Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Ο Θεός στο χώρο των φυσικών επιστημών σήμερα

Ο Θεός στο χώρο των φυσικών επιστημών σήμερα
Μέγα Φαράντου, Αντίδωρον Πνευματικόν, τιμητικός τόμος επί τη 50ετηρήδι επιστημονικής δράσεως και τη 40ετηρήδι καθηγεσίας και εκκλησιαστικής δράσεως Γερασίμου Ιω. Κονιδάρη, Αθήνα 1981, σελ. 501-517
Ο άνθρωπος κατά την εποχή των νεωτέρων χρόνων, δηλ. κατά τα τελευταία 300 με 350 χρόνια, απέρριψε το θεό σαν τύραννο της ζωής του και σαν εμπόδιο στην πρόοδο του, και ζήτησε να φτιάξει μόνος του και χωρίς τη βοήθεια του θεού τη ζωή του. Με μόνη σχεδόν δύναμη τη λογική του και με αποκλειστικό μέσο την επιστήμη, και την πρακτική εφαρμογή της, την τεχνική, προχώρησε σε διάστημα ελαχίστων αιώνων σε μια μεγαλειώδη πορεία επιστημοτεχνικής εξελίξεως και προόδου, της οποίας τα επιτεύγματα ζούμε στις μέρες μας. Για τα δεινά του στο παρελθόν ο άνθρωπος των νεωτέρων χρόνων έρριξε το λίθο του αναθέματος σχεδόν αποκλειστικά στο θεό: ο θεός και η θρησκευτική πίστις υπήρξαν σε μεγάλο βαθμό η αιτία αναστολής και καθυστερήσεως της προόδου της ανθρωπότητος, η εκκλησία και το ιερατείο συνευθύνονται για την καταπίεσι και την εκμετάλλευσι των λαών από απολυταρχικά και τυραννικά καθεστώτα κλπ. Αθεΐα, επιστήμη και τεχνική συμβαδίζουν, εν πολλοίς, κατά την εποχή των νεωτέρων χρόνων.
Αλλ' ήδη η εποχή μας, παρά την αδιαμφισβήτητη επιστημοτεχνική της πρόοδο, συγκλονίζεται από κρίσεις, και μάλιστα τέτοιας εντάσεως και εκτάσεως, ώστε συνταράσσουν ολόκληρη την ανθρωπότητα. Τέτοιες κρίσεις είναι: ο ανταγωνισμός στους εξοπλισμούς, και μάλιστα στα πυρηνικά όπλα, που απορροφά τεράστιο μέρος της παγκοσμίου οικονομίας και ανθρώπινο δυναμικό το φάσμα της πείνας, που απλώνεται απειλητικό σ' ολόκληρη την ανθρωπότητα, εν συνδυασμώ και με το παρατηρούμενο φαινόμενο του υπερπληθυσμού· το φάσμα της ελλείψεως αγαθών και πηγών ενεργείας· η διαρκώς αυξανομένη μόλυνσις του περιβάλλοντος η βία και η τρομοκρατία, που κυριαρχούν σήμερα στις ανθρώπινες κοινωνίες η παγίωσις και η αναβίωσις απολυταρχικών καθεστώτων σ'ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο· η ηθική κατάπτωσις και η εγκληματικότης, που προχωρούν αντιστρόφως ανάλογα προς την επιστημοτεχνική πρόοδο· και τέλος, για να συντομεύσω τα φαινόμενα παγκοσμίων κρίσεων, η εκ της τεχνικής προερχομένη απειλή, της οποίας η δύναμις αυξάνεται ήδη πάνω απ' τα κεφάλια μας. Ο γνωστός σύγχρονος ψυχολόγος Erich Fromm κάνει λόγο για «κυβερνητική θρησκεία» του συγχρόνου ανθρώπου, ο οποίος ανύψωσε τη μηχανή σε θεό και πιστεύει ότι και ο ίδιος γίνεται θεός, με το να την κυβερνά· προ πολλού όμως έχει γίνει σκλάβος της. Ο άνθρωπος έχει παραδοθεί στην αυθεντία της επιστήμης, την οποία όμως δεν κατευθύνει, αλλά τον κατευθύνει. Επιστήμη και τεχνική δεν κινούνται πλέον προς τον άνθρωπο, άλλα προς τα Ρομπότ και επιζητούν να μεταβάλουν και τον ίδιο τον άνθρωπο σε Ρομπότ.
Όλες αυτές οι παγκοσμίων διαστάσεων κρίσεις, -τις επί περιωρισμένου πεδίου κρίσεις, όπως τις περιπτώσεις τοπικών πολέμων, εμφυλίων διχασμών και σπαραγμών κλπ., ούτε καν τις μνημονεύω-, έχουν φέρει την ανθρωπότητα ενώπιον εσχατολογικών φόβων και προσδοκιών, πού είναι σχεδόν παρόμοιοι προς εκείνους των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Ο μεγάλος φιλόσοφος του Υπαρξισμού Σάρτρ, εκφράζων το γενικό αίσθημα της εποχής μας, χαρακτήρισε τον αιώνα μας ως τον αιώνα του φόβου και της αγωνίας.
Τα συμπτώματα αυτά παγκοσμίων κρίσεων ωδήγησαν σε κρίσι και την επιστήμη. Ο άνθρωπος πίστευε μέχρι και προ τίνος ότι η επιστήμη, με την τεχνική της πρόοδο, θα τον σώσει· τώρα όμως φοβάται ότι μπορεί και να τον καταστρέψει. Η επιστήμη φαίνεται ότι θα περάσει την ίδια κρίσι, που πέρασε και η θρησκεία κατά τους νεωτέρους χρόνους. Ιδίως η νεολαία, με το υγιές φυσικό της αισθητήριο, εκφράζει δυσπιστία σήμερα προς την επιστήμη, και αντιδρά μάλλον αντιεπιστημονικά στις διάφορες εκδηλώσεις της, οι οποίες συνοψίζονται στα ποικίλα κινήματα των χίππιδων, του αναρχισμού και των επαναστάσεων, στα ναρκωτικά, και στην αναβίωσι της θρησκευτικότητος, με έκδηλα τα συμπτώματα του εκστατισμού και του παραλόγου. Η επιστημοτεχνική πρόοδος φαίνεται ότι παίρνει και ιδεολογικό περιεχόμενο με την επιδίωξι του κατεστημένου να υποτάξει τον άνθρωπο στα νομικοτεχνικά του πλαίσια και να τον θέσει υπό τον έλεγχό του. Εντεύθεν και η μέχρι θεοποιήσεως εκτίμησις των τεχνοκρατουμένων εξουσιών προς τους τεχνοκράτες. Τον τελευταίο καιρό γίνεται, επίσης, συνειδητό ότι και η αθεΐα, που περπάτησε χέρι με χέρι με την επιστήμη και την τεχνική κατά τους νεωτέρους χρόνους, δεν αποτελούσε τάχα κάποιο επιστημονικό καταστάλαγμα του συγχρόνου, διαφωτισμένου, ανθρώπου, αλλά την ιδεολογία των τεχνοκρατουμένων κρατικών ολοκληρωτισμών. Αθεΐα σημαίνει βασικά μια ζωή χωρίς ελπίδα αλλαγής, ανανεώσεως και καλυτερεύσεως· μια ζωή, που αρκείται και ικανοποιείται μ' αυτά που δίνει το εκάστοτε κατεστημένο. Αντίθετα θρησκεία, και κατ' εξοχήν χριστιανική θρησκεία, σημαίνει «έξοδο»: δυναμική κίνησι αλλαγής προς κάτι το καλύτερο, το αλλοιώτικο, το πιο ανθρώπινο, κατά το πνεύμα τής Αγίας Γραφής: «δεν έχομε δική μας πατρίδα», δηλ. τώρα ζούμε σαν ξένοι στην αλλοτρίωση· «την ζητούμε όμως και θα την βρούμε στο μέλλον» (πρβλ. Εβρ. 13, 14). Το «λυτρωτικό» αυτό στοιχείο της θρησκείας, το οποίο εκφράζεται σαν κριτική κατά του εδώ και τώρα και σαν πόθος να φθάσομε κάποτε στην πατρίδα μας, δηλ. σαν πόθος ταυτότητος, αποτελεί την αιτία κοινωνικών αναταραχών, άλλα και προόδου· γι αυτό και έναντι της θρησκείας διάκεινται εχθρικώς ή δυσμενώς όλα τα κράτη, όχι μόνο τα ανατολικά, άλλα και τα δυτικά.
Τέλος το φαινόμενο της παγκοσμίου κρίσεως θέτει εκ νέου επί τάπητος το περί ανθρωπισμού ερώτημα, ως τη μόνη δυνατότητα υπερβάσεως της παρούσης καταστάσεως της ανθρωπότητος προς μια μελλοντική επιβίωσι και συμβίωσι αυτής. Όλοι γνωρίζομε ότι, εάν η ανθρωπότης δεν κινηθεί μελλοντικά προς ένα γνήσιο ανθρωπισμό, ο οποίος θα βασίζεται στις αρχές της ελευθερίας, του σεβασμού και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, αλλά και της κοινωνικής δικαιοσύνης, θα διατρέξει θανάσιμο κίνδυνο εκ βαρβαρισμού, και πιθανώς και καταστροφής της. Ήδη ηγέτες υπερδυνάμεων επισείουν τον κίνδυνο ότι βρισκόμαστε πολύ κοντά σ' ένα πυρηνικό πόλεμο.
Με το εκ νέου όμως εκ των πραγμάτων τιθέμενο περί ανθρωπισμού ερώτημα τίθεται συνάμα και το περί θεού ερώτημα· διότι, κατά τη χριστιανική πεποίθησι, μόνο μια ζωή ενώπιον του θεού μπορεί να θεμελιώσει και να κατοχυρώσει ένα γνήσιο ανθρωπισμό, βασιζόμενο στον απόλυτο σεβασμό του ατόμου σαν κατάφασι της ζωής και των δικαιωμάτων του. Ο κόσμος δεν προσφέρει λόγους και δυνατότητες αληθινού ανθρωπισμού. Μόνο η πίστις στο θεό, ως τον πατέρα όλων μας, κατοχυρώνει την ισότητα όλων των ανθρώπων, ως τέκνων του αυτού θεού και ως αδελφών, και άρα το χρέος αγάπης προς το συνάνθρωπο, κατά το παράδειγμα του ίδιου του θεού, που θυσιάστηκε από αγάπη για μας. Η χριστιανική σκέψις είναι φυγόκεντρος και εξωστρεφής: σκέπτεται πρώτα τον άλλο και μετά τον εαυτό της. Η κοσμική σκέψις, αντίθετα, είναι εγωιστική και κεντρομόλος: στρέφεται πρώτα προς το ατομικό συμφέρον και μετά προς τον άλλο. Έτσι όμως δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί γνήσια αγάπη και αληθινός ανθρωπισμός. Η εγωιστική σκέψις μεταβάλλει την κοινωνία σε ζούγκλα εγωιστών και σε πεδίο ανταγωνισμών, με μόνο νόμο: ο θάνατος σου ζωή μου.
Ποια είναι όμως η θέσις του θεού στο κοσμοείδωλο των συγχρόνων, κυρίως των φυσικών επιστημών; Αυτό είναι κυρίως το θέμα, που μας ενδιαφέρει εδώ. Για να προσδιορίσομε καλύτερα το όλο θέμα, θα πρέπει να κάνομε μια σύντομη αναδρομή στο παρελθόν, όσον αφορά τη σχέσι μεταξύ θεού και επιστημών, ιδίως δε των φυσικών επιστημών. Μια απ' τις κυριώτερες αιτίες, που επέφερε την κρίσι της πίστεως στο θεό κατά τους νεωτέρους χρόνους, υπήρξε η ανάπτυξις και πρόοδος της επιστήμης, και κυρίως των φυσικών επιστημών. Κατά την περίοδο του Μεσαίωνος η πίστις προσδιόριζε τη λογική και υπαγόρευε σ' αυτήν, τρόπον τινά, τη θέλησί της. Η λογική ανεγνωρίζετο μεν εν μέρει ως η αρμοδία δύναμις για τη γνώσι των πραγμάτων του κόσμου, υπό τον όρο όμως, τα πορίσματα της να μην προσκρούουν στις περί κόσμου και ανθρώπου αντιλήψεις της πίστεως, όπως τις διετύπωνε το αλάθητο ιερατείο και ο Πάπας. Συν τω χρόνω όμως, και με τη χειραφέτησι του ανθρώπου απ' την κηδεμονία των θεοκρατικών καθεστώτων, χειραφετήθηκε και η λογική α π' την κηδεμονία της πίστεως, και ανέλαβε όλη την ευθύνη για τον κόσμο και τα πράγματα του στα χέρια της. Πίστις και λογική, κατά τους νεωτέρους χρόνους, έρχονται σε αντίθεσι και αλληλοαποκλείονται. Η λογική απορρίπτει την πίστι και γίνεται άπιστη, η δε πίστις απορρίπτει τη λογική και γίνεται άλογη: αποσύρεται απ' τον κόσμο, εσωτερικεύεται και περνάει, εν πολλοίς, στο χώρο του παραλόγου.
Επάνω στη λογική βασίστηκε και βασίζεται η επιστήμη, η όποια, με τη χειραφέτησι εκ της μεσαιωνικής πίστεως, έκαμε τεράστια άλματα προόδου κατά τους νεωτέρους χρόνους. Τη διάστασι μεταξύ πίστεως και επιστήμης εκφράζει η γνωστή, κλασσική, θέσις του Descartes «σκέπτομαι, άρα υπάρχω», η οποία ίσταται στην αρχή της πορείας των νέων χρόνων, και η οποία θέτει σαν μόνη δύναμι και σαν αποκλειστικό κριτήριο αναζητήσεως και ανευρέσεως της αληθείας τη σκέψι και τη λογική· ό,τι δεν περνάει απ' το κόσκινο της λογικής, απορρίπτεται. Μ' αυτό τον τρόπο όμως, όπως αντιλαμβάνεται κανείς, σχετικοποιούνται και κρημνίζονται όλες οι αυθεντίες, εφ' όσον δεν συμφωνούν με τη λογική: η αυθεντία του θεού, της θείας αποκαλύψεως, της παραδόσεως και της εκκλησίας, αλλά και του κράτους. Η εποχή των νέων χρόνων συμβαδίζει με την κρίσι κάθε αυθεντίας: της εκκλησιαστικής, της πολιτικής και γενικά της πατριαρχικής. Ο άνθρωπος ζητεί λογικές βάσεις και κατοχυρώσεις για να πεισθεί και να υπακούσει στις εξουσίες. Η λογική είναι η νέα θεά και η επιστήμη ο ναός της.
Μεγάλο πλήγμα, κατά τα φαινόμενα, κατάφερε η λογική δια της επιστήμης εναντίον της πίστεως στο θεό. Ο θεός κατά τους νεωτέρους χρόνους έχασε όλες τις μάχες στον αγώνα του με την επιστήμη, γι αυτό και εγκατέλειψε όλες σχεδόν τις περιοχές της κοσμικής πραγματικότητος. Η θεολογία, στον αγώνα της να τον περισώσει, τον εγκατέστησε στην αρχή στα «κενά», που άφηνε η επιστήμη με την έρευνά της. Με την πρόοδο όμως της επιστήμης και την περαιτέρω εξερεύνησι των ανεξιχνίαστων περιοχών του κόσμου, εξετοπίζετο όλο και περισσότερο και ο θεός εκ του κόσμου. Έτσι η θεολογία, για να τον καταστήσει απόρθητο απ' τα επιστημονικά πυρά, αναγκάστηκε να εγκαταστήσει το θεό πέρα και εκτός του κόσμου, στο «επέκεινα», με τις γνωστές δεϊστικές και θεϊστικές της θεωρίες και διδασκαλίες. Κατ' αυτό τον τρόπο όμως νεκρώθηκε ό θεός· διότι, και αν υπάρχει, δεν είναι παρών και δεν ενεργεί στον κόσμο, και συνεπώς η ύπαρξίς του δεν έχει πλέον νόημα και σημασία για τη ζωή των άνθρωποι. Έτσι περάσαμε στην αθεΐα των νεωτέρων χρόνων, σαν την κυριαρχούσα μορφή πίστεως, όχι μόνο έξω απ' το χριστιανισμό, αλλά και μέσα στο χριστιανισμό, αφού κηρύχτηκε και απ' τους ίδιους τους θεολόγους ο «θάνατος του θεού».
Καίριο πλήγμα κατά της παρουσίας και ενεργείας του θεού στον κόσμο κατάφερε η αρχή της αιτιοκρατίας, για την οποία θα μιλήσομε ειδικώτερα πιο κάτω, και η όποια εθεωρείτο απ' τη φυσική επιστήμη, καθ' όλη τη διάρκεια των νέων χρόνων και μέχρι προ τίνων δεκαετιών, ως αδιασάλευτο επιστημονικό πόρισμα· η αρχή δηλ. ότι τα πάντα συμβαίνουν στον κόσμο σε μια αδιάσπαστη αλυσίδα αιτίων και αιτιατών, ήτοι προσδιορίζονται από προδιαγραφόμενους νόμους. Με την αρχή της αιτιότητος, της γνωστής ως Kausalität , η οποία δημιουργεί ένα απόλυτα κλειστό κοσμοείδωλο, απερρίφθη, όπως είναι αυτονόητο, κάθε σκέψις περί παρουσίας και νοήματος του θεού για τον άνθρωπο και τον κόσμο, αφού, και αν ακόμη υπάρχει θεός, δεν μπορεί πλέον να ενεργήσει στον κόσμο και στη ζωή μας το έκτακτο και το θαύμα. Το θαύμα, σαν έκτακτη και μη υποκείμενη σε αιτιώδεις φυσικούς νόμους ενέργεια, εξελήφθη ως μύθος, δηλ. ως ένα συμβάν της νηπιώδους και προεπιστημονικής ηλικίας του ανθρώπου, ότε όλα τα γεγονότα, που συνέβαιναν στον κόσμο, εθεωρούντο ως σημεία και εκδηλώσεις υπερφυσικών δυνάμεων γι αυτό και ζήτησε η ίδια η θεολογία, στο πρόσωπο της θεολογίας του Υπαρξισμού, υπό την πίεσι της επιστήμης, την «απομυθοποίησί του». Τον ανθρωποθεϊσμό τούτο της φυσικής επιστήμης, σαν αίσθημα απολύτου γνώσεως και αυτοπεποιθήσεως, εκφράζει στις αρχές του παρελθόντος αιώνος ο περίφημος Γάλλος μαθηματικός και αστρονόμος Laplace (1749-1827) με τις γνωστές του σκέψεις, ότι «δεν χρειάζομαι την υπόθεσι 'θεός' για να κατανοήσω τον κόσμο», και ακόμη ότι, «εάν θα μπορούσα να γνωρίζω όλους τους προσδιορίζοντας το κοσμικό γίγνεσθαι αιτιώδεις παράγοντας, θα μπορούσα αντιστοίχως να γνωρίζω και όλη τη μελλοντική πορεία και εξέλιξι αυτού». Η αρχή της αιτιοκρατίας, η οποία συνεχίστηκε και επί του ιστορικού πεδίου με τη θεωρία της «εξελίξεως», αποτελεί μια απ' τις κυριώτερες πηγές απαισιοδοξίας και μηδενισμού των νεωτέρων χρόνων: ο άνθρωπος αισθάνεται αλυσοδεμένος σε αδιάσπαστα δεσμά, απ' τα όποια κανείς ποτέ δεν μπορεί να τον λυτρώσει.
Το παράδοξο όμως είναι ότι όλες οι αντίθετες κοσμοθεωρίες, και κατ' εξοχήν η θεωρία της αιτιοκρατίας, που ίσχυαν επί αιώνες και μέχρι προ τίνων δεκαετιών, ως αδιάσειστα επιστημονικά πορίσματα, κατερρίφθησαν σήμερα ως εσφαλμένες και πεπλανημένες απ' τους ίδιους τους φυσικούς επιστήμονας. Οι θεωρίες αυτές, τις όποιες, όπως είπαμε, μέχρι και προ τινος είχε υιοθετήσει και η φυσική επιστήμη ως δικά της επιστημονικά πορίσματα, δεν ήσαν τίποτε άλλο παρά απλές φιλοσοφικές θεωρίες των φιλοσόφων της αρχής των νέων χρόνων, και προ παντός των Ren é Descartes (1596-1650) και Giordano Bruno (1548-1600). Η φυσική επιστήμη δηλ. πολεμούσε επί αιώνες τη χριστιανική πίστι και θεολογία για δογματισμό και έλλειψι επιστημονικότητος όχι με επιστημονικά δεδομένα, αλλά με δογματικές και μη-επιστημονικές δικές της θεωρίες, τις όποιες κατέρριψε η ίδια με τις έρευνες της κατά τις πρόσφατες δεκαετίες του αιώνος μας. Εδώ, βεβαίως, δεν πρόκειται να επεκταθούμε σ' όλο το φάσμα των ανακαλύψεων, δια των οποίων διήλθε η φυσική επιστήμη κυρίως του αιώνος μας, αφού ούτε αρμόδιοι είμαστε ούτε και σχετίζονται όλες αμέσως προς το θέμα, που μας απασχολεί. Θα περιορισθούμε μόνο στα πορίσματα εκείνα της συγχρόνου πυρηνικής φυσικής, τα οποία έχουν κάποια άμεση ή έμμεση συνάφεια προς το περί θεού, και περί θρησκείας εν γένει, ερώτημα.
1.-Κατ' αρχήν σχετικοποιήθηκε η γνώσις της φυσικής επιστήμης, η οποία, εθεωρείτο, μαζί και με τις άλλες συγγενείς της επιστήμες, ως η μόνη ακριβής και θετική επιστήμη. Σημειωτέον δε ότι η σχετικοποίησις αυτή των δυνατοτήτων και των γνώσεων της Φυσικής όχι μόνο δεν έβλαψε αυτήν, αλλ' αντιθέτως: την εβοήθησε να κάνει τεράστια βήματα προόδου προς τα εμπρός. Ανεκαλύφθη ότι υπάρχει όχι μόνο ένας νόμος, δηλ. ο νόμος της αιτιότητος, στον οποί ο θα αναφερθούμε ειδικώτερα πιο κάτω, αλλ' απειρία νόμων, που διέπει την κοσμική πραγματικότητα και τα επί μέρους της· και ακόμη, το και κυριώτερο, ότι οι φυσικοί νόμοι δεν είναι κάτι το αιώνιο και επαναλαμβανόμενο, αλλά προσωρινές σταθερές μορφές στην εξελικτική πορεία του σύμπαντος, το όποιο έχει δική του ιστορία και ευρίσκεται διαρκώς εν εξελίξει και αναπτύξει. Οι πάρα πάνω διαπιστώσεις αίρουν κάθε βεβαιότητα περί απολύτου γνώσεως, αφού το κοσμικό γίγνεσθαι, προς το οποίο στρέφεται η έρευνα της Φυσικής, δεν είναι κάτι το απλό, αιώνιο και σταθερό, αλλά μια εξόχως πολύπλοκη πραγματικότης με μορφές διαρκώς μεταβαλλόμενες και προσωρινώς μόνο σταθερά υφιστάμενες.
Διαπιστώθηκε ακόμη ότι η έρευνα, όχι μόνο των άλλων επιστημών, δηλ. των θεωρητικών και τής θεολογίας, αλλά και τής φυσικής επιστήμης φέρει έντονο υποκειμενικό χαρακτήρα. Ο διάσημος πυρηνικός φυσικός του αιώνος μας Werner Heisenberg παρατηρεί ότι «δεν είναι δυνατός ένας τέλειος διαχωρισμός μεταξύ του υπό έρευνα φαινομένου και του ερευνητού», ούτε και στο πεδίο της φυσικής επιστήμης. Το αυτό επαναλαμβάνει και ο άλλος περίφημος φυσικός του αιώνος μας Ρascual Jordan , όταν λέγει για τους ζωντανούς οργανισμούς, επί των οποίων επεκτείνει την αρχή της Κomplementarität θ' αναφερθούμε ειδικώτερα πιο κάτω, ότι με τα πειράματα ποτέ δεν γνωρίζομε «τι υπάρχει αντικειμενικά στα κύτταρα, αλλά γνωρίζομε μόνο εκείνο, που προκύπτει απ' τη χρησιμοποίησι ωρισμένων πειραματικών (Präparation) μεθόδων. Η φύσις «απαντά» και παρουσιάζει τις ιδιότητες της ανάλογα και αντίστοιχα, με τα πειράματα, που εφαρμόζονται, επάνω σ' αυτήν, ποτέ δε δεν ξεύρομε, πως είναι, αντικειμενικά και στην πραγματικότητα. Έτσι π.χ. άλλα μεν απ' τα πειράματα δείχνουν ότι το φως είναι μόρια, ή «φωτοκύτταρα», και άλλα ότι είναι κύματα. Η έρευνα δηλ. και στη Φυσική είναι αντικειμενικο-υποκειμενική, ήτοι εξαρτάται και προσδιορίζεται σε μεγάλο βαθμό απ' τον ερευνητή και απ' τον τρόπο, που εφαρμόζει τα πειράματα και κάνει τις παρατηρήσεις του. Η απάντησις, που δίνει η φύσις, δεν είναι απόλυτα δική της, δηλ. αντικειμενική, αλλά βρίσκεται πάντοτε σε συνάφεια προς το ερώτημα, που της γίνεται εκ μέρους του ερευνητού με την παρατήρησι και το πείραμα του. Ο υποκειμενισμός όμως αυτός δεν σημαίνει οπωσδήποτε και μη επιστημονικότητα, δηλ. απομάκρυνσι εκ της αλήθειας, αλλ' αντίθετα, είναι ίσως ο μόνος τρόπος προσεγγίσεως αυτής. «Ποιος θα μπορούσε αλήθεια να ισχυρισθεί, λέγει και πάλι ο Heisenberg, ότι η αντικειμενική όψις είναι πιο πραγματική απ' την υποκειμενική»;
Μήπως όμως δεν υποστήριζε ανέκαθεν κάτι παρόμοιο και η θεολογία, ότι δηλ. για τη γνώσι της αλήθειας και του θεού είναι αναγκαία η πίστις ως προσωπική και υποκειμενική συμμετοχή; Δεν υπάρχουν απλοί παρατηρητές και καθαρή αντικειμενικότης στην επιστημονική ερευνά και γνώσι, ούτε και στο χώρο της φυσικής επιστήμης. Όσο δε πιο υψηλό και πιο βαθύ είναι το αντικείμενο ερεύνης, τόσο και πιο πολύ απαιτεί την προσωπική συμμετοχή του ερευνώντος αυτό. Ο θεός, ως η υψίστη και βαθύτατη πραγματικότης, απαιτεί απόλυτη την προσωπική συμμετοχή εκείνου, που ζητεί να προσεγγίσει και να γνωρίσει αυτόν.
Πόσο σχετική και υποκειμενική είναι η έρευνα και στο χώρο της Φυσικής, αποδεικνύεται και εκ του γεγονότος ότι στις αρχές μόλις του αιώνος μας φυσικοί επιστήμονες της περιωπής των Ernst Μach (1838-1916) και Wilhelm Ostwald (1853-1932) έφθασαν μέχρι του σημείου ν' αρνηθούν την ύπαρξι αυτών τούτων των ατόμων, δηλ. του κατ' εξοχήν αντικειμένου, με το οποίο ασχολείται η πυρηνική φυσική. Και σήμερα μεν, παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αδιάσειστοι αποδεικτικοί λόγοι για το αντίθετο, δηλ. για την ύπαρξι αυτών, κανείς σχεδόν επιστήμων δεν αρνείται την ύπαρξι των ατόμων. Το γεγονός όμως τούτο μαρτυρεί την αβεβαιότητα, με την οποία κινείται και η πυρηνική ακόμη φυσική στον κατ' εξοχήν δικό της χώρο, δηλ. στο χώρο των ατόμων. Ως γνωστόν δε μόλις προ τινών δεκαετιών, ήτοι το 1932, ανακαλύφθηκε από τον James Chadwick ότι στο χώρο των ατόμων, εκτός απ' τα πρωτόνια και τα ηλεκτρόνια, ανήκουν και τα ουδετερόνια, χωρίς ηλεκτρική φόρτωσι. Όχι μόνον ο θεός, η υπερβατική και βαθύτατη πραγματικότης, αλλά και η κοσμική πραγματικότης είναι στο βάθος της απρόσιτη και ακατάληπτη απ' τον άνθρωπο. Ημείς γνωρίζομε μόνο τις ενέργειες της, όπως και η θεολογία ανάγεται στο θεό απ' τις ενέργειες του, δηλ. γνωρίζομε μόνο, πως ο κόσμος εκδηλώνεται προς ημάς. Πως όμως ο κόσμος είναι καθ' αυτόν και στην πραγματικότητα, δεν το γνωρίζομε, ακριβώς όπως και η θεολογία δεν μπορεί ποτέ να γνωρίσει, πως είναι ο θεός καθ' αυτόν και στην ουσία του.
Ο σύγχρονος γνωστός πυρηνικός φυσικός και φιλόσοφος Carl Friedrich von Weizsäcker καταλήγει στη διαπίστωσι ότι «οι φυσικοί δεν εκφράζονται στο αντικείμενο ερεύνης των με λιγότερη πίστι απ' ό,τι οι θεολόγοι στο δικό τους. Στο χώρο του ατόμου η επιστήμη αδυνατεί να χρησιμοποιήσει το πείραμα, αφού δεν μπορεί και δεν θα μπορέσει ποτέ να κατασκευάσει ο άνθρωπος όργανα αντίστοιχα προς τη βαθύτατη και λεπτότατη αυτή δομή της πραγματικότητος. Εργάζεται δε μόνο θεωρητικά, με βάσι τη μαθηματική λογική και τις ενέργειες, που εκπέμπουν τα άτομα, όπως κάμνει περίπου και η θεολογία, η οποία διαπιστώνει τις ενέργειες του θεού στη διαμόρφωσι της προσωπικότητος του πιστεύοντος. Εξ άλλου τα προβλήματα της μαθηματικής λογικής τόσο ως προς την πρακτική εφαρμογή της, όσο και ως προς την ανάπτυξι της μη ευκλειδείου γεωμετρίας και των αντιμαθηματικών εν γένει, με τα οποία σχετικοποιείται η ακρίβεια της, είναι πλέον ευρύτερα γνωστά.
2.-Σπουδαία σημασία για το περί θεού ερώτημα έχει η αναθεώρησις και και των περί πειράματος αντιλήψεων στο χώρο των φυσικών επιστημών. Παλαιότερα ίσχυε βασικά το αξίωμα ότι, ό,τι δεν αποδεικνύεται πειραματικώς, τούτο και δεν υπάρχει. Το αξίωμα αυτό στηριζόταν στην περί πραγματικότητας αντίληψι της υλιστικής φιλοσοφίας των νεωτέρων χρόνων, η οποία πραγματικότης είναι, κατ' αυτήν, μόνο αισθητή και εμπειρική. Επάνω δε στο αξίωμα αυτό στηριζόταν και η αθεΐα, η οποία προσπαθούσε να καταρρίψει την πίστι στην ύπαρξι του θεού με επιστημονικά δεδομένα, θέσις της αθεΐας ήταν: ο θεός δεν υπάρχει, διότι δεν αποδεικνύεται εμπειρικώς και πειραματικώς. Έτσι η αθεΐα, με το να εκφράζει την επίσημη επιστημονική άποψι, πέτυχε να γίνει και το μόνο «πιστεύω», που αρμόζει σε πραγματικούς επιστήμονας. Και σήμερα ακόμη υπάρχει κάποια δυσπιστία εκ μέρους της ευρείας μάζας των επιστημόνων ως προς την σοβαρότητα ενός επιστήμονος, ο οποίος θα ομολογούσε ότι πιστεύει στο θεό. Η αθεΐα ταυτίστηκε σχεδόν με την επιστήμη και η επιστήμη με την αθεΐα κατά τους νεωτέρους χρόνους. Αιτία όμως δεν υπήρξε η επιστημονικότης της επιστήμης, αλλά η αντίθεη και αντιθρησκευτική υλιστική φιλοσοφία, της οποίας τις θεωρίες υιοθέτησε και η φυσική επιστήμη ως δικά της επιστημονικά πορίσματα.
Όπως είπαμε όμως και πάρα πάνω, κατά τις τελευταίες δεκαετίες του αιώνος μας η Φυσική κατέληξε σε βασικές αναθεωρήσεις ως προς την περί πραγματικότητος αντίληψί της, οι όποιες είχαν σαν αποτέλεσμα να σχετικοποιηθεί και να περιορισθεί και η σημασία, που αποδιδόταν παλαιότερα στο πείραμα. Το πείραμα, ως ελέχθη, δεν ισχύει βασικά για το βάθος του πραγματικού, αφού ο άνθρωπος ποτέ δεν θα μπορέσει, να κατασκευάσει αντίστοιχα όργανα προς τη λεπτότατη σύστασι της ύλης. Ακόμη: το πείραμα, προκειμένου για το μικρόκοσμο κυρίως, επιφέρει αλλαγές και αλλοιώσεις πάνω στο αντικείμενο, επί του οποίου γίνεται, σύμφωνα με το νόμο του Einstein , κατά τον o ποίο όλες οι φυσικές ενέργειες είναι ενέργειες αμοιβαιότητος. Ενεργεί το Α επί του Β, τότε ενεργεί και το Β επί του Α». Κατά συνέπεια και οι γνώσεις, που αποκτάμε με το πείραμα, φθάνουν σε μας σχετικά αλλοιωμένες. Τέλος υπάρχουν πραγματικότητες κοινώς αποδεκτές σήμερα από τους επιστήμονας, όπως π.χ. ο αιθέρας, τις οποίες όμως το πείραμα δεν μπορεί να επισημάνει. Ως γνωστό, κατά το νόμο του Einstein , του οποίου όλοι έχουμε πείρα στη σύγχρονη ζωή μας με τα αεροπορικά ταξίδια, κανένα πειραματικό όργανο, που βρίσκεται μέσα σ' ένα κινούμενο σώμα, π.χ. αεροπλάνο, πύραυλο κλπ., το οποίο σώμα κινείται σε ευθεία γραμμή και πάντα με την ίδια ταχύτητα, δεν μπορεί να συλλάβει, αν το σώμα τούτο κινείται ή αν είναι σταθερό και ακίνητο σαν να είναι κρεμασμένο κάπου στο διάστημα. Η γη κινείται, ως γνωστό, με την ιλιγγιώδη ταχύτητα των 12.000 χιλιομέτρων περίπου την ώρα· και όμως κανένα πειραματικό όργανο επάνω στον πλανήτη μας δεν μπορεί να συλλάβει την κίνησί της αυτή. Αντίθετα την κυκλική γύρω απ' τον εαυτό της κίνησι επισημαίνουν τα πειραματικά όργανα.
Τα πάρα πάνω έχουν μεγάλη σημασία όσον αφορά στο ερώτημα περί της υπάρξεως του θεού και της πίστεως στο θεό. Όπως προαναφέραμε, η αθεΐα δούλεψε παλαιότερα πολύ με τη βοήθεια της επιστήμης για να καταρρίψει την πίστι στην ύπαρξι του θεού. Ο θεός, κατ' αυτήν, δεν υπάρχει, αφού δεν εμπίπτει στο χώρο της εμπειρικής πραγματικότητος και δεν αποδεικνύεται πειραματικώς. Έτσι η αθεΐα προσπαθούσε, και τα κατάφερε εν πολλοίς, να παρουσιάσει την πίστι στο θεό σαν πεποίθησι μη επιστημονική και παράλογη. Αλλά τα πράγματα από άποψι της φυσικής επιστήμης άλλαξαν· η φυσική, με βάσι τα σύγχρονα δεδομένα της, τροποποίησε το παλαιότερο αξίωμά της: ό,τι δεν αποδεικνύεται πειραματικώς, τούτο και δεν υπάρχει», ως εξής: «ό,τι δεν αποδεικνύεται πειραματικώς, δεν σημαίνει ότι και δεν υπάρχει». Κατά την άποψι της σύγχρονης επιστήμης αποτελεί αναχρονισμό και συγχρόνως παραλογισμό να ισχυρίζεται κανείς, ότι ο θεός δεν υπάρχει, διότι δεν αποδεικνύεται πειραματικώς και εμπειρικώς. Σύμφωνα με τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, θα έπρεπε, λοιπόν, να τροποποιήσει και η αθεΐα τη θέσι της και να μεταβάλει, αν μη τι άλλο, την άρνησί της σε αμφιβολία, με το σκεπτικό: ότι ο θεός δεν αποδεικνύεται πειραματικώς και επιστημονικώς, δεν σημαίνει ότι και δεν υπάρχει. ’λλως, η εμμονή της αθεΐας στην απόρριψι της υπάρξεως του θεού, για λόγους επιστημονικούς, μεταβάλλει αυτήν σ' ένα αναχρονιστικό δογματισμό.
3 .-Εκεί όμως, που επήλθε πραγματική επανάστασις στο χώρο της φυσικής επιστήμης, είναι η κατάρριψις του νόμου της αιτιοκρατίας, ο οποίος ίσχυε επί αιώνες ως αδιασάλευτο επιστημονικό πόρισμα. Κατά το νόμο αυτό, τα πάντα προσδιορίζονται στο κοσμικό σύμπαν και γίγνεσθαι από προδιαγραφόμενους νόμους. Τίποτε δεν συμβαίνει τυχαίως ή εκτάκτως· τα πάντα διέπει μια αδιάσπαστη αλυσίδα αιτίων και αιτιατών. Εάν δε θα μπορούσαμε να γνωρίσομε τους νόμους αυτούς, που διέπουν το φυσικό γίγνεσθαι, θα μπορούσαμε να προδιαγράψομε με ασφάλεια και τη μελλοντική πορεία και εξέλιξι αυτού. Ο νόμος αυτός της αιτιότητος κατάφερε καίριο πλήγμα κατά της παρουσίας του θεού στον κόσμο και της δυνατότητος επενέργειας του θαύματος. Διότι και αν ακόμη υπάρχει θεός, η ύπαρξίς του δεν έχει καμιά σημασία για τον κόσμο και τη ζωή μας, αφού στον κόσμο συμβαίνουν όλα σε μια αδιάσπαστη και αναπόδραστη αιτιώδη συνάφεια, η οποία καθιστά αδύνατη κάθε ενέργεια και κάθε επίδρασι του θεού στη ζωή μας. Με το δόγμα της αιτιοκρατίας ο θεός έγινε μέσα στον κόσμο άνεργος, και το θαύμα απερρίφθη ως μύθος.
’λλα κατά την κλασσική φράσι του μεγάλου Η eisenberg η θεωρία της αιτιοκρατίας «κατερρίφθη τελεσίδικα» απ' τη σύγχρονη πυρηνική φυσική, με τις έρευνες ιδίως των Bohr, Born, Heisenberg, Pauli, Jordan, Dirac, Neumann κλπ. Ο νόμος της αιτιότητος ισχύει κυρίως για το μακρόκοσμο και ως «οριακό σύμπτωμα» ενός άλλου νόμου, του νόμου του απροσδιορίστου, που κυριαρχεί στο μικρόκοσμο. Ο Jordan παρομοιάζει το νόμο της αιτιότητος σαν ένα «στρώμα πάγου στην επιφάνεια μιας λίμνης, της οποίας όμως το βάθος είναι εντελώς διαφορετικό και άγνωστο». Στο μικρόκοσμο, δηλ. στο βάθος του πραγματικού, κυριαρχεί ο νόμος του απροσδιορίστου, η λεγομένη «στατιστική» νομοτέλεια. Ένα ραδιοάτομο π.χ. παραμένει αναλλοίωτα «υγιές» μέχρι τη στιγμή που αιφνιδίως καταστρέφεται. Κανένας νόμος δεν προσδιορίζει το χρόνο της καταστροφής του. Το ίδιο ισχύει και στον κόσμο των ζωντανών οργανισμών. Τα πειράματα απέδειξαν ότι τα βακτηρίδια, η κατωτάτη και απλουστάτη μορφή της ζωντανής πραγματικότητος, στις διάφορες ακτινοσκοπήσεις που τους γίνονται, αντιδρούν όχι ενιαίως και σταθερώς, αλλά με τελείως ασταθή και απροσδιόριστο τρόπο: άλλα μεν πολλαπλασιάζονται και αυξάνονται, και άλλα φονεύονται, τα οποία πάλιν μπορούν, με ωρισμένες χημικές πλύσεις και υπό ωρισμένες συνθήκες, να ξαναζωντανέψουν. Και εδώ, λοιπόν, κυριαρχεί, όπως και στα βαθιά στρώματα της αψύχου ύλης, ο νόμος του απροσδιορίστου, ο λεγόμενος «όλα ή τίποτε νόμος». Συνεπώς: ίσχυε στην παλαιότερη Φυσική το αξίωμα: Natura non facit saltus , δηλ. η φύσις δεν κάνει πηδήματα, ισχύει τώρα στη σύγχρονη Φυσική το εντελώς αντίθετο: Ν atura facit saltus δηλ. η φύσις κάνει πηδήματα.
Η κατάρριψις του νόμου της αιτιότητος επέφερε μεγάλες ανακατατάξεις όχι μόνο στο χώρο της Φυσικής και των άλλων θετικών επιστημών, αλλά και ως προς τη σχέσι αυτών με τη θεολογία και τη θρησκεία εν γένει. Απεδείχθη δηλ. ότι δεν υπάρχει πραγματική αντίθεσις μεταξύ επιστήμης και θρησκείας, και ότι η εχθρότης της επιστήμης κατά της πίστεως στο θεό προερχόταν βασικά από θεωρίες της υλιστικής και αθεϊστικής φιλοσοφίας των νεωτέρων χρόνων, τις όποιες είχε υιοθετήσει και η επιστήμη ως δικές της θεωρίες. Σ' όλους μας είναι γνωστό ότι η μηχανική θεωρία της αιτιότητος προέρχεται απ' τη φιλοσοφία του Descartes . Κατ' αυτό τον τρόπο όμως αφέθηκε εκ μέρους της επιστήμης ελεύθερος και πάλιν ο χώρος του κόσμου για την παρουσία του θεού και την επενέργεια του εκτάκτου και του θαύματος. Ο άνθρωπος ελπίζει και πάλιν ότι τα αδύνατα, -ανίατες αρρώστιες, αποτυχίες στη ζωή και δυστυχία-, μπορούν να γίνουν δυνατά: να ξαναβρεί την υγεία του, να ξαναευτυχήσει κλπ. Σήμερα κανένας επιστήμων δεν μπορεί ν' απορρίψει την ύπαρξι και την παρουσία του θεού στον κόσμο και στη ζωή μας για καθαρά επιστημονικούς λόγους. Η αθεΐα ως απόρριψις του θεού είναι πίστις και δεν έχει καμιά διαφορά απ' την πίστι που παραδέχεται την ύπαρξι του θεού· προέρχεται δηλ. από προσωπικούς και υποκειμενικούς λόγους, και όχι από αντικειμενικούς και επιστημονικούς. Αντίθετα: η πίστις, με το να αφήνει ανοικτό το ερώτημα περί της υπάρξεως του θεού, βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια απ' την αθεΐα, που απορρίπτει και αποκλείει εκ των προτέρων την ύπαρξι του θεού, χωρίς όμως και να μπορεί ν' αποδείξει, αν υπάρχει ή όντως δεν υπάρχει ο θεός.
4.-Αλλά η παρουσίασις του παρόντος θέματος θα ήταν ατελής, εάν δεν γινόταν μια, έστω και σύντομη, αναφορά στην αρχή της Komplementarität με την οποία εργάζεται σήμερα η φυσική επιστήμη. Την αρχή της Κ. εισήγαγε στο χώρο της πυρηνικής φυσικής, από το 1927, ο Δανός Νiels Bohr, ένας απ' τους μεγαλύτερους φυσικούς όλων των αιώνων είχε δε πει για την αρχή αυτή ο άλλος περίφημος φυσικός Ρ. Jordan ότι αποτελεί «την πιο βαθιά γνώσι της Φυσικής, από τότε που υπάρχει ιστορικά».
Κατά την αρχή της Κ. τα φαινόμενα του μικρόκοσμου, δηλ. των βαθυτάτων και λεπτότατων στρωμάτων της ανόργανου και οργανικής ύλης, παρουσιάζουν κατά την εφαρμογή των διαφόρων πειράματος διάφορες όψεις, ιδιότητες ή αντιδράσεις, οι οποίες εκ πρώτης όψεως φαίνονται αντιθετικές και δεν συμβιβάζονται μεταξύ των, όπως π.χ., προκειμένου περί του φωτός, τούτο εμφανίζεται στα διάφορα πειράματα άλλοτε να είναι μόρια ή φωτοκύτταρα και άλλοτε κύματα, ποτέ δε και τα δύο μαζί. Το πρόβλημα τούτο, το οποίο βασάνιζε για πολύ καιρό τους επιστήμονας, είναι στη βάσι του φαινομενικό, αφού κατ' ουσίαν, όπως είπαμε και πάρα πάνω, ποτέ δεν εξαντικειμενικεύεται τελείως ο φυσικός κόσμος, αλλ' αφήνει να έρχονται εις φως και στην επιφάνεια τέτοιες μόνο ιδιότητες του, οι οποίες είναι αντίστοιχες με το είδος του πειράματος, που εφαρμόζεται πάνω σ' αυτόν. Ποτέ δεν ξεύρομε, πως είναι ο φυσικός κόσμος αντικειμενικά και καθ' αυτόν. Ξεύρομε μόνο, πως ούτος παρουσιάζεται σε μας με τα διάφορα πειράματα, που εφαρμόζομε πάνω σ' αυτόν. Οι ερχόμενες εις φως ιδιότητες του μικρόκοσμου είναι, μεν πραγματικές και αληθινές, συγχρόνως όμως είναι αντίστοιχες και ανάλογες με το είδος των διαφόρων δικών μας πειραμάτων. Η γνώσις δηλ., που έχομε για το φυσικό κόσμο, δεν είναι καθαρά αντικειμενική, άλλα αντικειμενικο-υποκειμενική, ήτοι γνώσις του κόσμου, εξαρτημένη και προσδιοριζόμενη από μας και τις δικές μας πειραματικές έρευνες και παρατηρήσεις.
Τα διάφορα πειράματα, που εφαρμόζαμε πάνω σ' ένα φυσικό αντικείμενο, φέρουν στο προσκήνιο μια ή και μερικές μόνο απ' τις πολλές ιδιότητες και όψεις, που έχει το αντικείμενο αυτό. Και συνεπώς, για να γνωρίσομε το υπό πειραματική έρευνα αντικείμενο, όσο το δυνατό πληρέστερα, πρέπει να φέρομε σε σχέσι και συνάφεια όλες τις ιδιότητες και όψεις του αντικειμένου τούτου, τις όποιες αποκτούμε με τα πειράματα. Οι όψεις όμως και ιδιότητες αυτές, καίτοι είναι όψεις και ιδιότητες του αυτού αντικειμένου, έρχονται μετά διάφορα πειράματα στην επιφάνεια αντιθετικά· γι αυτό και δεν αφήνονται να συμβιβασθούν και να εναρμονισθούν σε μια ανώτερη λογική ενότητα, κατά το πνεύμα της αριστοτελικής λογικής και φυσικής. Η γνώσις δηλ. του υπό έρευνα αντικειμένου είναι δυνατή μόνο με την αλληλοσυμπλήρωσι των φαινομενικά αλληλοαναιρούμενων όψεων και ιδιοτήτω ν αυτού δε πρέπει όμως και να μπαίνομε στον πειρασμό μιας λογικής εναρμονίσεως αυτών. Μόνο κατ' αυτόν τον τρόπο πλησιάζαμε προς την αλήθεια του ερευνωμένου αντικειμένου, χωρίς όμως και να μπορούμε ποτέ να φθάσομε στην πλήρη κατάληψι αυτού. Αυτή είναι περίπου η αρχή της Κ., που εφαρμόζεται σήμερα σε ευρεία έκτασι στο χώρο της φυσικής επιστήμης προς έρευνα του μικρόκοσμου, αλλά και σε όλες σχεδόν τις άλλες φυσικές -και τελευταία και θεωρητικές- επιστήμες, όπως π.χ. στη Βιολογία, στη Ραδιο-Αστρονομία κλπ. Οι Ρ auli και Jordan επεξέτειναν την αρχή της Κ. και επί της Ψυχολογίας, κυρίως στην παραδοξότητα της αντιθετικής σχέσεως μεταξύ της αιτιότητος όλων των ψυχικών φαινομένων και του απροσδιορίστου της ηθικής ελευθερίας, και εν συνδυασμώ με την περίφημη θεωρία του Freud περί υποσυνειδήτου και απωθημένων, ενώ o Weizäcker προσπάθησε να εφαρμόσει την αρχή της Κ. επί της λογικής, της οποίας όλη η υποδομή είναι το μη λογικό και το παράλογο της ανθρώπινης υπάρξεως.
Με τα παραπάνω, θα μπορούσαμε να καταλήξομε στα ακόλουθα, προκειμένου περί της πραγματικότητας, συμπεράσματα: 1. Η πραγματικότης ποτέ δεν εξαντικειμενικεύεται απολύτως, δηλ. ποτέ δεν γνωρίζεται αντικειμενικά και καθ' αυτήν, πως είναι. 2. Η πραγματικότης γνωρίζεται μόνο εν σχέσει προς ημάς, δηλ. γνωρίζομε περί της πραγματικότητος μόνο ό,τι έρχεται απ' αυτήν εις φως και στην επιφάνεια με τις διάφορες πειραματικές παρατηρήσεις, που κάνομε πάνω σ' αυτήν. 3. Οι ιδιότητες των ερευνούμενων αντικειμένων έρχονται αντιθετικά εις φως, αποκλείουσαι η μία την άλλη, ήτοι, όταν προσπαθούμε να γνωρίσομε την κίνησι του ηλεκτρονίου, χάνομε τον τόπον αυτού, και αντιστρόφως· ή το φως παρουσιάζεται στα πειράματα πότε ως μόρια και πότε ως κύματα, ποτέ όμως και τα δύο μαζί. Και 4. για μια κατά το δυνατό πλήρη γνώσι του αντικειμένου χρειάζεται να συνυπολογίσομε όλες τις αποκτηθείσες δια του πειράματος όψεις και ιδιότητες αυτού, χωρίς όμως και να μπορούμε να εναρμονίσομε λογικώς αυτές, διότι, όπως είπαμε, έρχονται εις φως αντιθετικώς και ως αλληλοαναιρούμενες.
Ίσως φανεί κάπως παράξενο, αλλά την αρχή αυτή της Κ. εφήρμοζε ανέκαθεν η θεολογία στο έργο της, -ένα γεγονός, το οποίο επικαλείται και αναγνωρίζει και ο ίδιος ο Βohr , ο κύριος εφευρέτης της Κ. στο χώρο της πυρηνικής φυσικής. Η θεολογία εξεφράζετο ανέκαθεν περί του θεού με παράδοξες προτάσεις, οι οποίες φαίνονται για την κοινή λογική παράλογες και μη επιστημονικές. Ενώ δηλ. για την κοινή λογική ο θεός είναι «ή-ή»: ένας ή τριαδικός, αγάπη ή δικαιοσύνη, υπερβατικός και ακατάληπτος ή κοσμικός και προσιτός, παρών ή απών κλπ., για τη θεολογία ο θεός είναι «και-και»: δηλ. μονάδα και τριάδα, αγάπη και δικαιοσύνη, υπερβατικός-ακατάληπτος και κοσμικός καταληπτός, απών και παρών κλπ. Αντίστοιχα με το είναι αυτό του θεού εφάρμοζε η θεολογία για τη γνώσι αυτού μια διπλή μέθοδο, την λεγομένη αποφατική-καταφατική, της οποίας το ένα μέρος φαίνεται ότι αναιρεί το άλλο. Η μέθοδος αυτή, η οποία βλέπει το ναι μέσα στο όχι και το όχι μέσα στο ναι, φαίνεται, όπως είπαμε, ν' αντιστοιχεί προς το είναι του θεού, όπως εκφράζεται στην αποκάλυψί του, όπου ο παντοδύναμος θεός αποκαλύπτεται ως αδύνατος, με το να σταυρώνεται και να θανατώνεται απ' τους αδυνάτους ανθρώπους· ο δίκαιος θεός αποκαλύπτεται ως άδικος, με το να τιμωρεί πάνω στο σταυρό ένα αθώο και να συγχωρεί τους αμαρτωλούς και ενόχους· ο πάνσοφος θεός φανερώνεται ως άσοφος, για την ανθρώπινη λογική, με το να διαλέγει ένα τόσο φρικτό δρόμο για τη σωτηρία των ανθρώπων: το δρόμο της θυσίας και του σταυρού του Υιού του κλπ.
Η «διαλεκτική» αυτή δομή, ως ενότης στην αντιθετικότητα και στην ποικιλία, προσδιορίζει, όπως φαίνεται, και όλη την κοσμική πραγματικότητα, σε όλα τα στρώματα της. Έτσι ο γνωστός φυσικός Ε rwin Schr ö dinger (1887-1961, 1933 Βραβείο Νόμπελ) διετύπωσε την παράδοξη θεωρία ότι η φυσική πραγματικότης είναι Wellenpakete , δηλ. όχι ουσία και κάτι το σταθερό, όπως φαίνεται, αλλά κύματα και ενέργεια· ενώ ο διάσημος άγγλος αστρονόμος Α rthur Stanley Eddington (1882-1944) προχωρεί ακόμη πιο πέρα, όταν λέγει ότι η πραγματικότης στο βάθος της είναι όχι υλική, αλλά «πνευματικο-υλική» ( mind - stuff ). Το συμπέρασμα όλων των ανωτέρω είναι ότι σήμερα, όπως δείχνουν τα τελευταία επιστημονικά πορίσματα, υπάρχει μεγάλη προσέγγισις μεταξύ θεολογίας και των υπολοίπων επιστημών - ακόμη και των θετικών - όσον αφορά τόσο στην κατανόησι της πραγματικότητος όσο και στις μεθόδους και τους τρόπους ερεύνης και προσεγγίσεως αυτής.
5.-Όχι όμως μόνο οι έρευνες της Φυσικής, αλλά και πολλών άλλων επιστημών αφήνουν πλέον ανοικτό το περί θεού ερώτημα. Ιδίως τα σύγχρονα πορίσματα της Αστρονομίας οδηγούν σε αναθεώρησι πολλών παλαιών της θεωριών, οι οποίες εστρέφοντο κατά της πίστεως στην ύπαρξι του θεού. Βασική αντίληψις της παλαιοτέρας Αστρονομίας ήτο ότι το σύμπαν είναι άπειρο και αιώνιο. Την άποψι αυτή επεκαλεΐτο και η αθεΐα για να στηρίξει επιστημονικώς τις δικές της θέσεις και ν' αποκλείσει κάθε σκέψι περί υπάρξεως του θεού. Αλλά οι περί σύμπαντος αυτές θεωρίες εκλονίσθησαν τελευταία σοβαρώς από επιστημονικής πλευράς, πολλοί δε επιστήμονες δεν πιστεύουν πλέον ότι ο κόσμος είναι άπειρος και αιώνιος. Πολλές βάσιμες ενδείξεις συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι το σύμπαν είναι πεπερασμένο, και ακόμη ότι έχει αρχή χρονική: κανένα ουράνιο σώμα δεν είναι παλαιότερο των 12 δισεκατομμυρίων ετών.
Βέβαια οι νέες αυτές περί του σύμπαντος θεωρίες δεν έχουν απόλυτα επαληθευθεί και δεν γίνονται αποδεκτές απ' όλους τους ειδικούς επιστήμονας. Σημασία όμως έχει εδώ για μας το γεγονός ότι οι παλαιές θεωρίες της Αστρονομίας, που εθεωρούντο σαν αδιάσειστα επιστημονικά δεδομένα, εκλονίσθησαν τελεσιδίκως και αμφισβητούνται πλέον από σοβαρούς επιστήμονας, τα δε νέα πορίσματα της Αστρονομίας, που εργάζεται με πολύ πιο τελειοποιημένα όργανα απ' το παρελθόν, προσεγγίζουν μάλλον προς τις περί κόσμου αντιλήψεις της Αγίας Γραφής. Ως γνωστό, οι θεωρίες ότι ο κόσμος είναι άπειρος και αιώνιος είναι φιλοσοφικής και όχι επιστημονικής προελεύσεως, προερχόμενες κυρίως απ' το φιλόσοφο της Αναγεννήσεως Giordano Bruno (1548-1600), ο οποίος για τις πεποιθήσεις του αυτές κάηκε πάνω στη φωτιά απ' την Ιερή Εξέτασι της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας.
Με βάσι τα όσα ελέχθησαν πάρα πάνω, θα μπορούσαμε συμπερασματικά να συνοψίσομε την αλλαγή σκέψεως, δια της όποιας διήλθε η επιστήμη του αιώνος μας εν συγκρίσει με παλαιότερες εποχές, στα ακόλουθα σημεία:
α) «Οι φυσικοί επιστήμονες έμαθαν την αμαρτία», είχε πει κάποτε ο γνωστός κοινωνιολόγος Franz Oppenheimer (1864- 1943). Η συνείδησις αυτή της αμαρτωλότητος εκ μέρους τής επιστήμης θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως ριζική αυτοκριτική, ως συναίσθησις των ανθρωπίνων ορίων και ως σχετικότης πάσης γνώσεως. Δεν υπάρχει αντικειμενική έρευνα και γνώσις σε καμιά επιστήμη, αλλά μόνο αντικειμενικο-υποκειμενική, έρευνα δηλ. και γνώσις προσδιοριζόμενη απ' το άτομο του ερευνητού και τα πειράματα του. Ο λόγος αυτός όμως δεν εμποδίζει την επιστήμη να κάνει πραγματικά βήματα προόδου στους τομείς, με τους οποίους ασχολείται αυτή.
β) Η αλλαγή τής επιστημονικής σκέψεως όσον αφορά την περί προόδου αντίληψι. Μέχρι και προ τίνος η πρόοδος και η απεριόριστη ανάπτυξις των ανθρωπίνων δυνατοτήτων και δυνάμεων εθεωρούντο σαν κάτι μόνον το θετικό. Τα τελευταία όμως χρόνια γίνεται πλέον συνειδητό ότι απεριόριστη ανάπτυξις και πρόοδος μπορεί να σημαίνει και καταστροφή για την ανθρωπότητα· γι αυτό και ακούονται από παντού κηρύγματα περί «λιτότητος», αυτοσυγκρατήσεως, και περιορισμού υπερβάσεων. Τι άλλο σημαίνει αυτό, αν όχι το χριστιανικό κήρυγμα περί μετανοίας ως αλλαγής σκέψεως και συναισθήσεως των επιτρεπομένων ορίων. Ο άνθρωπος μπορεί να πράξει πολλά· δεν επιτρέπεται όμως και να τα πράττει όλα, όσα μπορεί. Το «εωσφορικό» στοιχείο, να πράττει ο άνθρωπος πέρα απ' ό,τι του επιτρέπεται, υπήρξε η αιτία πτώσεως όχι μόνο του Αδάμ, του Ιούδα και των ανθρώπων του πύργου της Βαβέλ, αλλά και της συγχρόνου ανθρωπότητος. Μνεία των τεραστίων προβλημάτων και των κρίσεων, που προκάλεσε ό άνθρωπος, με την αλόγιστη και εγωιστική χρήσι των αγαθών και των πηγών ενεργείας του φυσικού του περιβάλλοντος, αλλά και με την υπέρβασι και κατάχρησι των δικών του δυνατοτήτων και δυνάμεων, με τη βοήθεια και της επιστημο-τεχνικής προόδου, έγινε ήδη στην αρχή της παρούσης μελέτης.
γ) Η επιστήμη εγκατέλειψε, εν πολλοίς, το πρόσχημα της ουδετερότητος, που επεκαλείτο για την έρευνά της, και άρχισε να συνειδητοποιεί πιο έντονα την ευθύνη, που έχει, για τις πρακτικές επιπτώσεις και τους κινδύνους, που εγκυμονεί η έρευνα και τα πορίσματα της. «Αναζητούσαμε τους νόμους του πυρήνος των ατόμων και καταλήξαμε να φτιάξομε την ατομική βόμβα», λέγει ο Weizs ä cker . Και συνεχίζει: ο χριστιανός έχει χρέος και δικαιούται «να ερωτά το φυσικό επιστήμονα, αν αυτό πού κάνει στον κόσμο δεν είναι ίσως αντικειμενικά εγκληματικό, έστω και αν η υποκειμενική του πρόθεσις δεν είναι κακή». Σκοπός της επιστήμης είναι να βελτιώσει τη ζωή του ανθρώπου· γι αυτό και δεν μπορεί να μένει αδιάφορη ως προς το ποιος και πως χρησιμοποιεί τα δεδομένα της....,
δ) Η επιστήμη, με τη συνειδητοποίηση του τελικά απροσίτου και ακατάληπτου της κοσμικής πραγματικότητος, απέκτησε συνείδησι και του μυστηρίου, που περιβάλλει τη ζωή και τον κόσμο μας. Η περί φυσικής αποκαλύψεως χριστιανική διδασκαλία βρίσκει σήμερα έδαφος και στο χώρο της φυσικής επιστήμης. Είπαμε πάρα πάνω, ότι δεν υπάρχουν νόμοι κατ' ουσίαν, ή καλύτερα νόμοι σταθεροί, επαναλαμβανόμενοι και αιώνιοι, αλλ' ότι οι νόμοι είναι προσωρινές σταθερές μορφές στην εξελικτική πορεία του σύμπαντος. Ποιος μας λέγει τότε ότι «πίσω» απ' αυτό το αδιάκοπο κοσμικό γίγνεσθαι και τη ρευστότητα του δεν «κρύπτεται» ένα αιώνιο πνεύμα, το οποίο κρατεί τα πάντα («παντοκράτωρ»); Ήδη η Γραφή μας λέγει σαφώς ότι «ο ων», δηλ. ο μόνος πιστός και σταθερός, ο μόνος, που μένει, σε αντίθεσι με όλα τα πράγματα του κόσμου, που παρέρχονται, είναι ο θεός. Παρ' όλον ότι ο Einstein δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως θεϊστής, με τη στενή του όρου έννοια, αναφέρει ότι «στο σύμπαν αποκαλύπτεται, μια τόσο υπέροχη λογική, προς την οποία συγκρινόμενη η ανθρώπινη λογική δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά μηδαμινό αποσκίασμα». Οι σκέψεις αυτές, συνδυαζόμενες και με τα συναφή φαινόμενα του απροσδιορίστου του φυσικού κόσμου και της ικανότητος αυτού να αυτορυθμίζεται, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι όχι μόνο ο άνθρωπος, αλλά και η φύσις έχει προσω πικό βάθος.
Καμιά επιστήμη, λοιπόν, δεν είναι απόλυτη και καμιάς επιστήμης τα πορίσματα και οι γνώσεις δεν είναι απόλυτα ακριβείς και αντικειμενικές, διότι και ό άνθρωπος δεν είναι απόλυτος και το αντικείμενο ερεύνης όλων των επιστημών είναι στο βάθος του απρόσιτο και ανέφικτο. Ούτε η Φυσική, που ασχολείται με την ερευνά της ανόργανου ύλης, ούτε η Βιολογία, που ασχολείται με τους ζωντανούς οργανισμούς και με το φαινόμενο της ζωής, ούτε η Ανθρωπολογία, η Ιατρική και η Ψυχολογία, που ασχολούνται με τον άνθρωπο, ούτε η Αστρονομία, που ζητεί να γνωρίσει το σύμπαν, αλλά ούτε και οι υπόλοιπες επιστήμες, που ασχολούνται με τις διάφορες πτυχές τής κοσμικής πραγματικότητος, γνωρίζουν τελικά και στο βάθος του το αντικείμενο, το οποίο ερευνούν, και το οποίο είναι σχεδόν εξ ίσου απρόσιτο, όπως ο θεός, το αντικείμενο τής θεολογίας. Όλες οι επιστήμες, και όχι μόνο η θεολογία, συλλαμβάνουν τελικά τις ενέργειες και τα «φαινόμενα» των αντικειμένων τους, ποτέ όμως αυτό τούτο το αντικείμενο, όπως είναι καθ' αυτή και στην πραγματικότητα.
Την μεταξύ θρησκείας και επιστήμης αντίθεσι προκάλεσε κατά τους νεωτέρους χρόνους η αθεϊστική και υλιστική φιλοσοφία, της οποίας τις θεωρίες είχε για μεγάλο χρονικό διάστημα υιοθετήσει, χωρίς όμως επιστημονική επαλήθευσι, και η Φυσική, για να τις καταρρίψει και να τις απορρίψει η ίδια κατά την περίοδο κυρίως του 20ου αιώνος ως μη επιστημονικές. Μεταξύ επιστήμης και θεολογίας δεν υπάρχει κατ' ουσίαν αντίθεσις: η επιστήμη ερευνά το μερικό και αποδίδει μεγάλη σημασία στο αντικειμενικό· η Θεολογία, με αφετηρία και κέντρο το θεό, ως την τα πάντα προσδιορίζουσα δύναμι και πραγματικότητα, ζητεί να δει και να φέρει τον άνθρωπο σαν όλο σε σχέσι προς τον κόσμο σαν όλο και προς τις ποικίλες συνάφειες του. Διότι μόνο οποίος ανυψώνει την επί μέρους πραγματικότητα και τους επί μέρους σκοπούς τής ζωής, σε συνάφεια προς τον ολικό και τελικό σκοπό της δικής του ζωής και ολοκλήρου του κόσμου, γνωρίζει σωστά τον κόσμο και ζει συνειδητά, δηλ. κινείται προς το θεό, ο οποίος είναι η «υπόθεσι», για να μιλήσομε πλατωνικά, η συνισταμένη και η συγκεφαλαίωσις των πάντων. Επιστήμη και θεολογία φαίνονται εκ πρώτης όψεως ότι αλληλοσυγκρούονται και αλληλοαναιρούνται, στην ουσία όμως αλληλοσυμπληρώνονται: η επιστήμη δίδει στη θεολογία, ως ελέχθη, το συγκεκριμένο και το αντικειμενικό, ενώ ή θεολογία δίδει στην επιστήμη μια συνολική θεώρησι της κοσμικής πραγματικότητος και στις υποκειμενικές της απηχήσεις. Και εδώ, λοιπόν, στο θέμα της σχέσεως μεταξύ Θεολογίας και επιστήμης, Ισχύει η αρχή της Komplementarität γι αυτό και είναι αναγκαίος o διάλογος προς αλληλοσυμπλήρωσι, όχι μόνο για τη θεολογία, αλλά και για την επιστήμη. Απ' την επιστήμη δεν περιμένει και δεν απαιτεί η θεολογία να μεταβληθεί σε απολογητική υπέρ της θρησκείας, διότι ο θεός δεν εμπίπτει στα άμεσα ενδιαφέροντα της. Απαιτεί όμως απ' την επιστήμη να μη ζει με προκαταλήψεις κατά της πίστεως στο θεό και να μη γίνεται ιδεολογικό όργανο της αθεΐας. Διότι η αθεΐα, τελικά, δεν στρέφεται εναντίον του θεού, αλλ' εναντίον του ανθρώπου, του οποίου παραγνωρίζει και διαστρέφει τις βασικές δομές και δυνάμεις. Κρείνω την παρούσα μελέτη με μια υπέροχη διαπίστωση του Ρ. Jordan, ο όποιος λέγει: «όλα τα εμπόδια, όλα τα τείχη, που είχε ανυψώσει η παλαιοτέρα φυσική επιστήμη στο δρόμο προς τη θρησκεία, δεν υπάρχουν πλέον σήμερα».

ΕΡΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ






ΕΡΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Π. Β. Πάσχος
Ὅ,τι νά πεῖ καί νά γράψει κανείς γιά τούς ἀγῶνες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου μέ τούς ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας, τούς αἱρετικούς - ἰδιαίτερα τούς ὀπαδούς τοῦ Ἀρειανισμοῦ - δέν θά μπορέσει νά ζωγραφίσει τό θάρρος, τήν τόλμη, τό ζῆλο, τήν αὐτοθυσία, τήν ἀδαμάντινη καί ἀκατανίκητη ἀγωνιστικότητά του. Ἔμεινε παροιμιώδης ἡ ἀπάντηση πού ἔδωκε στόν Ἔπαρχο Μόδεστο, ὅταν ἐκεῖνος, κατ' ἐντολή τοῦ Οὐάλεντος, ἐπίεζε τόν ἅγιο νά ὑποχωρήσει στά δογματικά, γιά νά ἡσυχάσει τάχατες ἡ Ἐκκλησία. Στή θαρραλέα καί κοφτερήν ἄρνηση τοῦ Ἁγίου ὁ Μόδεστος ταράχτηκε καί τοῦ λέγει, πώς κανείς ἐπίσκοπος δέν τοῦ μίλησε ποτέ ἔτσι. Τότε ὁ Ἅγιος τοῦ ἀπαντᾶ: "Γιατί δέν βρῆκες, φαίνεται, στό δρόμο σου ἀληθινό ἐπίσκοπο"! (Νά μιά ἀπάντηση, πού πρέπει νά διδάσκει πολλά πάντοτε τούς ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας μας). Ὁ Μόδεστος, βέβαια, δέν ὑποχωρεῖ. Δοκιμάζει μέ τίς ἀπειλές τῶν μαρτυρίων νά λυγίσει τόν Ἅγιο, πού ἀπτότητος, τοῦ ἀπαντᾶ μ' αὐτά τά λόγια: "Πῦρ καί ξίφος καί θῆρες καί οἱ τάς σάρκας τέμνοντες ὄνυχες, τρυφή μᾶλλον ἡμῖν εἰσιν ἤ κατάπληξις. Πρός τοῦτο ὕβριζε, ἀπείλει, ποίει πᾶν ὅ,τι οὖν ἄν ᾖ βουλομένῳ σοι, τῆς ἐξουσίας ἀπόλαυε. Ἀκουέτω τοῦτο καί βασιλεύς, ὡς ἡμᾶς γε οὐχ αἱρήσεις, οὐδέ πείσεις συνθέσθαι τῇ ἀσεβείᾳ κἄν ἀπειλῇς χαλεπώτερα". Τό ἴδιο θάρρος ἔδειξε καί πρός τόν ἴδιο τόν αὐτοκράτορα, πού νικήθηκε μπρός στή φλογερή πίστη καί στήν ὀρθοδοξία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.
Ὁ Μέγας Βασίλειος δέν ἔβλεπε μόνο τίς πνευματικές ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου του. Ἡ φτωχολογιά ἦταν ἡ πρώτη καί ἡ παντοτινή φροντίδα του. Ἡ καρδιά του πονοῦσε στόν πόνο τοῦ φτωχοῦ, τοῦ ἀρρώστου, τοῦ ὀρφανοῦ, τῆς χήρας, τῶν γερόντων, τῶν ἀποκλήρων. Αὐτός ὁ πόνος του γιά τήν πάσχουσα φτωχολογιά, ἔδωκε τήν περίφημη "Βασιλειάδα", ὅπου εὕρισκε κανείς πλούσια τήν ἀγάπη καί τή φιλανθρωπία, μέσα σέ πτωχοκομεῖα, νοσηλευτήρια, ξενῶνες, γηροκομεῖα, ὀρφανοτροφεῖα, κι ὅ,τι ἄλλο χρειάζεται γιά ν' ἀνακουφισθεῖ ὁ πόνος τοῦ ἀνθρώπου.

Η Θεολογία και το συναίσθημα

Η Θεολογία και το συναίσθημα
Κωνστ. Ε. Παπαπέτρου, Θεολογία ΛΘ,
Αθήνα 1968, σελ. 241-245
Υπάρχει μία γενική τάσις να θεωρήται η θρησκεία ως συναίσθημα και η θεολογία ως διανοητική ενέργεια του πιστεύοντος ανθρώπου. «Το συναίσθημα της απολύτου εξαρτήσεως» («das schlechthinnige Abhängigkeitsgefühl») εκ του Θεού, ως το ωνόμασε χαρακτηριστικός ο μέγας θεολόγος του συναισθήματος, ο Schleiermacher (1), διέπει βασικώς την θρησκευτικήν ζωήν και ως εκ τούτου εθεωρήθη ως αποτελούν την ουσίαν πάσης θρησκείας και κατ' εξοχήν της χριστιανικής.
Εις την ιστορίαν της γερμανικής θεολογίας τον όρον «συναίσθημα» («Gefühl») διεδέχθη δια της «φιλοσοφίας της ζωής» (« Lebensphilosophie ») ο όρος βίωμα («Ε rlebnis »). Παρ ' ημίν, αφ' ότου ο αείμνηστος Νικόλαος Λούβαρις, η ευγενής εκείνη φυσιογνωμία της νεοελληνικής θεολογίας, εισήγαγε και αβιάστως επέβαλε τον όρον βίωμα(2), μεταφράζων ούτω τον αντίστοιχον γερμανικόν όρον, η θρησκεία θεωρείται γενικώς ως βίωμα. Επειδή μάλιστα το περιεχόμενον του όρου τούτου φαίνεται ότι ικανοποιεί ωρισμένας ευσεβιστικάς τάσεις της νεοελληνικής θρησκευτικότητος, πολλοί εκ των παρ ' ημίν θρησκευόμενων λογίων εθεώρησαν τον όρον τούτον ως σημαίνοντα επιτυχώς την πατερικήν αντίληψιν περί της σχέσεως του άνθρωπου προς τον Θεόν. Εντεύθεν και εδημιουργήθησαν διάφοροι εκφράσεις με συνθετικόν στοιχείον την λέξιν ταύτην, ως «το θρησκευτικόν βίωμα», «βιωματικός» κ.λ.π., εν τη πεποιθήσει πάντοτε, ότι κατ' αυτόν τον τρόπον προσφέρεται υπηρεσία εις την αυθεντικήν παράδοσιν της Εκκλησίας.
Είναι πάντως γεγονός, ότι οι Πατέρες αγνοούν τους όρους τούτους. Βεβαίως η απουσία μιας ωρισμένης λέξεως εκ του πατερικού γλωσσικού θησαυρού δεν καθιστά eo ipso την λέξιν ταύτην κατ' αρχήν θεολογικώς άχρηστον. Οσονδήποτε πλούσια και αν είναι η γλώσσα του παρελθόντος, αύτη δεν δύναται να πληροί απάσας τας γλωσσικάς ανάγκας του παρόντος και του μέλλοντος.
Εφ ' όσον η αυτοσυνειδησία του ανθρώπου εξελίσσεται, είναι προφανές, ότι και η θεολογία «έχει ιστορίαν » και ότι η θεολογική ορολογία αναποφεύκτως θα πλουτίζεται εκάστοτε και δια νέων στοιχείων. Δια τον λόγον τούτον και ο όρος βίωμα, όπως και πας άλλος όρος, δύναται κατ' αρχήν να χρησιμοποιήται θεολογικώς, ασχέτως του αν αγνοήται υπό των Πατέρων, υπό την απαραίτητον όμως προϋπόθεσιν, ότι θα σημαίνη νοηματικόν περιεχόμενον (« suppositum ») σύμφωνον οπωσδήποτε προς την καθόλου ορθόδοξον παράδοσιν της Εκκλησίας.
Ενταύθα είναι ανάγκη να τονισθή με πάσαν κατηγορηματικότητα, ότι η ορθοδοξία της Εκκλησίας δεν συνίσταται απλώς εις εν σύνολον στερεοτύπων όρων και εκφράσεων. Ορθοδοξία είναι η δια της ορθοδόξου «γλώσσης» αναφορά του ανθρώπου εις το ορθόδοξον «νόημα» το δια της γλώσσης ταύτης σημαινόμενον, και περαιτέρω η δια του ορθοδόξου «νοήματος» αναφορά εις την σώζουσαν Αποκάλυψιν του Θεού. Επομένως ορθοδοξία είναι η δια της γλώσσης και του νοήματος αναγωγή του όλου ανθρώπου εις τον Θεόν, η κοινωνία Αυτού.
Εκ τούτων γίνεται σαφές, ότι το πρόβλημα, αν η θρησκεία είναι συναίσθημα ή βίωμα, δεν είναι πρόβλημα περί την λέξιν, αλλά περί το θεολογικόν περιεχόμενον των όρων τούτων. Δεν υπάρχουν ορθόδοξοι λέξεις καθ' εαυτάς, αλλ ' υπάρχουν ορθόδοξα νοήματα, τα οποία και προσδίδουν τον ορθόδοξον χαρακτήρα εις τας χρησιμοποιουμένας λέξεις. Μία λέξις καθίσταται ορθόδοξος, όταν το υπ' αυτής σημαινόμενον νοηματικόν περιεχόμενον είναι ορθόδοξον. Τουναντίον μία λέξις, χρησιμοποιηθείσα προς δήλωσιν ορθοδόξου νοηματικού περιεχομένου και εντεύθεν καταστάσα όρος της ορθοδόξου θεολογίας, παύει αυτομάτως να είναι ορθόδοξος, όταν χρησιμοποιηθη υπό διάφορον, μη ορθόδοξον έννοιαν. Ορθόδοξος είναι η έννοια εκείνη, η οποία και αποτελεί το γεγονός της κοινωνίας του Θεού, το γεγονός δηλ. της κατανοήσεως, της καταλήψεως, της προσοικειώσεως Αυτού, τ.ε. της σωτηρίας του ανθρώπου. Αντιθέτως μη ορθόδοξος έννοια (ή μη ορθόδοξον νόημα) είναι το γεγονός, κατά το όποιον ο άνθρωπος δεν κατανοεί τον Θεόν, τ.ε. δεν σώζεται. Ορθοδοξία είναι το γεγονός της σωτηρίας του ανθρώπου.
Το γεγονός τούτο αποτελεί και την «αληθή θρησκείαν » ("vera religio") του ανθρώπου. Αληθής θρησκεία είναι η αναφορά του ανθρώπου εις τον Θεόν, η κοινωνία Αυτού· είναι η οικείωσις της θείας Αποκαλύψεως, η προσήκουσα απάντησις του ανθρώπου εις την θείαν κλήσιν.
Εις τον Πλάτωνα ευρίσκομεν την διδασκαλίαν περί των τριών «ειδών» της ψυχής (του «λογιστικού», του «επιθυμητού» και του «θυμοειδούς» (3), δεν είναι δε σήμερον ασυνήθης η (οπωσδήποτε πολλά προβλήματα ενέχουσα) διαίρεσις της πνευματικής ζωής του ανθρώπου εις την στενώς νοουμένην νόησιν, την βούλησιν και το συναίσθημα. Επί τη βάσει των διακρίσεων τούτων (4) δύναται τις να είπη, ότι το συναίσθημα είναι εν μέρος της πνευματικής ζωής του ανθρώπου και μάλιστα («το θυμοειδές» δια τον Πλάτωνα) όχι και το σπουδαιότερον. Εάν λοιπόν η «θρησκεία» είναι συναίσθημα, τούτο θα σημαίνη, ότι αυτή είναι μία επί μέρους λειτουργία της ψυχικής ζωής του ανθρώπου. Εν τοιαύτη περιπτώσει η θρησκεία ή θα είναι εν επί μέρους συναίσθημα, υπάρχον παραλλήλως προς άλλα συναισθήματα επηρεάζον αυτά και επηρεαζόμενον υπ' αυτών, ή θα συμπίπτη αύτη το πολύ με ολόκληρον την συναισθηματικήν ζωήν του ανθρώπου, οπότε και πάλιν θα παραμένη εν μόνον μέρος της όλης ζωής του ανθρώπου ως ανθρώπου.
Συγχρόνως τίθενται μεταξύ άλλων και τα εξής ερωτήματα: Εάν η θρησκεία εκληφθή ως περιοριζόμενη μόνον εις το συναίσθημα, τότε ποία είναι η σχέσις αυτής προς την νόησιν και την βούλησιν ; Οφείλουν η νόησις, η ηγεμονική αρχή του ανθρώπου, και η βούλησις αυτού να εκλείψουν ή να υποταγούν εις το (θρησκευτικόν) συναίσθημα; Και διατί τοιαύτη βασιλική μεταχείρισις του συναισθήματος; Είναι η σωτηρία του ανθρώπου μόνον ή κατ'εξοχήν συναισθηματικόν γεγονός; Πως τίθεται το ζήτημα της σωτηρίας δια τους ανθρώπους εκείνους, οι οποίοι εκ φύσεως έχουν ηυξημένην νόησιν ή βούλησιν, αλλά μειωμένην συναισθηματικότητα; Σώζονται μόνον, ή τουλάχιστον κατ' εξοχήν, εκείνοι, οι οποίοι εξεταζόμενοι με την μέθοδον της «φαινομενολογίας της θρησκείας» παρουσιάζονται ως έχοντες μεν έντονον συναισθηματικήν θρησκευτικότητα, αλλά νοήματα δια την Δογματικήν απαράδεκτα και βούλησιν ηθικώς διεστραμμένην ;
Είναι ίσως εντεύθεν προφανές, ότι η θεώρησις της θρησκείας ως συναισθήματος οδηγεί την δογματικήν σκέψιν ad absurdum. Η «αληθής θρησκεία» των μαθητών του Χριστού δεν είναι μόνον συναίσθημα, αλλ ' είναι και νόησις και βούλησις, εάν δεχθώμεν, ότι δια των τριών τούτων όρων δηλούται η όλη ζωή του ανθρώπου ως ανθρώπου. Αληθής θρησκεία είναι η αυθεντική ζωή του ανθρώπου εις όλον το πλάτος και το βάθος της αυθεντικότητας της.
Ευρύτερον οπωσδήποτε περιεχόμενον εν σχέσει προς το δια του όρου «συναίσθημα» σημαινόμενον εκφράζει ο όρος «βίωμα». Το βίωμα ως γεγονός ζωής έχει μεν και συναισθηματικόν χαρακτήρα, περιλαμβάνει όμως μετ ' αυτού εις ενότητα κατά το μάλλον ή ήττον και τα λοιπά στοιχεία τα αποτελούντα την ανθρωπίνην ζωήν εν συνόλω. Εφ ' όσον όμως εις τον όρον «βίωμα» αποδίδεται πολλάκις συναισθηματικόν κυρίως περιεχόμενον, οφείλομεν ενταύθα να τονίσωμεν, ότι η κοινωνία του Θεού, όπως δεν είναι μονομερώς διανοητικόν γεγονός, ούτω και δεν είναι γεγονός μονομερώς συναισθηματικόν. Δια της διαπιστώσεως ταύτης μένει βεβαίως ανοικτόν το πρόβλημα, αν η κοινωνία αυτή του Θεού, δηλ. η αληθής θρησκεία, έχει κυρίως συναισθηματικόν, λογικόν, βουλητικόν ή οιονδήποτε άλλον χαρακτήρα.
Εάν λοιπόν η αληθής θρησκεία οπωσδήποτε δεν είναι μόνον συναίσθημα, ερωτάται περαιτέρω, τι είναι εν τοιαύτη περιπτώσει η θεολογία. Ελέχθη ήδη εις την αρχήν, ότι είναι διαδεδομένη η τάσις να θεωρήται η θεολογία ως λογική επίδοσις του πιστεύοντος ανθρώπου. Συχνάκις ορίζεται η θεολογία ως «η επιστημονική αυτοσυνειδησία της πίστεως». (Δια τον Schleiermacher η θεολογία είναι «εκκλησιαστική επιστήμη» (5).
Παραμερίζοντες ενταύθα το ζήτημα, αν η θεολογία είναι επιστήμη, είμεθα υποχρεωμένοι να υπογραμμίσωμεν εν πρώτοις το γεγονός, ότι η θεολογία δεν δύναται να είναι μία μονομερώς λογική ενέργεια του ανθρώπου. Η ετυμολογική παραγωγή και η χριστιανική ιστορία της λέξεως ταύτης δεν αφήνουν ίσως ουδεμίαν αμφιβολίαν, ότι η θεολογία είναι η κατανόησις του αποκαλυπτομένου Θεού, η γνώσις Αυτού. Κατ' αρχήν η κατανόησις (« Vesterhen ») καθ' εαυτήν δεν είναι γεγονός μονομερώς « λογικόν »· είναι καθολική αναφορά του κατανοούντος υποκειμένου εις το προς κατανόησιν αντικείμενον. Δια τούτο και δεν είναι μόνον «λογική», αλλ ' είναι εν ταύτω και συναίσθημα (« Gefühl ») και ενόρασις (« intuition ») και εσωτερική προσέγγισις («Ε infühlung ») κ.λ.π. Χωρίς δυσκολίαν μάλιστα θα ηδύνατό τις να διαπίστωση και βουλητικά στοιχεία εις το γεγονός της κατανοήσεως. Εάν λοιπόν είναι γεγονός, ότι η κατανόησις γενικώς δεν είναι εν μονομερώς λογικόν φαινόμενον, είναι τουλάχιστον εξ ίσου αληθές, ότι και η κατανόησις του Θεού, η θεολογία, δεν περιορίζεται μόνον εις την στενώς νοουμένην λογικήν του ανθρώπου. Του Θεού δεν κοινωνεί μόνον η λογική του ανθρώπου, αλλ ' ο όλος άνθρωπος, ο άνθρωπος ως όλον. ’λλωστε είναι γνωστόν, ότι αι αναγνωριζόμεναι ως πηγαί της Αποκαλύψεως δεν απευθύνονται μόνον εις την στενώς νοουμένην « νόησιν » του ανθρώπου, όπως και δεν απαιτούν εξ αυτού μόνον την προσφοράν της «νοήσεως». Η Αποκάλυψις του Θεού απευθύνεται ως Ευαγγέλιον εις ολόκληρον τον άνθρωπον και απαιτεί ως νόμος την προσφοράν ολοκλήρου του ανθρώπου εις τον Θεόν.
Η θεολογία ως η προσοικείωσις της Αποκαλύψεως εκτείνεται εις όλον το βάθος και το πλάτος του τον Θεόν κατανοούντος ανθρώπου. Θεολογία είναι η συνάντησις του Θεού, η πίστις εις Αυτόν. Η θεολογία, η (αληθής!) θρησκεία και η γνήσια πίστις είναι κατ' ουσίαν εν και το αυτό γεγονός. Ούτε η θρησκεία είναι μόνον συναίσθημα, ούτε η θεολογία μόνον διανόησις, ούτε η πίστις μόνον εκδήλωσις απλοϊκότητος και αφέλειας (6). Η αληθής θρησκεία, η άξια του ονόματος της θεολογία και η συνειδητή πίστις είναι αυτό τούτο το γεγονός της σωτηρίας του ανθρώπου, δηλ. το γεγονός της ορθοδοξίας. Το γεγονός τούτο συμπίπτει με την επιτέλεσιν της αυθεντικότητος του ανθρώπου, με την θέωσιν αυτού. Εφ ' όσον το συναίσθημα είναι μία επί μέρους λειτουργία της ζωής του ανθρώπου ως ανθρώπου, καθίσταται προφανές, ότι η θεολογία είναι και συναίσθημα, όπως είναι και νόησις και βούλησις και ενόρασις και «βίωμα» και πράξις και ήθος και αγιότης κ.ο.κ. Η θεολογία περιλαμβάνει και την αυθεντικήν συναισθηματικήν ζωήν του ανθρώπου, όπως περιλαμβάνει και τας λοιπάς αυθεντικάς λειτουργίας της ζωής αυτού, συμπίπτουσα ούτω κατ' ουσίαν με την όλην ζωήν του ανθρώπου ως ανθρώπου, με την θρησκείαν, την ηθικήν, την σωτηρίαν, την ορθοδοξίαν αυτού.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Die Christliche Glaube nach den Grundsätzen der evangelischen Kirche im Zusammenhang dargestellt, 2. Ü berb. Ausg. Halle 1830, σ. 145 κ. αλλ. Εις τους περίφημους λόγους του «προς τους περιφρονητάς της θρησκείας» ο Schleiermacher λέγει περί της θρησκείας, ότι «η ουσία αυτής δεν είναι ούτε νόησις, ούτε πράξις, αλλά θεωρία και συναίσθημα» (Über die Religion, Reden an die Gebildeten unter ihren Verächtern, εκδ.», Ο tto, 3. Α ufl. Göttingen 1913, σ. 26).
2. Βλ. Μ. Σιώτου, Νικόλαος Ι. Λούβαρις, Εν Αθήναις 1965, σ. 73.
3. Πλάτων : «... τό μέν ᾧ λογίζεται λογιστικόν προσαγορεύοντες τῆς ψυχῆς, το δε ᾧ ἐρᾶ τε και πεινῇ και διψῇ καί περί τάς ἄλλας ἐπιθυμίας ἐπτοήται ἀλόγιστον τε καί ἐπιθυμητικόν, πληρώσεών τινων καί ἡδονῶν ἑταῖρον » (Πολιτεία Δ 439 d). « Οὐκοῦν τῷ μέν λογιστικῷ ἄρχειν προσήκει, σοφῷ ὄντι καί ἔχοντι τήν ὑπέρ ἁπάσης τῆς ψυχῆς προμήθειαν, τῷ δέ θυμοειδεῖ ὑπηκόῳ καί ξυμμάχω τούτου; Πάνυ γε » (αυτόθι Δ 441 e). « Καί τούτω δε οὕτω τραφέντε καί ὡς ἀληθῶς τά αὑτῶν μαθόντε καί παιδευθέντε προστήσεσθον τοῦ ἐπιθυμητικοῦ, ὅ δη πλεῖστον τῆς ψυχῆς ἐν ἑκάστῳ ἐστί καί χρημάτων φύσει ἁπληστότατον » (αυτόθι Δ 442 a). Πρβλ. Τιμ. 77 b.
4. Ενταύθα δεν εξετάζεται ειδικώς η σχέσις των διακρίσεων τούτων προς αλλήλας, φαίνεται όμως, ότι η σχέσις αυτή, εν αντιθέσει μάλιστα προς ό,τι συνήθως νομίζεται, δεν είναι ταυτότης. Ούτως ενώ η βούλησις είναι έλλογος ενέργεια του ανθρώπου (πρβλ. την ετυμολογικήν συγγένειαν βούλομαι - βουλεύομαι, ως και την σχολαστικήν αρχήν « hihil volitum, nisi praecognitum »), το πλατωνικόν « επιθυμητικόν » είναι « αλόγιστον ». Ομοίως και ο πλατωνικός όρος «το θυμοειδές» δεν φαίνεται να εκφράζη τον όλον συναισθηματικόν κόσμον του ανθρώπου.
5. Βλ. Τ. Rendtorff, Kirche und Theologie. Die systematische Funktion des Kirchenbegriffs in der neueren Theologie, Gütersloh 1966, σ. 139 εξ.
6. Ρ. Τ illich : «Η πίστις ως έκφρασις του όλου προσώπου ασφαλώς περιλαμβάνει και συναισθηματικά στοιχεία, αλλά δεν αποτελείται μόνον εξ αυτών. ’πασαι αι πλευραί της θεωρίας και της πράξεως είναι παρούσαι εις το γεγονός της πίστεως...» (Systematische Theologie, Bd III Stuttgart 1966, σ. 157).

ΣΥΜΒΑΤΙΚΗ Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ






ΣΥΜΒΑΤΙΚΗ Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
Στ. Παπαδόπουλος
Ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος τοῦ πιστοῦ εἶναι ἡ ἀπόγνωση καί ἡ ἀποθάρρυνση, πού κυριαρχεῖ στό πνεῦμα του, ὅταν διαπιστώνει ὅτι ἐνίοτε ἤ συχνά ὑποκύπτει στά πάθη, ζεῖ ἁμαρτάνοντας καί ἀδυνατεῖ ν' ἀντισταθεῖ στούς πειρασμούς. Ὁ Χρυσόστομος, παρακολουθώντας τήν κοσμοπολίτικη κοινωνία τῆς ἀχαλίνωτης ἠθικά Ἀντιόχειας, γνώριζε ὅτι ἡ ἀπόγνωση σημαίνει πλήρη νίκη τοῦ διαβόλου, διότι ὁδηγεῖ τόν πιστό σέ παραίτηση ἀπό τόν πνευματικό ἀγώνα καί τελικά σέ ἀπομάκρυνση ἀπό τήν Ἐκκλησία. Γι' αὐτό γινόταν ἀπόλυτος κι ἐξηγοῦσε ὅτι ὁ Θεός ζητάει κυρίως ἀπό τόν ἄνθρωπο νά μήν καταληφθεῖ ἀπό τήν ἀπόγνωση. Ἦταν τόσο προσγειωμένος καί εἶχε τόσο ρεαλισμό στήν σκέψη του, ὥστε δέν συζητοῦσε γιά ἁγνότητα ἤ θεοπτικές καταστάσεις, ἀλλά προσπαθοῦσε νά πείσει τούς ἀνθρώπους νά βροῦν τό θάρρος, νά ὑπερβοῦν τήν ἀπόγνωση καί τήν ντροπή μέ τήν ἐξομολόγηση.
"...ἕν μόνον ἐπιζητεῖ (=ὁ Θεός) παρ' ἡμῶν· μή ἀπογνῶναι, ἀλλά ἀποστῆναι τοῦ πλημμελήματος καί πρός ἐξομολόγησιν ἐπειχθῆναι. Κἄν τοῦτο ποιήσωμεν, ταχεῖαν ἡμῖν τήν συγχώρησιν ἐπαγγέλλεται" (Εἰς τόν πλούσιον καί εἰς τόν Λάζαρον, Ζ´2: PG 48,1047).
"Ἵνα τοίνυν καί ἡμεῖς τῆς παρ' αὐτοῦ φιλανθρωπίας ἀπολαύσωμεν, ἐξομολογεῖσθαι τά ἑαυτῶν ἁμαρτήματα μή ἐπαισχυνώμεθα· μεγάλη γάρ τῆς ἐξομολογήσεως ἡ ἰσχύς καί πολλή ταύτης ἡ δύναμις" (Εἰς τόν Σταυρόν, Β´33: PG 49,413).
Ἡ ὁμολογία τῶν ἁμαρτημάτων, ἡ ἐξομολόγηση, ἀποτελεῖ ὅρο καθοριστικό γιά τήν ἀπέραντη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ.
"Οὐδέν γάρ οὕτω τόν Θεόν ἵλεων ποιεῖ, ὡς τό τά οἰκεῖα ὁμολογεῖν ἁμαρτήματα" (Εἰς τόν ΡΗ´ Ψαλμόν 7: PG 55,438).

Οἱ ὅροι ἐξομολόγησις καί ὁμολογία ἐναλλάσσονται, ἀλλά δηλώνουν τήν ἴδια πράξη καί διαδικασία, πού προϋποθέτει ὀδυνηρή μετάνοια, μεταστροφή καί ἀλλαγή φρονήματος, διαθέσεως καί πορείας πνευματικῆς. Ἡ μετάνοια εἶναι ἀληθινή καί ριζική, ὅταν ὁ ἄνθρωπος θρηνεῖ, ὀδύρεται καί ὁμολογεῖ αὐτήν μέ δάκρυα. Ὅταν δηλαδή ἐξομολογεῖται μέ τόν πόθο καί τήν ἀπόφαση νά ζήσει πλέον διαφορετικά, γεγονός πού ἀπαιτεῖ συνεχή πνευματικό ἀγώνα, νήψη καί ἄσκηση. Ἔτσι γίνεται ἡ κάθαρση καί ἡ ἀπαλλαγή ἀπό τά παραπτώματα, πού στεροῦν τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν κοινωνία μέ τόν Θεό.

Η Πέτρα του Αποστόλου Πέτρου

Η Πέτρα του Αποστόλου Πέτρου
Παν. Μπούμη
(Συμβολή εις την ερμηνείαν του χωρίου Ματθ. 16,18),
Θεολογία ΝΑ , 1980, σελ. 146-157
Τα χωρία της Αγ. Γραφής επί των οποίων συνήθως οι Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι στηρίζουν το πρωτείο της εξουσίας του Πάπα ως διαδόχου του Απ. Πέτρου, είναι τα ακόλουθα: Ματθ. 16,13-19, Λουκ. 22,32 και Ιω. 21,15-17 (1) . Εκ τούτων ημείς εις την παρούσαν μικράν μελέτην, ακολουθούντες την «συνοπτικήν διαδικασίαν» κατά κανονικήν μεθοδολογίαν, θα ασχοληθώμεν κυρίως με το χωρίον 16, 18 (2) της ως άνω περικοπής (16,13-19) του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου (3) . Η περικοπή άλλως τε αύτη προεβλήθη ως αφετηρία του πολιτεύματος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και των περί πρωτείου απαιτήσεων του Πάπα. Επί του εν λόγω δε στίχου ως βάσεως κατά πρώτον και κύριον λόγον θεμελιούν οι Δυτικοί την άποψίν των περί της ιδιαιτέρας θέσεως και εξουσίας του Απ. Πέτρου εν τη Εκκλησία. Εις τον στίχον, λοιπόν, τούτον ο Κύριος απευθυνόμενος προς τον Πέτρον λέγει:
« Κἀγώ δε σοι λέγω ὅτι σύ εἶ ὁ Πέτρος, καί ἐπί ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τήν ἐκκλησίαν, καί πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς».
Οι αντιτιθέμενοι όμως εις τας περί πρωτείου απόψεις της Ρώμης ισχυρίζονται, ότι δεν εννοεί εις το ανωτέρω χωρίον ο Κύριος τον Πέτρον ως την πέτρα της όλης οικοδομής της Εκκλησίας, αλλά την ομολογίαν του Πέτρου, τ. ε. τον Κ. Η. Ι. Χριστόν, τον οποίον προ ολίγου είχε ομολογήσει ούτος, απαντών εις την ερώτησιν, την οποίαν υπέβαλεν ο Κύριος προς τους μαθητάς Του: « Ὑμεῖς δε τίνα μέ λέγετε εἶναι;» (Ματθ. 16, 15). Η ομολογία δε αύτη του Πέτρου ήτο η εξής: «Σύ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (στιχ. 16).
Και η μεν διαφωνία μεταξύ των αντιθέτων παρατάξεων έχει εν συνόψει ούτω (4) . Θα επιχειρήσωμεν όμως ενταύθα, τη βοηθείᾳ και άλλων χωρίων της Αγ. Γραφής, να ίδωμεν τον ανωτέρω στίχον υπό νέον πρίσμα. Να ερευνήσωμεν δηλ. μήπως και αι δύο μερίδαι έχουν δίκαιον, ή τουλάχιστον, μήπως συναντώνται εις τι σημείον, πράγμα το οποίον, νομίζομεν, θα βοηθήση εις την ανεύρεσιν του πραγματικού ή έστω του πληρεστέρου νοήματος του υπόψη στίχου.
 
Α. Πέτρα ο Ιησούς Χριστός
Εν πρώτοις, την ερμηνείαν, ότι η υπό του Κυρίου ονομαζομένη «Πέτρα» είναι η εις «Χριστόν, ὡς υἱόν τοῦ Θεοῦ τοῦ ζώντος» ομολογία ή μάλλον αυτός ούτος ο Ιησούς Χριστός, δεν δυνάμεθα να την αποκλείσωμεν. Αυτή αύτη η διατύπωσις του χωρίου επιτρέπει τοιαύτην τινά εκδοχήν. Το χωρίον, ως γνωστόν, έχει: «Κἀγώ δε σοί λέγω ὅτι σύ εἶ Πέτρος, καί ἐπί ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τήν ἐκκλησίαν». Η τοιαύτη δηλονότι αλλαγή του όρου (Πέτρος-Πέτρα) εις τας δύο προτάσεις, εν συνδυασμώ και προς την ύπαρξιν της προηγουμένης ομολογίας «Σύ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος», όχι μόνον παρέχει δυνατότητα, αλλά δίδει και αφορμήν, μας παρακινεί, να αποδώσωμεν την ανωτέρω μνημονευομένην ερμηνείαν εις το χωρίον τούτο.
Αλλ' ας ίδωμεν τα πράγματα και αναλυτικώτερον: Λέγομεν, ότι παρέχεται η δυνατότης να προσδώσωμεν εις το εν λόγω χωρίον και την ερμηνείαν αυτήν, διότι εκτός του ανωτέρου λόγου πολύ περισσότερον συντρέχει το γεγονός, ότι ο θεόπνευστος συγγραφεύς χρησιμοποιεί τον σύνδεσμον «και» και όχι το αντιθετικό μόριον «δε». Λέγει δε, μετά μεγάλης, μάλιστα προσοχής και ουχί άνευ αποχρώντος λόγου : «σύ εἶ Πέτρος, καί ἐπί ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τήν Ἐκκλησίαν». Η τοιαύτη δηλαδή διακριτική χρησιμοποίησις του και (5) δεν μας υποχρεώνει να περιορισθώμεν εις μιαν μόνον ερμηνείαν, εις μια μόνον συγκεκριμένην πέτραν. Μόνον εάν έλεγεν «ἐπί ταύτῃ δε τῇ Πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τήν Ἐκκλησίαν», θα ήμεθα υποχρεωμένοι να νοήσωμεν μια συγκεκριμένη πέτραν, και επομένως να δεχθώμεν μια ερμηνείαν. Τώρα όμως ουδείς και ουδέν μας εξαναγκάζει να τονίσωμεν το «ταύτῃ τῆ πέτρᾳ», ώστε να υποχρεώσωμεν, να δεσμεύσωμεν εαυτούς να δεχθώμεν μόνον μιας αποκλειστικώς ερμηνείαν. Αντιθέτως, είμεθα ελεύθεροι να αποδώσωμεν την αρμόζουσαν θέσιν και δύναμιν εις το και της προτάσεως.
Τούτο σημαίνει, ότι και εις την περίπτωσιν κατά την οποίαν υιοθετήσωμεν μια άλλην άποψιν, π.χ. ότι το «Πέτρα» αναφέρεται εις τον Πέτρον, πάλιν δεν απεκλείετο και η ανωτέρω ερμηνεία. Ακόμη και εάν το κείμενον έλεγε «καί ἐπί σέ Πέτρε ὡς Πέτραν θά οἰκοδομήσω τήν Ἐκκλησίαν μου». Ο σύνδεσμος και δεν δίνει αποκλειστικότητα εις την Πέτρα του Πέτρου. Με το να είναι ο Πέτρος Πέτρα δεν αποκλείεται να υπάρχουν και άλλαι πέτραι.
Την τοιαύτην δυνατότητα, ή άλλως ειπείν την τοιαύτην λειτουργίαν (6) του και ενισχύει και η εν συνεχεία πρότασις του χωρίου, «καί πύλαι ἄδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς (= τῆς Ἐκκλησίας)». Και την ενισχύει, διότι, νομίζομεν, ουδείς θα ισχυρισθή ότι η πρότασις αύτη διακηρύσσει, ότι μόνον αι πύλαι του άδου δεν θα κατισχύσουν της Εκκλησίας. Αντιθέτως, εννοεί προφανώς, ότι εκτός όλων των άλλων τυχόν εχθρών και αυταί ακόμη αι πύλαι του άδου (τ.ε. «οἱ θανάσιμοι κίνδυνοι» (7) ή «ὁ θάνατος καί αἱ ὠργανωμέναι δυνάμεις τοῦ κακοῦ» (8) ) δεν θα κατισχύσουν της Εκκλησίας. Επομένως έχομεν δυνατότητα να δεχθώμεν την ανωτέρω ερμηνείαν.
Κατόπιν τούτου ερχώμεθα εις το θέμα της αφορμής, η οποία μας ωθεί να δεχθώμεν την άποψιν, ότι η Πέτρα είναι η εις Χριστόν ομολογία ή μάλλον αυτός ούτος ο Ιησούς Χριστός. Τοιαύτην αφορμήν εκτός της αλλαγής του όρου και μεταβάσεως από το Πέτρος εις το Πέτρα μας δίδουν και άλλα χωρία της Αγ. Γραφής, τα οποία αποδίδουν αυτόν τον χαρακτηρισμόν εις τον Ιησούν Χριστόν. Κατ' αυτό δεν τον τρόπον συγχρόνως, τ. ε. δι' αυτής της ερμηνείας, εναρμονίζεται το χωρίον τούτο, του Ματθ. 16, 18, άριστα και προς εκείνα.
Ούτως εις την προς Ρωμ. 9, 33 επιστολήν έχομεν το προφητικόν χωρίον εκ του Ησαίου (28, 16 και 8, 14), όπερ λέγει περί του Ιησού Χριστού: « Ἰδού τίθημι ἐν Σιών λίθον προσκόμματος καί πέτραν σκανδάλου, καί ὁ πιστεύων ἐπ' αὐτῷ οὐ καταισχυνθήσεται». Η άποψις αυτή ενισχύεται περισσότερον εκ του χωρίου της Α΄προς Κορινθίους επιστολής του Αποστόλου Παύλου, όστις λέγει: «Οὐ θέλω γάρ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, ὅτι οἱ πατέρες ἡμῶν...ἔπινον ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης πέτρας, ἡ πέτρα δέ ἦν ὁ Χριστός» (10, 1-4). Το χωρίον τούτο δηλοί συγκεκριμένως ότι ο Χριστός ήτο η Πέτρα η πνευματική. Ο όρος δηλ. πέτρα χρησιμοποιείται σαφώς περί του Χριστού στην Αγ. Γραφή. Ωσαύτως και ο Απ. Πέτρος εις την Α΄ Καθολικήν αυτού επιστολήν επαναλαμβάνει: «Διότι περιέχει ἐν γραφῇ · ἰδοῦ τίθημι ἐν Σιών (9) λίθον ἐκλεκτόν, ἀκρογωνιαῖον, ἔντιμον, καί ὁ πιστεύων ἐπ' αὐτῷ οὐ μή καταισχυνθῇ. Ὑμῖν οὖν ἡ τιμή τοῖς πιστεύουσιν· ἀπιστοῦσιν δε λίθος ὅν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγεννήθη εἰς κεφαλήν γωνίας καί λίθος προσκόμματος καί πέτρα σκανδάλου» (Α΄ Πετρ. 2,6-8). Υπό την έννοιαν ταύτην, του Χριστού ως του κατ' εξοχήν ακρογωνιαίου θεμελίου λίθου, ομιλεί και ο Απ. Παύλος αλλαχού, λέγων προς τους Χριστιανούς: «...Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε. Κατά τήν χάριν τοῦ Θεοῦ τήν δοθεῖσάν μοι ὡς σοφός ἀρχιτέκτων θεμέλιον ἔθηκα, ἄλλος δε ἐποικοδομεῖ. Ἕκαστος δε βλεπέτω πῶς ἐποικοδομεῖ. Θεμέλιον γάρ ἄλλον οὐδείς δύναται θεῖναι παρά τόν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός» (10) (Α΄ Κορ. 3,9-11).
Η άποψις, ότι θεμέλιος πέτρα είναι ο Ιησούς Χριστός ενισχύεται εμμέσως και εξ άλλων χωρίων της Αγ. Γραφής, όπου ως πέτρα χαρακτηρίζονται οι λόγοι του Κυρίου, το Ευαγγέλιον. Υποστηρίζομεν δε ότι ενισχύεται, διότι, όταν λέγομεν λόγον του Κυρίου, εννοούμεν λόγον του Θεού, όπερ σημαίνει και τον Ιησούν Χριστόν, τον ενανθρωπήσαντα Λόγον του Θεού, όπως και το αντίθετον (11) . Η αρχή αυτή επικυρούταν και δι' άλλων χωρίων, αλλά κυρίως, νομίζομεν, δια του Ιωάννου 8,25, όπου ο Κύριος, απαντών εις την ερώτησιν των Ιουδαίων «σύ τίς εἶ», είπε εκείνην την περίφημον φράσιν: «Τήν ἀρχήν ὅ,τι καί λαλῶ ὑμῖν», όπερ μεθερμηνεύεται: « Κατ' ἀρχάς (ή και όλως γενικώς) (12) ὅτι καί λαλῶ ὑμῖν». Ήτοι « είναι ό,τι και σας λέγω, ό,τι σας διδάσκω». Το χωρίον τούτο του Ιωάννου χρησιμοποιούμεν ενταύθα, όχι μόνον διότι νομίζομεν ότι είναι μια θεμελιώδης αρχή, εν βασικό αξίωμα περί του τι είναι ο Χριστός, αλλά και διότι τα περιστατικά (πρόβλημα και πρόσωπα) αυτού είναι σχεδόν τα αυτά με τα περιστατικά της περικοπής Ματθ. 16, 13 εξ., εις την οποίαν ανήκει και το υπό εξέτασιν χωρίον. Ερώτησις και απάντησις στρέφονται περί το αυτό πρόσωπον και πρόβλημα εις αμφοτέρας τις περιπτώσεις. Με την διαφοράν, ότι εις την μία περίπτωσιν ερωτών είναι εκείνος, όστις αποκρίνεται εις την άλλην. Αλλά το σπουδαίον, όπερ δίδει ιδιαιτέραν βαρύτητα εις την προκειμένην μαρτυρίαν του Ιω. 8, 25, είναι το γεγονός, ότι αποκρινόμενος είναι εκείνος, περί του οποίου τίθεται το πρόβλημα «σύ τις εἶ». Επομένως έχομεν μιαν αυθεντικήν αυτομαρτυρίαν και συγχρόνως επιβεβαιώσιν του ανωτέρω λεχθέντος, ότι όταν λέγωμεν λόγον του Κυρίου, εννοούμεν τον Ι. Χριστόν.
Μετά την ανωτέρω παρατήρησιν επισημαίνομεν χωρία της Αγ. Γραφής, όπου παρομοιάζεται ο Λόγος του Θεού, οι λόγοι του Κυρίου, ήτοι ο Ι. Χριστός, ως Πέτρα. Ούτως, έχομεν την περικοπήν του Ευαγγελιστού Ματθαίου με τους εξής χαρακτηριστικούς λόγους του Κυρίου: «Πᾶς οὖν ὅστις ἀκούει μου τούς λόγους τούτους καί ποιεῖ αὐτούς, ὁμοιωθήσεται ἀνδρί φρονίμῳ, ὅστις ᾠκοδόμησεν αὐτοῦ τήν οἰκίαν ἐπί τήν Πέτραν. Καί κατέβη ἡ βροχή καί ἦλθον οἱ ποταμοί καί ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι καί προσέπεσαν τῇ οἰκίᾳ ἐκείνη, καί οὐκ ἔπεσεν· τεθεμελίωτο γάρ ἐπί τήν πέτραν» (Ματθ. 7,24-25). Παρόμοιον χωρίον αναγιγνώσκομεν και εις τον Ευαγγελιστήν Λουκάν: «Πᾶς ὁ ἐρχόμενος πρός με καί ἀκούων μου τῶν λόγων καί ποιῶν αὐτούς...ὅμοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομοῦντι οἰκίαν, ὅς ἔσκαψεν καί ἐβάθυνεν καί ἔθηκεν θεμέλιον ἐπί τήν Πέτραν» (Λουκ. 6, 47-48). Και εις τα χωρία, λοιπόν, αυτά έχομεν την μαρτυρίαν, ότι πέτρα επί της οποίας δύναταί τις να οικοδομήση ασφαλώς την οικίαν του, ώστε να καταστή ασάλευτος, είναι ο Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού.
Επομένως, και τα χωρία αυτά, προστιθέμενα εις τα προηγούμενα όχι μόνο προκαλούν, αλλά και ενισχύουν την διδομένην εις το Ματθ. 16, 18 ερμηνείαν, ότι πέτρα επί της οποίας θα οικοδομηθή η Εκκλησία του Θεού, ώστε να μην δύναται να κατισχύση ακόμη και ο άδης, είναι ο Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού (13) .
 
Β. Πέτρα ο Πέτρος και οι άλλοι μαθηταί του Ι. Χριστού
Αλλά και αν καταλήξη τις εις την αποδοχήν της απόψεως, ότι πέτρα εις το εν λόγω χωρίον είναι η εις Χριστόν ομολογία ή μάλλον αυτός ούτος ο Λόγος του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, τούτο δεν σημαίνει, ότι αποκλείεται να είναι και ο Απ. Πέτρος (14) .
Την δυνατότητα αυτής της εκδοχής ως και την αφορμήν δι' αυτήν δυνάμεθα να είπωμεν κι ενταύθα, όπως και προηγουμένως, ότι κατ' αρχάς παρέχει η διατύπωσις του χωρίου: Αφ' ενός μεν η συνήχησις πέτρα-Πέτρος και αφ' ετέρου η ύπαρξις, όπως επεσημάνθη και ανωτέρω, του πολλαπλώς εν τη ελληνική γλώσση χρησιμοποιούμενου και λειτουργούντος και . Είναι δυνατόν δηλ. ο Κύριος εκτός της ιδικής του Πέτρας να οικοδομήση την Εκκλησία Του και επί άλλης πέτρας, και συγκεκριμένως και επί της πέτρας του Απ. Παύλου.
Βεβαίως, η άποψις αύτη ενισχύεται σημαντικώς και εκ του γεγονότος, ότι έχομεν και άλλα χωρία της Αγ. Γραφής, τα οποία παρομοιάζουν τους αποστόλους (και συνεπώς και τον Απ. Πέτρον) προς θεμέλιον λίθον-πέτραν (15) , και ούτως η εν λόγω ερμηνεία εναρμονίζεται ικανοποιητικώς και προς την υπόλοιπον βιβλική παράδοσιν. Εν πρώτοις έχομεν το χωρίον Εφεσ. 2, 19-22, ένθα ο Απ. Παύλος λέγει προς τους Χριστιανούς: «Ἐστέ συμπολῖται τῶν ἁγίων καί οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ, ἐποικοδομηθέντες ἐπί τῷ θεμελίω τῶν ἀποστόλων καί προφητῶν, ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐν ᾧ πᾶσα οἰκοδομή συναρμολογουμένη αὔξει εἰς ναόν ἅγιον ἐν Κυρίῳ, ἐν ᾧ καί ὑμεῖς συνοικοδομεῖσθε εἰς κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ ἐν πνεύματι». Εις το χωρίον τούτο διαπιστούμεν δι' άλλην μιαν φορά, ότι πράγματι ο Ιησούς Χριστός είναι ο ακρογωνιαίος λίθος, επί του οποίου, εφ' όσον θα συναρμολογήται «πᾶσα οἰκοδομή» των μελών της Εκκλησίας θα παρουσιάζη « αὔξησιν» εν Κυρίω. Συγχρόνως όμως πληροφορούμεθα ότι οι Χριστιανοί, εποικοδομούνται και «ἐπί τῷ θεμελίω τῶν ἀποστόλων». Ήτοι, και οι απόστολοι, μεταξύ δε αυτών ασφαλώς και ο Απ. Πέτρος, αποτελούν τους θεμελίους λίθους της Εκκλησίας. Τούτο εκφράζεται και διατυπούται καλλίτερον και σαφέστερον και εις έτερον χωρίον της Αγ. Γραφής, εις την Αποκάλυψιν του Ιωάννου (21, 14), ένθα αναγιγνώσκομεν: «Καί τό τεῖχος τῆς πόλεως (τῆς Ἁγίας Ἱερουσαλήμ, ἤτοι τῆς Ἐκκλησίας) (16) ἔχον θεμελίους δώδεκα, καί ἐπ' αὐτῶν δώδεκα ὀνόματα τῶν δώδεκα ἀποστόλων τοῦ ἀρνίου» (17) .
Επομένως, συγχρόνως και προς τα ανωτέρω, δυνάμεθα να δεχθώμεν και την άποψιν των Ρωμαιοκαθολικών, ότι πέτρα δεν είναι μόνο το ομολογείν τον Χριστόν, ή άλλως αυτός ο Κύριος, αλλά και ο καταθέσας την ομολογίαν ταύτην, ήτοι ο Απ. Πέτρος. Συγχρόνως είμεθα όμως υποχρεωμένοι- όπως κι εκείνοι- να δεχθώμεν και το γεγονός, ότι η Εκκλησία ως θεμέλιον πέτραν έχει όχι μόνον τον Απ. Πέτρον, αλλά και τους υπολοίπους Αποστόλους.
Το σπουδαίον δε είναι, ότι ούτε και το υπό ερμηνείαν επίμαχον χωρίον του Ματθαίου (16, 18) αποκλείει τους άλλους αποστόλους. Πράγματι, τούτο, δια της χρησιμοποιήσεώς του, ως προείπομεν, πολυσήμαντου και παρέχει την δυνατότητα να εννοήσομεν, ότι, εκτός της Πέτρας του πέτρου, ο Κύριος ήτο δυνατόν, προ ή μετά να χρησιμοποιήση και άλλας πέτρας. Και επί του προκειμένου, επειδή ο Κύριος είπεν, ότι θα οικοδομήσητην Εκκλησίαν Του «και ἐπί τῇ Πέτρᾳ τοῦ Πέτρου», δεν έπεται, ότι δεν ήτο δυνατόν να οικοδομήση αυτήν «καί ἐπί ταῖς πέτραις τῶν ἀποστόλων» (18) .
Όχι μόνο δε οι μαθηταί του Κυρίου, αλλά και πάντες, οι εις Χριστόν πιστεύοντες και Αυτόν λόγω και έργω ομολογούντες, αποτελούν Πέτρας της οικοδομής της Εκκλησίας. Ιδιαιτέραν βαρύτητα επί του προκειμένου λαμβάνουν οι λόγοι αυτού του Απ. Πέτρου, λέγοντος: « Εἰ ἐγεύσασθε ὅτι χρηστός ὁ Κύριος πρόν ὅν προσερχόμενοι, λίθον ζῶντα, ...και αὐτοί ὡς λίθοι ζῶντες οἰκοδομεῖθε οἶκος πνευματικός» (Α΄ Πετρ. 2,4-5). Αξιοσημείωτα ενταύθα είναι και όσα λέγει ο Ωριγένης: «Εἰ δε φήσαντες καί ἡμεῖς, ὡς ὁ Πέτρος· 'Σύ εἶ ὁ Χριστός ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος'...γινόμεθα Πέτρος· καί ἡμῖν ἄν λέγοιτο ἀπό τοῦ Λόγου το: 'Σύ εἶ Πέτρος' καί τά ἑξῆς. Πέτρα γάρ πᾶς ὁ Χριστοῦ μαθητής, ἀφ' οὗ ἔπινον οἱ ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης Πέτρας', και ἐπί πᾶσαν την τοιαύτην πέτραν οἰκοδομεῖται ὁ ἐκκλησιαστικός πᾶς λόγος, και ἡ κατ' αὐτόν πολιτεία» (19) . Περί των αποστόλων και των λοιπών πραγματικών χριστιανών ως λίθων και δη τετραγώνων ομιλεί και ο «Ποιμήν τοῦ Ἑρμᾶ» αποκαλυπτικώς, λέγων: «Οἱ μέν λίθοι οἱ τετράγωνοι καί λευκοί καί συμφωνοῦντες ταῖς ἁρμογαῖς αὐτῶν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀπόστολοι καί ἐπίσκοποι καί διδάσκαλοι καί διάκονοι οἱ πορευθέντες κατά τήν σεμνότητα τοῦ Θεοῦ καί ἐπισκοπήσαντες καί διδάξαντες καί διακονήσαντες ἁγνῶς καί σεμνῶς τοῖς ἐκλεκτοῖς τοῦ Θεοῦ» (20) .
Εφ' όσον, λοιπόν, το χωρίον Ματθ. 16, 18 έχει το συμπλεκτικόν σύνδεσμον και (και ἐπί ταύτῃ δε τῇ πέτρα»), δυνάμεθα να εφαρμόσωμεν και την πρώτην και την δευτέραν ερμηνείαν. Ότι δηλ. πέτρα είναι ο Κ. Η. Ι. Χριστός και ο Απ. Πέτρος. Εάν εχρησιμοποίει το αντιθετικόν μόριον δε (ἐπί ταύτῃ δε τῇ πέτρᾳ») τότε θα είμεθα υποχρεωμένοι, ως προελέχθη, να εκλέξωμεν μεταξύ των δύο, ή την μία ή την άλλην. Τώρα δυνάμεθα ελευθέρως να δεχθώμεν και τας δυο, και την μία και την άλλην.
Υπέρ αυτού του συμπεράσματος συνηγορούν και τα εξής επιχειρήματα:
1) Εφ' όσον δεχώμεθα την Θ. Επιστασίαν κατά την συγγραφή της Αγ. Γραφής, εύλογον είναι να διερωτηθώμεν, εάν ήτο ορθή μόνον η μία ερμηνεία, θα επέτρεπεν ο Θεός να γραφή το χωρίον ούτως, ώστε να εμφανίζεται διφορούμενον και να ενισχύη την διαφωνίαν; ο Απ. Παύλος διακηρύττει: «Πιστός ὁ Θεός ὅτι ὁ λόγος ἡμῶν ὁ πρός ἡμᾶς οὐκ ἐστιν ναί καί οὔ. Ὁ τοῦ Θεοῦ γάρ υἱός Χριστός Ἰησοῦς ὁ ἐν ὑμῖν δι' ἡμῶν κηρυχθείς...οὐκ ἐγένετο ναί καί οὔ» (Β΄ Κορ. 1,18-19). Δεν θα έπρεπε, λοιπόν, ο συγγραφεύς Ευαγγελιστής, «φερόμενος ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (21), να καθίστατο κατηγορηματικώτερος και να μην εμβάλλη εις αμηχανίαν τους αναγνώστας του;
2) Αυτή αύτη η ύπαρξις δύο απόψεων με το πλήθος των οπαδών των μας δίδει το δικαίωμα να διερωτηθώμεν: μήπως έχουν δίκαιον και αι δύο μερίδες, δια να επιμένουν;
3) Εις την ανωτέρω παρατήρησιν δυνάμεθα να προσθέσωμεν και το γεγονός, ότι και ο Ωριγένης, εις εκ των περισσότερον ασχοληθέντων με την ερμηνεία της Αγ. Γραφής, συμπλέκει τας δύο μνημονευθείσας ερμηνείας, ως φαίνεται εις το ανωτέρω σχόλιόν του επί του εν λόγω χωρίου (22) .
Πάντα ταύτα μας ωθούν εις το συμπέρασμα, ότι και αι δύο ερμηνείαι έχουν τους λόγους των και τα ερείσματά των.
 
Γ΄ Συνδυασμός αμφοτέρων των ερμηνειών
Αλλ' ας επιμείνωμεν ολίγον εισέτι εις τας δύο απόψεις, α) ότι πέτρα είναι ο Χριστός και β) ότι πέτρα είναι και ο Απ. Πέτρος, όπως και οι άλλοι απόστολοι, δια να εμβαθύνομεν και εις το νόημα του εν λόγω χωρίου και δια να ολοκληρώσομεν την εικόνα της οικοδομής της Εκκλησίας. Είδομεν ανωτέρω, ότι είναι δυνατόν να ισχύουν αμφότεραι αι ερμηνευτικαί αυταί απόψεις. Ως όμως θέλει αποδειχθή εκ των πραγμάτων, όχι μόνο δύνανται να ισχύουν, αλλά δύνανται και να συνυπάρχουν και να εναρμωνίζονται, και να συμπληρούν το όλον νόημα των λεγομένων. Δηλαδή είναι δυνατόν οι μεν απόστολοι να αποτελούν τους θεμελίους λίθους, επί των οποίων οικοδομείται το όλον οικοδόμημα της Εκκλησίας, ο δε Κύριος να αποτελή την πέτραν-έδαφος, επί της οποίας στηρίζεται η οικοδομή της Εκκλησίας (23). Δυνάμεθα δηλ. να έχωμεν και τας θεμελίους πέτρας, τους αποστόλους, αλλά δυνάμεθα συγχρόνως να έχωμεν και την πέτραν, τον Χριστόν ως το υπόβαθρον, την βάσιν του όλου οικοδομήματος. Το εν δεν αποκλείει το έτερον. Αντιθέτως δια της ανωτέρω συγχρόνου θεωρήσεως των ερμηνειών δυνάμεθα να αποκομίσωμεν μιαν πληρεστέραν εικόνα της οικοδομής της Εκκλησίας.
Περαιτέρω δε και προς εμπέδωσιν της εικόνος ταύτης δύναταί τις να παρατηρήση και τα εξής: Είναι δυνατόν να συνυπάρχουν, ή μάλλον είναι δυνατόν να υπάρχουν οι θεμέλιοι λίθοι, εφ' όσον υπάρχει η Πέτρα, εφ' όσον ούτοι βασίζονται επί της Πέτρας, εφ' όσον τ.ε. ευρίσκονται εντός του πετρώδους εδάφους, εντός του βράχου. ’λλως, ούτε αυτοί δύνανται να αποτελούν το θεμέλιον, τους θεμελίους λίθους της οικοδομής. Δια να υπάρχουν και να αποτελούν τους θεμελίους λίθους, το πραγματικόν θεμέλιον, πρέπει να υπάρχει κατά πρώτον και κύριον λόγον η πέτρα. Αυτή η Πέτρα, το πετρώδες έδαφος, είναι η προϋπόθεσις της υπάρξεως και αυτών.
Την άποψιν ταύτην, νομίζομεν, ότι εκφράζει, ή άλλως, την παρατήρησιν αυτήν ενισχύει και η εξής χαρακτηριστική περικοπή του κατά Λουκάν Ευαγγελίου: «Πᾶς ὁ ἐρχόμενος πρός με καί ἀκούων μου τῶν λόγων καί ποιῶν αὐτούς...ὅμοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομοῦντι οἰκίαν, ὅς ἐσκαψεν και ἐνεβάθυνεν καί ἔθηκεν θεμέλιον ἐπί τήν πέτραν· πλημμύρης δέ γενομένης προσέρρηξεν ὁ ποταμός τῇ οἰκίᾳ, καί οὔκ ἴσχυσεν σαλεῦσαι αὐτήν, τεθεμελίωτο γάρ ἐπί τήν πέτραν. Ὁ δέ ἀκούσας καί μή ποιήσας ὅμοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομήσαντι οἰκίαν ἐπί τήν γῆν χωρίς θεμελίου, ᾗ προσέρρηξεν ὁ ποταμός, καί εὐθύς συνέπεσεν, καί ἐγένετο τό ρῆγμα τῆς οἰκίας ἐκείνης μέγα» ( Λουκ. 6, 47-49).
’ξιον παρατηρήσεως είναι, ότι, ενώ εις την πρώτη περίπτωσιν λέγει, ότι έθεσε θεμέλιον επί την πέτραν, δηλ. αναφέρει και χρησιμοποιεί και τα δύο αυτά στοχεία, αντιθέτως εις την δευτέραν περίπτωσιν όπου δεν αναφέρεται και δεν χρησιμοποιείται η πέτρα, λέγει χαρακτηριστικώς, ότι ωκοδόμησε παντελώς άνευ (χωρίς) θεμελίου. Δεν αναφέρει τουλάχιστον, ότι έθεσε θεμέλιον επί μη πετρώδους εδάφους, αλλά τονίζει, ότι έχτισε χωρίς θεμέλιον, προφανώς, διότι δεν ωκοδόμησεν επί στερεού εδάφους, αλλά επί σαθρού, επί αμμώδους. Τούτο διαπιστούμεν καλλίτερον, εάν συσχετίσωμεν το ανώτερο κείμενον του Ευαγγελιστού Λουκάν προς το παράλληλο χωρίον του Ματθ. 7, 26, όπου λέγει: «Και πᾶς ὁ ἀκούων μου τούς λόγους τούτους καί μή ποιῶν αὐτούς ὁμοιωθήσεται ἀνδρί μωρῷ, ὅστις ὠκοδόμησεν αὐτοῦ τήν οἰκίαν ἐπί τήν ἄμμον».
Εφ' όσον, λοιπόν, δεν θέτει τις θεμέλιον επί στερεού εδάφους, επί πέτρας, αλλά θέτει επί αμμώδους, επί της άμμου, είναι ως να μη θέτη παντελώς θεμέλιον, έστω και αν θέτη θεμελίους λίθους. Όπου δηλ. υπάρχει η πέτρα, υπάρχει και το θεμέλιον. Όπου δεν υπάρχει η πέτρα, ούτε θεμέλιον υπάρχει. Την άποψιν αυτήν επικυρούμεν και εκ της αντιστοίχου περικοπής του Ματθαίου (7, 24 εξ.). Εις αυτήν μάλιστα διαπιστούμεν εμμέσως και τον κύριο ρόλο της πέτρας έναντι των θεμελίων λίθων. Βλέπομεν δηλ. ότι το κύριο βάρος πίπτει επί της πέτρας, επί του πετρώδους εδάφους, επί του οποίου οικοδομείται η οικία, ενώ οι θεμέλιοι λίθοι παίζουν τον δευτερεύοντα ρόλον, διο και η λέξις θεμέλιον δεν αναγράφεται ρητώς. Οι στίχοι ούτοι έχουν ως εξής: «Πᾶς οὖν ὅστις ἀκούει μου τους λόγους τούτους καί ποιεῖ αὐτούς, ὁμοιωθήσεται ἀνδρί φρονίμῳ, ὅστις ὤκοδόμησεν αὐτοῦ τήν οἰκίαν ἐπί τήν πέτραν. Καί κατέβη ἡ βροχή καί ἦλθον οἱ ποταμοί καί ἔμπνευσαν οἱ ἄνεμοι καί προσέπεσαν τῇ οἰκίᾳ ἐκείνη, καί οὔκ ἔπεσεν· τεθεμελίωτο γάρ ἐπί την πέτραν».
Είπομεν, ότι το «θεμέλιον» δεν αναγράφεται ρητώς και ευθέως, όπως εις το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, όχι όμως ότι δεν αναφέρεται ουδόλως και άρα δεν υπάρχει θεμέλιον. Αντιθέτως την ύπαρξιν αυτού διακρίνομεν εις την λέξιν «τεθεμελίωτο» (24) . Υπάρχει επομένως το θεμέλιον, μόνον ότι η ύπαρξις αυτού επισκιάζεται από την ύπαρξιν της πέτρας, και δι' αυτού του τρόπου εξελέγχομεν τον κύριον και αποφασιστικόν ρόλον της πέτρας, του πετρώδους εδάφους.
Η πέτρα, λοιπόν, είναι η απαραίτητος προϋπόθεσις (της υπάρξεως) των θεμελίων λίθων. Κατά τον αυτόν τρόπον και οι απόστολοι (και ο Απ. Πέτρος ασφαλώς) άνευ της Πέτρας, άνευ του Χριστού, δεν είναι θεμέλιον, δεν θα ήτο δυνατόν να χρησιμεύσουν ως θεμέλιοι πέτραι, επί των οποίων θα ωκοδομείτο το εκκλησιαστικόν οικοδόμημα.
Εάν είναι δευτερεύων, υποδεέστερος, ο ρόλος των θεμελίων λίθων, όμως δεν παύει να είναι απαραίτητος. Διότι είναι ευνόητον, ότι, εάν θελήσωμεν να οικοδομήσωμεν οικίαν έστω επί πέτρας, επάνω εις βράχον, αλλά χωρίς «θεμέλια», χωρίς θεμέλιους λίθους, πάλιν το όλον οικοδόμημα είναι επισφαλές.. Διότι με την πρώτην πλημμύραν και ανεμοθύελλαν θα κινδυνεύση να πέση. Ούτως και ο ρόλος των αποστόλων είναι αναγκαιότατος, αποφασιστικός, «θεμελιώδης» εις την οικοδομήν της Εκκλησίας του Χριστού (25) .
Ταύτα και περί του συνδυασμού των δύο ερμηνειών.
Κατακλείοντες δε τέλος την παρούσαν παράγραφον και μετά την παράθεσιν όλων των ανωτέρω στοιχείων, τολμώμεν να είπωμεν, ότι όχι μόνον είναι δυνατόν να δεχθώμεν αμφοτέρας τας προμνημονευθείσας ερμηνείας, αλλά είναι απαραίτητον να δεχθώμεν και τας δύο.
 
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Εκ της όλης, λοιπόν, αναδρομής θα ηδύνατο τις να είπη ότι η πληρεστέρα ερμηνεία του «καί ἐπί ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τήν Ἐκκλησίαν» είναι η εξής: «Θα οικοδομήσω την Εκκλησίαν μου και επί ταύτη τη πέτρα, την οποία ωμολογήσας, ήτοι τον Ι. Χριστόν, ως επί στερεού εδάφους, και επί σε Πέτρε ως ομολογήσαντος αυτόν και αποτελέσαντος ούτω θεμέλιον λίθον επί του εδάφους τούτου, χωρίς να αποκλείεται, αλλά μάλλον να υπονοήται, ότι θα οικοδομήσω αυτήν και επί άλλων θεμέλιων λίθων , ήτο των υπολοίπων αποστόλων, οι οποίοι ωσαύτως θα διακηρύξουν την αυτήν εις Χριστόν αλήθειαν, και επί των οποίων ωσαύτως θα στηριχθή η επρί εμού διδασκαλία της Εκκλησίας (26) .
Επομένως, δύναται να συνυπάρχουν πάσαι αι ανωτέρω μνημονευθείσαι ερμηνείαι, μάλιστα δε και να εναρμονίζωνται και να συμπληρούν το όλο νόημα του στίχου. Εφ' όσον τοποθετούμεν καλώς τα πράγματα, εφ' όσον τα τοποθετούμεν επί στερεού εδάφους, επί της Πέτρας, αι τυχούσαι διαφωνίαι, αι οποίαι ουχί σπανίως προέρχονται εκ προσωπικών ή δογματικών θέσεων και προϋποθέσεων είναι δυνατόν να παραμερίζωνται (27) .

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) Πρβλ. Ed . Eichmann - Kl . Mötsdorf, Lehrbuch des Kirchenrechts (auf Grund des Codex Juris Canonici), 1. Band, 11. Aufl. München- Paderborn- Wien 1964, σελ . 343., M. Schmaus, Katholische Dogmatik, Band III, 1: Die lehre von der Kirche, 5, Aufl. München 1958, σελ . 156, M . Kaiser, Die Einheit der Kirchengewalt nach dem Zeugnis des Neuen Testamentes und der Apostolischen Väter, München 1956, σελ . 45 εξ ., Ιωαν Καρμίρη , Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία , Δογματικῆς τμῆμα Ε΄ , Αθήναι , 1973, σελ . 555 εξ ., και O. Culmann, Petrus, Jünger- Apostel- Märtyrer, 2. Aufl ., Z ü rich - Stuttgart 1960, κ. α.
(2) ’λλως τε νομίζομεν, ότι δεν είναι σκόπιμον και επωφελές, να ασχοληθώμεν διεξοδικώς με το εν λόγω χωρίον, εισερχόμενοι λεπτομερώς εις τας κατά καιρούς επ' αυτού δοθείσας ερμηνείας υπό των του παπικού πρωτείου ή υπό των αντιπάλων αυτού, και να ταχθώμεν υπέρ της μιας ή της άλλης παρατάξεως και ερμηνείας. Επί των σχετικών αιρέσεων (προτιμήσεων) και αναιρέσεων δύναται τις να ανεύρη πλουσίαν βιβλιογραφίαν εις τας εξής μελέτας: Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Τό πρωτεῖον τοῦ ἐπισκόπου τῆς Ρώμης , Αθήναι 1930, Εκδ. Β΄, Αθήναι 1964, M . Schmaus , ενθ. ανωτ. σελ. 157 εξ. και 852 εξ., Λεων. Φιλιππίδου, Πέτρα-Πέτρος (=λίθος) και η Πέτρα (= ο βράχος) , Αθήναι, Αρχιμ. Σπ. Μπιλάλη, Ὀρθοδοξία καί Παπισμός , τομ. 2, Αθήναι, 1969, και Ιωαν. Καρμίρη, ενθ. ανωτ., σελ. 548 εξ., 555 εξ. Τη βοηθεία των ανωτέρω εργασιών δύναται τις να ανεύρη και πλήθος άλλων.
(3) Με την ερμηνεία του Ιω., 21, 15-17 ησχολήθημεν εις την προγενεστέραν εργασίαν: Συνεπείαι της άρσεως των αναθεμάτων Ρώμης- Κωνσταντινουπόλεως, Αθήναι 1976, σελ. 147 εξ. Εις προσεχείς δε εργασίας, Θεού θέλοντος, θα ασχοληθώμεν και με άλλα σχετικά χωρία της Αγ. Γραφής και των ι. κανόνων της Εκκλησίας μας, τα οποία αναφέρονται εις το εν λόγω θέμα.
(4) Ο Λεων. Φιλιππίδης (ενθ. ανωτ. σελ. 57) ομιλεί περί «πολυδαιδάλου και πολυκαρυκεύτου ἀντιβιβλικῆς παρερμηνευτικῆς βαβυλωνίας».
(5) Ως γνωστόν, η χρήσις και η λειτουργία του και εν τη ελληνική προτάσει είναι ευρυτάτη. Πρβλ. J . Humbert - Γ. Κουρμούλη, Συντακτικόν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Αθήναι, σελ. 354 εξ. και 394 εξ.
(6) Ιδέ ανωτ. υποσ. 5.
(7) Πρβλ. Ιω. Χρυσοστόμου, PG 51, 77, και Λεων. Φιλιππίδου, ενθ. ανωτ. , σελ. 63.
(8) Πρβλ. Παν. Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον , Αθήναι 1951, σελ. 315.
(9) Εκ του χωρίου τούτου, εν συνδυασμώ μάλιστα και προς την ανωτέρω ομολογίαν του Απ. Πέτρου περί του Ιησού, δύναται τις να είπη, ότι και η επισκοπή των Ιεροσολύμων, ένθα, αφ' ενός μεν, «ἀπεδοκιμάσθη ὑπό τῶν ἀνθρώπων» ο λίθος τούτος (Α΄ Πετρ. 2, 4 ), αφ' ετέρου δε «ἐγεννήθη εἰς κεφαλήν γωνίας» (Α΄ Πετρ. 2, 7), δύναται να απαιτήση τα πρωτεία εντός της Εκκλησίας.
(10) Πρβλ. Ιω. 1,1: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν, καί Θεός ἦν ὁ Λόγος» και Ιω. 1,14: «Καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο».
(11) Αξιοσημείωτα είναι όσα επί της ανωτέρω περικοπής (Α΄ Κορ. 3, 9-11) γράφει ο καθηγ. Παν. Τρεμπέλας: « Ο Χριστός είναι ο λίθος ο ακρογωνιαίος, ο απορριφθείς ως αδόκιμος υπό των οικοδομούντων εν τω Ισραήλ και επί του οποίου καλούμεθα να εποικοδομηθώμεν. Όταν δε λέγωμεν θεμέλιος λίθος ο Ιησούς Χριστός εννοούμεν πάσαν την δογματικήν διδασκαλίαν του ευαγγελίου (Παν. Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα εἰς τάς ἐπιστολάς τῆς Καινῆς Διαθήκης , τομ. Α΄, εκδ. Β΄, Αθήναι. 1956, σελ. 261).
(12) Γνωσταί είναι αι ποικίλαι απόψεις περί της εννοίας του όρου «Την ἀρχήν». Πρβλ. Παν. Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιον , Αθήναι 1954, σελ. 301. Γενικώτερον περί την ερμηνείαν του εν λόγω χωρίου ίδε Στ. Σάκκου Ιωάννου 8, 25. Συμβολή εις την γλωσσικήν εξέτασιν της Παλαιάς Διαθήκης, Θεσσαλονίκη 1969.
(13) Η ώθησις αυτή βεβαίως κατ' εξοχήν δίδεται με την ανωτέρω περικοπήν του Ματθ. 7, 24-25, επειδή ακριβώς είναι του αυτού συγγραφέως, εκείνου δηλ. ο οποίος έγραψε την επίμαχον περικοπήν (Ματθ. 16, 18), οπότε έχει τις το δικαίωμα κατ' αναλογίαν να είπη, ότι ο συγγραφεύς περί της αυτής πέτρας ομιλεί.
(14) Και εις προηγούμενην ημών εργασίαν ( Τά ἐκκλησιαστικά ὀφφίκια ὡς τά «κατά κόσμον» ἀξιώματα- Συμβολή εἰς τήν ἑρμηνείαν τοῦ ζ΄ καν. τῆς Πενθέκτης Οἰκ. Συνόδου , Αθήναι 1970, σελ. 20) εξ άλλης ορμώμενοι αφορμής, εγράφομεν: «Είναι δυνατόν εν χωρίον να δέχεται δύο και πλείονας ερμηνείας, εφ' όσον βεβαίως επιτρέπει τούτο η διατύπωσις αυτού». Τη αρχήν ταύτην ετηρήσαμεν και εις την ετέραν ερμηνευτικήν εργασίαν: «Περί την ἐπικοινωνίαν ἡμῶν μετά τῶν ἑτεροδόξων- Συμβολή εἰς τήν Ἑρμηνείαν τοῦ χωρίου Β΄ Ιω. 10», Αθήναι 1972, σελ. 22, ένθα και εγράφομεν: Εξ όσων δε μέχρι τούδε εξετέθησαν, συμπεραίνομεν ότι... δεν είμεθα υποχρεωμένοι να εμμένωμεν εις την μιαν ερμηνείαν, εφ' όσον βεβαίως και το κείμενο της Αγ. Γραφής βοηθεί και ενθαρρύνει ημάς εις τούτο». Ως όμως είναι λογικόν, αι δύο αυταί ερμηνείαι δεν πρέπει να αλληλοσυγκρούωνται, ούτε και προς άλλα χωρίς της Αγ. Γραφής να έρχωνται εις αντίθεσιν.
(15) Περί της εναλλαγής των όρων λίθος-πέτρα ίδε και τα χωρία: Ρωμ. 9, 33 και Α΄ Πετρ. 2, 7.
(16) Πρβλ. Παν. Μπρατσιώτου, Ἡ Ἀποκάλυψις τοῦ Ἰωάννου , Αθήναι 1949, σελ. 300: « Η καινή και αιωνία πόλις, η αγία Ιεουσαλήμ, η συμβολίζουσα την βασιλεία του Θεού, την Εκκλησίαν αυτού» Πρβλ. και σελ. 308: «Ο εισαγωγικός στίχος 9...δεικνύει το θέμα της αγίας πόλεως Ιερουσαλήμ, τ. ε. της Εκκλησίας» .
(17) Πρβλ. Εβρ. 11, 10: «Ἐξεδέχετο γάρ (Ἀβραάμ) την τους θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης και δημιουργός ὁ Θεός».
(18) Ο Απ. Πέτρος ωμίλησε-ωμολόγησεν εκείνην την ώραν και δι' αυτό ο Κύριος αναφέρεται εις αυτόν. Αν ωμίλει-ωμολόγει άλλος απόστολος, τότε ο Κύριος δεν θα ανεφέρετο και εις εκείνον;
(19) Ωριγένους, Τά εἰς τό κατά Ματθαῖον ἐξηγητικά , PG 13, 997.
(20) Ὅρασις γ΄ ( V , 1), Εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων και Εκκλησιαστικών συγγραφέων, τομ. 3 ος , σελ. 45, στ. 5 εξ. Παν. Μπούμη, Ἡ οἰκοδομή τῆς αἰωνίας πόλεως, ἤ ὁ τετραγωνισμός τοῦ κύκλου (Ανάτυπον εκ της «Κοινωνίας»), Β΄ Εκδ. Αθήναι 1976, σελ. 14.
(21) Πρβλ. Β΄ Πετρ. 1,21.
(22) Ωσαύτως αξίζει να προσθέσωμεν και τούτο: Ο Καθηγ. Λεων. Φιλιππίδης (3. α. σελ. 51 εξ.) αφού προηγουμένως παραθέτει διάφορα αποσπάσματα από τας ερμηνείας ή τα σχόλια του Ωριγένους σχετικά με το ανώτερον χωρίον λέγει: «Είναι καταφανείς αι μέχρις αντιθέσεων ερμηνευτικαί επί του αυτού θέματος διακυμάνσεις εν τοις ανωτέρω χωρίοις» (σελ. 53). Εν συνεχεία δε αφού παραθέτει και έτερα διαφόρων ερμηνευτών χωρία λέγει: «Ταύτα ως δειγματοληψία από τινων των εν παλαιοτέροις επιφανεστάτων, διαφωτιστική επί των περί το θέμα διακυμάνσεων της Ερμηνευτικής (σελ. 56). Πρβλ. και την παρατήρησιν του Αρχιμ. Σπυρ. Μπιλάλη (ε. α. τομ. Α. σελ. 100) περί του ιερού Αυγουστίνου.
(23) Ότι ο όρος πέτρα δύναται να λάβη και αυτήν την έννοιαν του πετρώδους εδάφους, ή και της μεγάλης πέτρας, του βράχου, όστις δύναται να χρησιμεύση ως υποδοχή άλλων λίθων, ίδε και τα εξής αγιογραφικά χωρία:
α) «Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τόν σπόρον αὐτοῦ· καί ἐν τῷ σπείρειν...ἕτερον κατέπεσεν ἐπί τήν πέτραν, και φυέν ἐξηράνθη διά τό μή ἔχειν ἰκμάδα» (Λουκ. 8, 5-6). Πρβλ. και Ματθ. 13,5 και 13, 20 ως και Μαρκ. 4, 5 και 4,16: «ἐπί τά πετρώδη».
β) «Καί λαβών το σῶμα ὁ Ἰωσήφ...ἔθηκεν αὐτό ἐν τῷ καινῷ αὐτοῦ μνημείῳ ὅ ἐλατόμησεν ἐν τῆ πέτρᾳ (Ματθ. 27, 59-60). Πρβλ. και Μαρκ. 15, 46 ως και Αποκ. 6,15-16.
(24) Εάν δεν υπήρχε τούτο παντελώς, ίσως υπέκυπτέ τις εις τον πειρασμόν να είπη, ότι έχωμεν αντίφασιν του Ματθαίου προς τον Λουκάν και συγχρόνως αναίρεσιν του ανωτέροω συμπεράσματος. Πάντα όμως εγράφησαν εν σοφία εις την Αγ. Γραφήν.
(25) Αρκεί ενταύθα να υπομνήσωμεν, ότι ο ρόλος της αποστολικής παραδόσεως και της αποστολικής διαδοχής («ἀποστολικῶν διαδοχῶν» κατά τον Καθ. Γερ. Κονιδάρην, Περί τό πρόβλημα τῆς ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν, Αθήνα, 1978, σελ. 9, 15 κ. ε.) είναι βασικώτατος και σημαντικώτατος.
(26) Δια τον λόγον δε τούτον ωνομάσθη «ἀποστολική παράδοσις» και ουχί «πέτρειος παράδοσις».
(27) Εξ άλλου όμως μια διαφωνία είναι δυνατόν να συντελή εις το να ερευνώμεν και να ερμηνεύωμεν τα πράγματα καλλίτερον και πληρέστερον. Να προβαίνωμεν τ.ε. εις επανερμηνείαν των σχετικών χωρίων. Νομίζωμεν ότι τούτο επιβάλλεται, όταν η προτεινόμενη ερμηνεία και προς το κείμενον της Αγ. Γραφής συμφωνή και προς το όλο πνεύμα αυτής και των ιερών κανόνων εναρμονίζεται και εις τας απαιτήσεις της σημερινής εποχής άριστα ανταποκρίνεται. Αυτή δε η πρόοδος είναι (ή τουλάχιστον πρέπει να είναι) και μια πλευρά της σήμερον υπό μέρους του πληρώματος της Εκκλησίας αναζητουμένης και επιδιωκομένης ανανεώσεως. Πρβλ. τα λεγόμενα και εις την ετέραν ημετέραν εργασίαν: Περί τήν ἐπικοινωνίαν ἡμῶν μετά τῶν ἑτεροδόξων , σελ. 22-23.

Χριστιανισμός και Ουτοπία Γεωργίου Μαντζαρίδου, Κοινωνιολογία του Χριστιανισμού,

Χριστιανισμός και Ουτοπία
Γεωργίου Μαντζαρίδου, Κοινωνιολογία του Χριστιανισμού,
εκδ. Πουρνάρα, Δ΄εκδ. Θεσσαλονίκη 1999, σ. 139-148
Η λέξη ουτοπία, που είναι σύνθετη από τις λέξεις ου και τόπος, αν και δεν είναι γραμματικώς σωστή (η σωστή λέξη είναι ατοπία), επικράτησε και χρησιμοποιείται διεθνώς μετά την έκδοση του πολύκροτου βιβλίου του Thomas More, Utopia(1). O υτοπία σημαίνει τον τόπο ή καλύτερα την χώρα που δεν υπάρχει πουθενά.
Ως ουτοπία στην περιοχή της Κοινωνιολογίας χαρακτηρίζεται κάποιο όραμα για το μέλλον, κάποιο κοινωνικό σύστημα, που δεν ανταποκρίνεται στην κοινωνική πραγματικότητα. Κάτι παραπλήσιο είναι και η ιδεολογία. Ενώ όμως, η ουτοπία προβάλλει νέους παράγοντες για να ανατρέψει την υπάρχουσα πραγματικότητα ολικά ή μερικά, η ιδεολογία επιδιώκει να αποκαταστήσει ή να αναμορφώσει την πραγματικότητα αυτήν με τους παράγοντες που ήδη υπάρχουν (2). Γίνεται λοιπόν φανερό ότι η ουτοπία επιχειρεί να αλλάξει την πραγματικότητα με κάποιο άπιαστο όραμα, ενώ η ιδεολογία προσπαθεί να την διορθώσει με λογικές ιδέες κι μεθοδεύσεις.
Τυπολογικά οι ουτοπίες μπορούν να διακριθούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες· στις θρησκευτικές και τις κοσμικές. Σε τελική όμως ανάλυση και οι κοσμικές ουτοπίες έχουν κάποιο θρησκευτικό χαρακτήρα, γιατί και αυτές στηρίζονται σε κάποια μορφή υπερβάσεως και περιέχουν θρησκευτικά στοιχεία. ’λλωστε κάθε ουτοπία έχει ως αιτία τη μη ικανοποίηση από την άμεση εμπειρία της καθημερινής ζωής και την αναζήτηση της πληρότητας πέρα από αυτήν. Κι ενώ ως την εποχή της Αναγεννήσεως η αναζήτηση της πληρότητας γινόταν κυρίως με θρησκευτική υπέρβαση και αναφορά στην δύναμη του Θεού, από την εποχή αυτήν άρχισε να γίνεται κυρίως με ενδοκόσμια υπέρβαση και με αναφορά στον ίδιο τον άνθρωπο.
Η ουτοπική πολιτεία, προς την οποία άρχισε να στρέφεται ο άνθρωπος, δεν είναι τόσο η πολιτεία κάποιου άλλου κόσμου πέρα από την αισθητή αμεσότητα, όσο κάποια μελλοντική κοινωνία ισότητας, ειρήνης, δικαιοσύνης και ευημερίας, μέσα στην προοπτική της ιστορικής αμεσότητας, που αναμένεται χωρίς την επέμβαση του Θεού. Στην προοπτική αυτή τοποθετούνται οι σοσιαλιστικές ουτοπίες των αρχών του περασμένου αιώνα, όπως και η κομμουνιστική ουτοπία του αιώνα μας. Το κέντρο βάρους των ουτοπιών αυτών δεν πέφτει στην φυγή από τον τόπο, αλλά στην φυγή από τον χρόνο και τις διαψεύσεις του. Γι αυτό θα ήταν σωστότερο να μην ονομάζονται ουτοπίες αλλά αχρονίες ή - για να επαναλάβουμε το γραμματικό λάθος του Thomas More- ουχρονίες. Η αδιάρρηκτη όμως σχέση μεταξύ χώρου και χρόνου συνεπάγεται και ανάλογη σχέση μεταξύ ουτοπίας και ουχρονίας. Όταν υπάρχει η μία, υπάρχει μαζί της και η άλλη. Ανάλογα όμως με τον παράγοντα που διατηρεί το κέντρο'άρους, κυριαρχεί η μία ή η άλλη. Το ουσιώδες και στις δύο περιπτώσεις είναι η διάθεση για την υπέρβαση των αρνητικών δεδομένων της άμεσης εμπειρίας και η αναζήτηση της πληρότητας πέρα από αυτήν.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος περιγράφοντας την πολιτεία που παρουσίασαν στα κείμενά τους οι ιεροί Ευαγγελιστές και αντιδιαστέλλοντάς την από τις πολιτείες που επινόησαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, και ειδικότερα ο Πλάτων και ο Ζήνων, γράφει τα εξής: «Καί γάρ πολιτείαν ἔγραψαν ἡμῖν οἱ ἀλιεῖς, οὐκ ἀπό παίδων κελεύσαντες λαμβάνεσθαι, καθάπερ ἐκεῖνοι, οὐδέ τόσων καί τόσων ἐτῶν νομοθετοῦντες εἶναι τόν ἐνάρετον · ἀλλ ' ἁπλῶς πάσῃ διαλεγόμενοι ἡλικίᾳ. Ἐκεῖνα μέν γάρ, παίδων παίγνια · ταῦτα δε, πραγμάτων ἀλήθεια. Καί τόπον δέ ἀπέδωκαν τῇ πολιτείᾳ ταύτῃ τόν οὐρανόν, καί τεχνήτην αὐτῆς τόν Θεόν εἰσήγαγον, καί νομοθέτην τῶν ἐκεῖ κειμένων νόμων· ὥσπερ οὖν καί ἐχρῆν. Τά δέ ἔπαθλα τῆς πολιτείας...ζωή τέλος οὔκ ἔχουσα, καί τό Θεοῦ γενέσθαι παῖδας, καί τό μετ ' ἀγγέλων χορεύειν, καί τῷ θρόνῳ παρεστάναι τῷ βασιλικῷ, καί διηνηκῶς εἶναι μετά Χριστοῦ. Δημαγωγοί δε τῆς πολιτείας ταύτης τελῶναι καί ἀλιεῖς καί σκηνοποιοί, οὐκ ἐν χρόνῳ ζήσαντες ὀλίγῳ, ἀλλά διά παντός ζῶντες. Διά τοῦτο καί μετά τήν τελευτήν τούς πολιτευομένους τά μέγιστα ὀνῆσαι δύναιντ ' ἄν. Ταύτῃ τῇ πολιτείᾳ πόλεμος οὐ πρός ἀνθρώπους, ἀλλά πρός δαίμονας καί τάς ἀσωμάτους δυνάμεις ἐκείνας ἐστί. Διό καί στρατηγός αὐτοῖς οὐκ ἀνθρώπων οὐδέ ἀγγέλων οὐδείς, ἀλλ ' αὐτός ὁ Θεός. Καί τά ὅπλα δε τῶν στρατιῶν τούτων μιμεῖται τοῦ πολέμου τήν φύσιν · οὐ γάρ ἀπό δέρματος και σιδήρου κατασκευασμένα ἐισίν, ἀλλ' ἐξ ἀληθείας καί δικαιοσύνης καί πίστεως καί φιλοσοφίας ἁπάσης» (3).
Αξιοσημείωτο στο κείμενο αυτό είναι ότι οι πολιτείες των Ελλήνων φιλοσόφων χαρακτηρίζονται ως «παίγνια». Και πράγματι, η ουτοπική πολιτεία που παρουσίασε ο Πλάτων, όπως και κάθε ουτοπία γενικότερα, αποτελεί ένα είδος παιχνιδιού. Το μόνο που θα μπορούσε να προστεθεί είναι ότι εδώ δεν πρόκειται για παιδικό, αλλά για ώριμο διανοητικό παιχνίδι, που παρουσιάζει κάποια από τις ιδεατές μορφές που θα μπορούσε να προσλάβει η κοινωνική ζωή (4). Αυτό σημαίνει ότι η ουτοπία συνδέεται με την ιστορία. Και όπως εύστοχα τονίστηκε, η ιστορία δημιουργεί ουτοπίες και οι ουτοπίες δημιουργούν ιστορία (5). Έτσι η ουτοπία είναι η μητέρα του σοσιαλισμού, γιατί στην δύναμή της στήριξε ο σοσιαλισμός την εξουσία του πάνω στη μάζα (6).
Η ουτοπία ως θεωρητική σύλληψη αντιστοιχεί συνήθως σε κάποια πρακτική ουτοπία, που είτε προηγείται είτε τρέφεται από αυτήν (7). Γενικά όμως η ουτοπία, όπως φανερώνει άλλωστε και το όνομά της, δεν προβάλλεται για άμεση τουλάχιστο εφαρμογή ούτε εκφράζει πιστά κάποια δεδομένη κατάσταση. Έτσι π. χ. ο Πλάτων περιγράφοντας την ουτοπική πολιτεία του δεν παρουσιάζει καμμιά δεδομένη κατάσταση ούτε περίμενε την άμεση πραγματοποίησή της (8). Το ίδιο σχεδόν ισχύει και για τους ουτοπιστές που εμφανίστηκαν αργότερα. Χαρακτηριστικά μάλιστα ο Thomas More αφήνει στην Ουτοπία του να διαφανεί ότι δεν πιστεύει πως θα την δει κάποτε να εφαρμόζεται (9).
Ακόμα στο κείμενο του ιερού Χρυσοστόμου που παραθέσαμε, ως πραγματικός «τόπος» της χριστιανικής κοινωνίας παρουσιάζεται ο ουρανός. Και επειδή αυτό αποτελεί βασική θέση του Χριστιανισμού, μπορούμε κάλλιστα να μιλούμε για χριστιανική «ουτοπία» ή για «ουτοπία» του Χριστιανισμού, και να την εννοούμε με την ετυμολογική σημασία της λέξεως, δηλαδή ως μορφή ζωής ασυμβίβαστη με την αμεσότητα όχι μόνο της καθημερινής ζωής, αλλά και γενικότερα του αισθητού κόσμου. Σε αντίθεση με τα ουτοπικά συστήματα, που αναζητούν την ιδανική κοινωνία στην αμεσότητα του αισθητού κόσμου, ο Χριστιανισμός τοποθετεί την πλήρη και ιδανική μορφή κοινωνίας στη βασιλεία του Θεού.
Η τοποθέτηση της ιδανικής πολιτείας στη βασιλεία του Θεού έχει δύο βασικές συνέπειες: α) Προσφέρει στους ανθρώπους σημείο στήριξης και ενότητας πέρα από τον χώρο της αμεσότητας, και β) δίνει ευρύτατα όρια ελευθερίας στο πρόσωπο και την κοινωνία. Ταυτόχρονα όμως η τοποθέτηση αυτή περικλείει και τον κίνδυνο να ευνοήσει κάποιο πνεύμα αδιαφορίας για τον κόσμο. Αυτό επικαλούνται και τα νεώτερα κοινωνικά συστήματα που απορρίπτουν την εσχατολογική προσδοκία και ζητούν να εγκαθιδρύσουν την ιδανική κοινωνία μέσα στην ιστορία. Ήδη όμως με την προσπάθεια αυτή δημιουργείται κάποια υπέρβαση στο επίπεδο της εγκοσμιότητας, που μεταθέτει το ιδεώδες από το επέκεινα του υπερβατικού χώρου στο επέκεινα του ιστορικού μέλλοντος. Και αυτό όμως δεν παύει να είναι υπερβατικό σε σχέση με τον συγκεκριμένο άνθρωπο ή τη συγκεκριμένη κοινωνία. Με τον τρόπο αυτόν η κοινωνική ουτοπία διατηρεί κρυφά ή φανερά μια θρησκευτική διάσταση, όπου εκτονώνεται ο ανικανοποίητος κοινωνικός πόθος των οραματιστών της. Και όταν η αναζήτηση της ουτοπίας δεν είναι φανερά θρησκευτική αλλά κοσμική, ότ6αν δηλαδή δεν αναμένεται ως καρπός επεμβάσεως του Θεού, αλλά ως έργο του ανθρώπου ή ως τελική κατάσταση κάποιας εγκόσμιας διαδικασίας, είναι φυσικό να επιδιώκεται η επίσπευση της πραγματοποιήσεώς της από τους οπαδούς της ή και να επιχειρείται η χρησιμοποίηση αρχών και μεθόδων, που συχνά δεν συμβιβάζονται με το πνεύμα της ουτοπίας ή ακόμη και οδηγούν στην εμπειρική διάψευσή τους.
Η ουτοπία είναι ουσιαστικά άρνηση του τόπου, δηλαδή του συγκεκριμένου εμπειρικού χώρου, που αποτελεί σε τελευταία ανάλυση και την περιοχή της κυριαρχίας του θανάτου (10). Η προσπάθεια για βίαιη πραγματοποίηση της ουτοπίας οδηγεί ή στον αφανισμό της ή στην θυσία του ανθρώπου στο βωμό του ουτοπικού οραματισμού. Τοι ίδιο ισχύει και για τις ουτοπίες που έχουν ως κύριο γνώρισμα τη φυγή από το χρόνο.
Η χριστιανική «ουτοπία» προβάλλει ως τόπο για την προπαρασκευή και την προκαταρκτική φανέρωσή της την Εκκλησία. Μέσα σε αυτήν προετοιμάζεται ο άνθρωπος για την μέλλουσα ζωή. Και αυτή αποτελεί τον πνευματικό χώρο, όπου φανερώνεται ως ένα βαθμό η αλήθεια της βασιλείας του Θεού. Παράλληλα η χριστιανική «ουτοπία» βλέπει τον χρόνο ως «καιρό», δηλαδή ως ευκαιρία για την προετοιμασία και την προκαταρκτική βίωσή της. Τα δεδομένα αυτά είναι φυσικό να προκαλούν στην ζωή των πιστών οραματισμούς, που διαφέρουν ριζικά από τους κοσμικούς και με την έννοια αυτή ουτοπικούς. Οι οραματισμοί αυτοί οδηγούν στην εμφάνιση ουτοπικών εκδηλώσεων ή στη δημιουργία ουτοπικών θεσμών. Εδώ το ουτοπικό στοιχείο δεν έχει πια την έννοια του απραγματοποίητου, αφού παρουσιάζεται ως ιστορικό γεγονός, αλλά του ασυμβίβαστου με την καθημερινότητα ή αυτού που δεν μπορεί να διαιωνιστεί ή να γενικευτεί.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ουτοπικής εκδηλώσεως που δεν διαιωνίζεται, είναι η κοινοκτημοσύνη της χριστιανικής κοινότητας των Ιεροσολύμων. Και χαρακτηριστικό παράδειγμα ουτοπικού θεσμού που δεν γενικεύεται, είναι ο μοναχισμός.
Η ενθουσιώδης πίστη των πρώτων χριστιανών των Ιεροσολύμων σε συνδυασμό με την προσδοκία για την άμεση φανέρωση της βασιλείας των Θεού συνέβαλε στην εφαρμογή της κοινοκτημοσύνης (11). Επειδή όμως η κοινοκτημοσύνη αυτή δεν κάλυπτε και την παραγωγή, αλλά περιοριζόταν μόνο στην κατανάλωση υλικών αγαθών, ήταν φυσικό να μην μπορεί να επιβιώσει.
Από την άλλη πλευρά ο μοναχισμός, ως μονιμότερος χριστιανικός θεσμός, επιχειρεί να πραγματοποιήσει, όσο είναι δυνατό, τη βασιλεία του Θεού μέσα στην ιστορία. Κι όπως η βασιλεία του Θεού είναι κοινωνία, η ακριβέστερα η τέλεια κοινωνία, έτσι και ο μοναχισμός, παρά την πολυμορφία του, είναι κοινωνικός. Αυτό γίνεται εμφανέστερο στον κοινοβιακό μοναχισμό, όπως διαμορφώθηκε από τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας. Όπως εύστοχα παρατηρήθηκε, ο μοναχισμός δεν αποτελεί ανώτερο επίπεδο τελειότητας για τους λίγους, αλλά προσπάθεια να δοθεί η σωστή προοπτική στην ανθρώπινη ζωή. Είναι κατά κάποιο τρόπο ένα «σοσιαλιστικό πείραμα» ιδιαιτέρου είδους, που στηρίζεται στην ελευθερία του ανθρώπου. Ακόμη και η υπακοή πρέπει να θεμελιώνεται στην αγάπη και στην αμοιβαία αφοσίωση για μια ελεύθερη πραγματοποίηση της αδελφικής αγάπης (12).
Σε κείμενο που αποδίδεται στον Μ. Βασίλειο. Ο συγγραφέας συνδέοντας την ιδανική μορφή κοινωνίας των πιστών μέσα στην ιστορία με την μοναχική κοινωνία ττην περιγράφει ως εξής: «Κοινωνίαν γάρ βίου τελεωτάτην ἐγώ καλῶ, ἐν ἦ κτήσεως μέν ἰδιότης ἐξώρισται, γνώμης δε ἐναντίωσις ἀπελήλαται, ταραχή δε πᾶσα καί φιλονικία καί ἔριδες ἐκ ποδῶν ἑστήκασι · κοινά δέ τά σύμπαντα, ψυχαί, γνῶμαι, σώματα, καί ὅσοις τά σώματα τρέφεται καί θεραπεύεται· κοινός ὁ Θεός, κοινόν τό τῆς εὐσεβείας ἐμπόρευμα, κοινή ἡ σωτηρία, κοινά τά ἀγωνίσματα, κοινοί οἱ πόνοι, κοινοί οἱ στέφανοι, εἷς οἱ πολλοί καί ὁ εἷς οὐκ μόνος. Τί ταύτης τῆς πολιτείας ἴσον ; Τί δέ μακαριώτερον ; Τι τῆς συνάφειας καί τῆς ἑνώσεως ἀκριβέστερον ; Ἄνθρωποι ἐκ διαφόρων γενῶν καί χωρῶν κινηθέντες εἰς τοσαύτην ἀκρίβειαν ταυτότητος συνηρμοόσθησαν, ὥστε μίαν ψυχήν ἐν πολλοῖς σώμασιν θεωρεῖσθαι, καί τά πολλά σώματα μιᾶς γνώμης ὄργανα δείκνυσθαι. Ὁ ἀσθενῶν τό σῶμα πολλούς ἔχει τῇ διαθέση συγκάμνοντας · ὁ νοσῶν καί καταπίπτων τῇ ψυχῇ πολλούς ἔχει τούς ἰωμένους καί συνδιανιστῶντας αὐτόν. Ἀλλήλων ἰσόδουλοι, ἀλλήλων κύριοι, καί ἐν τῇ ἀμάχω ἐλευθερία τήν ἀκριβεστέραν δουλείαν ἀλλήλοις ἀντεπιδείκνυνται, ἥν οὐκ ἀνάγκη περιστάσεως πρός βίαν ἐπήγαγε, πολλήν φέρουσαν τοῖς ἁλοῦσι τήν ἀθυμίαν, ἀλλά γνώμης τό αὐθαίρετον μετ ' εὐφροσύνης ἐδημιούργησεν · ἀγάπης τούς ἐλευθέρους ὑποτασσούσης ἀλλήλοις, καί τῷ αὐθαιρέτω τό ἐλεύθερον φυλαττούσης. Τοιούτους ἡμᾶς ἐξἀρχῆς ὁ Θεός εἶναι βεβούληται, καί ἐπί τούτοις ἐδημιούργησεν. Οὗτοι τό ἀρχαῖον ἀνακαλοῦνται καλόν, τοῦ ἀρχιπάτορος Ἀδάμ τήν ἁμαρτίαν ἐπικαλύπτοντες. Διαίρεσις γάρ καί διάστασις καί πόλεμος οὐκ ἄν ἦν ἐν ἀνθρώποις, μή τῆς ἁμαρτίας διατεμούσης τήν φύσιν. Οὗτοι ἀκριβεῖς μιμηταί τοῦ Σωτῆρος καί τῆς κατ' αὐτόν ἐν σαρκί πολιτείας ὑπάρχουσιν. Ὥσπερ γάρ ἐκεῖνος, χορόν μαθητῶν συστησάμενος, κοινά τά πάντα, καί κοινόν ἑαυτόν τοῖς ἀποστόλοις παρέσχηκεν, οὕτω καί οὗτοι τῷ καθοδηγουμένω πειθόμενοι, οἱ γε καλῶς τον κανόναν τοῦ βίου διαφυλάσσοντες, τήν τῶν ἀποστόλων και τοῦ Κυρίου πολιτείαν μετ ' ἀκριβείας μεμίμηνται. Οὗτοι τήν τῶν ἀγγέλων ζωή ἐζηλώκασι, τό κοινωνικόν, ὥσπερ ἐκεῖνοι, δι ' ἀκριβείας φυλάξαντες. Οὐκ ἐστιν ἐν ἀγγέλοις ἔρις, οὐ φιλονεικία, οὐκ ἀμφισβήτησις · ἕκαστος τά πάντων ἔχει, καί πάντες ὁλόκληρα παρ ' ἑαυτοῖς τά καλά ταμιεύονται. Οὐκ γάρ ἐστιν ὕλη ἐμπερίγραπτος ὁ τῶν ἀγγέλων πλοῦτος, δεομένη τομῆς, ἡνίκα ἄν αὐτήν πλείοσιν ἐπινέμεσθαι δέῃ, ἀλλ ' ἄὑλος ἡ κτῆσις και διανοίας ὁ πλοῦτος» (13). Ο μοναχισμός δεν αποτελεί καθολικό κοινωνικό θεσμό για τους πιστούς στο σύνολό τους. Ως αναζήτηση όμως της τέλειας ανθρώπινης κοινωνίας αποτέλεσε πολλές φορές το πρότυπο για τον σχηματισμό κοινωνικών ουτοπιών (14).
Προϋπόθεση για την ανάπτυξη και διατήρηση του μοναχισμού είναι η προσήλωση στη «χριστιανική ουτοπία». Η προσήλωση αυτή διατηρείται με τη μυστηριακή ζωή και την εσχατολογική προσδοκία, που εμποδίζουν την μετάπτωση του Χριστιανισμού σε ιδεολογία. Αντίθετα η εγκατάλειψη της εσχατολογικής προσδοκίας και της μυστηριακής ζωής καταστρέφει τους στόχους του Χριστιανισμού και τον μεταβάλλει σε ιδεολογία (15). ’λλωστε η ιδεολογία αποτελεί συχνά ένα είδος εκκοσμικευμένης θρησκείας. Ενώ όμως η θρησκεία δηλώνει εξ αρχής ότι στηρίζεται στην πίστη, η ιδεολογία καλύπτει συνήθως το πιστεύω της με τον μανδύα της λογικής ή της επιστήμης (16). Τέλος, ενώ η θρησκεία αναφέρεται πρωτίστως σε υπερβατικό κόσμο (Θεός, αγγέλους, αιώνια ζωή) και υποτάσσει σε αυτόν τον αισθητό κόσμο, η ιδεολογία προσηλώνεται στον αισθητό κόσμο και τον ειδωλοποιεί (17). Με την υποχώρηση της θρησκευτικής ουτοπίας ή με την μετατροπή της σε ιδεολογία απογυμνώνεται η διάσταση του υπερβατικού και δημιουργείται ο κατάλληλος χώρος για την ανάπτυξη της κοινωνικής ουτοπίας, που στηρίζεται, όπως είπαμε, σε εγκοσμιοκρατική υπέρβαση και αποτελεί εκκοσμικευμένη μορφή θρησκείας. Γι' αυτό και η κοινωνική ουτοπία εμφανίζεται συνήθως ως υποκατάστατο στο χώρο που δημιουργείται με την υπαναχώρηση ή την εκκοσμίκευση της θρησκείας.
Με τις προϋποθέσεις αυτές κατανοούμε και την αιτία, για την οποία οι περισσότερες κοινωνικές ουτοπίες εμφανίστηκαν στο χώρο του χριστιανικού κόσμου της Δύσεως μετά την Αναγέννηση, δηλαδή μετά την καθιέρωση της διαδικασίας που δρομολόγησε την ιδεολογοποίηση και την εκκοσμίκευση της χριστιανικής πίστεως. Και η γενίκευση της εκκοσμικεύσεως αυτής συμπίπτει με την ευρύτερη προσήλωση στις ουτοπίες των νεότερων κοινωνικών συστημάτων ή της σύγχρονης επιστήμης και του τεχνικού πολιτισμού.
Τέλος οι σκοτεινές προοπτικές που δημιουργούνται στην εποχή μας για το ανθρώπινο πρόσωπο, όπως και για ολόκληρη τη δημιουργία, έδωσαν την αφορμή για διάφορες αντιουτοπικές συλλήψεις όπως εκείνες του Χάξλεϋ ή του Όργουελ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) Ο πλήρης τίτλος του βιβλίου είναι De optimo statu reipublicae deque nova insula Utopia (Για την άριστη κατάσταση της πολιτείας και για τη να νήσο Ουτοπία), επιμ. Εράσμου, Louvain 1516.
(2) Βλ. K. Mannheim, Ideologie und Utopie, Frankfurt/ Main 1965, 169.
(3) Ι. Χρυσοστόμου, Ὁμιλίαεἰς τό κατά Ματθαῖον 1, 5-6, PG 57, 20.
(4) R. Ruyer, L'utopie et les utopies, Paris, 1950, 4
(5) A. Morgan, Nowhere was Somewhere. How History makes Utopias and how Utopias make History, Chapel- Hill 1946.
(6 ) E. Rosenstock - Huessy, Soziologie, v. 1, Stuttgart 1956, 286.
(7) H. Desroche, Sociologie de l'espérance, Paris 1973, 217.
(8) Βλ. Πλάτωνος, Πολιτεία 9, 592 a.
(9) «Για όσο χρονικό διάστημα θα υπάρχει το ανθρώπινο γένος, η συντριπτική πλειοψηφία του και το συντριπτικά ανώτερο τμήμα του θα συνεχίσουν αναπόφευκτα να εργάζονται κάτω από το βάρος της φτώχειας, της τυραννίας και της στεναχώριας. Δεν λέω πως το βάρος δεν μπορεί να περιοριστεί. Δεν λέω πως το βάρος δεν μπορεί να περιοριστεί, αλλά ποτέ δεν θα το βγάλετε τελείως από του ώμους του». Thomas More, Ἡ Οὐτοπία (μετάφρ. Ι. Καραγιάννη ), Αθήνα 1970, βιβλίο πρώτο, σ. 58. Περισσότερα για τις κοινωνικές ουτοπίες βλ. Κ. Ζορμπά, Η ανθρώπινη αξία στις κοινωνικές ουτοπίες, Κατερίνη 1997.
(10) E. Rosenstock - Huessy, Soziologie, v. 1, 292.
(11) «Πάντες δέ οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπί τό αὐτό καί εἶχον ἅπαντα κοινά, καί τά κτήματα καί τάς ὑπάρξεις ἐπίπρασκον καί διεμέριζον αὐτά πᾶσι καθότι ἄν τις χρείαν εἶχε» (Πραξ. 2,44-45). Σχολιάζοντας το φαινόμενο αυτό ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί: «Τοῦτο πολιτεία ἀγγελική, μηδέν αὐτῶν λέγειν ἴδιον εἶναι. Ἐντεῦθεν ἡ ρίζα τοῦ κακοῦ ἐξεκόπη, καί δι ' ὧν ἔπραττον ἔδειξαν, ὅτι ἤκουσαν ... Οὐκ ἦν το ψυχρόν ρῆμα το «ἐμόν» και το «σόν». Διά τοῦτο ἀγαλλίασις ἦν ἐπί τῆς τραπέζης. Οὐδείς ὡς ἐξ ἐξ ἰδίων ἐσθίων διέκειτο, οὐδείς ὡς ἐξ ἀλλοτρίων · καίτοι δοκεῖ αἴνιγμα εἶναι. Οὔτε ἀλλότρια ἐνόμιζον εἶναι τά τῶν ἀδελφῶν. Οὔτε ὁ πένης ἠσχύνετο, οὔτε ὁ πλούσιος ἐτυφοῦτο. Τοῦτό ἐστιν ἀγαλλίασις Κἀκεῖνος ὡς εὐεργετούμενος διέκειτο, καίεὖ πάσχων μᾶλλον, καί οὖτοι ὡς δοξαζόμενοι ταύτη και πάνυ πρός αὐτούς ἦσαν συνδεδεμένοι» Ι. Χρυσοστόμου, Ὑπόμνημαεἰς Πράξεις Ἀποστόλων,7, 2, PG 60, 65-66.
(12) Γ. Φλωρόφσκυ, «Το κοινωνικό πρόβλημα στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία» Χριστιανισμός και Πολιτισμός (μτφρ. Ν. Πουρνάρα ), Θεσσαλονίκη 1982, σ. 168.
(13) Μ. Βασιλείου, Ἀσκητικαί Διατάξεις 18, 1-2, PG 31, 1381-1384.
(14) R. Ruyer, L'utopie et les utopies, 4.
(15) Για τις σχέσεις ουτοπίας και ιδεολογίας βλ. K. Mannheim, ο. π. σ. 86 κ. ε.
(16) Βλ. W. Buhl, Die Ordung des Wissens, Berlin 1984, σ. 212 κ. ε.
(17) Σχετικά βλ. A. Grabner - Haider, Ideologie und Religion? Interaktion und Sinnsysteme in der modernen Gesellschaft, Wien, Freiburg, Basel 1981, 154 κ.ε.