στοιχείο και είναι το μοναδικό στοιχείο που διακρίνει τον άνθρωπο από την υπόλοιπη κτίση. Η ψυχή μπορεί να γίνει κατανοητή μέσα από τις ενέργειες[24]. Σύμφωνα με τον Γρηγόριο Νύσσης, η ύπαρξη κάθε ανθρώπου υπάρχει στη σκέψη του Θεού και ο Θεός είναι μέτοχος στη γένεση της κάθε ψυχής[25]. Συνεχίζει ο Καππαδόκης θεολόγος, διευκρινίζοντας ότι η ψυχή είναι: «οὐσία γεννητὴ, οὐσία ζῶσα, νοερὰ, σώματι ὀργανικῷ καὶ αἰσθητικῷ, δύναμιν ζωτικὴν καὶ τῶν αἰσθητῶν ἀντιληπτικὴν δι᾿ ἑαυτῆς ἐνιοῦσα, ἕως ἂν ἡ δεκτικὴ τούτων συνέστηκε φύσις»[26]. Η ψυχή, λοιπόν, είναι γεννητή, δηλαδή κτιστή.
      Επιπρόσθετα, η ψυχή παρουσιάζεται με δύο τρόπους: «αφ’ ενός ως ρυθμιστικός παράγων των καθαρώς ζωικών βιολογικοψυχικών λειτουργιών του ανθρώπου, αφ’ ετέρου ως η ανώτατη έκφρασις του διανοητικού, πνευματικού και ηθικού βίου αυτού»[27], δηλαδή το πεδίο το οποίο αφορά στο νου, στο λόγο και στο αυτεξούσιο. Η ψυχή, δηλαδή, έχει λογική, βουλητική και συναισθηματική λειτουργία και έτσι αποκτά ψυχολογική έννοια. Να σημειωθεί ότι όργανο του νου είναι η καρδία. Όταν οι Πατέρες μιλούν για την καρδιά, εννοούν την μεταφυσική (πνευματική) καρδιά και την σαρκική καρδιά[28]. «Δηλαδή, καρδία είναι αφ’ ενός μεν το σαρκικό όργανο, αφ’ ετέρου δε το κέντρο της υπάρξεώς μας, μέσα στο οποίο γίνεται η κοινωνία και η ένωσή μας με τον Θεό»[29]. Δια του νου, λοιπόν, ο άνθρωπος, ορίζει τις ψυχοσωματικές του σχέσεις, την ηθική διαγωγή και τον πνευματικό βίο του[30]. Με λιτά λόγια, μπορούμε να πούμε ότι ο νους είναι τα μάτια της ψυχής του ανθρώπου.
      Με εφαλτήριο τα λόγια του Μέγα Βασιλείου: «το σώμα φέρει και εκφράζει την ψυχή, αυτή δε ζωοποιεί και κυβερνά το σώμα, ρυθμίζουσα γενικώς τη διαγωγή του ανθρώπου»[31], παρατηρείται ότι ο οργανικός δεσμός και η αλληλεπίδραση, αποτελούν χαρακτηριστικά της ψυχής και του σώματος. Επιπλέον, «όπως το σώμα τρέφεται με τροφή, η ψυχή ζει, κινείται και τρέφεται με το μετοχή στο θείο»[32]. Ως προς τον όρο «ψυχὴν ζῶσαν», γράφει επί λεξεί ο Γρηγόριος ο Παλαμάς: «τί δέ ἐστι ζῶσαν; Ἀείζωον, ἀθάνατον, ταὐτόν δ᾿ εἰπεῖν λογικήν ἡ γάρ ἀθάνατος λογική – καί οὐ τοῦτο μόνον, ἀλλά καί κεχαριτωμένην θείως»[33]. Η σχέση της ψυχής προς το σώμα, λοιπόν, εικονίζει κατά κάποιο τρόπο τη σχέση του Θεού προς τον κόσμο του.
            Η μυστηριώδες ένωση του σώματος με την ψυχή, γίνεται με τη σύλληψη του εμβρύου στην κοιλιά της μητέρας. Η ψυχή δεν εγκαθίσταται στο σώμα, αλλά είναι σύμφυτη με το σώμα. Ο Δαμασκηνός αποκαλύπτει ότι «῾Η δὲ ψυχὴ συνδέδεται τῷ σώματι ὅλη ὅλῳ καὶ οὐ μέρος μέρει καὶ οὐ περιέχεται ὑπ᾿ αὐτοῦ, ἀλλὰ περιέχει αὐτὸ»[34]. Η ψυχή, δηλαδή, είναι συνυφασμένη με όλα τα μόρια του σώματος και περιέχει το σώμα και όχι το σώμα την ψυχή[35]. Είναι σαφής η θέση του Γρηγόριου Νύσσης για την ταυτόχρονη γέννηση της ψυχής και του σώματος: «κατασκευὴ τοῦ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ψυχῇ τε καὶ σώματι τὴν αἰτίαν τῆς ὑπάρξεως εἶναι. Ἀλλ’ ἑνὸς ὄντος τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ διὰ ψυχῆς τε καὶ σώματος συνεστηκότος, μίαν αὐτοῦ καὶ κοινὴν τῆς συστάσεως τὴν ἀρχὴν ὑποτίθεσθαι, ὡς ἂν μὴ αὐτὸς ἑαυτοῦ προγενέστερός τε καὶ νεώτερος γένοιτο, τοῦ μὲν σωματικοῦπροτερεύοντος ἐν αὐτῷ, τοῦ δὲ ἑτέρου ἐφυστερίζοντος»[36].
      Συμπερασματικά, το σώμα και η ψυχή συνυπάρχουν πάντοτε από τη στιγμή που δημιουργούνται και κανένα δεν προϋπάρχει του άλλου και κανένα από τα δύο δεν νοείται ως ένα ξεχωριστό είδος. Η ενότητα του σώματος και της ψυχής από της πρώτης στιγμής «εξ άκρας συλλήψεως»[37], αποτελεί βασικό δίδαγμα της πατερικής διδασκαλίας. Ο θεολόγος Αιγύπτου Αναστάσιος Σιναΐτης παρατηρεί: «οὐ  γὰρ ἄνθρωπον ἄψυχον σπείρει ἐν τῇ μήτρα ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ τέλειον ἐρχόμενον έμψυχον ἄνθρωπον. Οὔτε γὰρ σῶμα πρὸ τῆς ψυχῆς ὑφίστατο, οὔτε ψυχὴ πρὸ τοῦ σώματος»[38].Ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, γίνεται με το θάνατο αν και «ακόμη και μετά το θάνατο, η σχέση τους παραμένει αναλλοίωτη»[39].
[Συνεχίζεται]
[21] Γέν. 2, 7
[22] Ολυμπία Παπαδοπούλου-Τσανανά, Η ανθρωπολογία του Μεγάλου Βασιλείου, ό.π., σ. 35
[23] Γρηγόριος Νύσσης Άπαντα τα έργα Ι Δογματικά Α΄, Σειρά Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, μτφ Αθηναγόρου Κοκκινάκη Αρχιεπισκόπου Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας, (Θεσσαλονίκη: ΕΠΕ Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», 1979), σ. 80
[24] Νικόλαος Χατζηνικολάου, Αλλήλων Μέλη οι μεταμοσχεύσεις στο φως της Ορθόδοξης θεολογίας και ζωής,  (Αθήνα: Κέντρο Βιοϊατρικής, Ηθικής και Δεοντολογίας, 2005), σ. 143
[25] Γρηγόριος Νύσσης Άπαντα τα έργα Ι Δογματικά Α΄, ό.π., σ. 89
[26] Γρηγόριος Νύσσης, Περί ψυχής και αναστάσεως ο λόγος, PG 46, 29B
[27] Ολυμπία Παπαδοπούλου-Τσανανά, Η ανθρωπολογία του Μεγάλου Βασιλείου, ό.π., σ. 39
[28] Ιερόθεος, Σ. Βλάχος, Η καρδιά ως «μεταφυσικό» όργανο, (http://www.oodegr.com/oode/dogma/psyxika/kardia2.htm), ημερομηνία ανάκτησης 10/08/2013
[29] Στο ίδιο
[30] Ολυμπία Παπαδοπούλου-Τσανανά, Η ανθρωπολογία του Μεγάλου Βασιλείου, ό.π., σ. 40
[31] Στο ίδιο, σ. 34
[32] Γρηγόριος Νύσσης Άπαντα τα έργα Ι Δογματικά Α΄, ό.π., σ. 83
[33] Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Γρηγόριου του Παλαμά Συγγράμματα, τ. Α΄, (Θεσσαλονίκη: χ.ε., 1962), σ. 85
[34] Ιωάννης Δαμασκηνός, Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως, ό.π., σ. 86
[35] Νίκου Αθ. Ματσούκα, Παλαιάς και Καινής Διαθήκης σημεία νοήματα αποτυπώματα, Φιλοσοφική και θεολογική βιβλιοθήκη 49, (Θεσσαλονίκη: Π.Σ. Πουρναράς, 2002), σ. 575
[36] Γρηγόριος Νύσσης, Περί Κατασκευής του ανθρώπου, PG 44, 233-240
[37] Γεράσιμος Ζαφείρης, Αι αμβλώσεις και η Ορθόδοξος Εκκλησία, Θέσις και αντιθέσις, ό.π., σ. 36
[38] Στο ίδιο, σ. 40
[39] Σωκράτης Ι. Ανδρέου, Φύση και γνώμη κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, (Λευκωσία: Γραφικές Τέχνες ‘‘ΑΒΕΛ’’, 2011), σ. 75