Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Ἡ σωστὴ ἀντιμετώπιση τῶν θλίψεων

Ἡ σωστὴ ἀντιμετώπιση τῶν θλίψεων

Ἁγίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου
5176392944_49cf6effba_z[1]Ὅπως πλησιάζουν τὰ βλέφαρα τὸ ἕνα τὸ ἄλλο, ἔτσι καὶ οἱ πειρασμοὶ εἶναι κοντὰ στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ αὐτὸ τὸ οἰκονόμησε ὁ Θεὸς νὰ εἶναι ἔτσι, μὲ σοφία, γιὰ νὰ ἔχουμε ὠφέλεια· γιὰ νὰ κρούεις δηλ. ἐπίμονα, ἐξαιτίας τῶν θλίψεων, τὴ θύρα τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ νὰ μπεῖ μέσα στὸ νοῦ σου, μὲ τὸ φόβο τῶν θλιβερῶν πραγμάτων, ὁ σπόρος τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ πᾶς κοντά του μὲ τὶς δεήσεις, καὶ νὰ ἁγιασθεῖ ἡ καρδιά σου μὲ τὴ συνεχῆ ἐνθύμησή του. Καὶ ἐνῶ ἐσὺ θὰ τὸν παρακαλεῖς, αὐτὸς θὰ σὲ ἀκούσει.
Ὁ πορευόμενος στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ τὸν εὐχαριστεῖ γιὰ ὅλες τὶς θλίψεις ποὺ τὸν βρίσκουν, καὶ νὰ κατηγορεῖ καὶ νὰ ἀτιμάζει τὸν ἀμελῆ ἑαυτό του, καὶ νὰ ξέρει ὅτι ὁ Κύριος, ποὺ τὸν ἀγαπᾶ καὶ τὸν φροντίζει, δὲν θὰ τοῦ παραχωροῦσε τὰ λυπηρά, γιὰ νὰ ξυπνήσει τὸ νοῦ του, ἂν δὲν ἔδειχνε κάποια ἀμέλεια. Ἀκόμη μπορεῖ νὰ ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς κάποια θλίψη, διότι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ὑπερηφανευθεῖ, ὁπότε ἂς τὸ καταλάβει καὶ ἂς μὴν ταραχθεῖ κι ἂς βρίσκει τὴν αἰτία στὸν ἑαυτό του, ὥστε τὸ κακὸ νὰ μὴ γίνει διπλό, δηλ. νὰ ὑποφέρει καὶ νὰ μὴ θέλει νὰ θεραπευθεῖ. Στὸν Θεὸ ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς δικαιοσύνης, δὲν ὑπάρχει ἀδικία. Αὐτὸ νὰ μὴν περάσει ἀπὸ τὸ νοῦ μας.
Μὴν ἀποφεύγεις τὶς θλίψεις, διότι βοηθούμενος ἀπ’ αὐτὲς μαθαίνεις καλὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καὶ μὴ φοβηθεῖς τοὺς πειρασμούς, διότι μέσα ἀπὸ αὐτοὺς βρίσκεις θησαυρό. Νὰ προσεύχεσαι νὰ μὴν εἰσέλθεις στοὺς ψυχικοὺς πειρασμοὺς ὅσο γιὰ τοὺς σωματικούς, νὰ ἑτοιμάζεσαι νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσεις μὲ ὅλη τὴ δύναμή σου, γιατί χωρὶς αὐτοὺς δὲν μπορεῖς νὰ πλησιάσεις τὸν Θεό. Μέσα σ’ αὐτοὺς ἐμπεριέχεται ἡ θεία ἀνάπαυση. Ὅποιος ἀποφεύγει τοὺς σωματικοὺς πειρασμούς, ἀποφεύγει τὴν ἀρετή.
Χωρὶς πειρασμοὺς ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο δὲν φανερώνεται, καὶ εἶναι ἀδύνατο, χωρὶς αὐτούς, νὰ ἀποκτήσεις παρρησία στὸν Θεό, καὶ νὰ μάθεις τὴ σοφία τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί, ἀκόμη, δὲν θὰ μπορέσει νὰ στεριωθεῖ μέσα στὴν ψυχή σου ὁ θεϊκὸς πόθος. Προτοῦ νὰ ἔρθουν οἱ πειρασμοί, ὁ ἄνθρωπος προσεύχεται στὸν Θεὸ σὰν ξένος. Ἀπὸ τότε ὅμως ποὺ θὰ εἰσέλθει σὲ πειρασμοὺς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν ἀλλάξει γνώμη, ἔχει τὸν Θεό, νὰ ποῦμε, ὑποχρεωμένο ἀπέναντί του, καὶ ὁ Θεὸς τὸν λογαριάζει γιὰ γνήσιο φίλο του. Διότι πολέμησε καὶ νίκησε τὸν ἐχθρό του, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Θεὸς δὲν δίνει μεγάλο χάρισμα χωρὶς νὰ προηγηθεῖ μεγάλος πειρασμὸς γιατί ἀνάλογα μὲ τὴν σφοδρότητα τῶν πειρασμῶν ὁρίσθηκαν τὰ χαρίσματα ἀπὸ τὴ σοφία τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία ὅμως δὲν καταλαβαίνουν συνήθως οἱ ἄνθρωποι. Ἀπὸ τὸ μέγεθος τῶν μεγάλων θλίψεων πού σοῦ στέλνει ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, καταλαβαίνεις πόση τιμή σοῦ κάνει ἡ μεγαλοσύνη του. Διότι ἀνάλογη μὲ τὴ λύπη ποὺ δοκιμάζεις εἶναι καὶ ἡ παρηγοριὰ ποὺ δέχεσαι.
Ἂν μὲ ρωτήσεις ποιὰ εἶναι ἡ αἰτία γιὰ ὅλα αὐτά, σοῦ ἀπαντῶ: Ἡ ἀμέλειά σου. Γιατί δὲν φρόντισες νὰ βρεῖς τὴ γιατρειά τους. Ἡ γιατρειὰ ὅλων αὐτῶν εἶναι μία, καὶ μ’ αὐτὴ ὁ ἄνθρωπος βρίσκει ἀμέσως στὴν ψυχὴ του τὴν παρηγοριὰ ποὺ ποθεῖ. Καὶ ποιὰ λοιπὸν εἶναι αὐτὴ ἡ γιατρειά; Εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη τῆς καρδιᾶς. Χωρὶς αὐτὴν εἶναι ἀδύνατο νὰ χαλάσεις τὸ φράχτη τῶν πειρασμῶν· ἀπεναντίας μάλιστα βρίσκεις ὅτι οἱ πειρασμοὶ εἶναι ἰσχυρότεροι καὶ σὲ ἐξουθενώνουν.
Κατὰ τὸ μέτρο τῆς ταπεινοφροσύνης, σοῦ δίνει ὁ Θεὸς καὶ τὴ δύναμη νὰ ὑπομένεις τὶς συμφορές σου. Καὶ κατὰ τὸ μέτρο τῆς ὑπομονῆς σου, τὸ βάρος τῶν θλίψεών σου γίνεται ἐλαφρὸ καί, ἔτσι, παρηγοριέσαι. Καὶ ὅσο παρηγοριέσαι, τόσο ἡ ἀγάπη σου πρὸς τὸν Θεὸ αὐξάνει. Καὶ ὅσο ἀγαπᾶς τὸν Θεό, τόσο μεγαλώνει ἡ χαρὰ πού σοῦ χαρίζει τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ εὔσπλαχνος Πατέρας μας, θέλοντας νὰ βγάλει σὲ καλό τούς πειρασμοὺς τῶν πραγματικῶν του παιδιῶν, δὲν τοὺς παίρνει, παρὰ τοὺς δίνει τὴ δύναμη νὰ τοὺς ὑπομείνουν. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀγαθὰ (τὴν παρηγοριά, τὴν ἀγάπη, τὴ χαρὰ) τὴν δέχονται οἱ ἀγωνιστὲς ὡς καρπὸ τῆς ὑπομονῆς, γιὰ νὰ φτάσουν οἱ ψυχές τους στὴν τελειότητα. Εὔχομαι ὁ Χριστὸς καὶ Θεός μας νὰ μᾶς ἀξιώσει μὲ τὴ χάρη του νὰ ὑπομένουμε τὴν πίκρα τῶν πειρασμῶν γιὰ τὴν ἀγάπη του καὶ μὲ εὐχαριστίες τῆς καρδιᾶς μας. Ἀμήν.
* * *
Οἱ ἅγιοι δείχνουν ἔμπρακτα τὴν ἀγάπη τους στὸν Θεὸ μὲ ὅσα ὑποφέρουν γιὰ τὸ ὄνομά του, ὅταν δηλ. τοὺς στέλνει στενοχώριες, χωρὶς ὅμως νὰ ἀπομακρύνεται ἀπ’ αὐτούς, γιατί τοὺς ἀγαπᾶ. Ἀπ’ αὐτὴ τὴν πάσχουσα ἀγάπη τους ἀποκτᾶ ἡ καρδιὰ τους παρρησία, ὥστε νὰ ἀτενίζουν πρὸς αὐτὸν ἐλεύθερα καὶ μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι θὰ εἰσακουσθοῦν τὰ αἰτήματά τους καὶ θὰ ἐκπληρωθοῦν. Μεγάλη εἶναι ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς ποὺ ἔχει παρρησία. Γι’ αὐτὸ ἀφήνει ὁ Θεὸς τοὺς ἁγίους του νὰ δοκιμάσουν κάθε λύπη, γιὰ νὰ ἀποκτήσουν πείρα καὶ νὰ βεβαιωθοῦν γιὰ τὴ βοήθειά του καὶ γιὰ τὸ πόσο προνοεῖ καὶ νοιάζεται γι’ αὐτούς. Ἔτσι, ἀποκτοῦν σοφία καὶ σύνεση ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, γιὰ νὰ μὴ γίνουν ἀμαθεῖς, καθὼς θὰ τοὺς λείπει ἡ πνευματικὴ ἄσκηση καὶ στὸ καλὸ καὶ στὸ κακό, καὶ γιὰ νὰ ἀποκτήσουν, ἀπὸ τὴ δοκιμασία τους, τὴ γνώση ὅλων τῶν πραγμάτων ποὺ χρειάζονται· γιατί, ἀλλιῶς, θὰ παρασυρθοῦν ἀπὸ ἄγνοια καὶ θὰ γίνουν καταγέλαστοι ἀπὸ τοὺς δαίμονες. Διότι, ἂν γυμνάζονταν μόνο στὰ καλὰ καὶ δὲν εἶχαν τὴν ἐμπειρία τῆς πάλης μὲ τὸ κακό, θὰ πήγαιναν στὸν πόλεμο ἐντελῶς ἄπειροι.
Ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ γευθεῖ καὶ νὰ ἐκτιμήσει τὸ καλό, ἂν προηγουμένως δὲ δοκιμάσει τὴν πίκρα ἀπὸ τοὺς πειρασμούς.
Οἱ ἄνθρωποι τότε ἔρχονται σὲ ἀληθινὴ ἐπίγνωση, ὅταν ὁ Θεὸς τοὺς στερήσει τὴ δύναμή του καὶ τοὺς κάνει νὰ συναισθανθοῦν τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, καὶ τὴ δυσκολία ποὺ προκαλοῦν οἱ πειρασμοί, καὶ τὴν πονηριὰ τοῦ ἐχθροῦ, καὶ μὲ ποιὸν ἀντίπαλο ἔχουν νὰ παλέψουν, καὶ πόσο ἀσθενὴς εἶναι ἡ ἀνθρώπινη φύση τους, καὶ πῶς τοὺς φυλάει ἡ θεϊκὴ δύναμη, καὶ πόσο προχώρησαν καὶ προόδευσαν στὴν ἀρετή, καὶ ὅτι χωρὶς τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνίσχυροι μπροστὰ σὲ ὁποιοδήποτε πάθος. Κι αὐτὸ τὸ κάνει ὁ Θεός, γιὰ νὰ ἀποκτήσουν, ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τὶς ἀρνητικὲς ἐμπειρίες, ἀληθινὴ ταπείνωση, καὶ νὰ πλησιάσουν κοντά του, καὶ νὰ περιμένουν τὴ βέβαιη βοήθειά του, καὶ νὰ προσεύχονται μὲ ὑπομονή. Καὶ ὅλα αὐτὰ ἀπὸ ποὺ θὰ τὰ μάθουν, παρὰ ἀπὸ τὴν πείρα τῶν πολλῶν θλίψεων τὶς ὁποῖες ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς καὶ δοκιμάζουν; Ἀλλὰ καὶ πίστη σταθερὴ ἀποκτᾶ κανεὶς ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς καθὼς βεβαιώνεται γιὰ τὴ θεϊκὴ βοήθεια, ποὺ πολλὲς φορὲς βρίσκει στὸν ἀγώνα του.
Οἱ ἀγωνιστές, λοιπόν, πειράζονται γιὰ νὰ αὐξήσουν τὸν πνευματικό τους πλοῦτο· οἱ ἀμελεῖς, γιὰ νὰ φυλαχθοῦν ἀπ’ ὅ,τι τοὺς βλάπτει· οἱ κοιμισμένοι, γιὰ νὰ ξυπνήσουν· οἱ ἀπομακρυσμένοι, γιὰ νὰ πλησιάσουν στὸν Θεό· καὶ οἱ φίλοι του Θεοῦ, γιὰ νὰ εἰσέλθουν στὸν ἅγιο οἶκο του μὲ παρρησία. Ἕνας γιός, ἄβγαλτος στὴ ζωή, δὲν μπορεῖ νὰ διαχειρισθεῖ τὸν πλοῦτο τοῦ πατέρα του καὶ νὰ βοηθηθεῖ ἀπ’ αὐτόν. Γι’ αὐτὸ λοιπόν, στὴν ἀρχὴ στέλνει δυσκολίες καὶ βάσανα ὁ Θεὸς στὰ παιδιά του καί, μετά, τοὺς φανερώνει τί τοὺς χαρίζει. Δόξα τῷ Θεῶ πού, μὲ πικρὰ φάρμακα, μᾶς χαρίζει τὴν ἀπόλαυση τῆς πνευματικῆς ὑγείας.
Εἶναι κανεὶς ποὺ δὲν στενοχωριέται καὶ δὲν κουράζεται, ἐνόσω γυμνάζεται; Καὶ εἶναι κανείς, στὸν ὁποῖο νὰ μὴ φαίνεται πικρὸς ὁ καιρός, ποὺ πίνει τὸ φαρμάκι τῶν πειρασμῶν καὶ τῶν θλίψεων; Χωρίς, λοιπόν, νὰ περάσει ἀπ’ αὐτὸ τὸ στάδιο δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει ἰσχυρὴ κράση. Ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπομονὴ στοὺς πειρασμοὺς δὲν εἶναι δική μας. Πῶς μπορεῖ, ἀλήθεια, ὁ ἄνθρωπος, ἕνα πήλινο ἀγγεῖο, νὰ βαστάζει μέσα του τὸ νερό, ἂν δὲν τὸ κάνει στέρεο ἡ θεϊκὴ φωτιά; Ἂν σκύψουμε τὸ κεφάλι, τότε ὅ,τι καλὸ καὶ ὠφέλιμο ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ στὴν προσευχή μας μὲ ταπείνωση, μὲ διαρκῆ πόθο καὶ μὲ ὑπομονή, ὅλα θὰ μᾶς τὰ δώσει.
Ὅπως τὰ μικρὰ παιδιὰ τρομάζουν ἀπὸ τὰ φοβερὰ θεάματα, καὶ τρέχουν καὶ πιάνονται ἀπὸ τὰ φορέματα τῶν γονέων τους, καὶ ζητοῦν τὴ βοήθειά τους, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή: ὅσο στενοχωριέται καὶ θλίβεται ἀπὸ τὸ φόβο τῶν πειρασμῶν, προστρέχει καὶ κολλάει στὸν Θεό, καὶ τὸν παρακαλεῖ μὲ ἀκατάπαυτες δεήσεις. Καὶ ὅσο οἱ πειρασμοὶ πέφτουν ἐπάνω της, ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο, τόσο καὶ παρακαλεῖ περισσότερο. Ἀλλὰ ὅταν σταματήσουν καὶ ξαναβρεῖ τὴν ἀνάπαυσή της, συνήθως χάνει τὴν ἐπαφή της μὲ τὴν πραγματικότητα καὶ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ Θεό.
Οἱ θλίψεις καὶ οἱ κίνδυνοι θανατώνουν τὴν ἡδυπάθεια, ἐνῶ ἡ καλοπέραση καὶ ἡ ἀδιαφορία τὴν τρέφουν. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς καὶ οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι χαίρονται στὶς θλίψεις καὶ στὶς στενοχώριες μας, ἐνῶ ὁ διάβολος καὶ οἱ συνεργάτες τοῦ χαίρονται ὅταν τεμπελιάζουμε καὶ καλοπερνοῦμε.
Ἄφησε λοιπὸν τὴ φροντίδα σου στὸν Θεό, καὶ σὲ ὅλες τὶς δυσκολίες σου κατάκρινε τὸν ἑαυτό σου, ὅτι ἐσὺ ὁ ἴδιος εἶσαι ὁ αἴτιος γιὰ ὅλα…
Ὅλες οἱ λυπηρὲς περιστάσεις καὶ οἱ θλίψεις, ἂν δὲν ἔχουμε ὑπομονή, μᾶς διπλοβασανίζουν. Γιατί ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν ὑπομονὴ του διώχνει τὴν πίκρα τῶν συμφορῶν, ἐνῶ ἡ μικροψυχία γεννᾶ τὴν ἀπελπισία τῆς κόλασης. Ἡ ὑπομονὴ εἶναι μητέρα τῆς παρηγοριᾶς. εἶναι μία δύναμη ψυχική, ποὺ γεννιέται ἀπὸ τὴν πλατιὰ καρδιά. Αὐτὴ τὴ δύναμη ὁ ἄνθρωπος δύσκολα τὴ βρίσκει πάνω στὶς θλίψεις του, ἂν δὲν ἔχει τὴ θεία χάρη, ποὺ τὴν ἀποκτᾶ μὲ τὴν ἐπίμονη προσευχὴ καὶ μὲ δάκρυα.
Λυτρωτικὰ ἐφόδια γιὰ τὴν σωστὴ ἀντιμετώπιση τῶν θλίψεων”
Ἐκδόσεις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Β. Η σύμπτωση και η διάκριση των δύο αποκαλύψεων

Β. Η σύμπτωση και η διάκριση των δύο αποκαλύψεων
Dumitru Staniloae, Ο Θεός, ο κόσμος και ο άνθρωπος,
Αθήνα 1990, εκδ. Αρμός, σελ. 54- 65.
Μτφρ. π. Κων. Coman - Γιω. Παπαευθυμίου
 
α. Η αντικειμενική έννοια της φυσικής αποκάλυψης. Το αδιαίρετο των δύο τρόπων αποκάλυψης και το κατά ένα μέρος κοινό περιεχόμενο τους (που προσφέρεται με ένα έμμεσο τρόπο μέσα από την αντικειμενική φυσική αποκάλυψη και μ' ένα πιο καθαρό τρόπο μέσα από την υπερφυσική Αποκάλυψη) (1) δεν θα μπορούσαν να κατανοηθούν, αν πιστεύαμε ότι στη φυσική αποκάλυψη παίρνει ενεργό μέρος μόνο ο άνθρωπος, όπως μας συνήθισε η δυτική θεολογία.
Η απόσπαση, από το Θεό, της φύσης μέσα από την οποία Αυτός μιλάει και ενεργεί, ή μιλάει ενεργώντας και ενεργεί μιλώντας, οδήγησε εύκολα σε διάφορες αντιλήψεις που ήθελαν να εξηγήσουν τον κόσμο αποκλειστικά πάνω στη βάση μια ενδοκοσμικής πραγματικότητας. Η φυσική αποκάλυψη είναι όμως αδιαχώριστη από την υπερφυσική Αποκάλυψη και ο πιστός αισθάνεται πως βρίσκεται και μέσα από τη φυσική αποκάλυψη σε άμεση σχέση με τον θεό. Αυτό γίνεται όμως, μονάχα αν ο Θεός εκδηλώνεται συνέχεια μέσα από τη φυσική αποκάλυψη, μιλώντας και ενεργώντας συνέχεια μέσα απ' όλα τα πράγματα και μέσα απ' όλους τους συνδυασμούς που Αυτός επιλέγει και μέσα απ' όλους τους λόγους που μ' όλα αυτά προκαλεί ή και άμεσα φέρνει στην ανθρώπινη συνείδηση, οδηγώντας έτσι τον άνθρωπο προς την πραγματοποίηση του νοήματος της ύπαρξης του στην αιώνια ένωση μαζί Του.
Στην ουσία ο θεός μιλάει και ενεργεί συνέχεια μέσα από τα πράγματα που δημιούργησε και κυβερνά, δημιουργώντας πάντοτε καινούργιες περιστάσεις. Ο Θεός καλεί μ' αυτές κάθε άνθρωπο να εκπληρώσει τα καθήκοντα του απέναντι Του κι απέναντι στους συνανθρώπους του και ταυτόχρονα άπαντα κάθε στιγμή στις επικλήσεις του ανθρώπου. Τα πράγματα κι οι περιστάσεις αυτές είναι φανερούμενοι λόγοι του Θεού, επομένως ρήματα (2) παραστατικά. Ο Θεός μιλάει όμως σε μας ιδιαίτερα με τους λόγους που προκαλεί στη συνείδηση μας, όταν θέλουμε η πρέπει να κάνουμε κάτι· ή στην περίπτωση που κάναμε κάτι κακό, μας μιλάει μέσα από τύψεις, στενοχώριες και αρρώστιες. Μ' όλα αυτά ο Θεός μας καθοδηγεί προς την τελείωση μας, σαν μέσα από ένα συνεχή διάλογο, ανοίγοντας για μας την προοπτική προς την τέλεια εκπλήρωση του νοήματος της ύπαρξής μας, στην κοινωνία με τον άπειρο Θεό.
Ο προφήτης Δαυίδ αναφέρει συχνά την ομιλία του Θεού μέσα από το μεγαλείο της φύσης, αλλά επίσης αναφέρει ότι ο Θεός μιλάει μέσα από διάφορες στενοχώριες η χαρές που ο ίδιος φέρνει στη ζωή του ανθρώπου. Για το πρώτο είδος ομιλίας παραθέτουμε: « Οἱ οὐρανοί διηγοῦνται δόξαν Θεού ποίησιν δέ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τό στερέωμα- ἡμέρα τῇ ἡμέρᾳ ἐρεύγεται ρῆμα, καί νύξ νυκτί ἀναγγέλει γνῶσιν. Οὐκ εἰσίν λαλιαί οὐδέ λόγοι, ὧν οὐχί ἀκούονται αἱ φωναί αὐτῶν · εἰς πᾶσαν τήν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν καί εἰς πέρατα τῆς οἰκουμένης τά ρήματα αὐτῶν ( Ψαλμ. 18, 1-5).
Και για την ομιλία μέσα από στενοχώριες και βοήθειες παραθέτουμε: «... καί εἰσήκουσεν τῆς δεήσεώς μου καί ἀνήγαγε με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας καί ἀπό πηλοῦ ἰλύος » ( Ψαλμ. 39, 2-3). Ο Ελιούς περιγράφει πρώτα τη φωνή του Θεού στη συνείδηση του ανθρώπου μέσα από στενοχώριες και πόνους και έπειτα τη φωνή Του μέσα από τα πράγματα: « ἐν γάρ τῷ ἅπαξ λαλῆσαι ὁ Κύριος, ἐν δέ τῷ δευτέρω ἐνύπνιον ἤ ἐν μελέτῃ νυκτερινή, ὡς ὅταν ἐπιπίπτῃ δεινός φόβος ἐπ ' ἀνθρώποις ἐπί νυσταγμάτων ἐπί κοίτης... ἀποδώσει δέ ἀνθρώποις δικαιοσύνην » (Ιώβ 33, 14-26).
Η στάση του Θεού ως προσώπου απέναντι μας φανερώνεται μερικές φορές και στην άρνηση Του να μας απαντήσει. Ίσως η εξασθένηση της αίσθησης της παρουσίας και της ενέργειας του Θεού δια μέσου της φύσης και δια μέσου της συνείδησης του άνθρωπου, να οφείλεται και στην άρνηση Του ν' απαντήσει σε κείνους που δεν Τον καλούν μ' όλη τους την καρδιά. Ο Ελιούς συνεχίζει: « ἐκεῖ κεκράξονται, καί οὐ μή εἰσακούση καί ἀπό ὕβρεως πονηρῶν · ἄ τοπα γάρ οὐ βούλεται ὁ Κύριος ἰδεῖν αὐτός γάρ ὁ παντοκράτωρ ὁρατής ἐστιν » (Ιώβ 35, 12-13).
Η φυσική αποκάλυψη πραγματοποιείται αντικειμενικά παντού και πάντα και απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο. Η φυσική αποκάλυψη όσους την αναγνωρίζουν στο φως της υπερφυσικής Αποκάλυψης, μαζί με τη διδασκαλία της τελευταίας και με το έργο της, τους βοηθά να προχωρήσουν προς την αιώνια ζωή.
β. Η υπερφυσική Αποκάλυψη ως διευκρίνιση της φυσικής αποκάλυψης. Η υπερφυσική Αποκάλυψη διευκρινίζει τον σκοπό της φυσικής αποκάλυψης και τους τρόπους πραγματοποίησης της. Στο φως της υπερφυσικής Αποκάλυψης οι χριστιανοί βλέπουν πως ο Θεός τους καθοδηγεί μέσα από τα πράγματα, τις περιστάσεις, τα καλά ή κακά γεγονότα της ζωής τους, μέσα από τη φωνή της συνείδησης ή μέσα από τις ιδέες τους, σε όλο και βαθύτερη κοινωνία μαζί Του. Ξέρουν όμως ότι αυτή η κοινωνία πραγματοποιείται ολοκληρωμένα «εν Χριστώ», που κατέβηκε πραγματικά σε μας· γνωρίζουν ότι εν Χριστώ δόθηκε σταθερή βάση για την πλήρη ένωση ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο που πιστεύει σ' Αυτόν, μέσα από την οποία ο άνθρωπος θα αιωνιοποιηθεί. Επομένως η υπερφυσική Αποκάλυψη διευκρινίζει τον τρόπο αυτής της καθοδήγησης και βοηθάει τη φύση μας, που αποδυναμώθηκε από την αμαρτία και παρεμποδίζεται από το θάνατο, να προχωρήσει πραγματικά προς την αιώνια και πλήρη ένωση με τον Θεό. Οι χριστιανοί βλέπουν, πως η φυσική αποκάλυψη διευκρινίζεται και συμπληρώνεται με την υπερφυσική Αποκάλυψη, που κορυφώνεται εν Χριστώ. Και οι δύο οδηγούν προς τον Θεό, ως τελικό και αιώνιο σκοπό.
Με τη φυσική αποκάλυψη ο Θεός οδηγεί τον άνθρωπο που πιστεύει σ' Αυτόν στον στόχο της ένωσης μαζί Του δια μέσου της έμμεσης «ομιλίας» και δια μέσου των πραγμάτων, χρησιμοποιώντας διάφορες περιστάσεις, προβλήματα, δυσκολίες, πόνους και με τους λόγους που Αυτός προκαλεί στη συνείδηση του για να προχωρήσει προς Αυτόν με το σωστό τρόπο αντιμετώπισης τους, συνεπώς χρησιμοποιώντας τα πράγματα που υπάρχουν στη φύση. Ενώ με την υπερφυσική Αποκάλυψη ο Θεός κάνει να προβληθούν στη συνείδηση του πιστού κατά κάποιο άμεσο τρόπο δικοί Του λόγοι, η λόγοι που τονίζουν το Πρόσωπο Του, μη ενεργώντας μέσα από τη φύση, αλλά με μία «ομιλία» και ενέργεια που κάνουν πιο καθαρή την παρουσία του Προσώπου Του στην καθοδήγηση του ανθρώπου προς την ένωση με Αυτόν ως τελικό του στόχο.
Ο Θεός προβαίνει έτσι, λοιπόν, σε άμεση και φανερή κοινωνία με τον πιστό, πράγμα που πείθει τον τελευταίο για την ύπαρξη του Θεού και ικανοποιεί τη δίψα του για την κοινωνία με το άπειρο Πρόσωπο. Ταυτόχρονα τον διαβεβαιώνει ότι δεν εγκαταλείπεται στη διάθεση ορισμένων τυφλών δυνάμεων, που τον οδηγούν στον αφανισμό, αλλά ανυψώνεται στη σχέση με το Υπέρτατο Πρόσωπο. Αυτό θα τον οδηγήσει προς την αιωνιοποίηση του σε μία πλήρη κοινωνία μαζί Του.
γ. Η υπερφυσική Αποκάλυψη ως έξοδος στην αμεσότερη αίσθηση του Θεού. Αυτή η έξοδος στην αμεσότερη αίσθηση του Προσώπου του Θεού με την «ομιλία» Του και με την καθοδήγηση των πιστών, για την πλήρη ένωση τους μαζί Του, φαίνεται στο γεγονός ότι ο Θ εός στέλνει ειδικά συνειδητά όργανα, στα οποία αποκαλύπτεται μυώντας, με σκοπό στη συνέχεια να μεταδώσουν αυτά στους άλλους τους λόγους και τα σχέδιά Του σ' ό,τι τους αφορά. Στη φυσική αποκάλυψη ο καθένας γνωρίζει το Θεό με την «ομιλία» Του μέσα από τα πράγματα και τις καταστάσεις και μέσα από προσωπικά συμβάντα. Η επικοινωνία με τον Θεό δε διενεργείται όμως με τόσο εμφανή τρόπο. Ανάμεσα, στο ανθρώπινο πρόσωπο και τον Θεό, παρεμβάλλονται αναρίθμητα πράγματα, που βάζουν σε κίνδυνο την κοινωνία του πρώτου με τον Θεό.
Στην υπερφυσική Αποκάλυψη ο θεός αποκαλύπτεται ως πρόσωπο πεντακάθαρα, αφού καλεί και στέλνει ένα ορισμένο πρόσωπο σε μια ανθρώπινη κοινότητα. Το πρόσωπο αυτό πορεύεται προς την κοινότητα αυτή με υπευθυνότητα έντονα αφυπνισμένη από τον Θεό. Έτσι από τη μια μεριά ο Θεός επιβεβαιώνει τη φυσική πίστη του ανθρώπου για τη μελλοντική ολοκλήρωση του νοήματος του στην ένωση με τον Θεό, και από την άλλη του δείχνει ότι αυτή η ένωση δεν προετοιμάζεται και δε θα πραγματοποιηθεί με απομόνωση, αλλά με την αλληλεγγύη όλων των ανθρώπων μεταξύ τους. Και γι' αυτό, η προετοιμασία αυτή δε γίνεται μόνο μέσα από τα πράγματα όπως ερμηνεύονται απομονωμένα από κάθε άνθρωπο, αλλά και με την αποστολή ενός προσώπου που προσελκύει την προσοχή ό λων στο περιεχόμενο του μηνύματος του. Με την υπερφυσική Αποκάλυψη ο Θεός δε θέλει να σώσει μεμονωμένα άτομα, αλλά το σύνολο των πιστών σε μια αμοιβαία και κοινή υπευθυνότητα τους απέναντι Του. Όλοι πρέπει να αλληλοβοηθούνται στην πρόοδο που έχει ως στόχο την τελείωση και την αιώνια ζωή και να ενδυναμώνουν την μεταξύ τους κοινωνία, που βασίζεται στην κοινωνία τους με τον Θεό. Ουσιαστικά η μεταξύ τους κοινωνία αποτελεί μια προϋπόθεση για την τελείωση τους και για την πρόοδο τους προς αυτή.
δ. Η υπερφυσική Αποκάλυψη σε ενέργειες. Για να φανερωθεί περισσότερο ως πρόσωπο ανώτερο από τη φύση και κυρίαρχο πάνω σ' αυτή, ικανό να σώσει την ύπαρξη μας από την πτώση στη δουλεία της φύσης, ο Θεός κάνει γνωστό τον εαυτό Του στα πλαίσια της υπερφυσικής Αποκάλυψης κοντά στα άλλα και με υπερφυσικές ενέργειες ή πράξεις που δεν μπορούν να θεωρηθούν σα φαινόμενα της φύσης. Οι πράξεις αυτές αποτελούν μια άλλη σειρά από ενσωματωμένους λόγους, ανωτέρους από τους ενσωματωμένους στα πράγματα και στα φαινόμενα της φύσης. Συνεπώς οι υπερφυσικές ενέργειες δε γίνονται συνέχεια, επειδή στην περίπτωση αυτή θα μπορούσαν να φανούν παρόμοιες με τα φυσικά φαινόμενα που επαναλαμβάνονται. Οι ενέργειες αυτές δεν είναι μόνο υπερφυσικές, αλλά και έκτακτες. Εντάσσονται όμως γενικά, μαζί με τις διδασκαλίες που τις συνοδεύουν, σε μια ανοδική πορεία ολοένα και πιο έκδηλης φανέρωσης του Θεού. Ο Θεός προετοιμάζει προοδευτικά την ανθρώπινη φύση, που βρίσκεται στο χαμηλό επίπεδο της υποδούλωσης της στο θάνατο, με την πνευματική της ανύψωση, ώστε να γίνει ικανή για να περάσει στο επίπεδο της κοινωνίας μαζί Του, έτσι ώστε να γίνεται αδούλωτη από το θάνατο, και ταυτόχρονα ικανή να συνειδητοποιήσει το πέρασμα αυτό.
ε. Οι ενέργειες της υπερφυσικής Αποκάλυψης στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Στην Παλαιά Διαθήκη, στις αρχές της συγκρότησης του λαού του Ισραήλ, οι υπερφυσικές ενέργειες αναφέρονται τις περισσότερες φορές στη φύση, αποβλέποντας στη διαμόρφωση της κοινότητος του λαού του Ισραήλ με τη γνώση ότι καθοδηγείται από ένα Θεό που είναι πάνω από τη φύση και στην επιτυχία της πιο στενής προσκόλλησης της κοινότητας μαζί Του. Όταν την εποχή των προφητών αυτή η γνώση είχε διαμορφωθεί και είχε ενδυναμωθεί η πίστη αυτή, ο Θεός ενεργούσε πια περισσότερο δια των λόγων Του στις ψυχές των ανθρώπων, για να τις ανυψώσει κοντά Του. Δεν εγκαταλείπει όμως εντελώς τις υπερφυσικές ενέργειες που ασκούνται πάνω στη φύση. Στο πρόσωπο του Χριστού οι υπερφυσικές ενέργειες που κατευθύνονται προς τη φύση αναφέρονται κυρίως στην ανθρώπινη φύση και ανταποκρίνονται στο πνευματικό της ανέβασμα· υποδεικνύοντας απ' το ένα μέρος το πνεύμα ως αιτία των υπερφυσικών πράξεων και από το άλλο μέρος το μέγιστο πνευματικό επίπεδο στο οποίο έ χει ανυψωθεί η ανθρώπινη φύση εν Χριστώ, και τέλος την προοπτική πού ανοίγει Αυτός για όλους όσους ενώνονται μαζί Του δια της πίστεως.
στ. Οι υπερφυσικές ενέργειες και η μέγιστη πνευματική ανύψωση της ανθρώπινης φύσης εν Χριστώ. Η γραμμή των υπερφυσικών ενεργειών και η γραμμή της πνευματικότητας δεν συναντώνται εν Χριστώ, στο μέγιστο τους επίπεδο, σαν δύο παράλληλα ύψη. Η μέγιστη πνευματικότητα Του έχει ακριβώς μέσα της τη δύναμη που υπερβαίνει τον μηχανικό αυτοματισμό της φύσης. Η υπέρβαση αυτού του αυτοματισμού της επανάληψης δεν γίνεται με μία εξωτερική υπέρβαση της φύσης όπως στη μυθολογία αλλά είναι αποτέλεσμα ενεργοποίησης της ανώτερης δύναμης του πνεύματος που ξεπερνά τη φύση χωρίς όμως να την καταργεί. Ο προτεσταντισμός, που γι' αυτόν η πνευματικότητα έχει μικρότερη αξία, δε μπόρεσε, γι' αυτό το λόγο, να καταλάβει τις υπερφυσικές ενέργειες της ζωής του Χριστού, και τις χαρακτήρισε μυθολογικές. Γεγονός που οδήγησε λογικά στην ανάγκη της απομυθοποίησης.
Οι αναφερόμενες στο πρόσωπο του Χριστού υπερφυσικές ενέργειες όπως η υπερφυσική Του γέννηση και η ανάσταση, μόνο αν εξηγούνται με την υψίστη δύναμη του πνεύματος δεν καταργούν την ανθρώπινη φύση Του και τη συμμετοχή της, αλλά την οδηγούν στο αποκορύφωμα της επειδή έχει ως ανώτερο συστατικό της το πνεύμα, που έχει την ενδιάθετη κλίση να ενδυναμώνεται από το Θείο Πνεύμα. Η ανθρώπινη φύση του Χριστού παραμένει έτσι σε μία αιώνια ύπαρξη. Γι' αυτό οι αναφερόμενες στην ανθρώπινη Του φύση υπερφυσικές ενέργειες και πρωταρχικά η Ανάσταση, είναι μάλλον ενέργειες αποκατάστασης αυτής της φύσης και της φύσης του κόσμου γενικά. Η ενσάρκωση του Χριστού αποτελεί ταυτόχρονα τόσο την «κατάβαση» του Θεού σε πλήρη κοινωνία με την ανθρωπότητα όσο και τη μέγιστη ανύψωση της ανθρωπότητας, «Θεός ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν ».
Ο Χριστός έγινε απαρχή για όλους όσους πιστεύουν σ' Αυτόν, τόσο με την υπερνίκηση των νόμων μιας φύσης πεσμένης στην αμαρτία, όσο και με το γεγονός ότι Αυτός οδηγεί έτσι στην τέλεια εκπλήρωση την αληθινή ανθρώπινη φύση, που δημιουργήθηκε για να είναι δια της πνευματοποίησής της σε κοινωνία με τον Θεό - το απόλυτο και ανυπότακτο στον αυτοματισμό της φύσης Πρόσωπο. Τα λόγια Του, εκφράζοντας την κατάσταση Του ως τελείου ανθρώπου, είναι προορισμένα κι αυτά να μας βοηθήσουν ν' ανυψωθούμε σε ένα πνευματικό επίπεδο παρόμοιο με το δικό Του, ανταποκρινόμενο στην αναστάσιμη κατάσταση Του. Επειδή εν Αυτώ φανερώνεται η τέλεια σχέση ανάμεσα στο πιο ψηλό πνευματικό επίπεδο και στο επίπεδο το οποίο υπερβαίνει τους νόμους της φύσης που οδηγούν στον θάνατο. Η Ανάσταση είναι το αποτέλεσμα του υπέρτατου πνευματικού επιπέδου, στο οποίο φθάνει η ανθρωπότητα εν Χριστώ στην ένωση της με τη θεότητα.
ζ. Οι υπερφυσικές ενέργειες του Χριστού και η πρόοδος της αποκάλυψης. Ο Θεός καταφεύγει σε έκτακτες υπερφυσικές ενέργειες κυρίως στην αρχή κάθε καινούργιας περιόδου της ιστορίας της θείας οικονομίας. Κατέφυγε σ' αυτές την εποχή των πατριαρχών, του Μωυσή, του Ιησού Ναυή, του Ηλία, στις κυριώτερες στιγμές της συγκρότησης και υπεράσπισης του Ισραηλιτικού λαού ως φορέα του μηνύματος της σωτηρίας. Αλλά η πραγματικά καινούργια και τελευταία περίοδος εγκαινιάζεται από τις έκτακτες υπερφυσικές ενέργειες του Ιησού Χριστού, με τις οποίες συγκροτείται ο απανταχού λαός του Θεού, για να αφομοιωθούν από τον άνθρωπο όλα όσα δόθηκαν εν Χριστώ στο ανθρώπινο στοιχείο, για να συμμετάσχει στον Θεό με την άμεση και μέγιστη κοινωνία μαζί Του.
Αν όλες οι έκτακτες υπερφυσικές ενέργειες της Αποκάλυψης είναι ενέργειες μεγάλης σημασίας στην ιστορία της δικής μας σωτηρίας, καθοδηγώντας μας προς τον τελικό στόχο, οι υπερφυσικές ενέργειες που διενεργούνται με την ανθρώπινη μας φύση εν Χριστώ θέτουν αυτή στην ευθεία του τελικού της στόχου.
Η ιστορία της σωτηρίας βέβαια δεν αποτελείται μόνο από τις υπερφυσικές ενέργειες, επειδή ούτε αυτές είναι αδιάκοπες, όπως δεν είναι αδιάκοπη, ούτε η υπερφυσική Αποκάλυψη του Θεού. Έχουν ωστόσο μία ανοδική πνευματική πορεία και μ' αυτή την έννοια έχουν μία ιστορία· απαρτίζουν την ιστορία της σωτηρίας. Ανάμεσα τους όμως πλέκεται το βίωμα των πιστών και από τα λόγια και από τις υπερφυσικές ενέργειες της Αποκάλυψης. Έτσι η κάθε φάση της Αποκάλυψης έχει μέσα της μία προωθητική δύναμη της πνευματικής ζωής του ανθρώπου ως ένα επίπεδο που την κάνει ικανή να εισέλθει σε μια καινούργια περίοδο, εγκαινιασμένη από μία σειρά με καινούργιες υπερφυσικές και έκτακτες ενέργειες και από τους λόγους μιας ανώτερης γνώσης και βίωσης.
Οι υπερφυσικές ενέργειες διενεργούμενες σε πράγματα και δυνάμεις της φύσης, ή η χρησιμοποίηση με ξεχωριστό τρόπο ορισμένων πραγμάτων και δυνάμεων της φύσης, ώστε να καθοδηγηθούν εκείνοι που πιστεύουν προς την εκπλήρωση του προορισμού τους, κάνουν πιο φανερούς όχι μόνο τους άμεσους λόγους από την υπερφυσική Αποκάλυψη αλλά και τους λόγους του Θεού από τη φύση. Οι ενέργειες αυτές φανερώνουν ότι όλη η φύση έχει κληθεί, για να γίνει ένα πιο διαφανές μέσον, δια του οποίου εκδηλώνεται το πρόσωπο, και για να διαποτισθεί από το «πνεύμα» του προσώπου.
Στις περιόδους που στερούμεθα τις υπερφυσικές ενέργειες και τους λόγους που τις συνοδεύουν, η ανθρωπότητα ζει όχι μόνο από το φως των προηγουμένων υπερφυσικών ενεργειών και των λόγων που τις συνόδευαν, αλλά και από την καθημερινή φυσική αποκάλυψη που κι αυτή έχει μία ιστορική πορεία, που φωτίζεται από εκείνες τις πράξεις και από κείνους τους λόγους.
Έτσι όλη η ιστορία της σωτηρίας καθοδηγείται, φωτίζεται και ενδυναμώνεται στο καλό από τη θεία Αποκάλυψη. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι η Ιστορία της σωτηρίας αποτελείται μόνο α πό τις ενέργειες και τους λόγους της Αποκάλυψης, αλλά και από τις δικές μας απαντήσεις σ' αυτά. Η ευαισθησία μας σ' εκείνες τις πράξεις και τους λόγους και η δύναμη των απαντήσεων μας σ' αυτά αποδυναμώνονται και διακόπτονται πολλές φορές από την αμαρτία. Αλλά και η αμαρτία επηρεάζεται κατά κάποιο τρόπο από το επίπεδο γνώσης και πνευματικής εκλέπτυνσης στο οποίο έφτασε η ανθρωπότητα με την Αποκάλυψη. Η αμαρτία μπορεί να πάρει πιο εκλεπτυσμένες μορφές. Έτσι ο κόσμος δια της αποκάλυψης προχωρεί γενικά, τόσο στο καλό όσο και στο κακό. Υπάρχει κατά κάποιο τρόπο μια αλληλεπίδραση.
η. Ο προφητικός χαρακτήρας της Αποκάλυψης. Τόσο με τις καινούργιες περιόδους που εγκαινιάζουν, όσο και με τις προοπτικές που ανοίγου ν προς τον τελικό στόχο, οι υπερφυσικές ενέργειες της Αποκάλυψης και οι λόγοι που τις εξηγούν έχουν και ένα προφητικό χαρακτήρα. Η προφητεία δεν είναι μόνο ένα εξωτερικό κριτήριο, δια του οποίου αποδεικνύεται ένα γεγονός της υπερφυσικής Αποκάλυψης, αλλά αποτελεί μέρος της ουσίας της.
Η Αποκάλυψη επιβεβαιώνει έτσι και υποστηρίζει την πρόοδο μας προς ένα ανοδικό τελικό στόχο, κάνοντας καθαρό το κορυφαίο ύψος αυτού του στόχου. Ακόμη και στη φυσική της κίνηση η δημιουργία εμψυχώνεται από ένα προφητικό πόθο. Είναι η κίνηση της φυσικής αποκάλυψης προς τον τελικό στόχο. Δηλαδή ακόμη και η φυσική αποκάλυψη έχει ένα προφητικό δυναμισμό. Η πορεία μας όμως προς τα εμπρός, προς τον τελικό στόχο, με βάση τη φυσική αποκάλυψη, δεν θα ήταν δυνατή χωρίς το φως και τη βοήθεια της υπερφυσικής Αποκάλυψης, εξαιτίας της αμαρτίας που βαραίνει την ανθρωπινή μας φύση. Μήτε κι αυτή η υπερφυσική Αποκάλυψη, στην καθοδήγηση της δημιουργίας προς τον τελικό της στόχο , δεν μπορεί να μην υπολογίσει τον φυσικό πόθο της δημιουργίας και τη φυσική αίσθηση της συμβολής και της βοήθειας του Θεού για την πρόοδο στις καινούργιες συνεχώς συνθήκες.
Έτσι, οι ενέργειες και οι λόγοι του Θεού και στους δύο τρόπους α ποκάλυψης εντάσσονται σ' ένα σχέδιο Του για την καθοδήγηση της δημιουργίας, προς την ένωση μαζί Του, δηλαδή στη θέωση.
θ. Η ολοκλήρωση του σχεδίου της σωτηρίας εν Χριστώ. Ο Χριστός αποτελεί την τελευταία φάση της υπερφυσικής Αποκάλυψης και την ολοκλήρωση της οικονομίας της. Απ' Αυτόν ακτινοβολεί η δύναμη για την ολοκλήρωση αυτού του σχεδίου που αποβλέπει σ' όλη τη δημιουργία και σ' όλο το σύμπαν. Γι' αυτό η μετά Χριστόν περίοδος είναι η τελευταία φάση της Ιστορίας της σωτηρίας. Όλη η Ιστορία είναι το διάστημα της πορείας ως την πραγματοποίηση αυτού του σχεδίου, αλλά η τελείωση αυτής της ολοκλήρωσης θα γίνει πέρα από την Ιστορία στο μέλλοντα αιώνα. Το μέρος της Ιστορίας που προηγείται από την ολοκλήρωση, προωθείται από το Χριστό, που το έλκει στην εσχατολογική κατάσταση, στην κατάσταση της αιώνιας τελείωσης όπου έφερε Αυτός τη δική μας φύση, δηλαδή στην πλήρη ένωση με τον Θεό.
Έτσι ο Χριστός αποτελεί το αποκορύφωμα της υπερφυσικής Αποκάλυψης και την πλήρη επιβεβαίωση και διασάφηση του νοήματος της ύπαρξης μας, με την ολοκλήρωση της ύπαρξης μας εν Αυτώ, αφού εν Αυτώ πραγματοποιείται η μέγιστη ένωση μας με τον Θεό και έτσι, η τελείωση μας. Ταυτόχρονα φανερώνεται ότι το απόλυτο που επιποθούμε δεν έχει ένα απρόσωπο χαρακτήρα, αλλά είναι Πρόσωπο. Όταν ερχόμαστε σε πλήρη κοινωνία με το Απόλυτο ως πρόσωπο, κοινωνούμε κι εμείς το απόλυτο. Έχουμε κληθεί να γίνουμε κατά χάρη απόλυτο με τη συμμετοχή μας δια της φύσης στο προσωπικό Απόλυτο. Το προσωπικό Απόλυτο θέλει, δια της φύσης, να κάνει μέτοχο το ανθρώπινο πρόσωπο στον απόλυτο Του χαρακτήρα, εφόσον το ίδιο έγινε άνθρωπος. Το ενσυνείδητο πρόσωπο είναι ήδη με τη δημιουργία του, χάρη σε κάποια συμμετοχή, ένα «εν δυνάμει» απόλυτο. Γι' αυτό δεν μπορεί να παραμερίζεται. Το πρόσωπο μας δεν συμμετέχει στο απόλυτο καταργούμενο, αλλά παραμένοντας άνθρωπος και έχοντας αναγνωρισθεί μ' αυτή του την ιδιότητα. Η ενανθρώπηση του Θεού οδηγεί με τη συμμετοχή, στην τελείωση, στον απόλυτο πόθο μας. Γι' αυτό πέρα από την ενσάρκωση και την ανάσταση του Υιού του Θεού ως ανθρώπου δεν μπορεί πια να γίνουν άλλες ενέργειες της υπερφυσικής Αποκάλυψης ουσιαστικά καινούργιες. Η ιστορία της σωτηρίας έχει τώρα σκοπό να δώσει σε κείνους που πιστεύουν την ευκαιρία να γίνουν ικανοί για την πλήρη συμμετοχή στο προσωπικό Απόλυτο, μαζί με το Χριστό, «εν Χριστώ».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) Ο.π., Ρ G 91, 1152.
(2) E δώ θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε αντί της λέξης: ρήματα την λέξη: λόγια. Προτιμήσαμε όμως την λέξη ρήματα εξ αιτίας της σημαντικής της στην Αγία Γραφή. Βέβαια πρόκειται για την ρουμανική λέξη cuvînte που στην καθομιλουμένη σημαίνει τα λόγια. Ο συγγραφέας όμως σε άλλα σημεία του κειμένου χρησιμοποιεί την ίδια λέξη με την ίδια σημαντική της ελληνικής λέξης: λόγοι ( Cuvînt = Λόγος, cuvînt = λόγος, cuvînte = λόγοι). Για την σημασία της ελληνικής λέξης λόγος ( cuv î nt ) βλέπε και στην εισαγωγή του π. Δημητρίου Στανιλοάε στο βιβλίο του Αγ. Μαξίμου του Ομολογητού «Φιλοσοφικά και Θεολογικά ερωτήματα» τόμος Α', «Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος», Αθήναι 1978, σελ. 29-32 ( Σ.τ.Μ.)

Το Παράδοξο του Κακού. Η Ηθική της Κόλασης και της Αντι -Κόλασης. Μετενσάρκωση και Μεταμόρφωση

Το Παράδοξο του Κακού. Η Ηθική της Κόλασης και της Αντι -Κόλασης. Μετενσάρκωση και Μεταμόρφωση
Nicolas Berdiaeff, Αλήθεια και Αποκάλυψη,
εκδ. Δωδώνη, σελ. 189-202
 
Είναι πολύ χαρακτηριστικό το γεγονός πως σήμερα, ακόμη και οι πιο ορθόδοξες ομολογίες, προτιμούν να ομιλούν πολύ λίγο για τα αιώνια βάσανα της κόλασης. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, που ευχαριστιόταν πολύ να κατατρομάζει το ποίμνιο της με την κόλαση, προκειμένου να κρατάει σε υποταγή τις ψυχές, τώρα συμβουλεύει να μη γίνεται πολύ συζήτηση γι' αυτήν. Αν στο παρελθόν ο φόβος της κόλασης κρατούσε τον κόσμο στην Εκκλησία, τώρα τους εμποδίζει να πάνε. Το ύψος που έφθασε η ηθική σκέψη, μπορεί να μετρηθεί με τη στάση της στην ιδέα της αιώνιας κόλασης. Ακόμη δε αποτελεί ένα από τα βασικά εμπόδια για την επιστροφή του αποχριστιανισμένου κόσμου στον Χριστιανισμό. Ο κόσμος προτιμάει να μη διαποτισθεί από θρησκευτικές πίστεις που τον απειλούν με διηνεκή καταδικαστική δουλεία. Υπάρχει αρκετή κόλαση σ' αυτόν τον κόσμο, για να εξασφαλισθεί η επέκταση της και στον άλλο. Σήμερα η πλειονότητα των χριστιανών, όπου ο μεσαιωνικός τρόπος σκέψης τους είναι ξένος, προτιμάει να μην ασχολείται μ' αυτά τα θέματα, αλλά θα ήταν καλό να το έκαμε. Η ιδέα των αιωνίων βασάνων της κόλασης είναι τα φοβερώτερα αποκυήματα μιας τρομοκρατημένης και αρρωστημένης ανθρώπινης φαντασίας. Είναι αισθητή η παρουσία των δυνάμεων των πρωτογόνων ενστίκτων του σαδισμού και του μαζοχισμού, τα οποία δεν έπαιξαν μικρό ρόλο στη θρησκευτική ζωή.
Ίσως η πιο δυσάρεστη όψη του ζητήματος είναι πως η ιδέα της κόλασης συνδέεται με μιαν έννοια, δικαιοσύνης, που προκύπτει από το ένστικτο της εκδίκησης. Το βλέπομε τούτο στον ιερό Αυγουστίνο, στον Γρηγόριο, στον Θωμά τον Ακινάτη και στον Καλβίνο, μολονότι, στον τελευταίο, η δικαιοσύνη παίζει πολύ μικρό ρόλο. Κατ' αυτόν τον τρόπο ο δικαϊκός τρόπος κατανόησης του Χριστιανισμού έφθασε στην εσχάτη διατύπωση του. Αν είναι έτσι, τότε η δικαιοσύνη του Ύπατου Δικαστού, ο οποίος επιβάλλει αυτές τις ποινές, βρίσκεται σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο από την συνήθη γήινη δικαιοσύνη ενός γήινου δικαστηρίου. Η καταδίκη στην κόλαση επιβάλλεται από έναν παντοδύναμο και οικτίρμονα Θεό, μολονότι είναι ο ίδιος που δημιούργησε το παν, περιλαμβανομένης και της ανθρώπινης ελευθερίας, ο οποίος προέβλεψε το παν και συνεπώς το προκαθώρισε. Μια καταδίκη εις τον αιώνα τον απαντά επιβάλλεται για πράξεις που διεπράχθησαν από ένα αδύνατο πεπερασμένο πλάσμα μέσα σ' ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, από ένα πλάσμα που τελεί ολοκληρωτικά υπό την ισχύ του Θεού. Αυτό δεν μας θυμίζει ούτε και την πολύ περιωρισμένη δικαιοσύνη των ανθρώπων, πολύ περισσότερο βεβαίως την θεία δικαιοσύνη. Και αυτός ο ιερός Αυγουστίνος σκεφτότανε, πως όλα τα ανθρώπινα όντα, χωρίς εξαίρεση, δικαίως τιμωρούνται με τα αιώνια βάσανα της κόλασης, μολονότι ο Ύπατος Δικαστής εξαιρεί μερικά από αυτήν την δίκαιη μοίρα σ' αυτούς χορηγεί την λυτρωτική χάρι του, και τους προορίζει να σωθούν. Δύσκολα θα μπορούσε να επινοήσει κανείς κάτι πιο απεχθές.
Επίμονοι υποστηρικτές της κόλασης λέγουν συνήθως πως κανείς μόνος του προορίζεται για την κόλαση, από τη χρήση που κάνει της ελευθερίας του· και πως ο Θεός δε μπορεί να τους φέρει στον ουρανό με τη βία, διότι ο Θεός λέγει - αν και το λέγει με λύπη - δεν θα επιβάλει τον οίκτο του με την βία. Μολονότι τούτο είναι σωστό, συμβαίνει ωστόσο μια μεταφορά στην θεία ζωή σχέσεων που υφίστανται στην γήινη ζωή, και υπάρχει μια ορθολογοποίηση αυτού που είναι εντελώς παράλογο. Αυτή η ορθολογοποίηση είναι ασυμβίβαστη όχι με τον λόγο, ο οποίος μπορεί να βολευτεί αρκετά καλά, όσο με την ηθική αίσθηση, η οποία είναι η αληθής θεία αρχή στον άνθρωπο . Η επίκληση σε βοήθεια της ιδέας της ελεύθερης βούλησης για την υπεράσπιση της κόλασης, σημαίνει παραμερισμό του προβλήματος, αλλά ούτε προσφέρει και καμμιά λύση. Διότι αυτή η ίδια η ιδέα της ελεύθερης βούλησης, είναι έννοια του ποινικού δικαίου, και σαν τέτοια είναι εντελώς ανεφάρμοστη στο θείο μυστήριο, το οποίο μας απασχολεί εδώ. Είναι πρωταρχικής σημασίας να αντιληφθούμε το γεγονός πως η ιδέα της κόλασης στερεί την ηθική ζωή του ανθρώπου από κάθε νόημα, αφού της επιθέτει τη σφραγίδα του τρόμου. Όλη η ζωή βιώνεται σε κατάσταση τρόμου και ο φοβισμένος άνθρωπος θα συμφωνήσει με ο,τιδήποτε, προκειμένου να αποφύγει τα βάσανα της κόλασης. Τούτο αφαιρεί κάθε αξία και κάθε αξιοπρέπεια από την πνευματική ζωή.
Είναι προφανές πως η ιδέα της κόλασης, για την οποία υπάρχει ψυχολογική βάση, είχε πάνω απ' όλα πειθαρχική, κοινωνιολογική και πολιτική σημασία, όπως το ίδιο αληθεύει και για την σκληρή ποινική νομοθεσία. Είναι προς τιμήν του Σέργιου Β ulgakov, που επαναστατεί αποφασιστικά κατά της ιδέας της αιώνιας κόλασης, στον τρίτο τόμο του συστήματος της Δογματικής Θεολογίας του. Έτσι συνεχίζει την παράδοση της ρωσικής θρησκευτικής φιλοσοφίας και εκφράζει την ρωσική ιδέα (1). Κατ' αυτόν, μια αιώνια κόλαση σημαίνει αποτυχία του Θεού. Είναι η ήττα του Θεού από τις δυνάμεις του σκότους. Αρκετά παλαιότερα υποστήριξα την ιδέα πως «αιώνια» βάσανα, δεν σημαίνουν μιαν ατελεύτητη περίοδο χρόνου, αλλά απλώς ένταση του πόνου, που δοκιμάζεται σε μιαν ωρισμένη χρονική στιγμή. Κατά την άποψη του Σέργιου Β ulgakov το κακό δεν έχει βάθος και, θα λέγαμε, αυτοεξαντλείται και αυτοκαταστρέφεται· κατά την γνώμη του η ιδέα της αιωνιότητας της κόλασης δε μπορεί να γίνει δεκτή από τη συνείδηση. Θα έλεγα πως είναι απαράδεκτη όχι από τον εμπειρικό άνθρωπο, άλλα από τον υπερβατικό. Περαιτέρω, θα έλεγα πως γνωρίζουμε πολύ καλά την εμπειρία της κόλασης, αλλά η θρησκευτική πίστη συνίσταται στο γεγονός ότι η κόλαση δεν είναι αιώνια. Πίστη στην κόλαση σημαίνει απιστία. Σημαίνει πως έχουμε περισσότερη πίστη στον Διάβολο παρά στον Θεό. Η κόλαση είναι μια εξωτερική ιδέα.
Αυτοί που υπερασπίζονται την θεωρία της κόλασης, συνήθως επικαλούνται τα κείμενα των Ευαγγελίων, και τούτο θεωρείται ως πολύ ισχυρό επιχείρημα. Πρόκειται για τη γλώσσα των Ευαγγελίων και για το αλάθητο των κειμένων των Ιερών Γραφών. Αυτή η γλώσσα ήταν σχετική και προσαρμόσθηκε στις περιστάσεις που ο Χριστός έζησε και δίδαξε, στις παραδοσιακές και θρησκευτικές ιδέες που ήταν συμπαθείς σ' αυτό το περιβάλλον. Οι παραβολές, που είναι πρωταρχικής σημασίας για το θέμα που μας απασχολεί, διατυπώθηκαν με τη γλώσσα και τις έννοιες των ιουδαϊκών κύκλων της εποχής. Επί πλέον, οι παραβολές προϋποθέτουν και μια κοινωνική τάξη ( order ) που δεν υπάρχει πλέον· στα Ευαγγέλια το θείο φως θραύεται και σκοτεινιάζει μέσα σ' αυτό το περιωρισμένο ανθρώπινο περιβάλλον. Στα Ευαγγέλια λάμπει ένα απόλυτο και αιώνιο φως, αλλά υπάρχουν και ωρισμένα πράγματα μικρά και απαράδεκτα, που χρειάζονται επεξήγηση. Δε χρειάζεται να σημειώσω πως η φράση «εις τους αιώνας των αιώνων» δεν εννοεί αιωνιότητα, αλλά μόνο μια λίγο ή πολύ μακρά περίοδο χρόνου . Το σπουδαιότερο σημείο είναι πως ο κόσμος εκείνη την εποχή πίστευε στα βάσανα της κόλασης και ήταν απαραίτητο να του μιλήσεις στη γλώσσα που καταλάβαινε. Η ανθρώπινη φύση του Χριστού περιελάμβανε όλους τους περιορισμούς αυτής της φύσης, εκτός από την αμαρτία.
Η κατά γράμμα παραδοχή των κειμένων του Ευαγγελίου, όχι μόνον οδηγεί στις αντιφάσεις που η βιβλική κριτική αποκαλύπτει, αλλά επί πλέον δε μπορεί να συμβιβασθεί με το υψηλότερο επίπεδο ηθικής συνείδησης που επετεύχθη με την επίδραση του ιδίου του Χριστιανισμού, καθώς αυτή δούλευε κάτω από την επιφάνεια της ζωής. Γι' αυτό το λόγο πρέπει να υπάρχει ένας πνευματικός εσωτερικός τρόπος ανάγνωσης των Ευαγγελίων. Υπάρχει ένα αιώνιο πνευματικό Ευαγγέλιο και σε σχέση μ' αυτό, η σημασία του ιστορικού Ευαγγελίου δεν είναι απόλυτη. Στην ιστορία του Χριστιανισμού έλαβε χώρα η αντικειμενοποίηση του Ευαγγελίου, προσαρμόσθηκε προς την κοινωνική οργάνωση της Εκκλησίας. Αλλά πίσω απ' αυτό υπάρχει ακόμη το μέγα βάθος που κείται έξω από την αντίθεση αντικειμένου και υποκειμένου και έξω από αυτό που εξυπηρετεί, από κοινωνική άποψη. Σ' αυτό το μέγα βάθος το πρόβλημα της κόλασης διατυπώνεται κατά ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο, πέρα από τον εκφοβισμό ο οποίος ε δικαιολογείτο σαν μέτρο εκπαίδευσης και πειθαρχίας. Πρόκειται για τούτο το σημείο: Η Χριστιανική θρησκεία είναι θρησκεία φόβου; Η θρησκεία εν γένει στηρίζεται στον φόβο; Μπορεί να υπάρξει μια οριστική υπερνίκηση του φόβου;
Πρέπει να γίνει διάκριση ανάμεσα στην ψυχολογία και την οντολογία της κόλασης. Μια ψυχολογία της κόλασης είναι παραδεκτή, ακόμη και αναγκαία. Ο άνθρωπος έχει κάποια εμπειρία της κόλασης, ζει μέσω των μαρτυρίων της. Αλλά η οντολογία της κόλασης, καθώς επιθυμούν να την κατασκευάσουν, είναι αδύνατη και απαράδεκτη. Είναι ένα από τα πιο άσχημα και αποκρουστικά πράγματα που σχηματίσθηκαν στο ανθρώπινο μυαλό. Ο άνθρωπος όχι μόνο συχνά δημιουργεί μια κόλαση στην επίγεια ζωή, αλλά την κατασκευάζει και στο κεφάλι του, και στην εκείθεν αιώνια ζωή. Μολύνει και σκοτεινιάζει το φως της αποκάλυψης με τα ίδια του τα σκοτάδια. Στο χώρο της κόλασης δεν υπάρχει ούτε μια μόνη θεία ακτίνα, μολονότι ο Θεός πρέπει να καλύπτει το παν. Ένας καλός Καθολικός, γεμάτος από αγάπη, μου εί πε κάποτε πως ο Θεός έκαμε την κόλαση ωσάν μια ειδική σφαίρα, ωσάν μια φυλακή έτοιμη γι' αυτούς που θα καταδικάζονταν, αλλά δεν ξέρουμε αν υπάρχουν πολλοί που την κατοικούν, ίσως να μην υπάρχει ούτε ένας. Οι προθέσεις αυτού του ανθρώπου ήσαν όσο γίνεται ανθρώπινες και αγαπητές, αλλά η ιδέα του ήταν φοβερή και έτοιμη να προκαλέσει την αθεΐα στην πιο ακραία μορφή της. Η κατασκευή μιας φυλακής γι' αυτούς που ήσαν καταδικασμένοι για πάντα, αποτελούσε μέρος του θείου σχεδίου κατά την δημιουργία του κόσμου. Αν είναι έτσι, ο Θεός μπορούσε να προβλέψει τον αριθμό των καταδικασμένων που θα ρίχνονταν στη φυλακή. Αυτή η φυλακή προσλαμβάνει οντολογική σημασία. Και σε τελευταία ανάλυση, η φυλακή ανήκει στο Βασίλειο του Θεού, ακριβώς όπως σε τελευταία ανάλυση και οι φυλακές του Βασιλείου του Καίσαρα ανήκουν στο Βασίλειο του Θεού. Η φυλακή εκφράζει την υψίστη δικαιοσύνη.
Αλλά αν αρνηθούμε αυτόν τον τρόπο κατανόησης της δικαιοσύνης ως πολύ γήινο, ως τρόπο ανήκοντα στον Καίσαρα, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε πως η ιδέα της κόλασης χωρίζει τον κόσμο και την ανθρωπότητα σε δύο μονίμως αντιτιθέμενα τμήματα - Το Βασίλειο του Θεού και το κράτος του καλού από τη μια μεριά και το Βασίλειο του διαβόλου και το κράτο ς της κόλασης από την άλλη. Το Βασίλειο της κόλασης συνυπάρχει με το Βασίλειο του Θεού. Και τούτο προφανώς εισέρχεται στο σχέδιο της δημιουργίας. Ο Θεός δε μπορεί να υπερνικήσει το σκότος της κόλασης. Ακόμη και στο επίπεδο μιας ανθρώπινης κατασκευής υπάρχει κάποια πρόβλεψη. Πολύ περισσότερο πρέπει να υπάρχει στο θειο σχέδιο. Αλλά υπάρχει αυτή η διαφορά: η ανθρώπινη πρόβλεψη δεν είναι προκαθορισμός, εξ αιτίας των περιορισμών της ανθρώπινης δύναμης, ενώ η θεία πρόβλεψη είναι πάντοτε προκαθορισμός. Δεν υπάρχει χρόνος για τον Θεό. Αυτό που ο άνθρωπος σκέφτεται πως είναι πιθανόν να συμβεί, για τον Θεό ήδη πραγματώνεται αιωνίως· δηλαδή τα βάσανα της κόλασης είναι ήδη πραγματικότητα, αφού αποτελούσαν τμήμα στο σχέδιο της δημιουργίας. Υπάρχουν επιβιώσεις μανιχαϊσμού στην θεωρία της κόλασης, και μάλιστα με κάποια χειροτέρευση, σε σύγκριση με τον μανιχαϊσμό. Ο καλός Θεός εν τέλει δεν υπερνικά τον κακό Θεό.
Δεν υπάρχει κοινό πεπρωμένο για την ανθρωπότητα· και ένας αιώνιος διαχωρισμός της είναι συγγενής. Είτε θα ριχτώ στην κόλαση και οι καλοί φίλοι μου θα πάνε στον παράδεισο, ή θα ριχτούν στην κόλαση κι εγώ θα πάω στον παράδεισο. Αλλά καμμιά από αυτές τις λύσεις δε μπορεί να γίνει δεκτή από την συνείδηση. Οι άνθρωποι πρέπει να σωθούν όλοι μαζί. Είναι προς μεγίστη τιμή των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας Ωριγένη και Γρηγορίου, που απέρριψαν την πίστη στην αιώνια κόλαση και επί πλέον παραδέχθηκαν πως και ο διάβολος μπορεί να σωθεί. Αλλά η γνώμη του Ωριγένη -καταδικάσθηκε από την ωργανωμένη ορθοδοξία. Δεν αγιοποιήθηκε, μολονότι στη ζωή του ήταν άγιος και μάρτυρας. Και ο ’γιος Γρηγόριος Νύσσης, που κήρυσσε πως η σωτηρία δε μπορεί παρά να είναι κοινή εμπειρία ευφροσύνης, πέρασε στη σιωπή. Ο ιερός Αυγουστίνος, που ήταν ένας από τους ιδρυτές της κόλασης, ευφημείται από όλη την χριστιανική Ευρώπη, καθολική και διαμαρτυρόμενη. Όλη η σκέψη η σχετική με το ζήτημα της κόλασης τηρήθηκε μέσα στα όρια των ανθρώπινων ορθολογικών εννοιών, όπως συνέβη με κάθε οντολογία. Απετέλεσε ορθολογοποιημένη μορφή της ανθρώπινης θηριωδίας. Σε αντίθεση προς αυτά, θα λέγαμε, σε καντιακή φρασεολογία, πως η ανυπαρξία της κόλασης είναι ένα ηθικό αίτημα.
 
II
Η ιδέα της κόλασης συνδέεται στενά με το παράδοξο του κακού. Μολονότι πάρα πολλοί προσπάθησαν να ορθολογοποιήσουν το ψυχολογικό και ηθικό πρόβλημα του κακού, ποτέ τους εν τούτοις δεν κατώρθωσαν να ξεπεράσουν τη δυσχέρεια. Το κακό αποτελεί σκάνδαλο όχι μόνο για τον άνθρωπο άλλα και για τον Θεό. Διότι, σχεδόν αναπόδραστα, ο Θεός θεωρείται υπεύθυνος για το κακό. Ο διάβολος, που είναι μια πολύ ασαφής μορφή, γίνεται όπλο στα χέρια του Θεού, και μέσω του διαβόλου εμπραγματώνονται οι σκοποί της Πρόνοιας. Έτσι λειτουργεί στο βιβλίο του Ιώβ, και αυτή η άποψη εκτίθεται στον πρόλογο του Faust . Δεν αποδίδεται ανεξάρτητη δύναμη στον διάβολο· δε μπορεί να κάμει τίποτα το δημιουργικό. Το κακό είναι αρνητικό και έχει μια ψεύτικη δύναμη, απλώς γιατί κλέβει από το καλό. Ωστόσο, ο διάβολος επέτυχε να γίνει ο πρίγκηπας αυτού του κόσμου και ο κυβερνήτης του. Σ' αυτόν τον εκπεσμένο κόσμο το κάθε τι προέρχεται πολύ περισσότερο από τον διάβολο παρά από τον Θεό. Αλλά αυτό που είναι ακόμη σπουδαιότερο και πιο φοβερό είναι πως ο διάβολος πετυχαίνει να δημιουργήσει το αιώνιο βασίλειο του σκότους και του πόνου, δηλαδή την κόλαση. Η κόλαση είναι μια αναμφίβολη επιτυχία του διαβόλου και μια αποκάλυψη της δύναμης του. Αλλά εν τούτοις παραμένει παράδοξο το ότι οι άνθρωποι επιθυμούν να θεωρούν την κόλαση, με τα αιώνια βάσανα της, σαν ένα τμήμα του Βασιλείου του Θεού, όπου η ποινική δικαιοσύνη ευδοκιμεί και θριαμβεύει. Αυτό μας οδηγεί να παραδεχθούμε πως ο Θεός ήθελε στην αιωνιότητα μια κόλαση και ένα κακό, σαν κι' αυτό που οδηγεί στην κόλαση , διότι το κακό είναι η συνέπεια της ελευθερίας που ο Θεός παρεχώρησε στα πλάσματα του.
Η ελευθερία είναι ένα πράγμα μοιραίο για τον άνθρωπο. Δεν υπάρχει ορθολογική έξοδος από την αντίφαση που περικλείεται. Η θεολογική σκέψη περιπλέκεται σε αντιφάσεις γιατί χρησιμοποιεί έννοιες παρμένες από τη ζωή αυτού του κόσμου και που ταιριάζουν μόνον σ' αυτόν τον κόσμο, και ύστερα τις εφαρμόζει στη θεία ζωή. Η κόλαση ανήκει σ' αυτόν τον κόσμο και όχι στον επέκεινα, ακριβώς όπως και το κακό ανήκει σ' αυτόν τον κόσμο. Στην ουσία, το κακό είναι παράδοξο και η παράδοξη φύση του φαίνεται από το γεγονός πως το κακό μπορεί να αποτελέσει τον δρόμο για το καλό, ενώ ο αγώνας εναντίον του κακού μπορεί να είναι ο ίδιος κακός. Ο υπαρξιακός και μη ορθολογικός τρόπος κατανόησης του κακού συνίσταται στο να εκληφθεί τούτο ως δοκιμασία της ελευθερίας. Αυτό καθόλου δεν συνδέεται με την ιδέα μιας οντολογίας εκφρασμένης με έννοιες. Είναι περιγραφή μιας πνευματικής εμπειρίας. Ίσως να πούνε πως τούτο αποτελεί δικαίωση του κακού. Αλλά στην πραγματικότητα μια πολύ μεγαλύτερη δικαίωση του κακού βρίσκεται στη βεβαίωση πως ο Θεός το χρησιμοποιεί για τις επιδιώξεις του καλού, για την εξασφάλιση του θριάμβου της δικής του δικαιοσύνης. Η δοκιμασία του κακού είναι δοκιμασία των βασάνων και του πόνου.
Αλλά η ελευθερία προϋποθέτει την εμπειρία του κακού. Το υποχρεωτικό καλό, το καλό που επιβάλλεται με την βία, θα μπορούσε να γίνει μέγιστο κακό. Ο Dostoyevsky έδειξε πως το καταλάβαινε τούτο καλλίτερα από τον καθένα, με τον τρόπο που περιγράφει τις Ουτοπίες που υπόσχονται να φέρουν τον επίγειο παράδεισο, στην διαλεκτική του Μεγάλου Ιεροεξεταστή. Πάνω απ' όλα, είναι απαραίτητη η διαμαρτυρία εναντίον όλων αυτών, όπως και εναντίον του χωρισμού του κόσμου σε δυο τμήματα, στον κόσμο του φωτός και του καλού, και στον κόσμο του σκότους και του κακού. Αυτές οι διακρίσεις ετοιμάζουν το δρόμο προς την κόλαση, και έτσι καθορίζεται η ηθική της κόλασης. Επίσης, η ηθική της κόλασης κυριαρχεί και σ' αυτούς που δεν αναγνωρίζουν τις θρησκευτικές πίστεις. Συχνά ανήκουν στους επαναστάτες, όπως είναι οι μαρξιστές. Το ηθικό παράδοξο του κακού συνίσταται σε τούτο: ό τι φανερώνεται σ' αυτούς που αντιπροσωπεύουν το καλό, που καταπολεμούν το κακό με μια κακή και ανοικτίρμονη στάση μίσους προς αυτούς που είναι το κακό και που εκλαμβάνονται ως κακοί, προς αυτούς που, επί παραδείγματι, θεωρούνται εχθροί. Έτσι ο αγώνας εναντίον του κακού μετατρέπεται σε κακό. Στο ό νομα της αρετής και της δικαιοσύνης βασανίζουν τον κόσμο. Στο όνομα του ανθρωπισμού ενεργούν απάνθρωπα. Από τους εχθρούς της ελευθερίας, πραγματικούς ή φανταστικούς, στερούν την ελευθερία και τους μεταχειρίζονται με τη βία. Τους μισαλλόδοξους τους μεταχειρίζονται με μισαλλοδοξία κι' αυτούς που πυροβολούν τους πυροβολούν.
Είναι ένα ηθικό παράδοξο από το οποίο δεν υπάρχει έξοδος, είναι έκφραση του παραδόξου του κακού. Βεβαίως πρέπει κανείς να αγωνίζεται εναντίον του κακού. Το κακό πρέπει να καεί, αλλά πρέπει να καεί το κακό και όχι οι κακοί άνθρωποι. Αυτοί που αγωνίζονται εναντίον του κακού, δεν επιθυμούν οι κακοί άνθρωποι να απαλλαγούν από το κακό. Και συχνά αυτό που επιθυμούν είναι ο εξαφανισμός των κακών ανθρώπων μαζί με τα κακά. Τούτη είναι η ηθική της κόλασης, μια προετοιμασία της αιώνιας κόλασης για τους κακούς ανθρώπους. Ο Δάντης τοποθέτησε τους εχθρούς του στην κόλαση· γι' αυτό ο Fedorov τον ωνόμασε εκδικητικό συγγραφέα. Αλλά ο φοβερός κόσμος της Δαντικής κόλασης δε μπορεί να επανιδρυθεί σήμερα. Είναι δυνατό να έχουμε μια ηθική της αντικόλασης, η όποια δεν αναγνωρίζει τη δυνατότητα απόρριψης ανθρώπων στην κόλαση και επιθυμεί τη σωτηρία όλων των ανθρώπων, η οποία πιστεύει στο φωτισμό και την μεταμόρφωση, όχι μόνον των κακών, όχι μόνο του Κάιν και του Ιούδα, αλλά και του ίδιου του διαβόλου· δηλαδή, επιθυμεί την κοινή αδελφική σωτηρία και αναγνωρίζει την ευθύνη όλων για όλους. Τα άνθη μπορούν να ανθούν πάνω από την λάσπη και την βρώμα, αλλά τούτο συμβαίνει γιατί ο σπόρος της αιώνιας ζωής ρίχτηκε σ' αυτό το έδαφος. Ακόμη και από τα ύψη της προόδου του ο άνθρωπος είναι δυνατόν να δοκιμάσει μια νέα καταβύθιση στην υλη, αλλά αυτή η καταβύθιση δεν μπορεί να είναι οριστική για το ανθρώπινο πεπρωμένο.
Η ιδέα της κόλασης είναι έννοια του ψεύτικου θρησκευτικού ατομικισμού και του υπερβατικού εγωισμού. Αυτή η σατανική έννοια προκύπτει από μια κακή και διεφθαρμένη μορφή της ιδέας της δικαιοσύνης κι έτσι γίνεται σαφής η προέλευση της ιδέας της δικαιοσύνης· είναι το αίσθημα της εκδίκησης, όπως πολλοί κοινωνιολόγοι υποστηρίζουν. Η εκδίκηση έπαιξε έναν τεράστιο ρόλο στην θρησκευτική πίστη και στις ηθικές ιδέες. Ακόμη και σήμερα οι άνθρωποι δεν απελευθερώθηκαν από την έννοια του εκδικητή Θεού. Ακόμη και η γλώσσα των Ευαγγελίων δεν είναι παντελώς απελευθερωμένη απ' αυτήν την έννοια. Από άποψη μεταφυσική πρέπει να πούμε πως η κόλαση υπάρχει μόνο στον χρόνο και δείχνει την αδυναμία εξόδου από τον χρόνο. Δεν μπορεί να μεταφερθεί στην αιωνιότητα· η μόνη αιωνιότητα που υπάρχει είναι η θεία αιωνιότητα. Το κακό είναι απλώς μια δοκιμασία, αλλά μια φοβερή δοκιμασία. Η ζωή του ανθρώπου, η ζωή του κόσμου, δεν πρέπει να νοηθεί ως ποινική διαδικασία, αλλά ως τραγωδία. Αλλά αυτό που χαρακτηρίζει την πραγματική τραγωδία είναι ο συνδυασμός του μοιραίου και της ελευθερίας. Η αρχαία υποδούλωση του ανθρώπου αντικατοπτρίζεται στο νομικιστικό τρόπο κατανόησης του Χριστιανισμού και στη δικανική ερμηνεία του κακού. Βεβαιώνεται η ελευθερία βούλησης, προκειμένου να εμφανισθεί η ετυμηγορία δίκαιη. Κατά τον τραγικό τρόπο κατανόησης του Χριστιανισμού αυτή η υποδούλωση υπερνικάται πλήρως, διότι υποθέτει την ελευθερία και η ελευθερία προκαλεί την τραγική σύγκρουση. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τραγικό στοιχείο στην ιδέα της αιώνιας κόλασης, είναι η έννοια μιας δίκαιης νομικής καταδίκης, ακόμη κι' όταν νοείται ως καταδίκη που προέκυψε όχι από την εξωτερικότητα, αλλά από εσωτερικότητα. Απ' αυτήν την άποψη η νομική ετυμηγορία γίνεται δεκτή με μιαν έννοια αισιόδοξη. Οι λαοί, και ειδικώτερα οι λαοί της Δύσης, είναι πολύ προσκολλημένοι στην ιδέα της ριζικής τιμωρίας και νιώθουν ικανοποίηση όταν την σκέφτονται. Τούτο είναι αποκρουστικό· ωστόσο δείχνει πως η κόλαση γίνεται δεκτή χωρίς καμμιά αίσθηση τραγωδίας, αλλά μάλλον με ικανοποίηση.
Η ιδέα της μετεμψύχωσης προσφέρεται ως αντίθεση προς τη δαιμονική ιδέα του αιώνιου πόνου, η οποία είναι εξωτερική, επινοηθείσα προς το συμφέρον της οργάνωσης της θρησκευτικής κοινωνίας - οργάνωση που παρουσιάζει μιαν ωμή αντικειμενοποίηση της υπαρξιακής κοινωνίας. Από ηθική άποψη αποτελεί βελτίωση της ιδέας της αιώνιας κόλασης, άλλα δεν είναι ωστόσο ελεύθερη από το νομικίστικο τρόπο κατανόησης της ανθρώπινης ζωής. Οι διαδοχικές μετενσαρκώσεις είναι το αναγκαίο αποτέλεσμα των αρετών ή των αμαρτιών της προηγούμενης ενσάρκωσης. Ο ηθικός νόμος αντικειμενοποιείται στον κοσμικό νόμο, και δεν υπάρχει τρόπος εξόδου από τον χρόνο προς την αιωνιότητα· η μετενσάρκωση τελεί υπό το κράτος του κοσμικού χρόνου. Το Κάρμα (2) είναι νόμος και δε γνωρίζει την χάρι, την εν χάριτι αναγέννηση σε μια στιγμιαία έλλαμψη του υπαρξιακού χρόνου, όπως συνέβη με τον μετανοημένο ληστή. Η αρχαία σοφία των Ινδιών θεωρούσε τη μετενσάρκωση ως δυστύχημα από το οποίο πρέπει κανείς να διαφύγει δια της ενώσεως του με το Βράχμα. Ίδια είναι και η στάση του Βουδδισμού. Οι σύγχρονοι δυτικοί θεόσοφοι έδωσαν μιαν αισιόδοξη στροφή στην ιδέα της μετενσάρκωσης.
Η αναγέννηση μέσα στο ίδιο σχήμα πραγμάτων, δηλαδή σε τούτη την επίγεια ζωή και στην ιστορία της, συγκρούεται με την ιδέα του προσώπου, με την ανεπανάληπτη μοναδική προσωπικότητα του ανθρώπου, όπου και το ανθρώπινο σώμα έχει τη θέση του. Μετενσάρκωση σε έναν αριθμό σφαιρών, αναγέννηση σε διαφορετικούς πνευματικούς κόσμους, είναι άλλο ζήτημα. Και κατά τη γνώμη μου είμαστε υποχρεωμένοι να το παραδεχθούμε. Αφού η έννοια, σύμφωνα με την οποία ο αιώνιος προορισμός του ανθρώπου τελικώς καθορίζεται από την σύντομη περίοδο της ζωής του ανάμεσα στη γέννηση και στον θάνατο, σε τούτο το επίγειο σχήμα πραγμάτων, και σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος είναι πιασμένος σε μια παγίδα που του στήθηκε, είναι παντάπασι απαράδεκτη. Υπάρχει βεβαίως ένα πράγμα, όπως είναι η ανάμνηση προηγουμένων μετενσαρκώσεων ως υπαρξιακή εμπειρία, αλλά καθίσταται αόριστη και σκοτεινή με την σύγχυση των διαφόρων σφαιρών ύπαρξης που δε μπορούν να τηρηθούν εντελώς χωριστά ή να ριζωθούν η μια μέσα στην άλλη. Μπορώ να νιώσω έναν ειδικό δεσμό με ωρισμένες ιδιαίτερες χρονικές περιόδους του παρελθόντος και για κάποιους ανθρώπους που έζησαν στο παρελθόν, αλλά δεν είναι απαραίτητο να το ερμηνεύσω τούτο κατά έναν ωμό εμπειρικό τρόπο. Από μιαν άποψη, το παρελθόν μου είναι παρελθόν του κόσμου και ανήκα στο τάδε τμήμα του χρόνου περισσότερο από όσο σε άλλα. Τούτο είναι η πιο μυστηριώδης πλευρά της ζωής. Αλλά η λαϊκή ιδέα της μετενσάρκωσης, η οποία έχει τις ρίζες της στις αρχαίες πίστεις της ανθρωπότητας, αποτελεί μορφή αντικειμενοποίησης και ορθολογοποίησης της εσχατολογικής ιδέας.
Αυτό που χρειάζεται είναι η αποκάθαρση της Χριστιανικής σκέψης από τον χρησιμοθηρισμό που την κατακαλύπτει και που την εξαναγκάζει να διατυπωθεί σε δόγμα, μολονότι τα δόγματα κατά βάσιν είναι μόνο μυστικά γεγονότα. Η διαμάχη μεταξύ Fénélon και Βossuet για την ανιδιοτελή αγάπη προς τον Θεό, ήταν μια από τις μορφές του αγώνα για την υπερνίκηση του θρησκευτικού χρησιμοθηρισμού. Ο Bossuet ήταν ακραίος αντιπρόσωπος αυτού του χρησιμοθηρισμού, όπως συμβαίνει με την πλειονότητα των θεολόγων. Ο Γιανσενισμός ήταν μια άλλη μορφή νομικίστικου τρόπου κατανόησης των πραγμάτων. Η ιδέα των αιωνίων πόνων της κόλασης είναι η τελική έκφραση της νομικίστικης και χρησιμοθηρικής κατάστασης του πνεύματος των θρησκευτικών ανθρώπων. Οι πραγματικοί μυστικοί υψώθηκαν επάνω από αυτή την εξωτερική ιδέα, η οποία οφείλει την ύπαρξή της στα συμφέροντα της κοινωνικής οργάνωσης. Η πνευματική ανάρρωση από την ιδέα της κόλασης αποτελεί μιαν από τις μεγαλύτερες στιγμές στη νέα και αποκαθαρμένη χριστιανική σκέψη, στον Χριστιανισμό του πνεύματος. Τούτο θα υποκαταστήσει την παλαιά ιδέα της ανταπόδοσης και της απονομής αμοιβών και τιμωρίας. Η αντίληψη της επίδρασης του εσωτερικού φωτισμού, της μεταμόρφωσης, της επίτευξης πληρότητας και ομοιότητας προς τον Θεό, όλα αυτά που συνεπάγεται η οδός του πόνου, θα αντικαταστήσουν την ιδέα της κόλασης.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) Με πολλές ιδέες του Bulgakov διαφωνώ ριζικώς.
(2)Κάρμα: Διδασκαλία της ινδικής φιλοσοφίας σύμφωνα με την οποία θοι πράξεις του ανθρώπου καθορίζουν την τύχη του, στις διαδοχικές μετεμψυχώσεις. Βράχμα: Η απρόσωπη, πανθεϊστική κοσμική ψυχή, το Απόλυτο, όπου η ένωση μαζί του αποτελεί τον ύψιστο σκοπό των Ουπανισάδων.
Μτφρ. Χρήστου Μαλεβίτση

Η ιδιαιτερότητα του ιερού βιβλίου της Αποκάλυψης



Η ιδιαιτερότητα του ιερού βιβλίου της Αποκάλυψης
Γεωργίου Πατρώνου, Η Αποκάλυψη του Ιωάννη,
εκδ. Αποστολικής Διακονίας 2009, σελ. 56-62
 
Η Αποκάλυψη, επομένως, δεν μπορεί να είναι προϊόν δραματικών και εκστατικών παθολογικών καταστάσεων, αλλά έργο μιας υψηλής σύλληψης, ποιητικής και συγχρόνως ρεαλιστικής θεολογίας, με βαθιά αίσθηση της ιστορικής πραγματικότητας και ελπιδοφόρας εσχατολογικής προοπτικής. Είναι γνωστό ότι το εσχατολογικό στοιχείο είναι έκδηλο και ισχυρό στο κείμενο αυτό. Αλλ' όχι με την έννοια μιας στατικής πραγματοποιηθείσης εσχατολογίας ή με την έννοια μιας μελλοντολογικής προσέγγισης και προφητικής καταγραφής των γεγονότων του μέλλοντος, αλλά με τη βαθιά σημασία μιας δυναμικής και «λειτουργικής εσχατολογίας» (functional ή liturgical eschatology) μέσα στο παρόν.
Κεντρικό πρόσωπο κι εδώ στην Αποκάλυψη, όπως και στο Δ ' Ευαγγέλιο, είναι ο Ιησούς Χριστός και μάλιστα ως «ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ» και ως «ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ίωάν. 1,29. 36). Μια θυσιαστική θεολογία που διαπερνά όλα τα στάδια της θείας Οικονομίας από την πρώτη ως τη δεύτερη και εσχάτη έλευση του Χριστού), που είναι και το αντικείμενο του Ευαγγελίου αλλά και της Αποκάλυψης του Ιωάννη.
Δίχως μερικές βασικές ερμηνευτικές προϋποθέσεις, θα μας πει επιπρόσθετα η έρευνα, δεν είναι δυνατή η πλήρης και ορθή κατανόηση της Αποκάλυψης παρά μόνο υπό το φως των τριών Επιστολών του Ιωάννη, του Δ' Ευαγγελίου και της «μικράς αποκάλυψης», που όπως μνημονεύσαμε βρίσκεται στο Ευαγγέλιο του Μάρκου (κεφ. 13). Εδώ ακριβώς έγκειται και η ερμηνευτική δυσκολία για την κατανόηση του ιστορικού και θεολογικού περιεχομένου της Αποκάλυψης. Προϋποθέτει μια βαθιά και πλατιά γνώση της «αποκαλυπτικής» της Κ. Διαθήκης αλλά και της ευρύτερης αποκαλυπτικής φιλολογίας της Π. Διαθήκης και των χρόνων της μεσοδιαθηκικής περιόδου, όπως ήδη έχουμε μνημονεύσει και πιο πάνω.
Γι' αυτό τον λόγο κι εμείς ακόμη οι βιβλικοί μελετητές, με ειδικές γνώσεις της θεματολογίας της ερμηνευτικής θεολογίας και της αποκαλυπτικής φιλολογίας, είμαστε πολύ διστακτικοί και προσεκτικοί όταν καταπιανόμαστε με τα δυσχερέστατα προβλήματα της Αποκάλυψης του Ιωάννη. Κι ενώ αυτό συμβαίνει μ' εμάς τους ειδήμονες, έρχονται από την άλλη πλευρά ένα πλήθος ιεροκηρύκων και «λογίων», υποτίθεται ευσεβών, χριστιανών, χωρίς συγκεκριμένη γνώση και χωρίς τις δέουσες θεολογικές και ερμηνευτικές προϋποθέσεις, και ασχολούνται με σοβαροφάνεια και γράφουν εκτεταμένα πολλές φορές βιβλία για την Αποκάλυψη. Και μάλιστα αυτά τα κείμενα είναι φορτισμένα με έντονες ενθουσιαστικές τάσεις και μ' ένα πνεύμα άκρατου αποκαλυπτισμού που θυμίζουν νοσηρές καταστάσεις ψυχοπαθολογικής μελλοντολογίας.
Η Αποκάλυψη του Ιωάννη, επαναλαμβάνουμε για άλλη μια φορά, δεν είναι ούτε ένα «προφητικό» κείμενο για κάποια υποτιθέμενη ιστορία του μέλλοντος ούτε και μια αρχαία ερμηνευτική προσπάθεια μελλοντολογικής και εσχατολογικής κατανόησης της ιστορίας. Χωρίς αμφιβολία είναι ένα καταπληκτικό κείμενο και διεισδυτικό έργο που ανατέμνει προφητικά την ιστορία και διερευνά εσχατολογικά το παρόν. Το έργο της Αποκάλυψης φανερώνει μεγάλη αίσθηση ποιμαντικής ευθύνης και θεολογικής ωριμότητας εκ μέρους του ιερού συγγραφέα αλλά και προϋποθέτει βαθύτατη ιστορική γνώση και παιδευτική σοφία εκ μέρους του μελετητή.
Τα ιστορικά προβλήματα και τα ποιμαντικά θέματα που ο απόστολος Ιωάννης αντιμετωπίζει με πραγματική υπευθυνότητα στις Επιστολές του και στο Δ΄ Ευαγγέλιο, με τον ίδιο ρεαλισμό τ' αντιμετωπίζει και στην Αποκάλυψη, με τη διαφορά ότι χρησιμοποιεί σ' αυτήν μιαν περισσότερο ποιητική, αλληγορική και συμβολική γλώσσα, ιδιαίτερα οικεία στη σύγχρονη του αποκαλυπτική φιλολογία. Θα τολμούσαμε μάλιστα να πούμε, πως η Αποκάλυψη του Ιωάννη παρά την ποιητική και συμβολική της μορφή είναι τελικά το ρεαλιστικότερο ποιμαντικό έργο της Κ. Διαθήκης, αφού δεν εξωραΐζει την ιστορία, δεν κινείται στον χώρο των ψευδαισθήσεων, και είναι παντελώς ελεύθερη από τις υπάρχουσες ενθουσιαστικές εσχατολογικές τάσεις της εποχής. Προβάλλει δε με παρρησία τη θυσιαστική μορφή του Ιησού Χριστού ως «τύπο ζωῆς» για τους πιστούς, μέσα μάλιστα σ' έναν κόσμο έντονων πειρασμών, μεγάλων δυσχερειών και φρικιαστικών διωγμών.
Η Αποκάλυψη του Ιωάννη, κατά συνέπεια, αν και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως το μοναδικό προφητικό κείμενο της Κ. Διαθήκης -και ο ιερός συγγραφέας Ιωάννης ως ο προφήτης του Χριστιανισμού με την τρέχουσα έννοια- διαθέτει στις σελίδες της έντονο και πλούσιο το «προφητικό» στοιχείο αλλά με μια έννοια εκκλησιολογικής λειτουργίας ζωής, αφού στα υπάρχοντα αδιέξοδα προβάλλεται μια νέα δημιουργική προοπτική. Η προφητική έμπνευση και ο ιστορικός ρεαλισμός δεν είναι δύο μεγέθη αντίθετα. Γι' αυτό στην Αποκάλυψη προβάλλεται με έμφαση αυτός ο σαφής προφητικός ρεαλισμός για μια αποτελεσματική αντιμετώπιση των άμεσων και ποικίλων προβλημάτων του παρόντος, έστω και δια μέσου μιας γριφώδους συμβολικής και «αποκαλυπτικής» γραφής, για τους λόγους που ήδη έχουμε αναφέρει.
Όταν, για παράδειγμα, ο Ιωάννης ομιλεί για την «πόρνην τήν μεγάλην τήν καθημένην ἐπί ὑδάτων πολλῶν , μεθ' ἧς ἐπόρνευσαν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς» (Αποκ. 17,1-2), ασφαλώς και δεν εννοεί κάποια πόρνη γυναίκα που θα έρθει στο μέλλον για να γεννήσει τον αντίχριστο, όπως υποστηρίζουν σήμερα πολλοί, αλλά ομιλεί για τη σύγχρονη του Ρώμη, την ανδροκτόνο και ανθρωποκτόνο εκείνη ειδωλολατρική πρόκληση, «ἥτις διέφθειρε τήν γῆν ἐν τῇ πορείᾳ αὐτῆς» (12,2). Όπως η παλιά Βαβυλώνα, «ἡ μήτηρ τῶν πορνῶν καί τῶν βδελυγμάτων τῆς γῆς» (17,5), προκαλούσε με τα πλούτη και τα θέλγητρα της και καλούσε σε αποστασία τον παλιό Ισραήλ κατά την αρχαιότητα, έτσι και τώρα η Ρώμη επιζητεί να εκπορνεύσει και να εκμαυλίσει τον νέο Ισραήλ.
Και πάλι, όταν ομιλεί για «τόν ἀριθμόν τοῦ θηρίου» που είναι χξστ', δηλ. 666, ασφαλώς και δεν εννοεί κάποιον αποκαλυπτικό αριθμό του αντίχριστου που μέλλει να έρθει στο μέλλον, όπως επίσης διατείνονται πολλοί αφελώς σήμερα, αλλά κάτω από τη συμβολική αυτή διατύπωση υποκρύπτεται πιθανώς ο αυτοκράτορας, αφού ο αριθμός αυτός «ἀνθρώπου γάρ ἐστιν» (Αποκ. 13,18), κατά την χαρακτηριστική διασάφηση του ιερού συγγραφέα. Στην εξουσία του τελευταίου αποδίδεται η ειδωλοποίηση της δύναμης και κατ' επέκταση κάθε αντίχριστη πολεμική επιθετικότητα κατά των χριστιανών και της Εκκλησίας του Χριστού.
Με αυτά και μόνο τα δύο απλά παραδείγματα παρουσιάζεται ο ιερός συγγραφέας της Αποκάλυψης να είναι ιδιαίτερα ρεαλιστής, αφού γνωρίζει καλά την παρούσα ιστορική και συνάμα τραγική πραγματικότητα, δεν την αποκρύπτει αλλά είναι πολύ προσεκτικός στις διατυπώσεις του για λόγους ποιμαντικής σκοπιμότητας, ώστε να μην προκαλέσει περισσότερο την κοσμική εξουσία και ξεσπάσουν χειρότεροι διωγμοί εναντίον των πιστών. Έτσι, η αποκαλυπτική γλώσσα των εικόνων, των συμβόλων και των ποιητικών εκφράσεων, γίνεται το κατάλληλο εργαλείο στα χέρια του «προφήτη» και «αποκαλυπτή» Ιωάννη για τη συνέχιση του κατηχητικού και ποιμαντικού του έργου και απ' αυτόν ακόμη τον τόπο της εξορίας του.
Ίσως το ευρύ αναγνωστικό κοινό να μη γνωρίζει, πως με τον τίτλο αυτό υπάρχουν πολλά κείμενα που καλύπτουν θεολογικά ενδιαφέροντα επηρεασμένα από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης καθώς και της Καινής και είναι γραμμένα από αγνώστους σε μας συγγραφείς την ίδια περίπου περίοδο και επενδυμένα με τον ίδιο φιλολογικό μανδύα. Τέτοια έργα είναι, ως παράδειγμα, από τον χώρο της Παλαιάς Διαθήκης, η Ἀποκάλυψις Μωϋσέως , η Ἀποκάλυψις Βαρούχ και η Ἀποκάλνψις Ἐνώχ , έργα ψευδεπίγραφα αλλά μεγάλου θεολογικού ενδιαφέροντος, που αποδόθηκαν σε ιερές μορφές της ιστορίας και της θεολογικής παράδοσης του Ιουδαϊσμού. Έργα επηρεασμένα από τη θεματολογία της Καινής Διαθήκης, ψευδεπίγραφα και αυτά και με τον ίδιο εμφαντικό τίτλο, αναφέρουμε και πάλι ενδεικτικά, την Ἀποκάλυψη Πέτρου, την Ἀποκάλυψη Παύλου, καθώς και τις Αποκαλύψεις Α' και Β' Ἰακώβου, γνωστικής προέλευσης και γι' αυτό δεν περιλήφθηκαν στον κανόνα της Καινής Διαθήκης, αλλά με ενδιαφέρουσες για την επιστήμη θεολογικές προσεγγίσεις.
Όλα αυτά τα έργα χρησιμοποιούν κοινά φιλολογικά μοτίβα, κάνουν εκτεταμένη χρήση των συμβόλων και των εικόνων και η αποκαλυπτική σημειολογία, μαζί με την ιουδαϊκή τυπολογία, είναι διάσπαρτη κατά μήκος των κειμένων. Στην εξέλιξη του διηγηματικού και μυθοπλαστικού χαρακτήρα των έργων παρουσιάζονται κάθε λίγο αποκαλυπτικές φιγούρες, που μας παραπέμπουν σε πρότυπα φιλολογικά του παρελθόντος, όπως η συμβολική παράσταση της «μεγάλης πόρνης» (Αποκ. 17,1) που συμβόλιζε για τον προφήτη Ιερεμία τη Βαβυλώνα (Ιερ . 51,13· Αποκ . 17,15) και για άλλους προφήτες τη Νινευή, ενώ για τον Ιωάννη της Αποκάλυψης «μεγάλη πόρνη» είναι η κραταιά Ρώμη. Και ονομάζονται οι πόλεις αυτές «πόρνες», διότι εκεί πραγματοποιείται ο ηθικός και πνευματικός ευτελισμός των ανθρώπων και ο κίνδυνος αλλοτρίωσης για τους πιστούς, όπως ακριβώς συμβαίνει με μια κοινή πόρνη που ουσιαστικά ευτελίζει τους άνδρες.
Είναι ενδεικτικό, επίσης, ότι στο έργο αυτό συχνά προτάσσονται εκφράσεις του τύπου «καί εἶδον...», «ὅ βλέπεις τοῦτο γράψον...», η «γράψον οὖν ἅ εἶδες... καί ἅ μέλλει γενέσθαι μετά ταῦτα» κ.λπ. (Αποκ. 1,11.19), για να δοθεί έμφαση στην ακολουθούσα πρόταση και να πάρει «οὐράνιο κύρος» η διδαχή του κειμένου. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο γραμματικός αυτός τύπος «καί εἶδον» επαναλαμβάνεται κατά κόρον στην Αποκάλυψη, πάνω από είκοσι επτά φορές και κυρίως πριν από οραματικές συμβολικές παραστάσεις. Το δραματικό και εκστατικό στοιχείο προβάλλεται, ως εκ τούτου, έντονα στα έργα αυτού του είδους για λόγους εντυπωσιασμού κυρίως των λαϊκών στρωμάτων της κοινωνίας. Κατά συνέπεια, τα αποκαλυπτικά έργα δεν μας μυούν σε κάποια άρρητα και ουράνια μυστικά, και πολύ περισσότερο δεν μας αποκαλύπτουν κατά έναν προφητικό τρόπο κάποια μελλοντικά γεγονότα ή μελλοντικά μυστηριώδη φαινόμενα, και τα οποία για τους πιο πολλούς θεωρούνται «ἐσφραγισμένα σφραγῖσιν ἑπτά»!
Στο σημείο αυτό, πρέπει να διευκρινισθεί επιπλέον, ότι οι αναφερόμενες συχνά «εκστατικές» καταστάσεις, που μπορεί να συμβούν στη ζωή κάποιων ανθρώπων είναι πολύ σπάνιες και βιολογικά επικίνδυνες, διότι αδρανοποιούν κάποιες βασικές βιολογικές λειτουργίες του οργανισμού, όπως την αναπνοή και το κυκλοφορικό, και γι' αυτό η διάρκεια τους είναι υπόθεση δευτερολέπτων και ασφαλώς όχι μακρόχρονη ώστε να συλλάβει κανείς και να γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο, της έκτασης μάλιστα της Αποκάλυψης τον Ιωάννη! Εκτός εάν αντιλαμβανόμαστε τα «οράματα» αυτά ως καταστάσεις κάποιας υποτιθέμενης «εκστατικής» εμπειρίας, με μια έννοια θρησκευτικής παθολογίας που μας παραπέμπει πλέον σε καθαρά ψυχονευρωτική παθογένεια. Οι χαρισματικές πνευματικές εμπειρίες των ’γιων της Εκκλησίας είναι άλλης φύσεως και άλλης ποιότητας, κοινωνίας με το ’γιο Πνεύμα εν προσευχή και σιωπή και δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση με τις προηγούμενες κραυγαλέες καταστάσεις προς χάριν εντυπωσιασμού. Στον χώρο της Εκκλησίας και υπό την παρουσία του Αγίου Πνεύματος λειτουργεί κανείς με «σώας τάς φρένας» και όχι «ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον» (Μαρκ. 9,17) και βρίσκεται ασφαλώς σε κατάσταση σωματικής άσκησης και πνευματικής εγρήγορσης.

Ανθρωπος και Καίσαρ - Εξουσία

Ανθρωπος και Καίσαρ - Εξουσία
Nicolas Berdiaeff, Βασίλειο του Πνεύματος
και Βασίλειο του Καίσαρος
,
εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1971, σελ. 75-91
 
Ο Καίσαρ είναι το αιώνιο σύνολο της εξουσίας, του Κράτους, της βασιλείας του κόσμου τούτου. Υπάρχουν δυο βασικές απόψεις πάνω στις σχέσεις μεταξύ του Καίσαρος, της εξουσίας του Κράτους, της βασιλείας αυτού του κόσμου από τη μια μεριά και του πνεύματος, της πνευματικής ζωής του ανθρώπου, της βασιλείας του Θεού από την άλλη. Οι σχέσεις αυτές πράγματι μπορούν να θεωρηθούν άλλοτε από δυαλιστική κι άλλοτε από μονιστική άποψη. Έχω μιλήσει αρκετά για τη σχετική με το δυαλισμό αλήθεια μέσα στα πλαίσια των προϋποθέσεων του κόσμου αυτού. Ο μονισμός έχει μέσα του πάντοτε μια τάση προς την τυραννία, που μπορεί να είναι θρησκευτική ή αντιθρησκευτική. Αντίθετα μια δίκαιη δυαλιστική αντίληψη του βασιλείου του Καίσαρος και του βασιλείου του Θεού, του πνεύματος και της φύσεως, του πνεύματος και της ωργανωμένης σε Κράτος κοινωνίας, μπορούν να εξασφαλίσουν το θεμέλιο της ελευθερίας.
Είναι πολύ λανθασμένος ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύθηκαν τα λόγια του Ευαγγελίου· « ἀπόδοτε οὖν τά τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ », όπως και τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, « οὐ γάρ ἐστιν ἐξουσία, εἰ μή ἀπό Θεοῦ ». Η ερμηνεία τους παρουσίαζε ένα χαρακτήρα δουλικότητος. « Ἀπόδοτε τά τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι », δεν αποτελεί με κανέναν τρόπο ένα θρησκευτικό ορισμό του Καίσαρος και του βασιλείου του, ούτε μια κρίση πάνω στο βασίλειο αυτό. Είναι μονάχα η αποκατάσταση μιας διακρίσεως ανάμεσα σε δύο διαφορετικές σφαίρες, η προφύλαξη από μια σύγχυση. Ως προς τα λόγια « οὐ γάρ ἐστιν ἐξουσία, εἰ μή ἀπό Θεοῦ », που άσκησαν μια ολέθρια επίδραση, συνήθως χρησιμοποιήθηκαν για να εκφράσουν ένα δουλισμό και μια προσωρινότητα έναντι της εξουσίας του Κράτους, αλλά και μια ιεροποίηση των μορφών της εξουσίας που δεν είχαν τίποτε το κοινό με τον Χριστιανισμό. Πράγματι, τα λόγια εκείνα δεν περιέχουν κανένα θρησκευτικό νόημα. Δεν έχουν παρά μονάχα ένα χαρακτήρα καθαρώς ιστορικό και σχετικό, καθωρισμένο από την κατάσταση των Χριστιανών μέσα στους κόλπους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ο Απόστολος Παύλος πίστευε, πως δεν έπρεπε ο Χριστιανισμός να μεταβληθή σε μια αναρχική ή επαναστατική αίρεση. Ήθελε να εισαγάγη τον Χριστιανισμό μέσα στην παγκόσμια ιστορία. Παράλληλα, δεν πρέπει να ξεχνούμε πως μετά από λίγο χρόνο, στον καιρό της βασιλείας του Δομιτιανού, η εξουσία του Κράτους παρουσιαζόταν σαν τέρας που βγήκε από την άβυσσο.
Το πρόβλημα είναι ακόμη πιο περίπλοκο αν το σκεφθή κανείς συνήθως εν αναφορά προς τα λόγια του Αποστόλου Παύλου. Ο Χριστιανισμός μέχρι σήμερα έχει δώσει υπερβολικά δείγματα δουλικότητος έναντι του βασιλείου του Καίσαρος. Γενικά τα πράγματα εξελίσσονται με τον ακόλουθο τρόπο. Κάθε αλλαγή μέσα στους κόλπους του βασιλείου του Καίσαρος που είναι αποτέλεσμα μιας επαναστάσεως ή μιας μεταρρυθμίσεως προσκρούει αρχικά στην αντίσταση της Εκκλησίας, που καταδικάζει το νεωτερισμό σαν έκφραση του Αντίχριστου. Όταν όμως η νέα εξουσία του Καίσαρος σταθεροποιηθή και εδραιωθή, ξαφνικά η Εκκλησία διαπιστώνει ότι δεν συμβαίνει τίποτε άλλο, παρά ακριβώς η εμφάνιση μιας εξουσίας που προέρχεται επίσης από τον Θεό και κατ' ανάγκη της δίδει την ευλογία του. Σε τελευταία ανάλυση επαληθεύει το γεγονός, ότι η Εκκλησία ευχαριστείται να εύλογη αυτό που κάνουν άλλες δυνάμεις, μη εκκλησιαστικές ή μη χριστιανικές και η ίδια δεν κατέχει κανένα ιδεώδες κοινωνίας και Κράτους. Όταν φαίνεται ότι κατέχει ένα τέτοιο ιδεώδες στις χριστιανικές θεοκρατίες του παρελθόντος είναι ακόμη χειρότερα, γιατί οι θεοκρατίες αυτές χρησιμοποιούν το «χριστιανικός» σαν φίρμα και αρνούνται την ελευθερία.
Η θεοκρατία υπήρξε ένας από τους πειρασμούς, από τους οποίους πέρασε η χριστιανική ανθρωπότης. Εξ άλλου δεν είναι μόνον η θεοκρατία, με τη μεσαιωνική σημασία της λεξεως, που εκπροσωπεί έναν πειρασμό, αλλ ' επίσης τα λεγόμενα Χριστιανικά Κράτη, που εξέθεταν τον Χριστιανισμό και δεν υφίσταντο παρά μόνο συμβολικά κι όχι πραγματικά. Το βάθος του προβλήματος συνίσταται στο γεγονός ότι το πνεύμα δεν μπορεί να εξαρτάται από τη φύση και την κοινωνία και να καθορίζεται απ' αυτές. Το πνεύμα είναι ελευθερία, αλλά στο διάβα της ιστορίας, η αντικειμενοποίηση του πνεύματος γέννησε μια σειρά μύθων, που παγίωναν την εξουσία της κατεστημένης δυνάμεως. Τέτοια ακριβώς ήταν η περίπτωση του μύθου της κυριαρχίας μέσα στο θρησκευτικό χώ ρο, του μύθου του αλάνθαστου του πάπα, του μύθου της συνόδου των επισκόπων. Μέσα στη ζωή των Κρατών και των κοινωνιών γνωρίσαμε το μύθο της μοναρχίας, που ανεφέρετο στην κυριαρχική εξουσία του μονάρχη , το μύθο της δημοκρατίας, που ανεφέρετο στην κυριαρχική εξουσία του λαού (καθολική θέληση), και το μύθο του κομμουνισμού, που ανεφέρετο στην κυριαρχική εξουσία του προλεταριάτου. Όλοι οι μύθοι αυτοί στο βάθος παρουσίαζαν ένα μυστικό χαρακτήρα, ακόμη κι όταν αυτός δεν ανεγνωρίζετο ανοιχτά, και δεν σήμαιναν συνήθως νέες ερμηνείες του μύθου της κυριαρχίας, αλλά την άρνηση της ίδιας της ιδέας της κυριαρχίας. Η κυριαρχία δεν ανήκει σε κανέναν, δεν είναι παρά μια από τις αυταπάτες της αντικειμενοποιήσεως.
Θα μπορούσε κανείς να φαντασθή, πως η άποψη μου διακατέχεται από τον αναρχικό μύθο, αλλά δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Η ουτοπία μιας ευτυχισμένης υπάρξεως χωρίς το Κράτος μου είναι τελείως ξένη. Μέσα στις συνθήκες και προϋποθέσεις αυτού του κόσμου παραμένουν αναγκαίες οι δραστηριότητες του Κράτους. Αυτό, για το οποίο θα έπρεπε να αμφιβάλη κανείς, είναι η κυριαρχία του Κράτους. Το Κράτος έχει πάντα την τάση να ξεπεράση τα όρια του, και μεταμορφώνεται σε μια αυτόνομη σφαίρα. Το Κράτος θέλει να γίνη ολοκληρωτικό. Αυτό δεν αναφέρεται μονάχα στο φασισμό και στον κομμουνισμό. Κατά την περίοδο της χριστιανικής ιστορίας, είδαμε εξ ίσου να επιχειρήται μια επιστροφή στην ειδωλολατρική περί Κράτους αντίληψη, δηλαδή σε μια αντίληψη ολοκληρωτική και μονιστική. Ένα από τα βασικά κλασσικά επιχειρήματα του Κέλσου εναντίον των Χριστιανών ήταν, ότι ήσαν κοινοί πολίτες, γιατί νόμιζαν ότι ανήκαν σ' ένα άλλο βασίλειο. Η ίδια διαφωνία υπάρχει σήμερα. Υπάρχει μια αιώνια σύγκρουση ανάμεσα στον Χριστό Θεάνθρωπο και στον Καίσαρα ανθρωποθεό. Η τάση προς θεοποίηση του Καίσαρος είναι μια τάση αιώνια. Εκδηλώθηκε μέσα στη μοναρχία, αλλά μπορεί να εκδηλωθή εξ ίσου και μέσα στη δημοκρατία και στον κομμουνισμό.
Καμιά κυριαρχία επίγειας εξουσίας δεν μπορεί να συμβιβασθή με τον Χριστιανισμό. Ούτε η κυριαρχία του μονάρχη, ούτε η κυριαρχία του λαού, ούτε η κυριαρχία μιας κοινωνικής τάξεως. Η μόνη συμβιβάσιμη αρχή με τον Χριστιανισμό είναι η κατάφαση των απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου. Αλλά αυτό είναι παραδεκτό από μέρους του Κράτους μόνο με μια υπερβολική δυσφορία. Η ίδια η αρχή των δικαιωμάτων του ανθρώπου αλλοιώθηκε κι αντί να εκ προσωπή τα δικαιώματα του πνεύματος έναντι στην αυθαιρεσία του Καίσαρος, εισήλθε ολόκληρη μέσα στο βασίλειο του Καίσαρος κι από τότε δίδει σημασία όχι τόσο στα δικαιώματα του ανθρώπου ως όντος πνευματικού, όσο στα δικαιώματα του πολίτη, δηλαδή σ' ένα ον αποσπασματικό.
Μια πάλη εξελίσσεται ανάμεσα στο μονισμό και το δυαλισμό. Ο μονισμός είναι πάντοτε μια επιστροφή στην ειδωλολατρική αντίληψη της εξουσίας του Κράτους. Ο δυαλισμός, με τη χριστιανική του καταγωγή, έχει ενισχυθή με το αίμα των μαρτύρων. Οι σχέσεις ανάμεσα στο μονισμό και το δυαλισμό έχουν ένα παράδοξο χαρακτήρα. Το θέμα της κοινωνικής επαναστάσεως έχει μέσα του τόσον ένα στοιχείο ακραίου μονισμού, όσο κι ένα στοιχείο δυαλισμού. Η επανάσταση είναι δυαλιστική με την έννοια ότι χωρίζει στα δύο τον κόσμο, σ' αυτούς που είναι με την επανάσταση και σ' αυτούς που είναι εναντίον της. Παράλληλα όμως είναι και μονιστική, εφ ' όσον βεβαιώνει τη νέα της εξουσία. Η κοινωνική επανάσταση περιέχει ένα χιλιαστικό και μεσσιανικό στοιχείο. Είναι αναμφισβήτητα στραμμένη πάντα προς τη βασιλεία του Θεού πάνω στη γη, αν και χωρίς πίστη στον Θεό. Και ακριβώς αυτό οδηγεί στο μονισμό που αρνείται τη διάκριση ανάμεσα στο βασίλειο του Καίσαρος και στο βασίλειο του Πνεύματος, το μελλοντικό βασίλειο του Καίσαρος και το αιώνιο βασίλειο του Πνεύματος. Ο δυαλισμός στην ψυχολογία των κοινωνικών επαναστατών αποδεικνύει απλούστατα ότι δεν είναι ικανοί να διατηρήσουν το μονισμό και την ενότητα παρά μονάχα εσχατολογικά. Αλλά μια εκκοσμικευμένη εσχατολογία είναι εξ ίσου δυνατή. Μια εσχατολογία, που θεωρεί όχι μονάχα την αιώνια ζωή, αλλά τη ζωή του μέλλοντος.
Οι σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας και Κράτους εκπροσωπούν μια από τις μορφές των σχέσεων μεταξύ Πνεύματος και Καίσαρος, άλλα ήδη βέβαια μέσα σ' ένα πλαίσιο ιστορικής αντικειμενοποιήσεως. Στο διάβα της Ιστορίας η Εκκλησία δέχθηκε πολύ εύκολα το βασίλειο του Καίσαρος, δηλαδή το βασίλειο της αντικειμενοποιήσεως. Αλλά διατηρούσε πάντα για τον εαυτό της ένα άλλο στοιχείο. Ο Καίσαρ ανήκει στον αντικειμενοποιημένο κόσμο, είναι κάτω από την εξουσία της αναγκαιότητος. Η Εκκλησία αντίθετα ανήκει στο βασίλειο της ελευθερίας. Οι σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας και Κράτους ήταν και θα είναι πάντοτε αντιφατικές, θέτοντας ένα άλυτο πρόβλημα. Η σύγκρουση δεν μπορεί να αποφευχθή, όταν η Εκκλησία προσαρμόζεται στο Κράτος κατά έναν τρόπο ευκαιριακό. ’ρα η πολιτική της Εκκλησίας είναι γενικά προσαρμοσμένη στο βασίλειο του Καίσαρος.
Το έ ργο του Μεγάλου Κωνσταντίνου είχε κατά σύμπτωση μια ιδιαίτερη σημασία. Η αυτοκρατορία απέβη χριστιανική με το συμβολισμό της. Αλλά- αυτό που είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον - η Εκκλησία κατέστη αυτοκρατορική. Οι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας σταματούν να είναι υπερασπιστές της ελευθερίας της συνειδήσεως, που ήταν προηγουμένως. Το Πνεύμα αποκτά την ακεραιότητα του εις βάρος του Καίσαρος. Βλέπει κανείς τη συγχώνευση των δύο βασιλείων. Ο Καίσαρ εξαγιάσθηκε από την Εκκλησία. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι συνεκλήθησαν από τους αυτοκράτορες του Βυζαντίου, στους οποίους α πεδίδετο μια εκκλησιαστική θέση. Παρατηρούμε να διαμορφώνεται ένας Χριστιανισμός ανατολικού κι ένας δυτικού τύπου, με ανάλογες τάσεις προς τον καισαροπαπισμό και τον παποκαισαρισμό. Η εξουσία του Καίσαρος δέχεται μια εκκλησιαστική καθαγίαση. Μπορεί κανείς να ομιλή για σύσταση ενός ιδιαιτέρου μυστηρίου της βασιλικής εξουσίας. Αυτό ήταν επόμενο να φέρη στη συνέχεια μια επαναστατική έξαρση, αλλά η αναγνώριση της ιερής εξουσίας του μονάρχη μεταμορφώθηκε σε αναγνώριση της ιερής εξουσίας του λαού και, πιο αργότερα, της εξουσίας του προλεταριάτου. Σήμερα διατηρούνται η κυριαρχικότης και ο ιερός χαρακτήρας της εξουσίας.
Από τα πολύ παλαιά χρόνια, οι άνθρωποι είχαν ανάγκη μιας θρησκευτικής επικυρώσεως για την εξουσία. Μερικές φορές, η επικύρωση αύτη πήρε τη μορφή μιας χειροτονίας. Θα υπέθετε κανείς πως διαφορετικά ο λαός δεν θα υπάκουε στην κατεστημένη εξουσία. Για τους αρχαίους συγχέετο ο άνθρωπος και ο πολίτης. Η θρησκεία άνηκε στο έθνος και στη φυλή. Αυτό απέκτησε έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα μέσα στους κόλπους του αρχαίου Ισραήλ. Επρόκειτο για τη μοναδική σοβαρή και βαθειά μορφή του ρατσισμού. Το αίμα είχε μια θρησκευτική σημασία, αλλά ο εθνοφυλετικός, αιματώδης χαρακτήρας της ιουδαϊκής θρησκευτικότητος μπέρδευε τη συνείδηση της εκλογής του ιουδαϊκού λαού ως λαού του Θεού και εξ αιτίας αυτού τον ξανασυνέδεε με μια ιδέα παγκοσμιότητος.
Ο προχριστιανικός κόσμος είχε την τάση να ταυτίζη πολιτική και ηθική. Η αποθέωση των Ρωμαίων αυτοκρατόρων έχει μια σημαντική σπουδαιότητα για το θέμα μας. Επρόκειτο για κάτι που ξεπερνούσε τη θεοποίηση της εξουσίας. Κι υπάρχει μια στενή σχέση ανάμεσα στην αποθέωση αυτή και στην κατάσταση των συγχρόνων αυτοκρατόρων, κυβερνητών και ηγεμόνων. Όλοι αυτοί οι τελευταίοι είναι οι ίδιοι προσωπικότητες πιο ιερές κι από τους αρχαίους αυτοκράτορες και βασιλείς. Η μεταρρύθμιση του Αυγούστου Καίσαρος υπήρξε μια προσπάθεια θρησκευτικής μεταρρυθμίσεως στην Ρώμη. Και το πολίτευμα που ήθελε να εγκαθίδρυση ήταν ένα ολοκληρωτικό πολίτευμα. Ο Αύγουστος ήταν ο Pontifex Maximus. Συγκέντρωνε στο πρόσωπο του τις δύο αρχές, εκείνη του Καίσαρος κι εκείνη του Πνεύματος. Θεσπίσθηκε ότι ο Αύγουστος Καίσαρ προήρχετο από τους θεούς. Η λατρεία του Καίσαρος προσέφερε εγγύηση για την κατάσταση στην Ρώμη. Στην ειδωλολατρική συνείδηση δεν υπάρχει όριο ανυπέρβλητο μεταξύ θεών και ανθρώπων. Η θεοποίηση του αυτοκράτορος Αυγούστου δεν σήμαινε καθόλου τη θεοποίηση του ανθρώπου Αυγούστου· μέσα στον άνθρωπο αυτοκράτορα λατρεύεται το δαιμόνιο του με την αρχαία σημασία του όρου . Υπάρχει μια διαφορά μεταξύ του Divus (ευλογημένος στον ουρανό) και του Deus (θεός). Η εξουσία όμως του Καίσαρος και του ίδιου του Τσάρου έχει έναν ειδωλολατρικό χαρακτήρα. Η αρχή της είναι ξένη προς τον Χριστιανισμό. Ο Κέλσος υπερασπιζόταν την αυτοκρατορία και την αποθέωση της αυτοκρατορικής εξουσίας κατά των Χριστιανών, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα καταπληκτικά όμοια μ' εκείνα που χρησιμοποιούνται σήμερα για την υπεράσπιση του ολοκληρωτικού Κράτους. Η θεοποίηση του Καίσαρος είναι η πηγή του ολοκληρωτισμού στην κυριολεξία. Είναι η υποταγή του Πνεύματος στον Καίσαρα. Πρέπει να ενθυμούμεθα, ως η αποθέωση των Καισάρων, σαν αποθέωση όλων των τυράννων και των δικτατόρων, υπήρξε καρπός της πίστεως του λαού, των πληβείων και όχι της Συγκλήτου, που εφαίνετο ήδη σκεπτική και ελάχιστα προσκείμενη σε μυστικές πεποιθήσεις. Συχνά ξεχνούμε και δεν ξέρουμε καλά, πως ο αρχαίος ελληνορωμαϊκός κόσμος αγνοούσε την αρχή της ελευθερίας της συνειδήσεως, που προϋποθέτει το δυαλισμό του Πνεύματος και του Καίσαρος. Προς τα τέλος του αρχαίου κόσμου η ελευθερία χάθηκε ολοκληρωτικά. Αυτό όμως που είναι φοβερό, είναι πως η λατρεία των αυτοκρατόρων έλαβε υπόσταση και μέσα στο χριστιανικό κόσμο. Ιδιαίτερη κακή εντύπωση προκαλεί το Βυζάντιο, που απετέλεσε μια αυτοκρατορία απόλυτα χριστιανική. Οι επίσκοποι του μεσαίωνος επανελάμβαναν πολλές φορές αυτά που ελέγετο στους αυτοκράτορες από τη ρωμαϊκή Σύγκλητο· «είστε η εικόνα της θεότητος ». Ταυτοχρόνως, η Δύση προσπάθησε να περιορίση την εξουσία του Καίσαρος με την Εκκλησία. Ο μεσαίωνας ήταν προσηλωμένος στην ιδέα της οργανικής ενότητος. Omnium multitude derivatur ab une (το πλήθος όλων προέρχεται απ' τη μονάδα). Κάθε μέρος προϋποθέτει την ενότητα του όλου. Η ανθρωπότης είναι μια και συνθέτει ένα μυστικό σώμα. Ταυτοχρόνως, η σκέψη του μεσαίωνος ήταν αρκετά μακρυά από τη θεοποίηση του Κράτους. Στο σημείο αυτό απεδείχθη η Δύση ανώτερη από την Ανατολή.
Τα Κράτος δημιουργήθηκε με μια βιαιότητα μέσα στον κόσμο της αμαρτίας και υπάρχει μόνο με την ανοχή του Θεού. Η ιδέα της καταγωγής της βασιλικής εξουσίας, όπως βρίσκεται στην Αγία Γραφή, του είναι τελείως δυσμενής. Η βασιλική εξουσία εγκαθιδρύθη ενάντια στη θέληση του Θεού. Αν κάνουμε έναν τολμηρό συλλογισμό θα βρεθούμε υ ποχρε ωμένοι να αναγνωρίσουμε, πως μόνη η ελευθερία προέρχεται από τον Θεό κι όχι η εξουσία. Η χριστιανική συνείδηση του μεσαίωνος δεν εδέχετο μια υποταγή των πραγμάτων χωρίς όρους στην εξουσία, θα μπορούσε κανείς να μην υποτάσσεται σε μια τυραννική και κακή εξουσία, να δέχεται εξ ίσου τη δυνατότητα της τυραννικότητος και ταυτοχρόνως να αναγνωρίζη μια απόλυτη αξία στα φυσικό δίκαιο, ως προερχόμενο από τον Θεό, και να εξετάζη πως η εξουσία πρέπει να υπηρετή το λαό.
Στο πρόσωπο μιας ολόκληρης σειράς θεολόγων, φιλοσόφων και νομομαθών, δ μεσαίωνας ανεγνώρισε τα έμφυτα και απαράγραπτα δικαιώματα του ατόμου ( Gierke ). Στο σημείο αυτό αποδεικνύεται η μεσαιωνική συνείδηση ανώτερη της σύγχρονης συνειδήσεως. Η δουλεία εθεωρείτο σαν μια συνέπεια της αμαρτίας, αντί να θεωρηθή σαν ένα αμάρτημα καθ' εαυτό. Στην ιστορία του Χριστιανισμού έγινε μια φοβερή κατάχρηση του προπατορικού αμαρτήματος, από το όποιο προέρχονται αντιλήψεις απόλυτα δουλοπρεπείς. Ο Μ elanchton υπερασπίζεται την εκτέλεση των αιρετικών, o Calvin καταδικάζει σε θάνατο τον Servet, ο Th é odore de Beze εξεγείρεται κατά της ελευθερίας της συνειδήσεως. Αλλά η αυτοκρατορία μετατοπίσθηκε από τη Δύση προς την Ανατολή. Γι' αυτό η συνέχεια της απολυτοποιήσεως της εξουσίας πήρε στην Ανατολή μια πιο οξεία μορφή α π' ό,τι στη Δύση. Στον Καθολικισμό, ο δυαλισμός υπήρξε πάντοτε πιο ισχυρός απ' ό,τι στην Ανατολή, όπου θριάμβευε ο μονισμός. Αλλά είναι ενδιαφέρον να υπογραμμίσουμε, πως οι αντιφατικές σχέσεις ανάμεσα στο βασίλειο του Πνεύματος και στο βασίλειο του Καίσαρος είναι πιο βαθειές από την αντίθεση της πνευματικής και πολιτικής εξουσίας στο μεσαίωνα.
Η σύγχυση κι ακόμη η ταύτιση του βασιλείου του Καίσαρος με το βασίλειο του Θεού εκδηλωνόταν διαρκώς στην πρακτική ζωή, όπως και στην σκέψη και τη διδασκαλία. Οι άνθρωποι εξεδήλωναν μια ασυγκράτητη ροπή για τα μονιστικά και ολοκληρωτικά συστήματα. Πρώτα απ' όλα η θεοκρατία εκπροσωπεί ένα τέτοιο σύστημα, και με μια μορφή εξελιγμένη σ' ένα εξαιρετικά υψηλό βαθμό, η βυζαντινή θεοκρατία. Αλλά επίσης απόλυτα μονιστική και ολοκληρωτική υπήρξε η δημοκρατία του Rousseau και των Ιακωβίνων. Και βρίσκουμε την ίδια ταύτιση των δύο βασιλείων και των δύο τάξεων στον Η egel, στον Μ arx στον Α uguste Compte, στον Spann κι ακόμη στον εφηρμοσμένο κομμουνισμό και στο φασισμό. Οι λεγόμενες φιλελεύθερες δημοκρατίες, που επέτρεπαν να τις ονομάζουν ουδέτερες έναντι του βασιλείου του Πνεύματος, έχουν εξαφανισθή, αφού μεταμορφώθηκαν όλο και πιο καθαρά σε δικτατορίες. Η κατάργηση αυτής της ουδετερότητος του βασιλείου του Καίσαρος εκπροσωπεί μια ενδιαφέρουσα στιγμή του ιστορικού πεπρωμένου. Ο Καίσαρ παίρνει όλο και περισσότερο συχνά θέση στο θέμα των πνευματικών προβλημάτων με τη μορφή μιας ριζικής αντιθέσεως προς το πνεύμα. Αν οι αυτοκράτορες διεκήρυτταν ότι εκλήθησαν όχι μόνο για να κυβερνούν το Κράτος, αλλ ' επίσης για να επαγρυπνούν για, τη σωτηρία των ψυχών των υπηκόων τους, ο νέος Καίσαρ ασχολείται σήμερα επίσης με τη σωτηρία των ψυχών των υπηκόων του προστατεύοντας τους από θρησκευτικές δεισιδαιμονίες. Ο Καίσαρ εκδηλώνει μια ανυπέρβλητη τάση προς απαίτηση για τον εαυτό του όχι μόνον ό,τι του ανήκει, αλλ ' επίσης κι ό,τι ανήκει στον Θεό, δηλαδή να υποτάξη ολόκληρο τον άνθρωπο . Ε δώ βρίσκεται η πρωταρχική τραγωδία της ιστορίας, τραγωδία της ελευθερίας και της αναγκαιότητος του ανθρώπινου και του ιστορικού πεπρωμένου. Το Κράτος, που ρέπει στη δουλεία του Καίσαρος, δεν ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο , αυτός υπάρχει για το κράτος μόνο σαν στατιστική ενότης. Και όταν αρχίζη να ενδιαφέρεται υπερβολικά γι' αυτόν τότε χειροτερεύει η κατάσταση του γιατί το Κράτος συνδέεται όχι μόνο με την υποδούλωση του εξωτερικού ανθρώπου, αλλά και του εσωτερικού, και τότε το βασίλειο του Πνεύματος δεν μπορεί να αντέξη μέσα στο βασίλειο του Καίσαρος. Το Πνεύμα είναι άπειρο και στρέφεται προς το ’πειρο. Ενώ αντίθετα ο Καίσαρ είναι πεπερασμένος και επιδιώκει να σφράγιση το Πνεύμα με τη σφραγίδα του πεπερασμένου.
Υπάρχουν απαιτήσεις του Καίσαρος, στις όποιες υποτάσσονται όλοι όσοι ζουν πάνω στη γη. Όλοι αποδίδουμε στον Καίσαρα ό,τι του ανήκει κι αυτό με τη μορφή των επαναστάσεων στις οποίες συμμετέχουμε. Η απαίτηση για επανάσταση είναι παράλληλα μια απαίτηση του Καίσαρος. Μόνη θα αποτελούσε εξαίρεση μια επανάσταση του Πνεύματος, άλλα μια τέτοια επανάσταση δεν πρέπει να συγχέεται με τις πολιτικές και κοινωνικές επαναστάσεις. Ανήκει σε μια άλλη σφαίρα του όντος. Παρ ' όλα αυτά, ο δυαλισμός του Πνεύματος και του Καίσαρος που αντιτίθεται σε κάθε μονισμό δεν πρέπει να σημαίνη την αδιαφορία έναντι του κόσμου και των ιστορικών συνεχειών που εξελίσσονται μέσα του. Το πνεύμα αναπόφευκτα εισβάλλει μέσα στον αντικειμενοποιημένο κόσμο και ανατρέπει την αναγκαιότητα και τη δουλεία του. Πρόκειται πάντα για μια κατακόρυφη κίνηση, που μετά την εκδήλωση αντικειμενοποιείται και συμβολίζεται οριζόντια. Στην κατάσταση που βρίσκεται δ κόσμος μας, το διάστημα και ο χρόνος μας, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθη μια οριστική νίκη του Πνεύματος και του Καίσαρος. Υπάρχει μια συνεχής αυτοεκποίηση του Πνεύματος που εισέρχεται στο χώρο των αντικειμένων, και πρέπει συνεχώς το Πνεύμα να επιστρέφη στις πηγές του. Ο Η egel με τον ιστορικό του πανθεϊσμό δεν κατανόησε παρά μόνο τα μισά άπό αυτά. Το βασίλειο τοΰ Καίσαρος βεβαιώνεται μέσα σ' αυτή τη σφαίρα της εκποιήσεως και αντικειμενοποιήσεως του πνεύματος. Στη σφαίρα αυτή ποικίλλει η όψη του Καίσαρος. Στη σφαίρα αυτή η εξουσία έχει μια σημασία λειτουργική. Αλλ ' η οριστική νίκη του Πνεύματος επί του Καίσαρος δεν είναι δυνατή παρά μόνο μέσα στην εσχατολογική προοπτική. Αναμένοντας οι άνθρωποι, ζουν υπνωτισμένοι από την εξουσία κι αυτό επεκτείνεται και στη ζωή της Εκκλησίας, που μπορεί κι η ίδια ακόμη να βρεθή να είναι μια από τις μορφές του βασιλείου του Καίσαρος.
Το μυστήριο της εξουσίας, το μυστήριο της υποταγής των ανθρώπων σ' αυτούς που ενσαρκώνουν την εξουσία, δεν διευκρινίσθηκε τελείως μέχρι σήμερα. Κι αυτό γιατί ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων, που κατέχουν το πλεονέκτημα της φυσικής δυνάμεως, δέχεται να υποτάσσεται ανεξήγητα στη θέληση ενός μόνου ανθρώπου ή μιας ομάδος ανθρώπων που εκπροσωπούν την εξουσία. Ακόμη κι ένας απλός αστυνομικός γεννά διαφορετικά αισθήματα από ένα συνηθισμένο άνθρωπο. Το ίδιο και στην αρχαιότητα οι άνθρωποι είχαν την τάση να σκέπτωνται πως υπάρχει ένα μυστήριο της εξουσίας. Στο σημείο αυτό προφανώς εκδηλώνεται μια επιβεβαίωση της αρχαίας δουλείας του ανθρώπου, που δεν ξεπεράστηκε τελείως ακόμη και μέσα στις δημοκρατίες. Ήδη έχει σημειωθή αρκετές φορές ότι η άσκηση της εξουσίας είναι συνδεδεμένη με έναν υπνωτισμό. Οι φορείς των εξουσιών του Κράτους μπορούν να κυβερνούν πολύ λογικά το λαό, αλλά η ίδια η αρχή της εξουσίας συνίσταται στην ικανότητα της προτροπής. Εκείνος που οδηγεί τις λαϊκές μάζες σε μια κατάσταση υπνώσεως, είναι εκείνος που εξασκεί την εξουσία. Τον πιο κολοσσιαίο ρόλο στο σημείο αυτό παίζει η προπαγάνδα, που είναι μια εκλαϊκευμένη μορφή υ πνωτισμού. Και αν οι άνθρωποι δεν ήσαν επιδεκτικοί υπνωτισμού, δεν ξέρει κανείς αν θα μπορούσε να φθάση στην επιτυχία μια οποιαδήποτε εξουσία. Πιο αξιοσημείωτο ακόμη είναι το γεγονός ότι στο παρελθόν η εξουσία στηριζόταν στις θρησκευτικές πεποιθήσεις του λαού και ότι οι ιστορικές της μορφές κατέρρευσαν όταν οι πεποιθήσεις αυτές διασπάσθηκαν. Τέτοια υπήρξε η περίπτωση των ιερών μοναρχιών του παρελθόντος. Οι δημοκρατίες όμως στηρίζονται βασικά στην προπαγάνδα και στη ρητορική των πολιτικών ανθρώπων.
Υπάρχει μια αντικειμενοποίηση της φυσικής καταστάσεως των ανθρώπων, της οποίας οι ρίζες εισχωρούν μέσα στα βάθη όχι μόνον του ατομικού υποσυνειδήτου, αλλά επίσης και ακόμη περισσότερο μάλιστα στα βάθη του συλλογικού υποσυνειδήτου. Μπορεί το υποσυνείδητο να πάρη τη μορφή μιας συνειδήσεως που καταπλήσσει με τον παράλογο χαρακτήρα της. Κάθε συνέχεια εκτυλίσσεται μέσα στην πολύπλοκη συνεργασία των ανθρωπίνων ομάδων. Η άποψη, κατά την όποια η πολιτική ζωή είναι έκφραση των πιο ενδιαφερόντων αισθημάτων των ατόμων και των κοινωνικών ομάδων, είναι ολοκληρωτικά εσφαλμένη. Αυτό που ονομάζουν ενδιαφέροντα των κοινωνικών ομάδων εκπροσωπεί πολύ συχνά έναν απόλυτα παράλογο χαρακτήρα, αντίθετο κάθε λογικού συλλογισμού. Μια ομάδα ισχυρών κεφαλαιοκρατών μπορεί να θέλη την έναρξη του πολέμου. Τους ωθεί αυτομάτως η δύναμη του καπιταλισμού. ’ρα ο πόλεμος μπορεί να οδηγήση στην καταστροφή των κεφαλαιοκρατών αυτών, στη διάλυση ολοκλήρου του οικονομικοπολιτικού τους συστήματος, θα μπορούσαμε να πούμε, πως στην αναζήτηση του κέρδους και της ωφελείας συγκαλύπτεται μια τρέλλα. Οι άνθρωποι κυβερνώνται όχι τόσο από λογικά ενδιαφέροντα όσο από πάθη. Οι μορφές της εξουσίας που εμφανίζονται στην ιστορία είναι πάντα πάθη και υποσυνείδητες καταστάσεις λογικοποιημένες και αντικειμενοποιημένες. Και αυτό ακριβώς σημαίνει πάντα μια παραγωγή μύθων, γιατί χωρίς μύθους είναι αδύνατο να κυβέρνηση κανείς τις ανθρώπινες μάζες. Ακριβώς έτσι δημιουργείται ο ένας ή ο άλλος μύθος, ο σχετικός με την κυριαρχία.
Στους νεώτερους χρόνους έγινε προσπάθεια να λογικοποιηθή η αρχή της εξουσίας με τη δημιουργία του κοινωνικού συμβολαίου. Ο Ηο bbes, που είχε μια απαισιόδοξη άποψη για την ανθρώπινη φύση, εξ αίτιας αυτού ωδηγήθηκε στον εκθειασμό της μοναρχίας. Αντίθετα ο Rousseau, του οποίου η άποψη για την ανθρώπινη φύση ήταν αισιόδοξη, ωδηγήθηκε στον εκθειασμό της δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα όμως τα συμβόλαια και οι λογικές εξηγήσεις δεν παίζουν κανένα ρόλο , με την έννοια ότι δεν βρίσκουν στήριγμα μέσα στις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Όλες οι μορφές της εξουσίας στηρίζονται στα πάθη και στα συλλογικά υποσυνείδητα αισθήματα. Για τον Βο ssuet, η απόλυτη εξουσία του Κράτους και του μονάρχη στηρίζεται σε μια θρησκευτική επικύρωση, αν και τούτο ήταν σε αντίθεση με τον Καθολικισμό, που τείνει περισσότερο στο δυαρχικό σύστημα. Πιο αργότερα, η εσφαλμένη αντίληψη της κυριαρχίας μετεφέρθη από το πρόσωπο του μονάρχη στο λαό. Ο Λουδοβίκος ο 14ος έλεγε «εγώ είμαι το κράτος» και ο επαναστατημένος λαός του απαντούσε· «όχι, εγώ είμαι το κράτος ». Αλλά στην ουσία επρόκειτο για την ίδια εσφαλμένη αρχή της κυριαρχίας.
Είναι πολύ ενδιαφέρον να σημειωθή πως η ιδέα της λαϊκής κυριαρχίας γεννήθηκε σε μοναστήρια και διατυπώθηκε χάρις στους Καθολικούς θεολόγους Suarez και Bellarmin. Η αλήθεια αυτής της αντιλήψεως ανήκει στην αρνητική τάξη. Η υψηλή θετική αλήθεια συνίσταται στο να αναγνώριση, ότι δεν υπάρχει καμιά κυριαρχική εξουσία. Ήδη δημιουργήθηκε πρόβλημα για τη διαφορά μεταξύ αρχαϊκής και σύγχρονης αντιλήψεως της αλήθειας. Η κυριαρχία του λαού είναι μια επιστροφή στην αρχαϊκή αντίληψη. Ο Gabet , που εθεωρείτο σαν ένας χριστιανός κομμουνιστής, μέσα στην ουτοπία της απόλυτης τάξεως του απέρριπτε την ελευθερία του τύπου. Ο Luis Blanc εξυμνούσε έναν απόλυτα ολοκληρωτικό σοσιαλισμό, εχθρικό προς την ελευθερία. Ο Η egel υπήρξε για το Κράτος πολύ απόλυτος, θεωρώντας το σαν ενσάρκωση του Πνεύματος και ακριβώς αυτό επέδρασε πάνω στην απολυτοποίηση της κοινωνίας στους κόλπους του μαρξισμού. Ο Montalebert επέμενε, και είχε πολύ δίκαιο, πως η δημοκρατία είναι εχθρική προς την ελευθερία της συνειδήσεως. Ανάμεσα στις κοινωνικές διδασκαλίες μια μόνο εξαίρεση υπάρχει, κι αυτή στον Ρ roudhon. Γι' αυτό τον τελευταίο η κεντρική ιδέα είναι εκείνη της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, γεγονός πέρα για πέρα δίκαιο. Ο Ρ roudhon απεχθάνεται τη βία και καθορίζει την επανάσταση σαν ένα φωτισμό των πνευμάτων. Θεωρήθηκε σαν αναρχικός, γιατί δεν ήθελε να μεταφέρη την κυριαρχία από το ένα υποκείμενο στο άλλο. Αλλά είναι γεγονός, ότι ακριβώς σ' αυτό το σημείο ενυπάρχει η αλήθεια.
Είναι απαραίτητο να καθαρθή η συνείδηση από μύθους σχετικούς με την εξουσία, μύθους που διαρκώς στηρίζονται στο υποσυνείδητο. Δεν υπάρχει παρά μόνο ένας μεγάλος μύθος, συνδεδεμένος με μια μεγάλη πραγματικότητα. Ο μύθος του ανθρώπου, της ελευθερίας του, της δημιουργικής του ενέργειας, της ομοιότητός του με τον Θεό και του κοινωνικού του δεσμού με τους άλλους ανθρώπους, τους πλησίον του.
Χωρίς καμιά αμφιβολία, η αρχή της εξουσίας είναι συνδεδεμένη με την ύπαρξη του κακού. Και αυτό με μια διπλή σημασία. Η εξουσία είναι υποχρεωμένη να αγωνίζεται εναντίον των εκδηλώσεων του κακού. Το έργο αυτό αποτελεί τη δραστηριότητα της. Αλλά ταυτοχρόνως η ίδια διασπείρει το κακό και επαληθεύει η αντίληψη, ότι είναι νέα πηγή του κακού. Έτσι κάνει να ξαναγεννηθή η ανάγκη μιας νέας εξουσίας, για να θέση τέρμα στην κατάσταση αυτή. Στη συνέχεια όμως η νέα εξουσία, που τερμάτισε την κυριαρχία της κακής εξουσίας, γίνεται η ίδια κακή στην ενάσκηση της εξουσίας της και στο διεφθαρμένο αυτό κύκλο δεν μπορεί να ύπαρξη διέξοδος. Η νίκη και η κυριαρχία σημαίνουν πάντα μια διαλεκτική μεταβολή και τη μεταμόρφωση σ' εκείνο, για το οποίο αγωνίσθηκαν εναντίον του αντιπάλου. Αυτό είναι το είδος όλων των επαναστάσεων. Η επανάσταση αγωνίζεται εναντίον της εξουσίας που έγινε κακή και ταυτοχρόνως για να επιβληθή πάνω της. Έτσι μέσα στους κόλπους της, η νίκη εξασφαλίζεται από τις δυνάμεις που είναι πιο ικανές να οργανώσουν αυτήν την εξουσία, δυνάμεις που εξαλείφουν και συχνά εξολοθρεύουν αυτούς που αποδεικνύονται λιγώτερο ικανοί. Οι επαναστάσεις αποκαλύπτουν την ευγένεια της ανθρώπινης ψυχής και φύσεως, μια παθητική αφοσίωση στην ιδέα μιας καλλίτερης ζωής, την ικανότητα της αυταπαρνήσεως, τη λήθη των εγωιστικών ενδιαφερόντων. Αποκαλύπτουν όμως παραλλήλως τη θηριωδία, την αγνωμοσύνη, την καταστροφή των υψηλών πνευματικών αξιών. Τέτοιος είναι ο άνθρωπος μέσα στις αντιφάσεις του.
Πρέπει να αναγνωρίσουμε σταθερά, πως μέσα στον Χριστιανισμό δεν έχει συμβή αποκάλυψη σχετική με την κοινωνία. Μια τέτοια αποκάλυψη πρέπει να μεταφερθή στην εποχή του Αγίου Πνεύματος, έτσι όπως το έχω γράψει ήδη αρκετές φορές. Γι' αυτό, το είδος όλων των προσπαθειών που απέβλεπαν να δημιουργήσουν μια νέα και καλλίτερη κοινωνία απέβη μέχρι σήμερα τόσο τραγικό.
Το πρόβλημα της κοινωνίας είναι το πρόβλημα των σχέσεων όχι μεταξύ του «εγώ» και του «συ», αλλά μεταξύ του «εγώ» και του «εμείς» και ακόμη του «εμείς» με το «συ». Το «εμείς» όμως παρέμεινε ένα ανώνυμο σύνολο, του οποίου τα «εγώ» και τα «συ» χρησιμοποιούνται χωρίς διάκριση. Το «εμείς» αυτό μέχρι σήμερα ήταν μια αντικειμενοποίηση της ανθρώπινης υπάρξεως. Η εξουσία του «εμείς» πάνω σ' όλα τα ανθρώπινα «εγώ» δεν σήμαινε καθόλου ανθρώπινες σχέσεις μεταξύ τους, οποιαδήποτε κι αν ήταν τα πολιτικά καθεστώτα. Η απελευθέρωση του ανθρώπου βρισκόταν ακόμη στο αρνητικό της στάδιο, και δεν ήταν παρά υπερβολικά σχετική. Επεξετείνετο σ' ωρισμένες μόνο περιορισμένες σφαίρες κι όχι στον όλο άνθρωπο. Έτσι ο φιλελευθερισμός απελευθέρωσε την ανθρώπινη σκέψη, την επιστήμη· τις απελευθέρωσε από την εξωτερική εξουσία της εκκλησιαστικής κυριαρχίας. Αλλά καθόλου δεν απελευθέρωσε τους εκπροσώπου ς της εργασίας από την καμουφλαρισμένη εξουσία του κεφαλαίου. Κι έτσι η απελευθέρωση των εργατών από την εξουσία του κεφαλαίου ωδήγησε στην υποδούλωση της σκέψεως.
Κάθε εξουσία, ειλικρινής ή μη, έχει μέσα της ένα δηλητήριο. Δεν θα επέλθη αληθινή απελευθέρωση παρά μόνον όταν θα ξεπερασθή η ιδέα της κυριαρχικότητος και κατά κάποιον τρόπο θα μπορέση να εφαρμοσθή η νέα κυριαρχικότης που θα προέλθη. Το διαρκές χάος της αυτοκαταφάσεως των λαών παράγει πολέμους. Έτσι πάντα η ανθρωπότης προσπάθησε να εξουσιάση το χάος. Ωνειρευόταν μια παγκόσμια ένωση. Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις ιδέες. Την παγκόσμια αυτοκρατορία (Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, αυτοκρατορία του Καρόλου του Μεγάλου, αυτοκρατορία του Ναπολέοντα). Ένα πλήθος κυριάρχων Εθνών Κρατών που προσπαθεί να επιτύχη ένα πολιτικό καθεστώς ισορροπίας. Μια ομοσπονδία ελευθέρων Κρατών, που εγκατέλειψαν την κυριαρχικότητά τους και είναι έτοιμα να συνενωθούν σ' έναν παγκόσμιο οργανισμό. Δεν πρέπει να τείνουμε σ' αυτή την τελευταία ιδέα, αλλά σε μια ριζική μεταμόρφωση, μια μεταμόρφωση κοινωνική και πνευματική.