Σάββατο 4 Μαΐου 2019

Από τη ζωή του μακαριστού Πατριάρχου Σερβίας κυρού Παύλου




Με αφορμή την κοίμηση τού Μακαριστού Πατριάρχου Σερβίας Παύλου, στη συνέχεια μπορείτε να διαβάσετε αποσπάσματα από κείμενα που αναφέρθηκαν στο παρελθόν στην οσιακή και αγία ζωή του. Είθε από την ουράνια σκηνή στην οποία ίσταται πλέον, να πρεσβεύει ενώπιον τού Θεού για όλους μας, και για το μαρτυρικό του έθνος, με περισσότερη δύναμη και παρρησία.

«Εάν μπορούσα να προφθάσω, μάρτυς μου ο αναστάς Θεός, θα στεκόμουν ενώπιον των ναών, των νοσοκομείων και ενώπιον των πολυτελών χώρων για τις δεξιώσεις και τις επιδείξεις μόδας, και προσωπικά θα ζητούσα ελεημοσύνη για τα δοκιμαζόμενα αδέλφια και παιδιά μας. Ο κάθε από εμάς θα έπρεπε, με ενεργό τρόπο, να ντροπιάση όλες εκείνες τις επιδεικτικές πλεονεξίες, οι οποίες υπάρχουν σε τόσους δημοσίους χώρους, και όχι μόνο απλώς να σκανδαλιζόμεθα και να απελπιζώμεθα, επειδή η αναισχυντία κυριάρχησε γύρω μας».




1. Λόγοι και συμβάντα



Η μοναχικη υπόσχεση της ακτημοσύνης



Τελειώνοντας η συνεδρίαση της Σερβικής Συνόδου στο Βελιγράδι, ο πατριάρχης Παύλος ξεκίνησε κατά τη συνήθεια του να πάει στον εσπερινό στον Καθεδρικό Ναό. Βγαίνοντας είδε στο πάρκινγκ ένα πλήθος από πολυτελή μαύρα αυτοκίνητα και ρώτησε:



Σε ποιόν ανήκουν αυτά τα αυτοκίνητα;



Είναι των Επισκόπων που ήρθαν για τη σύνοδο μακαριώτατε, του απάντησε ένας Ιερέας που τον συνόδευε.



Ω, ο Θεός να τους φυλάει. Με τι θα κυκλοφορούσαν άραγε εάν δεν είχαν δώσει τη μοναχική υπόσχεση της ακτημοσύνης;





Ο καθένας βλέπει ότι θέλει



Ο διάκονος που συνόδευε τον πατριάρχη στις εξόδους του στο Βελιγράδι διηγείται για το μάθημα που πήρε από αυτόν μια φορά που πήγαιναν στην Εκκλησία Μπάνοβο Μπρντο.



Με τι θα πάμε, με το αυτοκίνητο; ρώτησε ο διάκονος.





Όχι, με το λεοφωρειο!, απάντησε κατηγορηματικά ο Πατριάρχης.



Μα το λεωφορείο είναι πάντα γεμάτο και η ζέστη είναι αποπνιχτική. Και δεν είναι και κοντά.



Έτσι θα πάμε του λέει κοφτά ο πατριάρχης.



Μακαριώτατε, προσπαθούσε να τον πείσει ο διάκονος., είναι καλοκαίρι ο κόσμος πηγαίνει για μπάνιο στο νησάκι Τσιγκάλια και οι πιο πολλοί είναι ημίγυμνοι, δεν είναι σωστό…



Πάτερ. Του λέει ήσυχα ο πατριάρχης, ο καθένας βλέπει ότι θέλει!





Αύξηση; Για ποιόν λόγο;



Ο πατριάρχης αρνούνταν πολλές φορές να πάρει και το μισθό του και αρκούνταν στη σύνταξη που είχε ως πρώην Επίσκοπος Ράσκα και Πρίζρεν. Τα ρούχα του και τα παπούτσια του τα διόρθωνε μόνος… Του έμεναν και χρήματα από τη μικρή του σύνταξη τα οποία έδινε στους φτωχούς και σε άλλες αγαθοεργίες.



Διηγούνται κάποιοι ότι όταν οι ιεράρχες ζήτησαν το 1962 αύξηση μισθών ο Παύλος επίσκοπος τότε, είπε έκπληκτος: «Γιατί να γίνει αύξηση αφού δε μπορούμε να ξοδέψουμε ούτε αυτά που έχουμε;»





Πολυτέλεια



Οι κάτοικοι του Βελιγραδίου συναντούσαν συχνά τον Πατριάρχη Παύλο στο δρόμο, στο τραμ ή στο λεωφορείο μια φορά ενώ περπατούσε επί της λεωφόρου Πέτρος ο Α΄ κατευθυνόμενος προς το πατριαρχείο σταμάτησε δίπλα του μια Μερσεντές, τελευταίο μοντέλο. Στο τιμόνι ήταν ο Ιερέας μιας πλούσιας βελιγραδινής ενορίας.



Μακαριώτατε, παρακαλώ επιτρέψτε μου να σας πάω όπου επιθυμείτε του λέει περιποιητικά.



Ο πατριάρχης μόλις ανέβηκε ρώτησε:



Πατέρα, ποιανού είναι αυτό το πολυτελές αυτοκίνητο;

Δικό μου μακαριώτατε!

Σταμάτα αμέσως! τον διέταξε ο πατριάρχης



Κατέβηκε έκανε ταπεινά το σημείο του σταυρού, τον ευλόγησε και του είπε: O Θεός να σε προστατεύει!







Άρθρο του Jovan Janjic από την εφημεριδά ‘’Nasa Rec’’772/13-2-2004

Η φώτο είναι από το www. Eph. Md., αναδημοσίευση από: http: //proskynitis. Blogspot. Com/2009/11/blogpost_16. Html






2. Πατριάρχης Σερβίας Παύλος : «Να ένας Άγιος που περπατά στη Γη!»



«Μόνον Συ, Κύριε, γνωρίζεις τι χρειάζεται εις ημάς»

(η προσευχή του Πατριάρχου Σερβίας κ. Παύλου).



Από το αδύναμο αγοράκι, δια το οποίον άναβαν κερί νομίζοντες ότι απέθανε και το οποίον εις το μάθημα των θρησκευτικών βαθμολογείτο δια του 2, έγινε είς των μεγαλυτέρων πνευματικών της εποχής του.

Μετά από 22 ώρας αεροπορικού ταξιδιού επιστρέφων εκ της Αυστραλίας μεταβαίνει κατ’ ευθείαν εις την αγρυπνία εις τον Μητροπολιτικό Ναόν του Βελιγραδίου, έπειτα επί δύο ώρας επιδιορθώνει το ταλαιπωρημένο ράσο του, δια να ξεκινήσει, το πρωί κατά τας 6 μετά την τέλεση της θείας Λειτουργίας, δια την Μόσχα, όπου ο Ρώσος Πατριάρχης Αλέξιος Β΄ θα τον ερώτηση, εάν εν τω μεταξύ, πρόφθασε να επισκεφθεί την Ν. Ζηλανδία.

Ευρισκόμενος εις την Αμερική εις την Αποστολή δια την επιστροφή και επανένωση των αποσχισθεισών επαρχιών της Ορθοδόξου Σερβικής Εκκλησίας εις την Αμερική με την μητρική Εκκλησία της Σερβίας, το θέρος του 1992, προτού αναχώρηση από το Λος Άντζελες δια το Σικάγο, η Αγιότης ο Πατριάρχης των Σέρβων Παύλος σήκωσε το ράσο του και εισήλθεν εις τα νερά του Ειρηνικού. Παρέμεινε εις την στάση αυτήν επ’ ολίγον ατενίζων εις το βάθος και το ύψος του ορίζοντος, οφθαλμοφανώς προσευχόμενος· έσκυψε και από τον βυθόν έλαβε δύο λευκά πετραδάκια, τα φίλησε και τα έβαλε εις την τσέπη του.

Έπειτα σημείωσε το σχήμα του Σταυρού εις το σώμα του και επορεύθη προς το αυτοκίνητο, το οποίον τον ανέμενε εις μικράν απόστασιν. Είς εκ των πρακτόρων του FΒΙ, οι οποίοι τον επέβλεπαν, πλησίασε, γονάτισε και ησπάσθη την χείρα του Σέρβου Πατριάρχου αναφωνών: «Να, ένας άγιος που περπατά στη γη»!



Τα ίδια λόγια την εποχή εκείνη θα ηδύναντο να ακουσθούν και εις την Σερβία υπό των ανθρώπων, οι οποίοι παρακολουθούν τας τελετουργίας του, αλλά και υπό όσων τον συναντούν εις τας οδούς του Βελιγραδίου, καθώς με το «μπαστουνάκι» του μετέβαινε εις την αγορά ή εις κάποιον σύναξιν ή εις κάποιον άλλην εργασίαν. Μακράν και δύσκολο οδόν διήλθε ο Γκόικο Στόιτσεβιτς, μετέπειτα μοναχός και ακολούθως Επίσκοπος Παύλος, έως ότου τον ονομάσουν ζώντα ακόμη εις την γην «άγιον». Εγεννήθη την ημέραν του εορτασμού της αποτομής της κεφαλής του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου, 11 Σεπτεμβρίου (παλαιόν ημερολόγιο) το 1914 εις το χωρίον Κούτσαντασι της Σλαβονίας (σήμερον η περιοχή αυτή ανήκει εις την Κροατία οι Σέρβοι εδιώχθησαν εκείθεν το 1995 κατά τον πρόσφατο πόλεμον), όπου μετανάστευσαν οι γονείς του από την Νότιον Σερβία. Πολύ νέος ακόμη έμεινε ορφανός, πράγμα το οποίον δυσκόλευσε την ζωήν του ακόμη περισσότερον. «Πολύ ενωρίς έμεινα χωρίς γονείς», λέγει ο ίδιος, «ο πατήρ μου ειργάζετο εις την Αμερική, εκεί έπαθε φυματίωσιν και επέστρεψε εις το σπίτι μόνον πλέον, δια να αποθάνει. Η μήτηρ μου ήλθεν εις δεύτερον γάμο μετά εν έτος, ενώ ο αδελφός μου και εγώ μείναμε με την γιαγιά και την θείαν. Και η μήτηρ μου μετ’ ολίγον απέθανε. Δια τούτο η έννοια της μητρός εις εμέ είναι συνδεδεμένη με την θείαν. Ησθανόμην την άπειρον αγάπην της, εκείνη μου αναπλήρωσε την μητέρα, ώστε εγώ και τώρα σκέπτομαι ότι όταν αποθάνω, πρωτίστως θα συναντήσω την θείαν και ύστερα τους υπολοίπους». Ως παιδί ήτο, όπως διηγείται ο ίδιος, τόσον πολύ ασθενικός, ώστε κάποτε του άναψαν και κερί πιστεύοντες ότι πέθανε! Η θεία αντελήφθη ότι ο Γκόικο δεν ήτο δια αγροτικάς εργασίας και απεφασίσθη να τον στείλουν εις τον θείον, δια να απόκτηση μόρφωσιν. Αργότερον διηγείτο περί της εποχής αυτής: «Εις τα περίχωρα της πόλεως Τούζλα επεβιώσαμεν χάρις εις μίαν αγελάδα, την οποίαν είμεθα υποχρεωμένοι, εις βάρος σχεδόν του σχολείου και της μελέτης, να οδηγούμε εις την βοσκή. Ο θείος ήτο αυστηρός, αλλά δίκαιος. Όλα τα παιδιά του, μαζί και εγώ, μας μόρφωσε. Όλοι τελειώσαμε το Πανεπιστήμιο, μερικοί αποκτήσαμε και διδακτορικό». «Προτού αρχίσω το γυμνάσιο, με έστειλαν εις την μονήν Οραχόβιτσα, δια να προετοιμασθώ εκεί ολίγον… εκεί παρέμεινα επί ένα μήνα αλλά δεν ηδυνάμην να εννοώ τα πολλά εις τας Ακολουθίας. Είχα όμως την αίσθησιν των περασμένων αιώνων και των προγόνων, οι οποίοι προσηύχοντο εις τον χώρον αυτόν δια εμέ αύται αι προσευχαί ήσαν παρούσαι, όπως και οι αναστεναγμοί και αι χαραί των και τούτο εχαράχθη τόσον πολύ εις την μνήμην μου, δεν εφαντάσθην όμως, τότε ότι το μέλλον μου θα ήτο συνδεδεμένο με την Εκκλησίαν».

Τίποτε εις τον νεαρό Γκόικο δεν εμαρτύρει το εκκλησιαστικό μέλλον του, ούτε καν ο βαθμός του εις το μάθημα των θρησκευτικών! Αν και μεγάλωνε εις θρησκευόμενη οικογένεια και ήτο άριστος μαθητής, εις το μάθημα τούτο είχε βαθμό 2! «Ο καθηγητής μας ήτο κοντός, Σέρβος από την Ουγγαρία. Είχα ποικιλίαν διδασκάλων επί τόσα έτη, αλλά δι’ εμέ εκείνος έμεινε ο καλύτερος παιδαγωγός και διδάσκαλος. Μία διδακτική ύλη, όπως είναι η Δογματική, όλη εις ερωτήσεις και απαντήσεις, ήτο δυσκόλως κατανοητή εις την ηλικία εκείνη, όμως, εκείνος την δίδασκε τόσον καλώς, ώστε να μη έχομεν δυσκολίας. Ήτο καλός, αλλά πάρα πολύ αυστηρός άνθρωπος. Όταν με σήκωνε εις το μάθημα, εγώ τα είχα τελείως χαμένα, δεν ημπορούσα τίποτε να ειπώ, κάτι ψέλλιζα από εδώ και από εκεί και εκείνος στρεφόμενος εις εμέ έλεγε: κάθισε»! Όταν εκείνος ερωτά κάτι δυσκολότερων, εγώ τότε ευρίσκω την ευκαιρία να βελτιώσω την εντύπωση. Συνήθως λέγει: «Οποίος γνωρίζει, θα πάρη 2». Αν γνωρίζω, σηκώνω το χέρι και διορθώνω τον βαθμό μου. Αργότερον, όταν μεγάλωσα, έγινα περισσότερον ανεξάρτητος, δεν είχα πλέον «τρακ», αν και περισσότερον μου άρεσαν τα μαθήματα, δια τα οποία δεν απαιτείτο πολλή μνήμη, όπως είναι τα μαθηματικά και η φυσική. Υπερίσχυσε η επίδρασις των συγγενών μου, ώστε να εγγραφώ εις Ιερατική Σχολή, αν και παρέμεινε το ενδιαφέρον μου δια την φυσική, με την οποίαν θα ησχολούμην αργότερον, ιδιαιτέρως κατά τον ελεύθερόν μου χρόνον».



Την Θεολογική Σχολή ο Πατριάρχης τελείωσε στο Βελιγράδιον. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τον ευρίσκει εις την γενέτειρά του Σλαβονίαν, από όπου, όπως και πολλοί άλλοι Σέρβοι, ηναγκάσθησαν να καταφύγουν εις την Σερβία. Εκ νέου ευρέθη εις το Βελιγράδιον, τώρα όμως πλέον ως πρόσφυξ. Δια να έχη τα προς τον ζην, ηναγκάσθη να δεχθεί να αναλάβει βαρείας εργασίας εις οικοδομάς.

Ο ίδιος διηγείται: «Όταν το 1941 κατέφυγα εις το Βελιγράδιον, ηργαζόμην εις τας οικοδομάς, εις τας αποβάθρας φορτοεκφορτώσεως των λιμένων… Εκείθεν και η παραμόρφωσης του αντίχειρός μου. Δεν ηδυνάμην να αντέξω αυτάς τας εργασίας. Την άνοιξη του 1942 ο συμμαθητής μου Ιερομόναχος Ελισαίος (Πόηοβιτς) με ωδήγησεν εις την Ιεράν μονην της Αγίας Τριάδος εις την Όβτσαρα Η μονή είχε καλά οικονομικά και ηδύνατο να συντήρηση και εμέ. Μου ανέθεσαν ελαφρότερες εργασίας. Έπειτα ηργαζόμην ως κατηχητής και παιδαγωγός εις την Μπάνια Κοβίλιατσα, εις το ίδρυμα των παιδιών προσφύγων από την Βοσνία. Μίαν ζεστή ημέραν του Αυγούστου το 1944 ημείς οι παιδαγωγοί οδηγήσαμεν τα παιδιά εις τον ποταμόν Δρίνα. Εδείξαμεν εις αυτά το σημείον μέχρι του οποίου θα ηδύναντο να προχωρήσουν εντός του ποταμού, όμως τα παιδιά είναι παιδιά! Βλέπω, λοιπόν, ένα παιδί να απομακρύνεται και να βυθίζεται εις τα νερά πατά εις τον βυθόν, εμφανίζεται εις την επιφάνεια, προσπαθεί να εισπνεύσει, άλλα δεν ημπορεί να έλθη προς την όχθη. Ζεστός και κάθιδρος όπως ήμουν, όρμισα προς το παιδί και το έβγαλα έξω. Αμέσως το δίπλωσα στα γόνατα μου και του «τις έβρεξα» λέγοντάς του: «Βρε, παιδάκι μου, από την Βοσνία εσώθης, η μάνα και ο πατέρας σου εφονεύθησαν και εσύ τώρα θέλεις να πνιγείς εμπρός μου; Πού είναι ο νους σου;». Αμέσως μετά ταύτα ασθένησα, είχα ψηλό πυρετό, επήγα δια εξετάσεις και μου είπαν: Φυματίωσις!». Η βαρεία ασθένεια, η οποία εκείνη την εποχή δεν άφηνε καμιάν ελπίδα σωτηρίας. Οι Ιατροί εις τον Γκόικο είπαν ότι του έμειναν μόνον τρεις μήνες ζωής. Τον ανέλαβαν οι μοναχοί εις την Ιεράν Μονήν Βούγιαν, αλλά του συνέστησαν να μη εισέρχεται εις τον ναό κατά την ώραν των ακολουθιών και της θείας Λειτουργίας, να μη τρώγει μαζί με την αδελφότητα και να αποφεύγει αποιανδήποτε επαφή με τους άλλους, ώστε να μη τους μεταδώσει το νόσημα. Όταν οι μοναχοί τελείωναν τας Ακολουθίας, τότε εκείνος εισήρχετο εις τον ναόν και προσηύχετο λουόμενος εις τα δάκρυα. Εις την Ιεράν Μονήν ήρχοντο στρατιώται διαφόρων στρατών. Ήλεγχαν και το κελί του Γκόικο. Αν και προφανώς εξηντλημένος και άρρωστος, εις όλους ήτο ύποπτος. Όταν, όμως, επληροφορούντο ότι έπασχε από φυματίωσιν, έφευγαν κλείνοντας ταχέως την θύραν.


Ο Γκόικο δεν έχασε το ηθικόν του. Με προσευχήν πολέμησε την ασθένειαν. Και τότε, ως εκ θαύματος, ήρχισαν να εμφανίζονται τα σημεία της θεραπείας. Τούτο ήτο ευκαιρία, μόνος εις το κελί του, να αναλογίζεται τα του μέλλοντος. Προηγουμένως είχε πρόγραμμα την ζωήν του εγγάμου ιερέως. Τώρα, όμως, μετά από την παρέλευσιν της νόσου, κατάλαβε ότι το πρόγραμμα δεν ήταν πλέον δυνατόν να πραγματοποιηθεί. Βλέπων εκ του πλησίον την ζωήν των μοναχών ηθέλησε και ο ίδιος να κόρη μοναχός.

Ως δείγμα της ευγνωμοσύνης του προς την Ιεράν Μονην όπου εθεραπεύθη, ο ήδη δόκιμος μοναχός Ρόϊκο, με το μαχαιρίδιον σκάλισε εις το ξύλον τον Σταυρόν και την σταύρωσιν του Κυρίου. Εις την οπίσθια όψιν του Σταυρού χάραξε τα λόγια (σλαβονιστί): «Εις την μονήν Βούγιαν δια την θεραπεία μου προσφέρω ο δούλος του Θεού Γκόικο». Αυτός ο Σταυρός σήμερον είναι από τα συχνότερο ενθυμούμενα κειμήλια του θησαυροφυλακίου της Μονής.

Ύστερα από τα έτη της ζωής του ως δοκίμου εις την Ιεράν Μονην Βούγιαν εκάρη μοναχός εις την Ιεράν Μονήν του ευαγγελισμού το 1948. Του εδόθη το όνομα Παύλος. Το όνομα, το οποίον με κάθε τρόπον θα προσπαθήσει να τίμηση ακολουθών την Απόοστολικήν οδόν και τα λόγια εκείνου από τον οποίον το έλαβε, του Αποστόλου Παύλου. Από το 1949 έως το 1955, εις την εποχή του μεγάλου αγώνος της κομμουνιστικής εξουσίας εναντίον ήδη της βαθέως δοκιμαζόμενης Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, ανήκει εις την αδελφότητα της μονής Ράτσια. «Όσον χρόνον ήμουν στη ράτσια», θα σημειώση αργότερα σε ένα αυτοβιογραφικό του κείμενον, «εις την μονήν δεν είμεθα χωριστά από τον λαόν και ούτως πληροφορούμεθα το τι συνέβαινε εις τον κόσμον και εις ποίαν εποχή ζώμεν. Τας εσωτερικάς μας ανησυχίας και αγωνίας εζεύξαμεν εις το άρμα των καθημερινών μας διακονιών, τας οποίας δεν προεφθάναμεν να διεκπεραιώσωμεν έως το βράδυ. Κάποτε ελαμβάναμεν μόνον ένα κομμάτι ψωμί και όλην την ημέραν εργαζόμεθα εις τους αγρούς. Επεβλέπαμεν τα ζώα της Μονής, μεταφέραμε τα ξύλα από το δάσος. Επί εν χρονικό διάστημα ειργαζόμην στον νερόμυλο της Μονής. Είχαμεν την ανυπομονησία το Εσπέρας μετά την εργασίαν να συγκεντρωθώμεν όχι δια ανάπαυσιν αλλά δια προσευχήν. Δεν υπάρχει μεγαλυτέρα μακαριστή, από την στιγμήν, κατά την οποίαν ο κουρασμένος άνθρωπος προσεύχεται εν ταπεινώσει. Τότε όλος ο άνθρωπος μεταμορφούται ουσιωδώς εις κατάστασιν προσευχής: Να σωθώμεν ως λαός και ως άτομα. Πρέπει να υπηρετώμεν τον Θεόν, εσκεπτόμεθα, όποιος και να κυβερνά. Και τούτο δια ημάς απετέλει το βαθύτερο νόημα του μοναχικού βίου».


Εν το μεταξύ ο Ιεροδιάκονος Παύλος το έτος 1950 - 51 διετέλεσε λέκτωρ εις την Ιερατική Σχολή εις το Πρίζρεν (την οποίαν κατέστρεψαν και έκαψαν Αλβανοί τον Μάρτιον του 2004 εις το Κόσσοβο υπό τα όμματα τών στρατιωτών του ΝΑΤΟ)… Ως ιερομόναχος εκάρη το 1954. Το αυτό έτος έλαβε την διάκρισιν του πρωτοσύγκελου. Το 1957 γίνεται αρχιμανδρίτης. Τας μεταπτυχιακός σπουδές εις την Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών παρακολούθησε κατά το διάστημα από το 1955 έως 1957. Εν συνεχεία εκλέγεται εις τον επισκοπικό θρόνο Ράσκας και Πρίζρεν (Κόσσοβο). Εις το Κόσσοβο και τα Μετόχια εις την περιοχή της Ράσκας, εις τον επισκοπικό αυτόν θρόνο θα υπηρέτηση σχεδόν 34 χρόνια. Την εποχή εκείνη, όταν εγίνοντο πολλά κατά της Εκκλησίας με την συγκατάθεσιν του Κράτους, ηναγκάσθη να αντιστέκεται εις διαφόρους επιθέσεις: με την καθαράν προσευχήν, με την συνετή καθοδήγησιν και τας κραυγαλέας προσκλήσεις. Την Ιεράν Σύνοδο της Σερβικής Εκκλησίας και το Κράτος ενημέρωνε συνεχώς ως προς τας επιθέσεις, αι οποίαι ελάμβαναν χωράν κατά των Σέρβων και κατά της περιουσίας της Σερβικής Εκκλησίας εις το Κόσσοβο και τα Μετόχια. «Ελάμβανα τας προειδοποιήσεις να προσέχω τας τακτικάς αναφοράς μου προς την Σύνοδο, διότι αύται έφθασαν και εις τας χείρας της κρατικής εξουσίας, καθώς ήτο ολοένα και σαφέστερο ότι κάπου είχεν ήδη αποφασισθεί να μη είναι πλέον σερβικό το Κόσσοβο», θα σημειώση ο Πατριάρχης αργότερον.


Και ο ίδιος συχνά προσωπικώς εγίνετο θύμα. Καθ’ οδόν εγίνετο αντικείμενο προπηλακισμών, ύβρεων, βασανισμών. Εις τα λεωφορεία τον εδίωκαν βιαίως. Εις στάση λεωφορείου εις το Πρίζρεν κάποιος Αλβανός τον ράπισε με λύσσα χωρίς αιτία. Λόγω της βιαιότητας του ραπίσματος, το καλυμμαύκι και ο Επίσκοπος επήγαν εις αντίθετο κατεύθυνσιν! Ο αρχιερεύς εσηκώθη, επήρε το καλυμμαύκι, το έβαλε εις την κεφαλήν, με οίκτον κοίταζε τον επιτεθέντα και συνέχισε τον δρόμο του. Από το Πρίζρεν μέχρι το Βελιγράδι ταξίδευε πολλάκις εις τα βαγόνια με παράθυρα χωρίς κρύσταλλα, όπου το χιόνι σκέπαζε τα καθίσματα. Υπέφερε τα πάντα, χωρίς γογγυσμόν, φροντίζων πολύ περισσότερον δια την επαρχία του και τους άλλους, παρά δια τον εαυτόν του. «Αυτόν τον επίσκοπο και πολύ μορφωμένο θεολόγο», σημείωσε ο γνωστός Ιστορικός της Τέχνης Ζ. Σ., «τον βλέπαμε πως από την σκαλωσιά, που σου σπάει τον λαιμό, επιδιόρθωνε τας στέγες των ναών ή τα κονάκια των μοναχών, ενώ στην έδρα της επαρχίας του δεν έχει αρχιεπισκοπικό μέγαρο, αλλά ένα κελί, χωρίς τηλέφωνο και χωρίς προσωπικό γραμματέα, μόνον με την γραφομηχανή εις το γραφείο, όπου ο ίδιος συντάσσει τας εκθέσεις, αναφοράς και επιστολάς γράφων εις το φθηνότερο χαρτί της αγοράς! Παντού υπάρχουν πλήθος ποιμαντικών απαντήσεων εις τας ερωτήσεις των πιστών: από τα πλέον απλά και πρακτικά θέματα μέχρι των πλέον πολύπλοκων και πνευματικών…». Ιδιαιτέρα φροντίδα έδειχνε δια την Ιερατική Σχολή του Πρίζρεν, όπου ενίοτε έκαμνε διαλέξεις. Εκεί επεσκέπτετο συχνά τους μαθητάς ενδιαφερόμενος δια το ποίον εις τι θα βοηθήσει. Τας νύκτας σκέπαζε τους μαθητάς εις τον ύπνον των! Πολλούς αιφνιδίασε το ότι ο Επίσκοπος Παύλος εξελέγη εις τον Πατριαρχικό θρόνο. Έως τότε δεν είχε προβληθεί από τα ΜΜΕ και δια το κοινόν (αλλά και μεταξύ των υπολοίπων Επισκόπων) δεν ήτο ο κύριος υποψήφιος δια την έδρα του πρώτου Ιεράρχου.



Εις την συνεδρία της Ιεράς Συνόδου της Σερβικής Εκκλησίας δια την εκλογή Πατριάρχου (1. 12. 1990), συμφώνως προς το σύνταγμα της Εκκλησίας της Σερβίας, έπρεπε οι εκλέκτορες Επίσκοποι να «σταυρώσουν» τρεις υποψηφίους, οι οποίοι όφειλαν να συγκεντρώσουν το ελάχιστον 13 ψήφους. Εις τον α’ γύρο εξελέγησαν μόνον δύο.

Ο τρίτος, ο Επίσκοπος Παύλος, λόγω ανεπαρκείας ψήφων (11) παρέμεινε εκτός και μόνον εις τον 9ον γύρο εξελέγη δια 20 ψήφων και εισήλθεν εις την τριάδα των υποψηφίων.

Ακολούθησε η τελική φάσις της εκλογής δια κλήρου, δηλαδή δια του Αποστολικού τρόπου: ο ηγούμενος της μονής Τρόνοσσα κατόπιν προσευχής εξάγει εκ του βιβλίου του ευαγγελίου τρεις σφραγισμένους φακέλους με τα ονόματα των τριών υποψηφίων, τους ανακατεύει και λαμβάνει τον ένα, τον οποίον και παραδίδει εις τον προεδρεύοντα, τον μεγαλύτερον αρχιερέα, ο οποίος ιστάμενος προ της Ωραίας Πύλης δεικνύει τον σφραγισμένο φάκελο, τον ανοίγει και ανακοινώνει: «ο Αρχιεπίσκοπος του Πεκίου, ο μητροπολίτης του Βελιγραδίου και των Κάρλοβτσι και ο Πατριάρχης της Σερβίας είναι ο Επίσκοπος της Ράσκας και του Πρίζρεν Παύλος!».

Σχολιάζων, μετά 15 έτη από της εκλογής, ο μητροπολίτης Μαυροβουνίου κ. Αμφιλόχιος το γεγονός, έγραφε: «Ο μοναδικός άνθρωπος, ο οποίος δεν ήθελε πράγματι να γίνει Πατριάρχης, ήταν ο Πατριάρχης Παύλος!».

Μετά την εκλογή ο Πατριάρχης Παύλος απευθυνόμενος εις την Ιεράν Σύνοδο θα πει: «Αι δυνάμεις μου είναι μικραί και σεις το γνωρίζετε. Εγώ εις αυτάς δεν ελπίζω. Ελπίζω εις την βοήθειάν σας και, επαναλαμβάνω εις την βοήθειαν του Θεού, με την οποίαν Εκείνος μέχρι σήμερον με υπεστήριζεν. Ας είναι προς δόξαν Θεού και προς όφελος της Εκκλησίας του και του δοκιμασμένου λάου μας εις αυτούς τους δύσκολους καιρούς».

Την επομένη ημέραν της ενθρονίσεως εις τον μητροπολιτικό ναό ανακοίνωνε το ολιγόλογο πρόγραμμά του: «Ανερχόμενος ως 44ος Πατριάρχης Σερβίας εις τον θρόνο του Αγίου Σάββα δεν έχω κανένα δικό μου πρόγραμμα δια το πατριαρχικό έργον. Το πρόγραμμά μου είναι το ευαγγέλιον του Χριστού η καλή αυτή αγγελία περί του Θεού μεθ’ ημών και της Βασιλείας Του εντός ημών εφ’ όσον με την πίστιν και την αγάπην Τον δεχθούμεν».

Ανέλαβε τα πατριαρχικά του καθήκοντα εις μίαν των δυσκολότερων περιόδων της σερβικής ιστορίας: στον καιρόν των πολέμων, των πιέσεων και εκβιασμών των ισχυρών του κόσμου, των εσωτερικών αναταραχών και της ανέχειας, εις τον καιρόν της αμφισβητήσεως των ιερών και οσίων.

Αντεστάθη εις το κακόν από όπου και αν ήρχετο, προσκαλών να συνετισθούν και οι συμπατριώται και οι ξένοι. Τονίζει ότι: «Υπό τον ήλιον υπάρχει αρκετός χώρος δια όλους» και ότι: «την ειρήνη χρειάζονται ομοίως όλοι οι άνθρωποι, όπως ημείς και ο εχθροί μας». Πολλάκις αναφέρει χωρία από εν δημοτικό σερβικό ποίημα, όπου λέγεται: «Καλύτερον είναι να χάσωμεν το κεφάλι μας, παρά να χάσωμεν την ψυχήν μας». Με τους εξής λόγους διδάσκει ότι «έχομεν υποχρέωσιν και εις την πλέον δύσκολο κατάστασιν να συμπεριφερώμεθα ως άνθρωποι και δεν υπάρχει συμφέρον ούτε εθνικό ούτε προσωπικό, το οποίον θα ημπορούσε να αποτελεί δικαιολογία του να μη είμεθα άνθρωποι».

Αυτοί οι συνεχώς επαναλαμβανόμενοι λόγοι του «να είμεθα άνθρωποι», γέμισαν τα αυτιά ακόμη και των μικρών παιδιών, τα οποία χαϊδευτικώς τον ονομάζουν «Ο Παύλος-Παύλος - Να Είμεθα άνθρωποι». Όλοι άκουσαν τους λόγους αυτούς, όμως πολλοί δεν ηθέλησαν να υπακούσουν. Μεταξύ αυτών και εκείνοι, οι οποίοι εις την γενέτειρά του (σημερινή Κροατία), κατά την διάρκεια του πολέμου του ‘90, κατεδάφισαν τον Ορθόδοξο ναόν μόνον και μόνον επειδή εις αυτόν εβαπτίσθη ο Πατριάρχης των Σέρβων! Τούτο συνέβη, ενώ εις ακτίνα 40 χιλιομέτρων από τον ναόν δεν εγίνοντο καν μάχες.

Ο Πατριάρχης Παύλος είναι ακούραστος εις την τέλεσιν των ποιμαντικών καθηκόντων του. Ούτω κατά το παρελθόν φθινόπωρο, εις τα 91 έτη του, απεφάσισε να επισκεφθεί την Αυστραλία μεταξύ των άλλων και δια να αγιάση την έκτασιν των 87 εκταρίων, τα οποία αγόρασε η Σερβική Εκκλησία, δια να κτιστή εκεί το κολλέγιον «Άγιος Σάββας», όπου μαζί με τα Σερβόπουλα, θα διδάσκονται και Ρωσσόπουλα, Ελληνόπουλα κ. λπ.

Μερικοί Επίσκοποι προσεπάθησαν να τον αποτρέψουν λέγοντες ότι ταξίδι τόσης διαρκείας είναι πέραν της αντοχής του. Ο Πατριάρχης αντέλεγε: «Δι’ εμέ δεν είναι δύσκολο, αλλά πώς θα τα καταφέρουν αυτοί (η συνοδεία);».

Επήγε εις την Αυστραλία προσπαθών την δύο εβδομάδων επίσκεψιν να την κάνη ιεραποστολικώς όσον περιεκτικωτέραν εγίνετο. Όταν επέστρεψε εις το Βελιγράδιον, κατ’ ευθείαν πήγε εις την αγρυπνία, αν και με το αεροπλάνο ταξίδευε επί 22 ώρας και αμέσως το πρωί ξεκίνησε δια την Μόσχα.

Γνωρίζων όλα αυτά ο φιλοξενών αυτόν Πατριάρχης της Ρωσίας Αλέξιος Β΄ αστειευόμενος τον ρώτησε:

«Αγιότατε, πήγατε τόσον μακρύ ταξίδι, φθάσατε και ως εδώ, μήπως τυχόν προφθάσατε να επισκεφθείτε και την Νέαν Ζηλανδία, επειδή και εκεί υπάρχει ο Ορθόδοξος κόσμος μας; …».

«Αγιότατε, αυτήν την φοράν δεν το έκανα, αλλά βεβαίως θα το κάνω εντός των επομένων 90 ετών!».

Ο Πατριάρχης Παύλος, παρά τας πολλάς υποχρεώσεις του, ζη και γνήσιο μοναχικό βίον. Κάθε πρωί εις το παρεκκλήσιο του Πατριαρχείου λειτουργεί και κοινωνεί και κάθε βράδυ είναι παρών εις τον Μητροπολιτικό ναό κατά την εσπερινή ακολουθία.

Προτού τέλεση την θείαν Λειτουργία, δεν αναχωρεί δια κανένα σκοπό.

Με την πορείαν της ζωής του, αρχίζοντας από τον τόπον της γεννήσεώς του και τους τόπους της μορφώσεώς του έως εκείνους όπου υπηρετεί, έγινε έν ενωτικό σύμβολο της Σερβικής Εκκλησίας. Επίσης, κατά την ζωήν του και κατά τον ρόλο του εις τον Ορθόδοξο κόσμον, εκείνος είναι και έν των συμβόλων της ενότητας της οικουμενικής Ορθοδοξίας.

Όσον κάποτε, κατά τα έτη των προσφάτων πολέμων» από το διαμέρισμά του εις το Πατριαρχικό μέγαρο είδεν εις τον δρόμο μίαν ομάδα προσφύγων να βρέχονται, κατέβει και ήνοιξεν την μεγάλην από ξύλον βελανιδιάς θύραν του Πατριαρχείου και τους κάλεσε να εισέλθουν, δια να προστατευθούν από την βροχή. Όταν οι συνεργάται του έκαναν παρατήρησιν ότι υπήρχε και πιθανότητα να εισέλθει και κάποιος μη καλοπροαίρετος, (εις τον πόλεμο ήσαν), τους απήντησε: «Πώς μπορούσα εγώ να κοιμούμαι εκεί επάνω στα ζεστά, ενώ τα παιδιά αυτά να βρέχονται έξω;».

Και οι εξής συγκλονιστικοί λόγοι είναι ιδικοί του: «Εάν ηδυνάμην να προφθάσω, ο αναστάς Θεός είναι μάρτυς μου, θα εστεκόμην ενώπιον των ναών, των νοσοκομείων και ενώπιον των πολυτελών χώρων δια τας δεξιώσεις και τας επιδείξεις μόδας και προσωπικώς θα ζήτουν ελεημοσύνη δια τα δοκιμαζόμενα αδέλφια και παιδιά μας. Ο κάθε εξ ημών θα έπρεπε, με ενεργό τρόπον, να εντροπιάση όλας εκείνας τας επιδεικτικάς πλεονεξίας, αι οποίαι υπάρχουν εις τόσους δημοσίους χώρους και όχι μόνον απλώς να σκανδαλιζόμεθα και να απελπιζώμεθα, επειδή η αναισχυντία κυριάρχησε γύρω μας».

Ο Πατριάρχης φροντίζει ο ίδιος τον εαυτόν του εις όλας τας ανάγκας του: μόνος του ετοιμάζει το φαγητό του, καθώς η διατροφή του, καθ’ όλον το έτος, είναι σχεδόν νηστίσιμος -συνήθως τρώγει τα βραστά λαχανικά, το λάδι το προσθέτει μόνον κατά τας εορτές, σπανιότατα τρώγει ολίγον ψάρι, το κρέας ποτέ. Το αγαπημένο του ρόφημα είναι ο χυμός ντομάτας, καθώς η τροφή της αρεσκείας του είναι η τσουκνίδα. Όταν δεν νηστεύει, του αρέσουν τα γαλακτοκομικά. Τα ενδύματά του τα ράπτει, επιδιορθώνει και πλένει ο ίδιος. Όπως διορθώνει και συντηρεί και τα υποδήματά του.

Εκτός αυτού προσέχει και το τι γίνεται γύρω του. Εις το Πατριαρχείον επιθεωρεί και φροντίζει όλα να λειτουργούν όσον καλύτερα γίνεται. Όταν τελειώση το ωράριον της εργασίας και όλοι έχουν αναχωρήσει, τότε ο Πατριάρχης έρχεται να σβήσει τα φώτα, τα οποία λησμόνησαν οι εργαζόμενοι.

Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς τοῦ σοφωτάτου Νικολάου Καβάσιλα τοῦ καὶ Χαμαετοῦ λόγοι



Αγιος Νικόλαος καβάσιλαςΞαναγυρίζοντας τώρα στό Βυζάντιο εἶναι καλό νά πᾶμε πρῶτα στόν τελευταῖο μεγάλο μυστικό του, τόν Νικόλαο Καβάσιλα (+ 1471), πού ἐμπνέεται πολύ ἀπό τόν Συμεῶνα.

Τό οἰκογενειακό του ὄνομα ἦταν Χαμαετός, γνωστή βυζαντινή οἰκογένεια. Γεννήθηκε στή Θεσσαλονίκη ἀλλά σπούδασε στήν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Καβάσιλας ἔφτασε στίς ἀκρότερες συνέπειες, στίς ὁποῖες ὁδηγοῦσε ἡ κατεύθυνση πού μέ τόσο ζωηρό παλμό ἐχάραξεν ὁ Συμεών. Τό σπουδαιότερο ἔργο του εἶναι ἡ «ζωή ἐν Χριστῷ». Τό ἁπλό καί μαζί βαθύ, λυρικό καί μαζί μυστικό ὖφος του ἀποπνέει τή δροσιά καί τήν αἰσιοδοξία τῶν ἀποστολικῶν χρόνων. Ὅπως οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες αἰσθάνονταν συχνά τήν ἀνάγκη νά ξαναγυρίζουν στό Σωκράτη γιά νά βαπτιστοῦν στή γεμάτη αἰσιοδοξία ἀλλά καί ἁπλότητα σκέψη καί ζωή του, ἔτσι καί οἱ Βυζαντινοί, ὅσες φορές ἡ ἐκλεπτυσμένη θεολογική σκέψη ἐστέγνωνε τήν ψυχήν των ξαναγυρίζουν στούς ἀποστολικούς χρόνους, στήν ἁπλότητα τῆς πίστης καί στήν αἰσιοδοξία των.

Θά σταματήσωμε σέ δυό μόνο σημεῖα πού δείχνουν σημαντική πρόοδο τῆς μυστικῆς θεωρίας. «Ὁ νόμος τοῦ πνεύματος, λέγει ὁ Καβάσιλας, πού εἶναι ἡ ἀγάπη γιά τό Θεό, εἶναι νόμος φιλίας καί εὐγνωμοσύνης. Γιά νά ἀκολουθήση κανείς αὐτό τό νόμο δέν εἶναι ἀνάγκη νά καταβάλη κόπους, οὔτε έξοδα, οὔτε νά χύση ἰδρῶτα ... Οὕτε, προσθέτει, εἶναι ἀνάγκη νά ἀφήσης τή δουλειά σου, ἤ νά ἀποσυρθῆς σέ ἀπόμερα μέρη, νά διάγης μιά παράξενη ζωή καί νά φορῆς ἕνα παράξενο ἔνδυμα. Δέ χρειάζεται νά κάμης ὅλα αὐτά. Μπορεῖς νά μείνης στό σπίτι σου, καί, χωρίς νά χάσης τά ἀγαθά σου, νά βρίσκεσαι πάντα στή μελέτη τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου, στή μελέτη τῆς συγγενείας τοῦ ἀνθρώπου μέ τό θεῖο καί σέ κάθε ἄλλη τέτοιας λογῆς μελέτη».

«Καί πρῶτα πρῶτα, προσθέτει ἀλλοῦ, δέ χρειάζονται προετοιμασίες γιά τήν προσευχή μας, οὔτε εἰδικοί τόποι, οὔτε φωνές ὅταν ἐπικαλούμαστε τό Θεό. Γιατί δέν ὑπάρχει τόπος ἀπό ὅπου λείπει ὁ Θεός, δέν εἶναι δυνατό νά μήν εἶναι μαζί μας, ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι πάντα πιό κοντά σέ κείνους πού τόν καλοῦν, ἀπό ὅσο εἶναι ἡ ἴδια ἡ καρδιά τους. Θά ἔλθη πρός ἠμᾶς, ἀκόμη κι ἄν εἴμαστε κακοί, γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγαθός». Χάνεται τελείως, ὅπως βλέπομε, ὄχι μόνο ἡ ἀντιδικία μέ τή σάρκα, ἀλλά καί ὅλες οἱ ἐξωτερικές συνθῆκες καί μορφές τῆς ζωῆς (ἀναχωρητισμός, ἔνδυμα κλπ.) πού τίς θεωροῦσαν ἀπαραίτητες. Ἡ εὐσέβεια εἶναι ἀποκλειστικά ἔργο τῆς δικῆς μας ἐσωτερικῆς διαθέσεως, τῆς δικῆς μας θέλησης. Γι' αὐτό δέν εἶναι ἀπαραίτητο ἐπακόλουθο τοῦ μυστικισμοῦ ἡ ἐξωτερική ἀποχώρηση ἀπό τόν κόσμο, ὁ ἀναχωρητισμός. Μένοντας μέσα στήν καθημερινή, τήν κοινωνική του ζωή ὁ ἄνθρωπος, μπορεῖ καί πρέπει νά τήν μετουσιώνη μέ τή μελέτη τῶν ὑψηλῶν πνευματικῶν θεμάτων, πού ἀπεργάζονται τή μεταστροφή τῆς βουλήσεώς του.

Δέν εἶναι λοιπόν ὁ Καβάσιλας ὁ μυστικός τῶν ἐκστατικῶν καταστάσεων. Σκοπός του νά περιγράψη τή θεία χάρη μέσα στόν κοινό χριστιανό. Καί αὐτό τό κάνει μέ ἐξαιρετικά δυνατή θεολογική πνοή. Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή εἶναι ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ, πού μπαίνει μέσα στόν καθένα μας μέ ἕνα μυστήριο οἰκειότητας. Εἶναι φυσικό, λέγει, κάθε πρᾶγμα νά εἶναι δεμένο μέ τόν ἑαυτόν του περισσότερο παρά μέ κάθε ἄλλο. Ἔτσι πιστεύομε. Καί ὅμως, προσθέτει ὁ Καβάσιλας, ἡ ἔνωσή μας μέ τό Χριστό εἶναι ἀκόμα πιό δυνατή. Οἱ μακάριοι ἄνδρες νοιώθουν τόν ἑαυτό τους δεμένο περισσότερο μέ τό Σωτῆρα παρά μέ τόν ἑαυτό τους. Ὁ Χριστός εἶναι τήν ἴδια ὥρα ξένος μας καί ἐνδιαίτημά μας. Ἀναπνέομε τό Χριστό. Σέ τοῦτο ἀκριβῶς διαφέρει ἡ Νέα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, στήν παρουσία μέσα μας τοῦ Χριστοῦ, πού διαθέτει τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου καί τήν μεταπλάθει. Χρέος μας ἱερό νά μή σβύσωμε τή μέσα μας ἀναμένη λαμπάδα, ἀλλά νά σκάψωμε μέσα μας καί νά ἀνακαλύψωμε τήν καθαρή οὐσία τῆς ἀρετῆς, τήν ἀξία τῆς ἀνθρώπινης φύσης καί τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. «Οὔτε οἱ ναοί, λέγει ὁ Καβάσιλας, οὔτε ὁτιδήποτε ἄλλο ἱερό εἶναι τόσο ἅγιο ὅσο ὁ ἄνθρωπος μέ τή φύση τοῦ ὁποίου κοινωνεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἐκεῖνος πού θά ἔλθη καθήμενος ἐπί τῶν νεφῶν εἶναι ἄνθρωπος, ὅπως εἶναι ἀσφαλῶς Θεός. Καθένας μας, μπορεῖ νά λάμψη περισσότερο ἀπό τόν ἤλιο, νά ἀνέβη στά σύννεφα, νά πετάξη πρός τό Θεό, νά τόν πλησιάση, νά κάμη ὥστε ὁ Θεός νά τόν κυττάξη μέ γλυκύτητα». Νάμαστε λοιπόν πάλι στή Σωκρατική ἀφετηρία, μέ νέο βάθος: νά ἀνακαλύψης τήν ἀξία τῆς φύσης σου καί νά οἰκοδομήσης τή ζωή σου πάνω σ' αὐτήν. «Ἄν, προσθέτει ὁ Καβάσιλας, ὕστερα ἀπό αυτή τήν ἀνακάλυψη ἀναλογισθῆ ὁ ἄνθρωπος τήν φτώχεια μέσα στήν οποία ζεῖ, -ἐνῶ ἔχει τόσο πλούσια φύση,- ἐπειδή ἄφησε τήν ὀκνηρία καί τόν ὕπνο νά τόν περιτυλίξουν, μεγάλη λύπη καί δάκρυα πολλά θά τόν συνοδεύουν σέ ὅλη του τή ζωή. Ἀλλά τήν ἡμέρα ὅμως πού θά κάμη τή ζωή του ὅπως ἔπρεπε νά εἶναι, ἀπό πηγή θλίψεως καί δακρύων πού ἤτανε, θά γίνη τότε ἡ ζωή του πηγή εὐδαιμονίας καί πνευματικῆς χαρᾶς». Μέ τόν ἰδεαλισμό του κατορθώνει ὁ Καβάσιλας, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον Βυζαντινό, νά ἀνακαλύψη τόν πνευματικό ἄνθρωπο ὄχι στόν ἀναχωρητή, ἀλλά στήν, ἔξοχη ἀνθρώπινη φύση, μέ τήν ὁποίαν ἐπικοινωνεῖ ὁ Θεός, καί νά καλέση κάθε Χριστιανό νά κάμη τήν ἴδια ἀνακάλυψη. Ἡ θρησκευτική σκέψη λυτρώνεται ἀπό κάθε δεσμό μέ έξωτερικές συνθῆκες. Ἀπό τόν ἀσκητισμό τοῦ σώματος, τόν πόλεμο κατά τῆς σάρκας των ἑρημιτῶν τῆς Θηβαΐδος, ἀνεβαίνουμε στήν κορφή τῆς καθαρῆς πνευματικῆς χώρας τoῦ ἀνθρώπου. Αὐτή εἶναι ἀπό τίς μεγαλύτερες πνευματικές νίκες τοῦ Βυζαντίου.

Είναι ο Χριστός το κέντρο της ζωής μας;Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας, Μέγας Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας


Είναι η ζωή μας χριστοκεντρική; Βλέπουμε σε κάθε στιγμή της τον Χριστό μπροστά μας, να μας ευλογεί και να κατευθύνει τα βήματά μας; Για κάθε μας πράξη και ενέργεια θέτουμε το ερώτημα, αν αυτή θα αρέσει στον Χριστό μας; Εγκαταλείπουμε το εγώ μας και είμαστε έτοιμοι να θυσιασθούμε για τους συνανθρώπους μας; Μπορούμε με παρρησία να αναφωνούμε αυτό που φώναζε με στεντόρεια φωνή ο Απόστολος Παύλος: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. β 20);
Πόσοι από εμάς έχουμε αποθέσει τον εαυτό μας, τα προβλήματά μας, τις αγωνίες μας, τις βιοτικές μας μέριμνες, την υγεία μας στον Χριστό μας; Πόσοι από εμάς έχουμε νεκρωθεί για τον κόσμο και ζούμε μόνο για το Σωτήρα μας Χριστό; Πόσοι μπορούμε να του λέμε: Λοιπόν, δεν ζω πλέον εγώ, ο παλαιός εαυτός μου, αλλά ζεις μέσα μου Εσύ, ο γλυκύτατος Χριστός μου. Πόσοι από εμάς μπορούμε να ανοίξουμε διάπλατα την πόρτα της καρδιάς μας στον Χριστό, προκειμένου να μπει Εκείνος και να κατοικήσει μέσα μας; Πόσοι από εμάς παραδίδουμε το τιμόνι της ζωής μας στον Σωτήρα μας Ιησού αναγνωρίζοντάς τον ως σταθερό κυβερνήτη μας, για να μας οδηγήσει όπου Εκείνος θέλει και όχι όπου εμείς επιθυμούμε;

Εάν πραγματικά ζούμε χριστοκεντρικά, καταλαβαίνουμε τι βάθος και τι μεγαλείο κρύβει η εν Χριστώ ζωή! Δεν πρόκειται για ένα σύστημα ηθικής ούτε για μια σειρά από ακατανόητες τελετουργίες. Πρόκειται για ένα πέρασμα από το θάνατο στη ζωή. Με το άγιο Βάπτισμα όλοι εμείς οι χριστιανοί ζούμε τη νέκρωση του παλαιού ανθρώπου και συγχρόνως την ανάσταση σε μια νέα ζωή, την οποία καλούμαστε να διατηρήσουμε με τον προσωπικό μας αγώνα κατά της αμαρτίας. Αν αγωνιζόμαστε να ακολουθούμε το θέλημα του Θεού, τότε νοιώθουμε να φανερώνεται η ζωή του Χριστού μέσα μας, να ζούμε χριστοκεντρικά και να δεχόμαστε τη χάρη Του σαν απαλό χάδι και να αισθανόμασθε την παρουσία του σαν χαρά και ευφροσύνη και αγαλλίαση ατελεύτητη.
Χριστοκεντρική ζωή σημαίνει σάλπισμα ειρήνης, χαράς και προόδου. Πώς να ξεχάσουμε το τραγούδι των κατηχητικών μας χρόνων που λέει ότι «ο Χριστός είναι που δίνει τη χαρά και την ειρήνη»; Χριστοκεντρική ζωή σημαίνει ότι ζει μέσα μας ο Χριστός· ότι έχουμε «τον Χριστόν εν τοις στέρνοις ημών», όπως ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, ότι Αυτός είναι η πνοή μας, η χαρά μας, η δύναμή μας. Υπάρχει γλυκύτερη εμπειρία από το να έρχεται και να κατασκηνώνει στην καρδιά μας όλη η Αγία μας Τριάδα; Υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από το να έχουμε ένοικο στην κατοικία της καρδιάς μας τον Κύριο, θα μας πει ο ιερός Χρυσόστομος; «Του τον Χριστόν έχοντος ένοικον τι γένοιτο αν μακαριώτερον πώποτε;». Αυτή είναι η πιο μεγάλη χαρά του χριστιανού.
Χριστοκεντρική ζωή σημαίνει ότι έχουμε «νουν Χριστού» (Α Κορ. β 16). Οι σκέψεις μας είναι σκέψεις Χριστού, πρώτες και καθαρές, όχι δεύτερες και ρυπαρές, τα αισθήματά μας αισθήματα Χριστού, οι πόθοι μας πόθοι Χριστού, η ζωή μας ζωή «εν Χριστώ Ιησού». Σημαίνει ότι δίνουμε την καρδιά μας ολοκληρωτικά και όχι μέρος της στον Κύριο. Δεν του νοικιάζουμε ένα διαμέρισμα της καρδιάς μας, αλλά ολόκληρο το οικοδόμημά της. Δεν τον βάζουμε σε μια ακρούλα του σπιτιού μας, αλλά στο κέντρο του. Τον αγαπούμε και τον σεβόμαστε «εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της διανοίας μας». Χριστοκεντρική ζωή σημαίνει ότι εφαρμόζουμε στην πράξη το άγιο Ευαγγέλιο, ότι πράττουμε τα αρεστά ενώπιον του Κυρίου. Καθαρίζουμε τα χέρια μας οι αμαρτωλοί και αγνίζουμε τις καρδιές μας οι δίψυχοι, σύμφωνα με την προτροπή του Αδελφοθέου Ιακώβου (Ιακ. δ 8). Και οφείλουμε να τις αγνίζουμε, γιατί Εκείνος είναι πάναγνος και πώς θα κατοικήσει σε σπιλωμένο οίκημα; Σημαίνει επίσης ότι δείχνουμε σε όλους αγάπη και καλωσύνη. Είμαστε ευεργετικοί, σπλαχνικοί, φιλόστοργοι, συγχωρούμε ο ένας τον άλλον. Οταν μέσα μας μένει ο Χριστός, λέγει ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας, τι άλλο μας χρειάζεται, η ποιό αγαθό μας διαφεύγει; Αρκεί και εμείς να μένουμε μαζί Του. Τότε και ένοικο έχουμε και κατοικία, ώστε να είμαστε μακάριοι τόσο για την κατοικία μας όσο και γιατί την παραχώρησή της σε τέτοιο ένοικο.

Η ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ Η ΗΘΙΚΗ ΩΣ ΔΡΟΜΟΙ ΕΝΩΣΕΩΣ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ


            

Στο ερώτημα το οποίο ως ποιμένες καλούμαστε να απαντήσουμε είναι «γιατί δεν βλέπουμε το Θεό;». Γιατί αφηνόμαστε σε μία σχέση με το Θεό η οποία πηγάζει μόνο από την πίστη, την μελέτη και την σπουδή της Γραφής και της παράδοσής μας, έχει ως αποτυπώσεις της την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας και την ηθική διάσταση- πράξη της ζωής μας, αλλά το αποτέλεσμα αυτής της σχέσης δεν είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού; Πόσο αμαρτωλό και εγωκεντρικό είναι να ζητούμε να συμμετέχουν στην σχέση αυτή και οι αισθήσεις μας, το να θέλουμε την ίδια στιγμή να ενωθούμε με το Θεό και να το καταλαβαίνουμε όχι μόνο με την πίστη, αλλά και με την πράξη; Γιατί ο Θεός δεν εμφανίζεται στους δρόμους της ζωής μας, αλλά λειτουργεί μυστικά, αόρατα, «δια των αφανών ευεργεσιών των εις ημάς γεγενημένων»; Το αρχικό ερώτημα αποτελεί και για τους περισσότερους ανθρώπους που απορρίπτουν ή αδιαφορούν για τη ζωή της Εκκλησίας, την αιτία για τη στάση τους αυτή. Και είναι ζήτημα ποιμαντικής από την μία αλλά και ουσιαστικής προσέγγισης του μυστηρίου της πίστης από την άλλη η απάντηση.
Το ερώτημα στην ουσία έχει να κάνει με το ποια είναι η αποστολή της Εκκλησίας στον κόσμο. Είναι να λειτουργεί ως ο φύλακας της ανθρώπινης ανάγκης για ηθική, για κανόνες, για το «δέον γενέσθαι» το οποίο θα προφυλάξει την κοινωνία από την σήψη και τη διαφθορά, αλλά και θα οδηγεί τους ανθρώπους στο να είναι εξαρτημένοι από την Εκκλησία, καθώς θα αντιλαμβάνονται την ανάγκη της τάξης και όχι του χάους στη ζωή; Είναι να υπόσχεται μία μεταφυσική ένωση με το Θεό, τύπος της οποίας και σύμβολο είναι η μετοχή στα μυστήρια σ’ αυτήν τη ζωή, η οποία καθιστά τους πιστούς εκλεκτούς, καθαρούς, διαφορετικούς από τον υπόλοιπο κόσμο, έτοιμους να απολαύσουν, όταν θα έρθει η ώρα του θανάτου, την δίκαιη ανταμοιβή τους από τον Θεό; Είναι να λειτουργεί ως θρησκεία, με πίστη, λατρεία και ηθική, δηλαδή ως ένα σύστημα το οποίο θα δίνει σιγουριά στους ανθρώπους, επικαλούμενο αρχαίες αυθεντίες, πρόσωπα τα οποία έζησαν στο παρελθόν και που άνοιξαν το δρόμο τηρώντας τα πατροπαράδοτα, καθιερώνοντας διδασκαλίες και δοξαζόμενα στο διάβα των αιώνων από τα μέλη της θρησκείας, τα οποία έχουν ως κέντρο τους την μνήμη, πάνω στην οποία χτίζουν το παρόν τους με την αίσθηση ότι κατέχουν την αλήθεια για το νόημα και το σκοπό της ζωής; Είναι να γίνεται χρήσιμη σε κοινωνικό επίπεδο, διότι εμπνέει τους ανθρώπους να αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους έναντι του Θεού και της θρησκείας και να γίνονται ελεήμονες, να προσφέρουν από το περίσσευμα ή το υστέρημά τους, για να ανακουφίσουν την πίεση από τα  διάφορα κοινωνικά προβλήματα που έχουν να κάνουν με την φτώχεια και την πείνα, αποτρέποντας κοινωνικές εκρήξεις, χωρίς όμως να γίνονται επικίνδυνα για την σταθερότητα του συστήματος το οποίο επικρατεί, εφόσον δεν κηρύσσουν αντίσταση με κάθε τρόπο προς το πνεύμα και το ήθος του, αλλά προσπαθούν να λυτρώσουν από τις συνέπειες της λειτουργίας του;
Η μελέτη της παράδοσης της Εκκλησίας δίνει απαντήσεις που, αν μη τι άλλο, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και μπορούν να συμβάλουν στην πνευματική μας αυτοσυνειδησία. Και οι απαντήσεις αυτές κατεξοχήν πηγάζουν από την επίλυση του Χριστολογικού προβλήματος, η οποία πραγματοποιήθηκε με τις συζητήσεις και τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Γιατί αν κατανοήσουμε τι αληθινά είναι ο Χριστός στον Οποίο πιστεύουμε, τότε έχουμε την κατεξοχήν βάση για να μπορέσουμε να απαντήσουμε στα παραπάνω ερωτήματα. Κλειδί για την απάντηση είναι η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος και οι αποφάσεις της, με τις οποίες τονίστηκε ότι ο Χριστός δεν είναι ο άνθρωπος, τον οποίο προσέλαβε ο Θεός για να δώσει το μήνυμα της αιώνιας ζωής στον κόσμο, ούτε ο Θεός ο οποίος παρέμεινε ανέγγιχτος από την ανθρώπινη υπόσταση, μολονότι φάνηκε ότι έγινε άνθρωπος, αλλά ο τέλειος Θεός που προσέλαβε την ανθρώπινη φύση σε όλες της τις πτυχές, «δίχα αμαρτίας», δηλαδή ο Λόγος του Θεού, στην μία φύση Του Οποίου αλληλοπεριχωρήθηκαν η θεότητα και η ανθρωπότητα και παρέμεινε «ομοούσιος τω Πατρί» και την ίδια στιγμή «ομοούσιος τη μητρί», κατά την διδασκαλία του κορυφαίου Πατέρα της Εκκλησίας και πρωταγωνιστή της Συνόδου Αγίου Κυρίλλου, Πατριάρχου Αλεξανδρείας.    
Ο Άγιος Κύριλλος υπήρξε ο συνεχιστής της Θεολογίας του προκατόχου του Μεγάλου Αθανασίου, επίσης Πατριάρχου Αλεξανδρείας. Εκείνος διδάσκει ότι  θέωση σημαίνει την υιοθεσία μας από τον Θεό, το να γίνουν οι υιοί των ανθρώπων υιοί του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε προσληφθεί από το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, τον Μονογενή Υιό και Λόγο του Θεού, δια της σαρκός Του, δια της ενανθρωπήσεώς Του, ως το σύνολο ανθρώπινο γένος το οποίο μπορεί να ενωθεί με τον Θεό, να θεωθεί δηλαδή. Σαρκωθείς εκ της Παρθένου ο Λόγος δεν ενώθηκε με έναν μόνο άνθρωπο, αλλά με όλη την ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό και κάθε τι που επιτεύχθηκε στην ανθρώπινη φύση του Χριστού, επεκτείνεται αμέσως σε όλους τους ανθρώπους, γιατί πλέον όλοι έχουμε κοινό σώμα με Αυτόν. Το σώμα του Χριστού γίνεται η ρίζα της ανάστασης και της σωτηρίας μας. Καθένας από εμάς ανανεώνεται, χρίεται, θεραπεύεται και εξυψώνεται εν Χριστώ, γιατί Αυτός έχει αναλάβει στον εαυτό Του τον καθέναν μας ανοίγοντας τον δρόμο για την πραγματική ενότητα όλων μας μαζί Του. Όλη η ανθρωπότητα χρίεται από το Άγιο Πνεύμα στον Ιορδάνη, πεθαίνει στον Σταυρό, ανασταίνεται και αθανατίζει εν Χριστώ, καθώς Αυτός φέρει το σώμα μας (π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Οι Βυζαντινοί Πατέρες του 5ου αιώνα, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 299).
Ο Άγιος Κύριλλος θα συνεχίσει την θεολογία του Μεγάλου Αθανασίου, στην προσπάθειά του να απαντήσει στις δοξασίες του Νεστορίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος, θέλοντας να νικήσει τον πειρασμό της ελαχιστοποίησης της ανθρώπινης φύσης στο πρόσωπο του Χριστού, της εξαφάνισης δηλαδή του ανθρώπου μέσα στην θεότητα, ένας πειρασμός ο οποίος πηγάζει και από την σύγκρουση των δύο μεγάλων θεολογικών ρευμάτων, της Αλεξανδρινής και της Αντιοχειανής-Ανατολικής Σχολής θέασης της θεολογίας. Ο Νεστόριος διατυπώνει την διδασκαλία ότι στον Χριστό συναντούμε δύο φύσεις και την ίδια στιγμή δύο πρόσωπα. Η ανθρώπινη φύση στο Χριστό είναι τόσο πλήρης, ώστε να μπορεί να ζει και να αναπτύσσεται αφ’ εαυτής. Ο Χριστός είναι άνθρωπος. Νίκησε τα πάθη και τελειώθηκε προσωπικά και κατόπιν έλαβε ως ανταμοιβή για τη νίκη του τη δύναμη να κηρύττει το Ευαγγέλιο της Βασιλείας. Γι’ αυτό και κατά τον Νεστόριο η Παναγία είναι «Χριστοτόκος» και «Ανθρωποτόκος» και όχι «Θεοτόκος». Για τον Νεστόριο, επομένως, η σωτηρία είναι γεγονός ηθικό και βουλητικό και όχι οντολογική ένωση της ανθρωπότητας με το Θεό, είναι μία ιδιαίτερη ηθική συμφωνία του ανθρώπου με το Θεό (Φλωρόφσκυ, ό.π., σελ. 451). Αυτό συνεπάγεται ότι για τον άνθρωπο τα πάντα εξαρτώνται από την ηθική καθαρότητα και από την επιθυμία του να σωθεί.
Ο Κύριλλος εξεγείρεται εναντίον του Νεστορίου διότι βλέπει την άρνηση της οντολογικής ένωσης της θείας και της ανθρώπινης φύσης στο Χριστό, με την άρνηση ενός και μοναδικού Χριστού και με την διάσπασή Του σε δύο Υιούς. Επισημαίνει ουσιαστικά την δοκητικής προέλευσης διδασκαλία του Νεστορίου και τονίζει ότι δεν είναι ο άνθρωπος που ανέβηκε στο θρόνο του Θεού, αλλά ο Θεός που εμφανίστηκε εν ταπεινότητι. Ο Θεός έγινε άνθρωπος, δεν προσέλαβε τον άνθρωπο. «Ο Λόγος σαρξ εγένετο»  (Ιωάν. 1,14) και γι’ αυτό ο Χριστός είναι Ένας. Με την ευδοκία του Θεού ο Λόγος δέχτηκε τον θάνατο για όλους, δίνοντας το δικό Του σώμα, αν και είναι κατά φύσιν Ζωή και Ανάσταση. Αυτό το έκανε ώστε γευόμενος τον θάνατο μέσα στην δική Του σάρκα, Αυτός, λόγω της ανεκφράστου δυνάμεώς Του, να γίνει ο πρωτότοκος εκ των νεκρών και ο πρώτος καρπός από εκείνους που πέθαναν και να ανοίξει την οδό για τη απόκτηση της αφθαρσίας στο σύνολο των ανθρώπων, για σύμπασα την ανθρώπινη φύση (πρβλ. Φλωρόφσκυ, σελ. 503-506).
Ο Άγιος Κύριλλος θα επισημάνει ότι στο πρόσωπο του Χριστού η ανθρώπινη φύση δεν υφίσταται πλέον καθ’ εαυτήν, αλλά ανήκει στον Λόγο. Στην ενσάρκωση ο αναλλοίωτος Λόγος παραμένει ό,τι ήταν και θα είναι για πάντα, δηλαδή δεν παύει να είναι Θεός. Το σώμα του Χριστού είναι όμοιο με μας τους ανθρώπους, γι’ αυτό και υφίσταται τα λεγόμενα «αδιάβλητα πάθη» (τις ανάγκες της ανθρώπινης φύσης). Δεν υπόκειται όμως στην αμαρτία. Προσλαμβάνει την φύση μας και την ιδιοποιείται. «Επεί ουν τα παιδία κεκοινώνηκε σαρκός και αίματος και αυτός παραπλησίως μετέσχεν των αυτών ίνα δια του θανάτου καταργήσει τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτέστι τον διάβολον, και απαλλάξη τούτους, όσοι φόβω θανάτου δια παντός του ζην ένοχοι ήσαν δουλείας» (Εβρ. 2, 14). Δεν θα ήταν αρκετή η ενσάρκωση αν ο Χριστός ήταν άνθρωπος ξεχωριστός του Θεού. Θα περιοριζόταν τότε στο να είναι δάσκαλος ή υπόδειγμα για την ζωή μας.  Όμως η ανθρώπινη φύση δεν θα σωζόταν.
Με την Ενσάρκωση, κατά τον Άγιο Κύριλλο, αρχίζει η ιστορική θεμελίωση της «οικονομίας της πίστεως», η οποία ολοκληρώνεται στον θάνατο του Χριστού στον σταυρό. Για τον άγιο ο Χριστός είναι ο Σωτήρας. Μία από τις ιδιότητες του Χριστού είναι και η Αρχιερωσύνη. Η Αρχιερωσύνη όμως δεν είναι ίδιον του Θεού, αλλά του ανθρώπου. Ο ίδιος ο Λόγος τελεί τις ιερουργίες της Αρχιερωσύνης, δια της ανθρωπίνης φύσεως, την οποία έχει προσλάβει. Γι’ αυτό και ο Παύλος, συγκρίνοντας τον αρχιερέα της Παλαιάς Διαθήκης που πρόσφερε θυσίες ζώων για τον εξιλασμό των ανθρώπων, με τον Χριστό, τον Αρχιερέα της Καινής Διαθήκης, επισημαίνει ότι ο Χριστός «δια του ιδίου αίματος εισήλθεν εφάπαξ εις τα Άγια, αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος» (Εβρ. 9, 12). Όμως ένας ανθρώπινος θάνατος από μόνος του δεν μπορεί να λυτρώσει.Αν ο Χριστός ήταν μόνο άνθρωπος τότε η σωτηρία θα ήταν οντολογικά αδύνατη, δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η κάθαρση της όλης ανθρώπινης φύσης και η άνοδός της στο Θεό. Ο Θεός βεβαίως δεν μπορεί να πάθει με την ίδια Του την φύση. Γι’ αυτό και προσλαμβάνει το σώμα που υπόκειται στο πάθος. Έτσι η σάρκα του Χριστού είναι «πάσχουσα σάρκα». Δεν βαπτιζόμαστε, επομένως στον θάνατο ενός ανθρώπου, αλλά διακηρύττουμε τον θάνατο του Σαρκωθέντος Θεού. Αποκαλύπτεται σε μας η κάθοδος του Θεού και όχι ο ηρωισμός της αυτο-ανυψώσεως ενός ανθρώπου σε Θεό.
Την ίδια στιγμή με την ενσάρκωση δεν μειώνεται η θεότητα. Η σάρκα όμως υπάρχει αχώριστος της θεότητος. Το πάθος επιτελείται δια μέσου της ανθρωπότητας και της ανθρώπινης φύσης, αλλά δεν είναι το πάθος ενός ανεξάρτητου προσώπου. «Δεν απορρίπτουμε», διδάσκει ο άγιος Κύριλλος, «τις διαφορές ανάμεσα στις φύσεις, αλλά ούτε και τις μοιράζουμε σε δύο πρόσωπα». Ο Λόγος, παρότι «σαρξ εγένετο», παραμένει Θεός Ονομάζεται Χριστός (δηλαδή κεχρισμένος) στο βαθμό και δυνάμει της ενώσεώς Του με την κεχρισμένη ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό και η Παναγία ονομάζεται και είναι Θεοτόκος γιατί γέννησε τον Ενανθρωπήσαντα εν σαρκί Λόγο «όχι για να δώσει αρχή στην ύπαρξη του Λόγου, αλλά ούτως ώστε Αυτός έχοντας γίνει άνθρωπος, όπως εμείς, να μπορούσε να μας λυτρώσει από τη φθορά και τον θάνατο. Ο Λόγος γεννήθηκε όχι με μεταβολή της Ουσίας Του, αλλά δια της ενώσεως με την ορατή σάρκα. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να μιλά κανείς για συμ-προσκύνηση της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού, αλλά μάλλον για μία και μοναδική προσκύνηση του προσώπου του ενανθρωπήσαντος Λόγου». Και, τέλος, η σάρκα του Χριστού γίνεται ζωοδότρια σάρκα. Αυτό το βιώνουμε στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστία, όπου η σάρκα και το αίμα του Λόγου μας δίνουν ζωή. Ενωνόμαστε με τον Θεό Λόγο, ο Οποίος ενεργοποιείται για χάρη μας ως ο Υιός του ανθρώπου (Φλωρόφσκυ, σελ. 516).
Στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας ενωνόμαστε με τον Χριστό σαν ρευστοποιημένα κομμάτια λιωμένου κεριού. Δεν ενωνόμαστε μαζί Του από βούληση ή από αγάπη, με βάση δηλαδή τη δική μας δύναμη, αλλά επειδή ο Ίδιος προσφέρεται σε μας. Τον προσλαμβάνουμε δεχόμενοι το Αναστημένο Σώμα Του, το οποίο πληροί όλη μας την ύπαρξη και μας κάνει να ενωνόμαστε σωματικώς μαζί Του, όπως τα κλαδιά αποτελούν αδιάσπαστο τμήμα του ζωηφόρου κλήματος. Όπως ακριβώς λίγο προζύμι ζυμώνει όλο το φύραμα, η Θεία Ευχαριστία ζυμώνει όλο το σώμα μας. Το ζυμώνει μέσα της και το γεμίζει με τη δύναμή της «έτσι ώστε ο Χριστός να κατοικεί μέσα μας και εμείς μέσα Του, γιατί υπάρχει κάθε λόγος να πούμε ότι το προζύμι βρίσκεται σε όλο το φύραμα και το φύραμα βρίσκεται σε όλο το προζύμι κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Δια της Αγίας Σαρκός του Χριστού, η ιδιότητα του Μονογενούς, δηλαδή η Ζωή, μάς διαπερνά και κάθε ζώσα ανθρώπινη ύπαρξη μεταμορφώνεται σε αιώνια ζωή και μια ανθρωπότητα δημιουργημένη για αιώνια ζωή είναι υπεράνω του θανάτου και ελευθερώνεται από την θνητότητα που εισήλθε δια της αμαρτίας στη φύση μας» (βλ. Φλωρόφσκυ, σελ. 503).
Έτσι όλοι μας αποτελούμε μία οντότητα και μεταξύ μας και εν Χριστώ στην Εκκλησία. Σύσ-σωμοι μεταξύ μας και σύσ-σωμοι με τον Χριστό. Η Εκκλησία, έστω κι αν είμαστε όσοι την απαρτίζουμε ατελείς, «μας δείχνει την ενότητα της ομοθυμίας και της ειρήνης, ως εικόνα της θείας ενότητας» (Φλωρόφσκυ, σελ. 490). Ο ένας και μοναδικός Χριστός, στο πρόσωπο του Οποίου υπάρχει η Ενότητα της θείας και της ανθρώπινης φύσης, γίνεται για μας ενότητα Ζωής, καθώς μας μεταδίδεται από την Εκκλησία δια του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Η ενότητα όμως με τον Θεό και μεταξύ μας δεν είναι για μας έμφυτη, αλλά καρπός της μυστικής-μυστηριακής μας ένωσης με τον Χριστό. Μόνο έτσι γνωρίζουμε Ποιος αληθινά είναι ο Θεός. Και η πλήρης γνώση του Θεού συνίσταται από την γνώση του ότι ο Θεός υπάρχει, όπως επίσης και από την γνώση ότι Αυτός είναι ο Πατέρας και είναι ο Πατέρας του Υιού και την ίδια στιγμή Αυτός από τον Οποίο το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται. Ο Χριστός, εκτός από την Ζωή, μας αποκαλύπτει και το μυστήριο του Θεού, δηλαδή ότι είναι Πατέρας, καθώς γεννά τον Υιό,  και την ίδια στιγμή υπάρχει ως Εκείνος δια του Οποίου εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα (πρβλ. Φλωρόφσκυ, σελ. 486).
Πενιχρή η σκέψη μας για τον Θεό. Μέσα σε μυστήριο και σκιά προσιτή η γνώση Του. Και είναι ανέφικτη η κατανόηση και βίωση του μυστηρίου χωρίς άφθονη βοήθεια και φωτισμό από το Άγιο Πνεύμα. Όλα αποκαλύπτονται στο φως και την εμπειρία της πίστεως. Η πίστη προηγείται της έρευνας. Το ωραίο όμως είναι ότι ακόμη και στην ελάχιστη γνώση για το Θεό λάμπει η ομορφιά της Αλήθειας αδιάσπαστη και στην ολότητά της. Στην μέλλουσα ζωή θα εξαφανιστεί η ατέλεια και η μερικότητα. Θα δούμε καθαρά και πλήρως την δόξα του Θεού «ανακεκαλυμμένω προσώπω» (Β’ Κορ. 3, 18), με ανεμπόδιστο νου. Γι’ αυτό και ο άγιος Κύριλλος προτιμά την εμπειρική από την ερευνητική και διανοητική γνώση.  Και όλα αυτά μέσα σε ένα ήθος ελευθερίας, το οποίο εκφράζεται με την συνειδητή μετοχή στον τρόπο της Εκκλησίας. Δεν μπορούμε, λέει ο άγιος, να λειτουργούμε με «διψυχία». Δεν μπορούμε να μετέχουμε στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας και την ίδια στιγμή να συμμετέχουμε στην ειδωλολατρία του κόσμου. Η νηστεία, η εγκράτεια, η προσευχή, η ελεημοσύνη, τα έργα γενικότερα της ευσπλαχνίας και της φιλανθρωπίας αποτελούν τον τρόπο με τον οποίο αρνούμαστε στην πράξη την «διψυχία», την οποία ο χριστιανός βιώνει εν τω κόσμω (Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Πασχάλιες επιστολές 12 και 14).
Όλα τα παραπάνω μας βοηθούν στο να επανέλθουμε στα επιμέρους αρχικά ερωτήματα για το ποια είναι η αποστολή της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία δεν υπόσχεται μία μεταφυσική ένωση με τον Θεό, διότι η μετοχή του πιστού στα μυστήρια σ’ αυτή την ζωή δεν είναι τύπος και σύμβολο, αλλά οντολογική βίωση του Θεού εν Χριστώ, από τον παρόντα κόσμο και χρόνο. Αν πιστεύουμε στον Λόγο, ο Οποίος «σαρξ εγένετο», τότε Τον κοινωνούμε οντολογικά στην Θεία Ευχαριστία. Αναλόγως του φωτισμού μας μετέχουμε στην Ζωή που Εκείνος μας δίνει. Γιατί οι πάντες, ανεκφράστως και πέρα από την λογική μας,    μπορούμε δια της δυνάμεώς Του να αναγεννηθούμε εφόσον κατανοήσουμε ότι χρειαζόμαστε την Ζωή. Με την Θεία Κοινωνία διώχνεται η σήψη από την φύση μας και αποβάλλεται ο θάνατος, ο οποίος συνοδεύει την αμαρτία. Ο Χριστός δια της σαρκός και του αίματός Του κρύβει ζωή μέσα μας και παρεμβάλλει αθανασία, καταστρέφοντας την σήψη.  Χρειάζεται όμως πίστη για να βιώσουμε το μυστήριο. Κάθε φορά που κοινωνούμε, επανεβεβαιώνουμε την ζωή που ο Χριστός μας δίδει. Μπολιάζουμε την ύπαρξή μας, σώμα και ψυχή, με σπέρματα αθανασίας.  Αρκεί να πιστεύουμε και να αγωνιζόμαστε. Υφιστάμεθα μία οντολογική αλλαγή και δεν είναι τύπος της αιώνιας ζωής η κοινωνία με τον Χριστό, αλλά βίωσή της και ξεκίνημά της από το σήμερα. Δεν περιμένουμε τον θάνατο για να ζήσουμε την αιωνιότητα, αλλά ήδη την καθιστούμε οικεία μας μέσα από τον Χριστό.
Ο δρόμος αυτός γίνεται αρχή και επαναβίωση ενός συνολικού τρόπου ζωής που μεταμορφώνει και ηθικά την ύπαρξή μας. Μόνο που δεν λειτουργούμε υπακούοντας σε νόμους και κανόνες, επιλέγοντας να είμαστε οι φύλακες της ηθικής μιας κοινωνίας, αυτοί που ζητούμε την τάξη και το δέον για να προχωρήσει η κοινωνία σε μία ηθικοποίησή της, στο να γίνουν δηλαδή οι άνθρωποι «καλοί». Η ηθική έρχεται ως απότοκος της πίστης και της αγάπης προς τον Χριστό που μας λυτρώνει από την σήψη του θανάτου. Δεν προηγείται της πίστης, αλλά έπεται. Δεν είναι προϋπόθεση ανάγκης η ηθική, αλλά καρπός της αγάπης μας προς τον Θεό. Δεν αμαρτάνουμε επειδή θέλουμε να  πάμε στον Παράδεισο, αλλά έχοντας λάβει τον Παράδεισο, υπερβαίνουμε την αμαρτία. Γι’ αυτό και η σχέση με τον Χριστό είναι χαρά, όχι «δέον».  Γι’ αυτό και αναγνωρίζουμε ότι οι πιστοί δεν είμαστε καθαροί αφ’ εαυτού μας, εκ των κατορθωμάτων μας, ότι τελειοποιούμαστε νεστοριανικά και δικαιούμαστε την Βασιλεία των ουρανών, αλλά επειδή ο Χριστός ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση και ενώνεται μαζί μας, μπορούμε να προσπαθούμε κατά πάντα. Παραμένουμε λοιπόν εν ταπεινώσει. Δεν κρίνουμε τους άλλους για την αδυναμία και την διψυχία τους, γιατί βλέπουμε ότι κι εμείς, χωρίς την παρουσία του Χριστού, το ίδιο δίψυχοι είμαστε, στους λογισμούς, τις επιθυμίες, στις πράξεις, στα συναισθήματα. Και δεν αυτοδικαιωνόμαστε, διότι γνωρίζουμε ότι «χωρίς Αυτού ου δυνάμεθα ποιείν ουδέν» (Ιωάν. 15, 5).
Σ’ αυτό το σημείο ίσως υπάρχει η ένσταση ότι το αποτέλεσμα και στις δύο προοπτικές βίωσης της πίστης είναι το ίδιο: το να γίνεται το θέλημα του Θεού. Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι. Η μετοχή στην Εκκλησία δεν φέρνει την έπαρση της δικαιοσύνης, αλλά την ταπεινοσύνη της αγάπης. Ο κόσμος ζητά την δικαιοσύνη, επιδιώκοντας την τιμωρία των αμαρτωλών. Η πίστη ζητά την αγάπη, επιδιώκοντας την μετάνοια του κάθε αμαρτωλού. Η ηθική από την πλευρά του κόσμου έχει να κάνει με την προτυποποίηση των ανθρώπων, όχι όμως επειδή αποδέχονται το καλό και η συνείδησή τους τούς ωθεί σ’ αυτό, αλλά επειδή δεν πρέπει να υπάρχει χάος και αταξία. Για την πίστη όμως οι νόμοι είναι περιττοί. Ο χριστιανός δεν ηθικοποιείται απλώς, αλλά ζει την χάρη και την ευλογία της κοινωνίας με τον Θεό. Γνωρίζει το θέλημά Του και γνωρίζει την ίδια στιγμή την προσωπική διψυχία του. Δεν περιμένει από τον νόμο να του επιβάλλει τα όρια, αλλά έχει ήδη αυτοτοποθετηθεί στο σώμα του Χριστού, έχει λάβει τον νόμο της αγάπης και έχει επιλέξει την οδό του αγώνα κατά της αμαρτίας, η οποία καθιστά την ηθική απλώς τύπο του εν τω κόσμω ζην. Γι’ αυτό και η πνευματική ζωή, παρά την σύγκρουση με το κοσμικό φρόνημα, δίνει στον χριστιανό χαρά, σε αντίθεση με τα «πρέπει» της ηθικής.
Έτσι η Εκκλησία δεν είναι απλώς χρήσιμη σε κοινωνικό επίπεδο.  Δεν απορρίπτει βεβαίως την κοινωνική διακονία, η οποία έρχεται ως απότοκος της αγάπης, αλλά και της ιστορικότητας της παρουσίας της Εκκλησίας στον κόσμο, γιατί η Εκκλησία δεν είναι μόνο για το «αεί και εις τους αιώνας των αιώνων», για την εσχατολογική προοπτική, αλλά ξεκινά από το «νυν» της Ιστορίας, μη παραβλέποντας τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Ωστόσο, η Εκκλησία προτάσσει το «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος» (Ματθ. 4,4). Πρώτιστος σκοπός του έργου της Εκκλησίας είναι η ένωση με τον Θεό δια του Λόγου, του Κυρίου μας. Και η ένωση αυτή δεν μπορεί να επέλθει χωρίς την κάθαρση του ανθρώπου, ο οποίος υπάρχει «συμφυής», ψυχή τε και σώματι. Η κάθαρση έρχεται δια της κοινωνίας του Λόγου, αλλά και της πνευματικής μας προσπάθειας, η οποία αγκαλιάζει και το σώμα και την ψυχή. Ο όποιος πνευματικός αγώνας μας, χωρίς να λειτουργεί στην προοπτική της προσωπικής μας αυτάρκειας και του «εξαναγκασμού» του Θεού να μας δώσει την χάρη Του, εντούτοις είναι το σημείο το οποίο μαρτυρεί την διάθεση της ελεύθερης ύπαρξής μας να κοινωνήσει τον Θεό. Και Θεός και άνθρωπος συνεργούν στο μυστήριο της σωτηρίας. Γι’ αυτό και ο Χριστός δεν είναι ένας προφήτης ή ένας κοινωνικός διδάσκαλος, όπως θα συνέβαινε εάν ίσχυε η διδασκαλία του Νεστορίου. Τότε η Εκκλησία θα ήταν ένας οργανισμός ανθρώπινος, ιδεολογικός, ακτιβιστικός. Θα ζητούσε από τους ανθρώπους καλές πράξεις για να μπορεί η κοινωνία να θεραπεύει αδικίες. Η Εκκλησία όμως ζητά την σωτηρία του όλου ανθρώπου, ο οποίος καλείται να ενωθεί  με τον Θεό. Η ένωση όμως δεν είναι αποτέλεσμα ηθικής καθαρότητας, αλλά ανταπόκρισης στην κλήση του Θεού εν Χριστώ. Η πνευματική ζωή, η προσευχή, η άσκηση, πρωτίστως η μετάνοια,  τρόποι οι οποίοι λειτουργούνται ταυτόχρονα και σωματικά και ψυχικά, δηλαδή βλέπουν τον άνθρωπο ενιαία, δείχνουν την οδό της θεολογίας μας, ότι δηλαδή ο άνθρωπος βάζει ό,τι μπορεί από την δύναμη ή μετανοεί για την αδυναμία του και ο Χριστός κατερχόμενος συμπληρώνει και τελειοποιεί δια της χάριτός Του τα  ελλείποντα.
Αυτή η στάση καλό είναι να μας δίνει αφορμές για προβληματισμούς στην εποχή μας. Ο κόσμος περιμένει από εμάς να δικαιολογήσουμε την χρησιμότητα της ύπαρξής μας και της παρουσίας μας μέσα στην κοινωνία, την παραγωγικότητά μας. Και αποδέχεται το δικαίωμα μας να λειτουργούμε σε κοινωνικό επίπεδο, είτε  με την μορφή της συναλληλίας με το κράτος, είτε με το δικαίωμα της παράδοσης, που πηγάζει από την ιστορική μας προσφορά, αδιαφορώντας για την ουσία της πνευματικής μας αποστολής. Αυτή σκοντάφτει στο δικαίωμα στην ιδιωτικότητα. Έτσι υπάρχουν στην ουσία δύο Εκκλησίες για τον κόσμο. Η μία, ανθρώπινη, η οποία έχει να κάνει με την χρησιμότητα και ενδιαφέρει όλους, ακόμη και τους μη πιστεύοντες. Η άλλη, θεϊκή, η οποία έχει να κάνει με την σωτηρία της ψυχής, την αιώνια ζωή, την σχέση με το Θεό. Μόνο που αυτή δεν ενδιαφέρει τους πολλούς. Είναι ιδιωτικό γεγονός, κατά τη γνώμη τους. Ανέχονται την παρουσία αυτής της Εκκλησίας μόνο εφόσον υπάρχει η πρώτη. Ο νεστοριανισμός από την αντίθετη όψη, όχι της θεολογίας, αλλά του κόσμου. Η Εκκλησία όμως είναι μία και ενιαία. Και είναι χρέος μας να επιμείνουμε στην προσφορά και την διακονία του ανθρώπου στην ακέραιη διάστασή του.
Εδώ είναι και η πρόκληση της αποστολής μας σήμερα. Να προσπαθήσουμε να δώσουμε στους ανθρώπους την Θεανθρωποκεντρική διάσταση της πνευματικής μας παράδοσης. Δεν δίνουμε τροφή στους πεινώντας γιατί θέλουμε να είμαστε χρήσιμοι. «Τον φυλάσσοντα αλήθειαν εις τον αιώνα, ποιούντα κρίμα τοις αδικουμένοις, διδόντα τροφήν τοις πεινώσι», ψάλλουμε στην Θεία Λειτουργία  (Ψαλμ. 145). Ο Χριστός είναι Αυτός ο Οποίος διαφυλάττει την αλήθεια της ζωής στον αιώνα, δικαιώνει αυτούς που αδικούνται και δίδει τροφή σ’ αυτούς που πεινούνε, όχι εμείς. Ό,τι κάνουμε είναι γέννημα αυτής της πίστης μας. Αν δεν μιλούμε για τον Θεό μέσα από τα έργα της αγάπης, αν δεν ευαγγελίζουμε τους ανθρώπους, αλλά αποσκοπούμε μόνο στο να αποδείξουμε την χρησιμότητά μας, να προβληθούμε, να μην απορριφθούμε από μία κοινωνία η οποία έχει αλλοτριωθεί στην προοπτική του οικονομοκεντρισμού, όπου δεν υπάρχουν άνθρωποι, αλλά μόνο αριθμοί και ο άρτος είναι το παν, τότε έχουμε παγιδευθεί στην αλλοτρίωση του κόσμου. Εάν δεν διακηρύττουμε την ανάσταση του σώματος, εάν δεν καταδεικνύουμε τι σημαίνει να ενωνόμαστε με τον Θεό και όχι απλώς να είμαστε καλοί και χρήσιμοι άνθρωποι, τότε μετατρέπουμε την πίστη σε ηθικό σύστημα, αντί για τον Θεάνθρωπο παραμένουμε στον άνθρωπο. Και ο άνθρωπος ούτε σώζει, ούτε σώζεται αφ’ εαυτού του.
Άλλωστε, η όποια χρησιμότητά μας στην ουσία δεν ανατρέπει τις αδικίες της κοινωνίας, απλώς τις συντηρεί. Διότι το ήθος και ο τρόπος του κόσμου  δεν αλλάζει με το φιλανθρωπικό έργο, καθώς το σύστημα που προκαλεί την αδικία παραμένει ανέπαφο. Μόνο η μετάνοια από τους έχοντες και κατέχοντες,  και η απόρριψη του πλούτου και της αυτάρκειας ως του κυρίως στόχου της ζωής, που θα οδηγήσει σε μέριμνα για όλους, υπάρχει περίπτωση να οδηγήσει σε ριζικότερες αλλαγές. Και αυτή η στάση έχει να κάνει με την πολιτική η οποία θα αφορμάται από την σχέση με τον Θεό, δηλαδή από την θέαση του ανθρώπου με βάση την θεανθρωποκεντρική προοπτική, κάτι που σήμερα, περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν φαίνεται ουτοπία.
  Την ίδια στιγμή καλούμαστε συνεχώς να παλεύουμε έναντι της αντίληψης ότι ανήκουμε στο παρελθόν και κέντρο της ζωής μας είναι η μνήμη και όχι η εργασία ως της μικράς ζύμης που «ζυμοί όλον το φύραμα»  (Γαλ. 5,9). Είναι αυτονόητο ότι η παράδοση  και το παρελθόν αποτελούν πυλώνες για την πορεία μας. Δεν υπάρχουμε όμως μόνο για να συντηρούμε ό,τι έχουμε παραλάβει. Καλούμαστε συνεχώς να έχουμε την αυτοσυνειδησία της ζύμης. Οι άγιοί μας δεν μας οδηγούν προς τα πίσω, σε μία φαντασιακή ιδανική κατάσταση μιας κοινωνίας άσπιλης και αναμάρτητης, στην οποία θριάμβευαν οι πνευματικές αξίες και όλα τα ανθρώπινα προβλήματα ήταν λυμένα. Και μόνο ο αγώνας των Πατέρων να αποφύγουν την διάσπαση ανάμεσα στον λαό και η αδυναμία  τους, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, να πείσουν με τους λόγους τους ένα μεγάλο τμήμα της τότε χριστιανικής αυτοκρατορίας να παραμείνει στην όντως Αλήθεια της πίστης, μαρτυρεί ότι το παρελθόν δεν ήταν τόσο τέλειο, όσο πολλές φορές θέλουμε να πιστεύουμε. «Πειρασμοί πάντοθεν κυκλούσι» την ζωή μας.  Ο αγώνας μας είναι να μιμηθούμε τους Πατέρες των Συνόδων όχι μόνο γνωρίζοντας και υιοθετώντας την διδασκαλία τους και δίδοντας μαρτυρία γι’ αυτήν στο λαό μας, αλλά και επιζητώντας την ένωση με τον Θεό, που οι ίδιοι βίωναν.  Δεν αρκεί να γνωρίζουμε ποιο είναι το νόημα και ο σκοπός της ζωής δια της διανοίας και της βουλήσεως. Με το σύνολο της ζωής μας «σήμερον» να αγωνιζόμαστε εναντίον της αμαρτίας, ζώντας όχι για τους εαυτούς μας, αλλά για Εκείνον που απέθανε και αναστήθηκε για μας. «Υπέρ πάντων  απέθανε ο Χριστός ίνα οι ζώντες μηκέτι εαυτοίς ζώσιν, αλλά τω υπέρ αυτών αποθανόντι και εγερθέντι» (Β’ Κορ. 5, 15).
Υπάρχοντας μέσα στο δημιούργημα δια της κοινωνίας -«δια μετοχής»- και δίνοντάς του ζωή, ο Λόγος  υπερβαίνει την αδυναμία των κτιστών όντων που έχουν έρθει στην ύπαρξη και υπόκεινται στην φθορά και το τέλος τόσο εξαιτίας της κτιστότητας όσο και εξ αιτίας της αμαρτίας και δημιουργεί αιωνιότητα γι’ αυτά. Ο Λόγος είναι η εκ φύσεως Ζωή. Η Αυτο-Ζωή. Γι’ αυτό είναι Ζωή για όλη τη δημιουργία.  Δια του φωτός του Λόγου τα όντα έρχονται στην ύπαρξη από το σκότος της ανυπαρξίας. Η κτιστή ύπαρξη έρχεται στο είναι «και το Φως εν τη σκοτία φαίνει» (Ιωάν. 1, 18). Η παρουσία του Λόγου στη δημιουργία δεν εξαφανίζει το όριο μεταξύ Αυτού και των δημιουργημάτων. Αντίθετα, αυτό το όριο γίνεται όλο και περισσότερο σαφές σε μας όταν γίνεται φανερό ότι η κτίση, αλλά και εμείς υπάρχουμε και ζούμε μόνο δια της κοινωνίας με κάτι διαφορετικό από την κτίση, και την ίδια στιγμή με Εκείνον που έγινε ένας με μας, μόνο δια της κοινωνίας με την Αυθύπαρκτη Ζωή (βλ. Φλωρόφσκυ, ό.π. σελ. 494).
Αυτή την κοινωνία την βιώνουμε στη ζωή της Εκκλησίας. Και μόνο σ’ αυτή τη ζωή μπορούμε να δούμε το Θεό. Μέσα από τα μυστήρια και ιδίως από την Θεία Ευχαριστία ο Λόγος κατοικεί εν ημίν. Όσο ζούμε όμως η αμαρτία πάντοτε θα αποτελεί όριο στην πληρότητα της οντολογικής μας αλλαγής. Το ζήτημα δεν είναι εάν οι αισθήσεις μας, οι οποίες πάντοτε καλύπτονται από μία παχύτητα πνευματική, μπορούν να δούνε τον Θεό, αλλά κατά πόσον ζούμε την μεταβολή μας σε ναούς του Θεού και θεούς δια της χάριτος, η οποία εισέρχεται εντός μας. Και σημεία αυτής της οντολογικής μας μεταμόρφωσης είναι η αλήθεια, η ζωή, η σοφία, η δύναμη σε κάθε περίσταση και μπροστά σε κάθε εμπαθή και αμαρτωλή κατάσταση. Αυτή η μεταβολή περιλαμβάνει και τις αισθήσεις μας, γιατί κι αυτές προσελήφθησαν από τον Χριστό για να θεραπευθούν, μαζί με τον όλο άνθρωπο. Ο λογικοκρατούμενος άνθρωπος ζητεί απτές αποδείξεις της παρουσίας του Θεού, λησμονώντας ότι και πρέπει να καταβάλει αγώνα για να συμπεριληφθεί στους «καθαρούς τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. 5,8), όπως επίσης και ότι «πίστις εστί ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» (Εβρ. 11, 1), αλλά και ότι κάθε φορά που κοινωνεί τον Χριστό επαναβεβαιώνει την παρουσία Του εντός του. Το θέμα είναι πόσο ο ίδιος αφήνει την παρουσία του Χριστού να καθίσταται ενεργή, να αλλάζει τη ζωή του, να του δίδει χαρά και πληρότητα. Κι εδώ έγκειται ο πνευματικός αγώνας του καθενός μας, για να έρθει η βίωση της ένωσης, η οποία υφίσταται εκ του Βαπτίσματος, εκ της Ευχαριστίας και εκ της ζωής της πίστεως εν Εκκλησία. 
Η θεολογία του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, η οποία αποτέλεσε την βάση της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου, μας υπενθυμίζει την αποστολή της Εκκλησίας και την θέση μας τόσο στο σώμα του Χριστού, όσο και στον κόσμο. Και αυτή η θέση πηγάζει από την εν Αγίω Πνεύματι ενότητα με τον Χριστό και γίνεται αγώνας για ενότητα με σύμπασα την ανθρωπότητα. Αυτός είναι ο αγώνας μας. Το πρόσωπό μας να υπερνικήσει την διψυχία τόσο εντός μας όσο και στον κόσμο. Εν Χριστώ υπάρχω εγώ ως ξεχωριστό πρόσωπο και την ίδια στιγμή όλος ο ανακαινισμένος, θεούμενος και θεωμένος άνθρωπος υπάρχει εντός μου. Ο καθένας μας ας υπενθυμίζει στον εαυτό του ότι η αποστολή μας έγκειται στο να βιώνουμε οντολογικά, να δείχνουμε «παντί τω αιτούντι» (Α’ Πέτρ. 3, 11) και να υπερασπιζόμαστε την ενότητα με τον Θεό και τον άνθρωπο στο πρόσωπο του Χριστού. Αυτού που απουσιάζει από την ζωή των πολλών, ως αποτέλεσμα ενίοτε και του ελλείμματος θεολογίας, τόσο στην διδαχή όσο και στην ζωή μας. 

Ομιλία σε ιερατική σύναξη
Της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και Αλμυρού
Βόλος, 20 Ιανουαρίου 2014

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Διάφορα αφυπνιστικά (Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος)


Για την βλασφημία, τον καλλωπισμό, την ψυχή, τον θάνατο και την μέλλουσα ζωή, τις παρεμβάσεις στο νόμο του Θεού, τη μετάνοια.

Ο Κύριος μας αξίωσε την Μητέρα Του, να την έχουμε και εμείς Μητέρα Πνευματική
Είμεθα αληθώς τέκνα της Παναγίας Μητρός του Θεού; Εάν σεβόμαστε, τιμούμε, ευλαβούμαστε την Κυρία Θεοτόκο και μιμούμαστε της αρετές της, ιδίως την ταπείνωσή της, τότε είμαστε και πρέπει να χαιρόμαστε. Τότε ο Κύριος θα είναι μεθ’ ημών. «Επί τίνα επιβλέψω, λέγει ο Κύριος, ει μη επί τον πράον και ταπεινόν και τρέμοντα τους λόγους μου». Επέβλεψε ο Κύριος επί την ταπείνωση της δούλης Αυτού Κυρίας ημών Θεοτόκου και την κατέστησε τιμιοτέρα των Χερουβείμ, ενδοξοτέρα των Σεραφείμ, υψηλοτέρα των Ουρανών και καθαροτέρα λαμπηδόνων ηλιακών, αξιομακάριστον, παναμόμητον και μητέρα Του.
Επιβλέπει ο Κύριος και σε εμάς τους ανθρώπους της παρούσας πονηράς γενεάς και τι βλέπει, εκτός ολίγων εξαιρέσεων; Υπερηφάνεια, φθόνο, κακία, συκοφαντίες, καταλαλιές, αρπαγές, πλεονεξίες, ψεύδη επιορκίες, μέθες, κραιπάλες, ασέλγειες, ακολασίες. Επιβλέπει επί τας γυναίκας και τι βλέπει, εκτός ολίγων εξαιρέσεων; Ντρέπομαι να το πω. Βλέπει όχι ταπείνωση, σεμνότητα, αλλ’ εωσφορική υπερηφάνεια, πολυτέλεια, και ξετσιποσύνη μέχρι παραφροσύνης· βαψίματα προσώπων, χειλιών και ονύχων, απιστία, παρακοή προς τους εαυτούς συζύγους, διαζύγια κ.λπ. Αυτά βλέπει ο παντεπόπτης Θεός, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, και εξαιρέτως την υπερηφάνεια ανδρών και γυναικών, και αντιτάσσεται στις υπερηφάνειες· «Κύριος υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν». Οργίζεται και αγανακτεί εναντίον των ασεβών, αγνωμόνων και καταφρονητών των θείων του εντολών, και τους τιμωρεί. «Επιβρέξει Κύριος επί τους αμαρτωλούς παγίδας, πυρ και θείον και πνεύμα καταιγίδος η μερίς του ποτηρίου αυτών» (Ψαλμ. 10, 6).
Κατακλυσμό επέφερε ο Κύριος εις τους αμαρτωλούς· φωτιά έριξε και κατέκαυσε τους ασελγείς κατοίκους των Σοδόμων και Γομόρρων την παλαιά εποχή, και δεν έπαυσε μέχρι σήμερα να τιμωρεί τους αμαρτάνοντας. Ο ίδιος ο Θεός λέγει διά του σοφού Παροιμιαστού προς τους αμαρτωλούς. «Επειδή εκάλουν και ουχ υπηκούσατε και εξέτεινα λόγους και ου προσείχετε, αλλά ακύρους εποιείτε εμάς βουλάς, τοις δε εμοίς ελέγχοις ου προσείχετε, τοιγαρούν καγώ τη υμητέρα απωλεία επιγελάσομαι, καταχαρούμαι δε η νίκα αν έρχηται υμίν όλεθρος» (Παροιμ. 1, 24-27).
Ακούσατε, αγαπητοί μου, όσοι τυχόν βλασφημείτε ή κατ’ άλλον τρόπο αμαρτάνετε, προσέξατε καλώς μη φύγετε ανωφελώς. Πλησιάσατε εις την πάνσεπτο και αγία εικόνα της Παναγίας Μητρός του Θεού, ασπασθείτε αυτή μετά πολλής ευλάβειας και φόβου, μετά συντετριμμένης καρδίας και μετά δακρύων, και παρακαλέσατε να μεσιτεύσει προς τον Υιό Της να σας συγχωρήσει τις βλασφημίες και αμαρτίες σας, και κάμετε στερεά απόφαση εις το εξής να μη βλασφημήσετε.
Επίσης οι γυναίκες πλησιάσατε, ασπασθείτε την εικόνα της, και όσες τυχόν, από παρακίνηση και προτροπή γυναικών ασέμνων και ασεβών, συνηθίσατε να βάφετε τα πρόσωπά σας, τα χείλη σας, τα νύχια σας ή να ενδύνεσθε πολυτελώς και ασέμνως στοχαστείτε καλώς ότι η Κυρία Θεοτόκος αξιώθηκε να γίνει μητέρα του Θεού όχι διότι εβάφετο, αλλά διότι ήτο σεμνή και ταπεινή. Ζητήσατε συγχώρηση και παύσατε του λοιπού του τοιούτου ολεθρίου παραπτώματος και πάσης άλλης αμαρτίας, και εις το εξής επιδοθείτε μετά προθυμίας και ζήλου να στολίζετε την αθάνατη ψυχή σας της οποίας ουδέ ο κόσμος όλος είναι ισοστάσιος.
Όλοι δε, άνδρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι, ας φροντίσουμε να γίνουμε τέκνα του Θεού, παιδιά της Παναγίας, και περπατήσωμε του λοιπού ως τέκνα φωτός, με αγάπη, με πίστη, με ταπείνωση, με μετάνοια, με έργα καλά και πράξεις αγαθές ευαρέστους στον Κύριο, με προσευχές και ελεημοσύνες, με ψαλμούς και ύμνους και ωδές πνευματικές, άδοντες και ψάλλοντες εν τη καρδία υμών τω Κυρίω… Αμήν.
Για την ψυχή
Η ψυχή, αγαπητοί, έχει μεγάλη αξία, τόση αξία, όση δεν έχει όλος ο κόσμος. Η ψυχή μας αξίζει περισσότερο από όλο τον κόσμο. Αυτή όμως την ψυχή μας εμείς δεν την προσέχουμε. Το σώμα μας το οποίο είναι φθαρτό, είναι θνητό και αύριο, όταν χωριστεί από την ψυχή, θα γίνει βρώμα των σκουληκιών και δυσωδία, αυτό το επιμελούμεθα, φροντίζουμε να το θεραπεύσουμε, και όταν καμιά φορά ασθενήσει τρέχουμε στον ιατρό και τον παρακαλούμε να μας θεραπεύσει. Η ψυχή μας όμως, την οποία δεν την αγαπούμε, όταν ασθενεί δεν φροντίζουμε να την θεραπεύσουμε. Πρέπει όμως, όπως φροντίζουμε το σώμα, έτσι και περισσότερο να φροντίζουμε διά την αθάνατη ψυχή μας της οποίας δεν υπάρχει αντάλλαγμα ισάξιο, ως λέγει ο Κύριος: «Τι γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;» (Μαρκ. 8, 36).
***
Για τον θάνατο και την μέλλουσα ζωή
…Δεν αρκεί να σκεπτόμαστε μόνο το θάνατο, ότι δηλαδή θα πεθάνουμε, διότι πάντες αποθνήσκομε. «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθάνειν», λέγει ο θεσπέσιος Παύλος. Πάντες αποθνήσκομε και βασιλείς και πατριάρχαι, και πρωθυπουργοί και υπουργοί, και αρχιερείς και ιερείς, και λαϊκοί και κληρικοί, και μεγάλοι και μικροί, και πλούσιοι και πτωχοί, και άνδρες και γυναίκες, και πάσης ηλικίας, τάξεως και καταστάσεως άνθρωποι. Δεν υπάρχει άνθρωπος ο οποίος θα ζήσει και δεν θα αποθάνει, λέγει ο Προφητάναξ Δαβίδ. Όλα τα πράγματα του κόσμου αυτού, όσα σκέπτονται οι άνθρωποι είναι αβέβαια, το μόνο δε βέβαιο είναι ο θάνατος. Είναι λοιπόν βέβαιο ότι θα αποθάνουμε, αλλά πρέπει να σκεφτούμε πώς θα αποθάνουμε, καλώς ή κακώς, έτοιμοι ή ανέτοιμοι; Πού θα μεταβούμε μετά θάνατον; Εις την αιώνιον ζωή ή εις την αιώνιον κόλαση; Αυτό πρέπει να βάλουμε καλά-καλά εις το νου μας, ώδε η σοφία…
Δυστυχείς και ελεεινοί είναι όσοι δεν φροντίζουν διά την έξοδο αυτών, όσοι δεν εξομολογούνται τις αμαρτίες τους, όσοι δεν μεταλαμβάνουν, όσοι δεν πηγαίνουν Εκκλησία, όσοι δεν προσεύχονται, όσοι είναι πλούσιοι και δεν ελεούν τους πτωχούς, αλλά πορεύονται σαν να μην είχαν ψυχή, για αυτούς λέγει ο Προφήτης Δαβίδ ότι μοιάζουν με τα κτήνη… Εάν δε κάποιος πει ότι δεν υπάρχει μέλλουσα κρίση και ανταπόδοση, ο τοιούτος, δεν πρέπει να λέγεται χριστιανός, αλλά άπιστος, αιρετικός, βλάσφημος! Εάν δεν υπάρχει μέλλουσα ζωή, κρίση και ανταπόδοση, γιατί ήλθε ο Χριστός επί της γης και έγινε άνθρωπος και εσταυρώθη υπέρ ημών και απέθανε και ανέστη; Γιατί το βάπτισμα, η μετάνοια, η ιεροσύνη και τα λοιπά μυστήρια;
Εάν δεν υπάρχει μέλλουσα κρίσις και ανταπόδοσις τις η χρεία οι Άγιοι Απόστολοι να περιέλθουν όλη την οικουμένη, υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, λοιδορούμενοι και παντοιοτρόπως βασανιζόμενοι και διδάσκοντες ότι υπάρχει μέλλουσα ζωή, γιατί τόσα εκατομμύρια μαρτύρων έχυσαν το αίμα τους; Γιατί τόσες μυριάδες Οσίων και ασκητών εις τα σπήλαια, ερήμους και οπές της γης αγγελικώς εβίωσαν; Και εάν δεν υπάρχει μέλλουσα κρίση και ανταπόδοση, γιατί τους νεκρούς κοιμίζουμε εις τις εκκλησίες και οι ψάλτες μετά των ιερών ψάλλουν και εύχονται, ίνα ο Θεός αναπαύσει τις ψυχές των τεθνεώτων εις τόπο ανέσεως και μετά των Αγίων ένθα ουκ έστι πόνος ου λύπη, ου στεναγμός κ.λπ.;
Όσοι δεν πιστεύουν θα έλθει ημέρα, όταν το δρέπανο του θανάτου θερίσει αυτούς να πιστεύσουν ότι όσα η Εκκλησία διδάσκει είναι αληθή και βέβαια, και θα ζητούν καιρό διορθώσεως και μετανοίας, αλλά εις τον Άδη δεν υπάρχει μετάνοια. Νυν καιρός ευπρόσδεκτος, νυν ημέρα μετανοίας, αποθώμεθα τα έργα του σκότους και ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτούς, ευσχημόνως ας ζήσουμε εις τον πρόσκαιρο αυτό βίο, με αγάπη και εξομολόγηση, με ελεημοσύνες και προσευχές, με νηστείες και λοιπές αρετές, ώστε, όταν έλθει ο θάνατος μας βρει έτοιμους, και αξιωθούμε των αιωνίων αγαθών. Αμήν.
***
Οι παρεμβάσεις στον Νόμο του Θεού επιφέρουν πολλές και μεγάλες συμφορές
Όλα τα μεγάλα και ένδοξα κατορθώματα από κτίσεως κόσμου μέχρι σήμερα έγιναν διά της πίστεως, και όλα τα δυστυχήματα και οι συμφορές ακολούθησαν από την απιστία. Αυτό παρατηρούμε στον Ισραηλιτικό λαό. Όσες φορές πίστεψαν και λάτρεψαν τον αληθινό Θεό, ήσαν μεγάλοι και ισχυροί, νικούσαν τους εχθρούς τους και ευτυχούσαν. Όσες φορές όμως απιστούσαν και λάτρευαν τα είδωλα, και απομακρύνονταν από τον αληθινό Θεό, καταντούσαν ανίσχυροι και υπόδουλοι στους εχθρούς τους, δυστυχείς και πανάθλιοι.
Παρατηρούμε αυτό και στο δικό μας έθνος, το ελληνικό. Αυξήθηκε ποτέ και ευτύχησε το έθνος μας, και επετέλεσε θαυμάσια μεγαλουργήματα, αυτά οφείλονταν στην πίστη, διότι και οι βασιλείς και οι άρχοντες, και οι κληρικοί και λαϊκοί είχαν πίστη. Όταν όμως απιστούσαν και είχαν απομακρυνθεί από τον αληθινό Θεό, τότε παραδόθηκαν σε χέρια των αθέων Αγαρηνών και άλλων βαρβάρων, κατεσφάγησαν, εξωλοθρεύθηκαν, εξουδενώθηκαν και υπέστησαν μύριες συμφορές και κινδύνους.
Το 1821 οι προπάτορές μας διά της πίστεως επετέλεσαν μεγάλα και θαυμαστά κατορθώματα, επίσης και στις δικές μας ημέρες στις αρχές του Βαλκανικού πολέμου, όπου πάντες είχαν πίστη και ήσαν αγαπημένοι και επικρατούσε ομόνοια και ειρήνη. Όταν όμως εισχώρησε η απιστία και η διχόνοια, και εις τον στρατό και εις τον λαό, και εις αυτόν ακόμη τον κλήρο, τότε επάθαμε την δεινή και χαλεπή συμφορά, την καταστροφή της Μικράς Ασίας, και την προσβολή και εξουθένωση και καταντήσαμε μισητοί και στον Θεό και στα έθνη. Τι δε πρόκειται να μας ακολουθήσει είναι άδηλο. Εγώ, όμως, φοβούμαι ότι μεγαλύτερη συμφορά μας εκδέχεται, εάν δεν μετανοήσουμε. Αυτό δε το συμπεραίνω από τα διάφορα ιστορικά γεγονότα. Και έχω δίκιο να φοβούμαι και εγώ και κάθε ένας που φρονεί καλά, διότι όταν ακούς ένα λαό να βρίζει την πίστη του, τον Θεό του, την Παναγία, τον Τίμιο Σταυρό, όταν βλέπεις ένα λαό να περιφρονεί τον Νόμο, τις εντολές και διατάξεις του Θεού· όταν βλέπεις λαό να μην έχει αγάπη και ομόνοια, όταν βλέπεις λαό στον οποίο βασιλεύει η αμαρτία, η πλεονεξία, η φιλαργυρία, η υπερηφάνεια, το ψεύδος, ο δόλος, η απάτη, η συκοφαντία, η ακρασία, η ακολασία, μην περιμένεις καλά αποτελέσματα, αλλά συμφορές και δυστυχίες.
Εάν μέχρι σήμερα ο Θεός δεν μας καταστρέφει, δεν μας εξολοθρεύει, δεν μας αποδίδει κατά τις αμαρτίες μας αυτό το κάνει διότι είναι εύσπλαχνος, μακρόθυμος, πολυέλεος και αναμένει την μετάνοια και επιστροφή μας. Αυτό το κάνει διότι βρίσκονται σπάνιοι στις ερημιές προσευχόμενοι υπέρ της σωτηρίας του κόσμου. Βρίσκονται δε και στις πόλεις και άνδρες και γυναίκες φοβούμενοι τον Θεό και τηρούντες τις εντολές Του, και χάρη των ολίγων αυτών σώζει ο Θεός και τους λοιπούς.
Ο άγιος Χρυσόστομος λέγει, ότι οι Χριστιανοί έχουν να δώσουν λόγο κατά την ημέρα της κρίσεως όχι μόνο για τους εαυτούς τους, αλλά και για τα έθνη τα αλλόφυλα και άπιστα, πως δεν κατόρθωσαν να τα επιστρέψουν εις θεογνωσία. Μία δε αιτία, για την οποία τόσα έθνη βρίσκονται ακόμη στο σκότος της ασεβείας, είμαστε εμείς οι Χριστιανοί. Και απόδειξη αυτού είναι οι Άγιοι Απόστολοι. Ήσαν μόνο δώδεκα, οι περισσότεροι αγράμματοι ψαράδες και μπόρεσαν αυτοί οι αγράμματοι όλο σχεδόν το γνωστό κόσμο να τον οδηγήσουν εις το φως της θεογνωσίας. Με τον καλό τους λόγο, με τα καλά τους έργα και με το καλό τους παράδειγμα το πέτυχαν. Η πίστη πρέπει να συνοδεύεται με έργα. Διά της πίστεως και των καλών μας έργων θα μπορέσουμε και τους εαυτούς μας να σώσουμε και τους αδερφούς μας, που βρίσκονται στο σκοτάδι, θα καθοδηγήσουμε στο φως της θεογνωσίας.
Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος, δος μας πίστη στερεά, ώστε, στερεωθέντες με την πίστη, βεβαιωθέντες με την ελπίδα και κραταιωθέντες με την αγάπη, να διαπλεύσουμε απρόσκοπτα και ακίνδυνα το πέλαγος της ζωής αυτής και ελιμενιστούμε στο ακύμαντο λιμάνι του παραδείσου, και απολαύσουμε από τα αγαθά εκείνα, τα οποία μάτι δεν είδε, αυτί δεν άκουσε και σε καρδιά ανθρώπου δεν ανέβησαν. Αμήν.
***
Χωρίς την μετάνοια σπάνιοι θα σώζονταν
Ένα από τα σπουδαιότερα και αναγκαιότερα για τη σωτηρία του ανθρώπου είναι το μυστήριο της Ιεράς εξομολογήσεως, χωρίς του οποίου σπάνιοι θα σώζονταν· και επειδή η φύση των ανθρώπων είναι ευόλισθος και ρέπει πάντοτε προς την αμαρτία ο πανάγαθος και φιλάνθρωπος Θεός και Πατήρ ημών ο Ουράνιος, ως κατά φύση συμπαθής και ελεήμων και εύσπλαχνος προς το ανθρώπινο γένος, παρέδωσε μεταξύ των άλλων μυστηρίων και το μυστήριο της μετανοίας και εξομολογήσεως διά του οποίου μυστηρίου παίρνουμε την άφεση και γινόμαστε από αμαρτωλοί δίκαιοι
Σας συμβουλεύω, ως πνευματικός πατήρ, να ενθυμείσθε πάντοτε τον Θεό, την Παναγία, να φυλάτε τις εντολές του Θεού, να αποφεύγετε κάθε κακό, κάθε αμαρτία, και να πράττετε κάθε αγαθό και κάθε αρετή. Και όταν πράττετε το αγαθό και αγαπάτε το Θεό θα σας φυλάττει και ο Θεός και θα σας προστατεύει. Μείνετε εις την αγάπη του Θεού για να μένει και ο Θεός μαζί σας.
Η χάρη του Θεού και το έλεος, η σκέπη, η βοήθεια και η προστασία της Υπεραγίας Θεοτόκου Μαρίας, και η ευχή εμού του ελαχίστου πνευματικού σας πατρός, να είναι πάντοτε μαζί σας….
Μετά πατρικής αγάπης και στοργής
Αρχιμ. Φιλόθεος Ζερβάκος
(Από το βιβλίο: Αρχιμ. Φιλοθέου Ζερβάκου, Ηγουμένου Ι. Μ. Λογγοβάρδας Πάρου, Ομιλίες. Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη». Τ. Κ. 566 26, Σπαρτάκου 6, Συκιές, Θεσσαλονίκη, 2015)

(Πηγή ψηφ. κειμένου: orp.gr)

+ Παύλος Πατριάρχης Σερβίας - Έτσι να λάμψει το φως!


ΠΡΟΛΟΓΟΣ: ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΓΙΕΦΤΙΤΣ
38 κείμενα ποιμαντικής φροντίδας που αγκαλιάζουν τον όλο άνθρωπο, μέσα από τη γραφίδα ενός σύγχρονου ποιμένα, ενός ιεράρχη που τίμησε την αποστολή του μέσω μιας αγίας ζωής, σύμφωνης με το Ευαγγέλιο του Χριστού.
Ὁ Κύριος δέν ἀσκεῖ ποτέ βία στόν ἄνθρωπο (στόν ὁποῖο χάρισε τήν ἐλευθερία), οὔτε φυσικά στούς ἀγγέλους· τήν ἐλευθερία πού προσέφερε τήν προστατεύει καί τή σέβεται.
Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν ἐπιθυμεῖ νά βαδίσει τόν δρόμο τοῦ Θεοῦ καί νά σωθεῖ, ὁ Θεός δέν θά τόν σώσει μέ τό ζόρι, διότι αὐτό θά συνιστοῦσε βία καί ὁ Θεός δέ δύναται νά ἀσκήσει βία, ἀκριβῶς ὅπως δέ δύναται καί νά ἁμαρτήσει, ἐπειδή ἡ ἁμαρτία καί ἡ βία δέν εἶναι δύναμη, ἀλλά ἀδυναμία. Ὁ Θεός εἶναι πράγματι Παντοδύναμος, ἀλλά Παντοδύναμος ὡς πρός τό καλό.
Κάθε ἄνθρωπος ἔρχεται στόν κόσμο στήν ὥρα του. Ὁ Θεός τόν στέλνει τήν κατάλληλη ὥρα, γιά νά ἐκπληρώσει ἐκεῖνα τά καθήκοντα πού τήν ὁρισμένη στιγμή προβάλλουν ἐνώπιόν του.
Ἐπιτελώντας τα μέ τήν καρδιά μας καί μέ σθένος ἀδιάπτωτο, ἱκανοποιώντας ἔτσι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, συνειδητοποιοῦμε τό νόημα καί τόν σκοπό τῆς ζωῆς μας. Ἰδού, λοιπόν, τό κριτήριο γιά τό ἄν θά σταθοῦμε δίκαιοι ἤ ἄδικοι, μεγάλοι ἤ ἀσήμαντοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τῶν συνανθρώπων μας καί τοῦ ἑαυτοῦ μας: ἐκπληρώσαμε τό σχέδιο πού εἶχε ὁ Θεός ὅταν μᾶς ἔστειλε τήν ὁρισμένη ὥρα ἤ ζήσαμε ἀντίθετα πρός αὐτό;
Σε όλα τα βιβλιοπωλεία και στο βιβλιοπωλείο Εν Πλω, Χαριλάλου Τρικούπη 6-10 στο κέντρο της Αθήνας
Παραγγελίες χονδρικής: Χαράλαμπος Θεοδώρου 210 32 26 343
biblio serbias paulos 1

Αρχιμ. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, Διάλογος ανάμεσα σε έναν γέροντα και έναν άθεο


Ἀπό τήν ζωή καί τήν διδασκαλία τοῦ π. Ἐπιφανίου

Ἕνα πρωινὸ συζητᾶ ὁ Γέροντας μὲ δυό-τρεῖς ἐπισκέπτες στὸ σπίτι του. Ὁ ἕνας εἶναι ἰδεολόγος κομμουνιστής. Σὲ μία στιγμὴ ἔρχεται κάποιος ἀπ’ ἔξω καὶ τοὺς πληροφορεῖ ὅτι ἡ Ἀθήνα ἔχει γεμίσει ἀπὸ φωτογραφίες τοῦ Μάο Τσὲ Τοὺγκ μὲ τὴν ἐπιγραφή: «Δόξα στὸν μεγάλο Μάο». Ἦταν ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία εἶχε πεθάνει ὁ Κινέζος δικτάτορας.
Γέροντας: Ἔτσι εἶναι, παιδάκι μου. Δὲν ὑπάρχουν ἄθεοι. Εἰδωλολάτρες ὑπάρχουν, οἱ ὁποῖοι βγάζουν τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὸν θρόνό Του καὶ στὴ θέσι Του τοποθετοῦν τὰ εἴδωλά τους. Ἐμεῖς λέμε: «Δόξα τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι». Αὐτοὶ λένε: «Δόξα στὸν μεγάλο Μάο». Διαλέγεις καὶ παίρνεις.
Κομμουνιστής: Καὶ σεῖς, παππούλη, τὸ παίρνετε τὸ ναρκωτικό σας. Μόνο ποὺ ἐσεῖς τὸ λέτε Χριστό, ὁ ἄλλος τὸ λέει Ἀλλάχ, ὁ τρίτος Βούδδα κ.ο.κ.
– Ὁ Χριστός, παιδί μου, δὲν εἶναι ναρκωτικό. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Δημιουργός του σύμπαντος κόσμου. Αὐτὸς ποὺ μὲ σοφία κυβερνᾶ τὰ πάντα: ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἀπέραντων γαλαξιῶν μέχρι τὰ ἀπειροελάχιστα σωματίδια τοῦ μικροκόσμου. Αὐτὸς ποὺ δίνει ζωὴ σὲ ὅλους μας. Αὐτὸς ποὺ σ’ ἔφερε στὸν κόσμο καὶ σοῦ ‘χει δώσει τόση ἐλευθερία, ὥστε νὰ μπορῆς νὰ Τὸν ἀμφισβητῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ Τὸν ἀρνῆσαι ἀκόμη.
– Παππούλη, δικαίωμά σας εἶναι νὰ τὰ πιστεύετε ὅλα αὐτά. Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι καὶ ἀληθινά. Ἀποδείξεις ἔχετε;
– Ἐσὺ ὅλα αὐτὰ τὰ θεωρεῖς παραμύθια, ἔτσι δὲν εἶναι;
– Βεβαίως.
– Ἀποδείξεις ἔχεις; Μπορεῖς νὰ μοῦ ἀποδείξεις ὅτι ὅσα πιστεύω ἐγὼ εἶναι ψεύτικα;
– …
– Δὲν ἀπαντᾶς, διότι καὶ σὺ δὲν ἔχεις ἀποδείξεις. Ἄρα καὶ σὺ πιστεύεις ὅτι εἶναι παραμύθια. Κι ἐγὼ μὲν ὁμιλῶ περὶ πίστεως, ὅταν ἀναφέρωμαι στὸν Θεό. Ἐσὺ ὅμως, ἐνῶ ἀπορρίπτεις τὴ δική μου πίστι, στὴν οὐσία πιστεύεις στὴν ἀπιστία σου, ἀφοῦ δὲν μπορεῖς νὰ τὴν τεκμηριώσης μὲ ἀποδείξεις. Πρέπει ὅμως νὰ σοῦ πῶ ὅτι ἡ πίστι ἡ δική μου δὲν εἶναι ξεκάρφωτη. Ὑπάρχουν κάποια ὑπερφυσικὰ γεγονότα, πάνω στὰ ὁποῖα θεμελιώνεται.
– Μία στιγμή! Μιά καὶ μιλᾶτε γιὰ πίστι, τί θὰ πῆτε στοὺς Μωαμεθανοὺς π.χ. ἤ στοὺς Βουδδιστές; Διότι κι ἐκεῖνοι ὁμιλοῦν περὶ πίστεως. Κι ἐκεῖνοι διδάσκουν ὑψηλὲς ἠθικὲς διδασκαλίες. Γιατί ἡ δική σας πίστι εἶναι καλύτερη ἀπὸ ἐκείνων;
– Μ’ αὐτὴ τὴν ἐρώτησί σου τίθεται τὸ κριτήριο τῆς ἀληθείας. Διότι βεβαίως ἡ ἀλήθεια εἶναι μία καὶ μόνη. Δὲν ὑπάρχουν πολλὲς ἀλήθειες. Ποιὸς ὅμως κατέχει τὴν ἀλήθεια; Ἰδοὺ τὸ μεγάλο ἐρώτημα. Ἔτσι, δὲν πρόκειται γιὰ καλύτερη ἤ χειρότερη πίστι! Πρόκειται γιὰ τὴ μόνη ἀληθινὴ πίστι!
Δέχομαι ὅτι ἠθικὲς διδασκαλίες ἔχουν καὶ τὰ ἄλλα πιστεύω. Βεβαίως οἱ ἠθικὲς διδασκαλίες τοῦ Χριστιανισμοῦ ὑπερέχουν ἀσυγκρίτως. Ἐμεῖς ὅμως δὲν πιστεύουμε στὸν Χριστὸ γιὰ τὶς ἠθικὲς Του διδασκαλίες. Οὔτε γιὰ τὸ «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους», οὔτε γιὰ τὰ κηρύγματά Του περὶ εἰρήνης καὶ δικαιοσύνης, ἐλευθερίας καὶ ἰσότητος. Ἐμεῖς πιστεύουμε στὸν Χριστό, διότι ἡ ἐπὶ γῆς παρουσία Τοῦ συνοδεύθηκε ἀπὸ ὑπερφυσικὰ γεγονότα, πράγμα τὸ ὁποῖο σημαίνει ὅτι εἶναι Θεός.
– Κοιτάξτε. Κι ἐγὼ παραδέχομαι ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν σπουδαῖος φιλόσοφος καὶ μεγάλος ἐπαναστάτης, ἀλλὰ μὴν τὸν κάνουμε καὶ Θεὸ τώρα…
– Ἄχ, παιδί μου! Ὅλοι οἱ μεγάλοι ἄπιστοί τῆς ἱστορίας ἐκεῖ σκάλωσαν. Τὸ ψαροκόκκαλο ποὺ τοὺς κάθησε στὸ λαιμὸ καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ καταπιοῦν, αὐτὸ ἀκριβῶς ἦταν. Τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι καὶ Θεός.
Πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἦσαν διατεθειμένοι νὰ ποῦν στὸν Κύριο: Μὴ λὲς ὅτι εἶσαι Θεὸς ἐνανθρωπήσας. Πὲς ὅτι εἶσαι ἁπλὸς ἄνθρωπος καὶ μεῖς εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ σὲ θεοποιήσουμε. Γιατί θέλεις νὰ εἶσαι Θεὸς ἐνανθρωπήσας καὶ ὄχι ἄνθρωπος ἀποθεωθείς; Ἐμεῖς δεχόμαστε νὰ σὲ ἀποθεώσουμε, νὰ σὲ ἀνακηρύξουμε τὸν μέγιστο τῶν ἀνθρώπων, τὸν ἁγιώτατο, τὸν ἠθικώτατο, τὸν εὐγενέστατο, τὸν ἀνυπέρβλητο, τὸν μοναδικό, τὸν ἀνεπανάληπτο. Δὲν σοῦ ἀρκοῦν ὅλα αὐτά;
Ὁ κορυφαῖος τοῦ χοροῦ τῶν ἀρνητῶν, ὁ Ἐρνέστος Ρενᾶν, βροντοφωνεῖ περὶ τοῦ Χριστοῦ: «Γιὰ δεκάδες χιλιάδες χρόνια ὁ κόσμος θὰ ἀνυψώνεται διὰ σοῦ», εἶσαι «ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς ἀνθρωπότητος ὥστε τὸ νὰ ἀποσπάση κάποιος τὸ ὄνομά σου ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦτο θὰ ἦταν ἴσο μὲ τὸν ἐκ θεμελίων κλονισμό του», «οἱ αἰῶνες θὰ διακηρύσσουν ὅτι μεταξὺ τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων δὲν γεννήθηκε κανένας ὑπέρτερός σου». Ἐδῶ ὅμως σταματοῦν, καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ὅμοιοί του. Ἡ ἑπόμενη φράσι τους; «Θεὸς ὅμως δὲν εἶσαι!»
Καὶ δὲν ἀντιλαμβάνονται οἱ ταλαίπωροι ὅτι ὅλα αὐτὰ συνιστοῦν γιὰ τὴν ψυχὴ τους μία ἀνέκφραστη τραγωδία! Τὸ δίλημμα ἀναπόφευκτα εἶναι ἀμείλικτο: Ἤ εἶναι Θεὸς ἐνανθρωπήσας ὁ Χριστός, ὁπότε πράγματι, καὶ μόνον τότε, ἀποτελεῖ τὴν ἠθικωτέρα, τὴν ἁγιωτέρα καὶ τὴν εὐγενεστέρα μορφὴ τῆς ἀνθρωπότητος. Ἤ δὲν εἶναι Θεὸς ἐνανθρωπήσας, ὅποτε ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτά. Ἀντιθέτως. Ἄν ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι Θεός, τότε πρόκειται γιὰ τὴν ἀπαισιοτέρα, τὴ φρικτοτέρα καὶ τὴν ἀπεχθεστέρα ὕπαρξι τῆς ἀνθρωπίνης ἱστορίας.
– Τί εἴπατε;
– Αὐτὸ ποὺ ἄκουσες! Βαρὺς ὁ λόγος, ἀπολύτως ὅμως ἀληθής. Καὶ ἰδοὺ γιατί: Τί εἶπαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους, ἤ ποιὰ ἰδέα εἶχαν γιὰ τὸν ἑαυτὸ τους ὅλοι οἱ πράγματι μεγάλοι ἄνδρες τῆς ἀνθρωπότητος;
Ὁ «ἀνδρῶν ἁπάντων σοφώτατος» Σωκράτης διεκήρυσσε τό: «Ἐν οἶδᾳ ὅτι οὐδὲν οἶδα».
Ὅλοι οἱ σπουδαῖοι ἄνδρες τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Μωϋσῆ μέχρι τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο καὶ τὸν Παῦλο, αὐτοχαρακτηρίζονται «γῆ καὶ σποδὸς (=στάχτη)», «ταλαίπωροι», «ἐκτρώματα» κ.τ.τ.
Ἡ συμπεριφορά, ἀντιθέτως, τοῦ Ἰησοῦ εἶναι παραδόξως διαφορετική! Καὶ λέω παραδόξως διαφορετική, διότι τὸ φυσικὸ καὶ τὸ λογικὸ θὰ ἦταν νὰ εἶναι παρόμοια ἡ συμπεριφορά Του. Αὐτὸς μάλιστα, ὡς ἀνώτερος καὶ ὑπέρτερος ἀπὸ ὅλους τούς ἄλλους, θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχη ἀκόμα κατώτερη καὶ ταπεινότερη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτὸ Του. Ἠθικῶς τελειότερος ἀπὸ κάθε ἄλλον ἔπρεπε νὰ ὑπερακοντίζη σὲ αὐτομεμψία καὶ ταπεινὸ φρόνημα ὅλους τούς παραπάνω καὶ ὁποιονδήποτε ἄλλον, ἀπὸ τὴν δημιουργία τοῦ κόσμου μέχρι τὴ συντέλεια τῶν αἰώνων.
Συμβαίνει ὅμως τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο!
Πρῶτα – πρῶτα διακηρύσσει ὅτι εἶναι ἀναμάρτητος: «Τὶς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας;» (Ἰωάν. η 46). «Ἔρχεται ὁ τοῦ κόσμου τούτου ἄρχων, καὶ ἐν ἐμοὶ οὐκ ἔχει οὐδέν» (Ἰωάν. ιδ΄ 30).
Ἐκφράζει ἐπίσης πολὺ ὑψηλὲς ἰδέες περὶ Ἑαυτοῦ: «Ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. η΄ 12). «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (Ἰωάν. ιδ΄ 6).
Ἐκτὸς ὅμως αὐτῶν, προβάλλει καὶ ἀξιώσεις ἀπολύτου ἀφιερώσεως στὸ Πρόσωπό Του. Εἰσχωρεῖ ἀκόμη καὶ στὶς ἱερώτερες σχέσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ λέει: «Ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστί μου ἄξιος. Καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἤ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστί μου ἄξιος» (Μάτθ. ι΄ 37). «Ἦλθον διχᾶσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς» (Μάτθ. ι΄ 35). Ἀπαιτεῖ ἀκόμη καὶ μαρτυρικὴ ζωὴ καὶ θάνατο ἀπὸ τοὺς μαθητές Του: «Παραδώσουσιν ὑμᾶς εἰς συνέδρια καὶ ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν μαστιγώσουσιν ὑμᾶς. Καὶ ἐπὶ ἡγεμόνας δὲ καὶ βασιλεῖς ἀχθήσεσθε ἕνεκεν ἐμοῦ… Παραδώσει δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ πατὴρ τέκνον, καὶ ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ θανατώσουσιν αὐτούς. Καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου. Ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος οὗτος σωθήσεται… Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα… Ὅστις ἂν ἀρνήσηται με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κάγώ… Ὁ ἀπολέσας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ εὐρήσει αὐτήν» (Μάτθ. ι΄ 17 κ.ἔ.).
Καὶ τώρα σὲ ρωτῶ: Τόλμησε ποτὲ κανεὶς νὰ διεκδικήση ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων πάνω κι ἀπ’ τὴν ἴδια τους τὴ ζωή; Τόλμησε ποτὲ κανεὶς νὰ διακηρύξη τὴν ἀπόλυτη ἀναμαρτησία του; Τόλμησε ποτὲ κανεὶς νὰ ἐκστομίση τό: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀλήθεια»; (Ἰωάν. ιδ΄ 6). Κανεὶς καὶ πουθενά! Μόνο ἕνας Θεὸς θὰ μποροῦσε νὰ τὰ κάνη αὐτά. Φαντάζεσαι τὸν δικό σας τὸν Μὰρξ νὰ ‘λέγε κάτι τέτοια; Θὰ τὸν περνοῦσαν γιὰ τρελλὸ καὶ δὲν θὰ βρισκόταν κανεὶς νὰ τὸν ἀκολουθήση.
Γιὰ σκέψου, τώρα, πόσα ἑκατομμύρια ἄνθρωποι θυσίασαν τὰ πάντα γιὰ χάρι τοῦ Χριστοῦ, ἀκόμα καὶ αὐτὴ τὴ ζωή τους, πιστεύοντας στὴν περὶ ἑαυτοῦ ἀλήθεια τῶν λόγων Του! Ἐὰν οἱ περὶ ἑαυτοῦ διακηρύξεις του ἦσαν ψευδεῖς, ὁ Ἰησοῦς θὰ ἦταν ἡ ἀπαισιοτέρα μορφὴ τῆς ἱστορίας ὁδηγώντας τόσους πολλοὺς σὲ τόσο βαρειὰ θυσία. Ποιὸς ἄνθρωπος, ὅσο μεγάλος, ὅσο σπουδαῖος, ὅσο σοφὸς κι ἂν εἶναι, θὰ ἄξιζε αὐτὴ τὴ μεγάλη προσφορὰ καὶ θυσία; Ποιός; Κανένας! Μόνο ἐὰν ἦταν Θεός!
Μ’ ἄλλα λόγια: Ὅποιος ἄνθρωπος ἀπαιτοῦσε αὐτὴ τὴ θυσία ἀπὸ τοὺς ὀπαδούς του, θὰ ἦταν ἡ ἀπαισιοτέρα μορφὴ τῆς ἱστορίας. Ὁ Χριστὸς ὅμως καὶ τὴν ἀπαίτησε καὶ τὴν πέτυχε. Παρὰ ταῦτα ἀπὸ τοὺς ἀρνητὲς τῆς θεότητός Του ἀναγορεύθηκε ἡ εὐγενεστέρα καὶ ἁγιωτέρα μορφὴ τῆς ἱστορίας. Ὁπότε: Ἤ παραλογίζονται οἱ ἀρνητὲς ὀνομάζοντας ἁγιώτερο τὸν ἀπαισιώτερο, ἤ, γιὰ νὰ μὴν ὑπάρχη παραλογισμός, ἀλλὰ νὰ ἔχη λογικὴ ἡ συνύπαρξι ἀπαιτήσεων τοῦ Χριστοῦ καὶ ἁγιότητός Του, θὰ πρέπει ἀναγκαστικὰ νὰ δεχθοῦν ὅτι ὁ Χριστὸς ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένη ἡ εὐγενεστέρα καὶ ἁγιωτέρα μορφὴ τῆς ἀνθρωπότητος μόνο ὅμως ὑπὸ τὴν προϋπόθεσι ὅτι εἶναι καὶ Θεός! Ἀλλοιῶς εἶναι, ὅπως εἴπαμε, ὄχι ἡ ἁγιωτέρα, ἀλλὰ ἡ φρικτοτέρα μορφὴ τῆς ἱστορίας, ὡς αἰτία τῆς μεγαλυτέρας θυσίας τῶν αἰώνων, ἐν ὀνόματι ἑνὸς ψεύδους! Ἔτσι ἡ θεότητα τοῦ Χριστοῦ ἀποδεικνύεται μὲ βάσι αὐτοὺς τοὺς ἴδιους τούς περὶ αὐτοῦ χαρακτηρισμοὺς τῶν ἀρνητῶν Του!…
– Ὅσα εἴπατε εἶναι πράγματι ἐντυπωσιακά, δὲν ἀποτελοῦν ὅμως παρὰ συλλογισμούς. Ἱστορικὰ στοιχεῖα, πού νὰ θεμελιώνουν τὴν Θεότητά του, ἔχετε;
– Σοὺ εἶπα καὶ προηγουμένως ὅτι τὰ πειστήρια τῆς Θεότητός Του εἶναι τὰ ὑπερφυσικὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν ὅσο καιρὸ ἦταν ἐδῶ στὴ γῆ. Ὁ Χριστὸς δὲν ἀρκέσθηκε μόνο νὰ διακηρύσση τὶς παραπάνω ἀλήθειες, ἀλλὰ ἐπικύρωνε τοὺς λόγους Του καὶ μὲ πλῆθος θαυμάτων. Ἔκανε τυφλοὺς νὰ βλέπουν, παράλυτους νὰ περπατοῦν, ἔθρεψε μὲ δυὸ ψάρια καὶ πέντε ψωμιὰ πέντε χιλιάδες ἄνδρες καὶ πολλαπλάσιες γυναῖκες καὶ παιδιά, διέτασσε τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως καὶ αὐτὰ ὑπάκουαν, ἀνέστησε νεκροὺς μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν Λάζαρο τέσσερεις μέρες μετὰ τὸν θάνατό του. Μεγαλύτερο ὅμως ἀπὸ ὅλα τὰ θαύματα εἶναι ἡ Ἀνάστασί Του.
Ὅλο τὸ οἰκοδόμημα τοῦ Χριστιανισμοῦ στηρίζεται στὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτὸ δὲν τὸ λέω ἐγώ. Τὸ λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Εἰ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ἡμῶν» (Α΄ Κόρ. ιε΄ 17). Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν ἀνέστη, τότε ὅλα καταρρέουν. Ὁ Χριστὸς ὅμως ἀνέστη, πράγμα τὸ ὁποῖο σημαίνει ὅτι εἶναι Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, ἄρα Θεός.
– Ἐσεῖς τὰ εἴδατε ὅλα αὐτά; Πῶς τὰ πιστεύετε;
– Ὄχι, ἐγὼ δὲν τὰ εἶδα. Τὰ εἶδαν ὅμως ἄλλοι, οἱ Ἀπόστολοι. Αὐτοὶ στὴ συνέχεια τὰ γνωστοποίησαν καὶ μάλιστα προσυπέγραψαν τὴ μαρτυρία τους μὲ τὸ αἷμα τους. Κι ὅπως ὅλοι δέχονται, ἡ μαρτυρία τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὑψίστη μαρτυρία.
Φέρε μου καὶ σὺ κάποιον νὰ μοῦ πῆ πὼς ὁ Μὰρξ ἀπέθανε καὶ ἀνέστη καὶ νὰ θυσιάση τὴ ζωή του γιὰ τὴν μαρτυρία αὐτὴ κι ἐγὼ θὰ τὸν πιστεύσω ὡς τίμιος ἄνθρωπος.
– Νὰ σᾶς πῶ. Χιλιάδες κομμουνιστὲς βασανίσθηκαν καὶ πέθαναν γιὰ τὴν ἰδεολογία τους. Γιατί δὲν ἀσπάζεσθε καὶ τὸν κομμουνισμό;
– Τὸ εἶπες καὶ μόνος σου. Οἱ κομμουνιστὲς πέθαναν γιὰ τὴν ἰδεολογία τους. Δὲν πέθαναν γιὰ γεγονότα. Σὲ μία ἰδεολογία ὅμως εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ ὑπεισέλθη πλάνη. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι ἴδιον τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς νὰ θυσιάζεται γιὰ κάτι στὸ ὁποῖο πιστεύει, ἐξηγεῖται γιατί πολλοὶ κομμουνιστὲς πέθαναν γιὰ τὴν ἰδεολογία τους. Αὐτὸ ὅμως δὲν μᾶς ὑποχρεώνει νὰ τὴν δεχθοῦμε καὶ ὡς σωστή.
Εἶναι ἄλλο πράγμα νὰ πεθαίνης γιὰ ἰδέες κι ἄλλο γιὰ γεγονότα. Οἱ Ἀπόστολοι ὅμως δὲν πέθαναν γιὰ ἰδέες. Οὔτε γιὰ τὸ «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» οὔτε γιὰ τὶς ἄλλες ἠθικὲς διδασκαλίες τοῦ Χριστιανισμοῦ. Οἱ Ἀπόστολοι πέθαναν μαρτυροῦντες ὑπερφυσικὰ γεγονότα. Κι ὅταν λέμε γεγονός, ἐννοοῦμε ὅ,τι ὑποπίπτει στὶς αἰσθήσεις μας καὶ γίνεται ἀντιληπτὸ ἀπὸ αὐτές. Οἱ Ἀπόστολοι ἐμαρτύρησαν «δι’ ὅ ἀκηκόασι, ὅ ἑωράκασι τοῖς ὀφθαλμοὶς αὐτῶν, ὅ ἐθεάσαντο καὶ αἱ χεῖρες αὐτῶν ἐψηλάφησαν» (Α΄ Ἰωάν. α΄ 1).
Μὲ βάσι ἕναν πολὺ ὡραῖο συλλογισμὸ τοῦ Πασκὰλ λέμε ὅτι μὲ τοὺς Ἀποστόλους συνέβη ἕνα ἀπὸ τὰ τρία: Ἤ ἀπατήθηκαν ἤ μᾶς ἐξαπάτησαν ἤ μᾶς εἶπαν τὴν ἀλήθεια.
Ἂς πάρουμε τὴν πρώτη ἐκδοχή. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπατήθηκαν οἱ Ἀπόστολοι, διότι ὅσα ἀναφέρουν δὲν τὰ ἔμαθαν ἀπὸ ἄλλους. Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἦσαν αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι μάρτυρες ὅλων αὐτῶν. Ἐξ ἄλλου δὲν ἦσαν καθόλου φαντασιόπληκτοι οὔτε εἶχαν καμμιὰ ψυχολογικὴ προδιάθεσι γιὰ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ γεγονότος τῆς Ἀναστάσεως. Ἀντιθέτως ἦσαν τρομερὰ δύσπιστοι. Τὰ Εὐαγγέλια εἶναι πλήρως ἀποκαλυπτικὰ αὐτῶν τῶν ψυχικῶν τους διαθέσεων: δυσπιστοῦσαν στὶς διαβεβαιώσεις ὅτι κάποιοι Τὸν εἶχαν δεῖ ἀναστάντα.
Καὶ κάτι ἄλλο. Τί ἦσαν οἱ Ἀπόστολοι πρὶν τοὺς καλέσει ὁ Χριστός; Μήπως ἦσαν φιλόδοξοι πολιτικοὶ ἤ ὁραματιστὲς φιλοσοφικῶν καὶ κοινωνικῶν συστημάτων, ποὺ περίμεναν νὰ κατακτήσουν τὴν ἀνθρωπότητα καὶ νὰ ἱκανοποιήσουν ἔτσι τὶς φαντασιώσεις τους; Κάθε ἄλλο. Ἀγράμματοι ψαράδες ἦσαν. Καὶ τὸ μόνο ποὺ τοὺς ἐνδιέφερε ἦταν νὰ πιάσουν κανένα ψάρι νὰ θρέψουν τὶς οἰκογένειές τους. Γι’ αὐτὸ καὶ μετὰ τὴ Σταύρωσι τοῦ Κυρίου, παρὰ τὰ ὅσα εἶχαν ἀκούσει καὶ δεῖ, ἐπέστρεψαν στὰ πλοιάρια καὶ στὰ δίχτυά τους. Δὲν ὑπῆρχε δηλ. σ’ αὐτούς, ὅπως ἀναφέραμε, οὔτε ἴχνος προδιαθέσεως γιὰ ὅσα ἐπρόκειτο νὰ ἐπακολουθήσουν. Καὶ μόνο μετὰ τὴν Πεντηκοστή, «ὅτε ἔλαβον δύναμιν ἐξ ὕψους», ἔγιναν οἱ διδάσκαλοι τῆς οἰκουμένης.
Ἡ δεύτερη ἐκδοχή: Μήπως μᾶς ἐξαπάτησαν; Μήπως μᾶς εἶπαν ψέματα; Ἀλλὰ γιατί νὰ μᾶς ἐξαπατήσουν; Τί θὰ κέρδιζαν μὲ τὰ ψέματα; Μήπως χρήματα, μήπως ἀξιώματα, μήπως δόξα; Γιὰ νὰ πῆ κάποιος ἕνα ψέμα, περιμένει κάποιο ὄφελος. Οἱ Ἀπόστολοι ὅμως, κηρύσσοντες Χριστὸν καὶ Τοῦτον ἐσταυρωμένον καὶ Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν, τὰ μόνα τὰ ὁποῖα ἐξασφάλισαν ἦσαν: ταλαιπωρίες, κόποι, μαστιγώσεις, λιθοβολισμοί, ναυάγια, πείνα, δίψα, γυμνότητα, κίνδυνοι ἀπὸ ληστές, ραβδισμοί, φυλακίσεις καὶ τέλος ὁ θάνατος. Καὶ ὅλα αὐτὰ γιὰ ἕνα ψέμα; Εἶναι ἐντελῶς ἀνόητο καὶ νὰ τὸ σκεφθῆ κάποιος.
Συνεπῶς οὔτε ἐξαπατήθηκαν οὔτε μᾶς ἐξαπάτησαν οἱ Ἀπόστολοι. Μένει ἑπομένως ἡ Τρίτη ἐκδοχή. Ὅτι μᾶς εἶπαν τὴν ἀλήθεια.
Θὰ πρέπει μάλιστα νὰ σοῦ τονίσω καὶ τὸ ἑξῆς: Οἱ Εὐαγγελιστὲς εἶναι οἱ μόνοι οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν πραγματικὴ ἱστορία. Διηγοῦνται τὰ γεγονότα καὶ μόνον αὐτά. Δὲν προβαίνουν σὲ καμμία προσωπικὴ κρίσι. Κανένα δὲν ἐπαινοῦν, κανένα δὲν κατακρίνουν. Δὲν κάνουν καμμία προσπάθεια νὰ διογκώσουν κάποιο γεγονὸς ἤ νὰ ἐξαφανίσουν ἤ νὰ ὑποτιμήσουν κάποιο ἄλλο. Ἀφήνουν τὰ γεγονότα νὰ μιλοῦν μόνα τους.
– Ἀποκλείεται νὰ ἔγινε στὴν περίπτωσι τοῦ Χριστοῦ νεκροφάνεια; Τὶς προάλλες ἔγραψαν οἱ ἐφημερίδες γιὰ κάποιον Ἰνδό, τὸν ὁποῖο ἔθαψαν καὶ μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες τὸν ξέθαψαν καὶ ἦταν ζωντανός.
– Ἄχ, παιδάκι μου. Θὰ θυμηθῶ καὶ πάλι τὸ λόγο τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου: «Ἄπιστοι, δὲν εἶσθε δύσπιστοι. Εἶσθε οἱ πλέον εὔπιστοι. Δέχεσθε τὰ πιὸ ἀπίθανα, τὰ πιὸ παράλογα, τὰ πιὸ ἀντιφατικά, γιὰ νὰ ἀρνηθῆτε τὸ θαῦμα!».
Ὄχι, παιδί μου. Δὲν ἔχουμε νεκροφάνεια στὸν Χριστό. Πρῶτα – πρῶτα ἔχουμε τὴν μαρτυρία τοῦ Ρωμαίου κεντυρίωνος, ὁ ὁποῖος βεβαίωσε τὸν Πιλάτο ὅτι ὁ θάνατος εἶχε ἐπέλθει.
Ἔπειτα τὸ Εὐαγγέλιό μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ Κύριος κατὰ τὴν ἴδια τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεώς Του συμπορεύθηκε συζητώντας μὲ δυὸ μαθητὲς Του πρὸς Ἐμμαούς, ποὺ ἀπεῖχε πάνω ἀπὸ δέκα χιλιόμετρα ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα.
Φαντάζεσαι κάποιον νὰ ἔχη ὑποστῆ ὅσα ὑπέστη ὁ Χριστὸς καὶ τρεῖς μέρες μετὰ τὸ «θάνατό» του νὰ τοῦ συνέβαινε νεκροφάνεια; Ἂν μὴ τί ἄλλο θὰ ‘πρεπε γιὰ σαράντα μέρες νὰ τὸν ποτίζουν κοτόζουμο γιὰ νὰ μπορῆ νὰ ἀνοίγη τὰ μάτια του, κι ὄχι νὰ περπατᾶ καὶ νὰ συζητᾶ σὰν νὰ μὴ συνέβη τίποτα.
Ὅσο γιὰ τὸν Ἰνδό, φέρε τον ἐδῶ νὰ τὸν μαστιγώσουμε μὲ φραγγέλιο – καὶ ξέρεις τί ἐστὶ φραγγέλιο; Μαστίγιο στὰ ἄκρα τοῦ ὁποίου πρόσθεταν σφαιρίδια μολύβδου ἤ σπασμένα κόκκαλα ἤ μυτερὰ καρφιὰ -, φέρε τον, λοιπόν, νὰ τὸν φραγγελώσουμε, νὰ τοῦ φορέσουμε ἀκάνθινο στεφάνι, νὰ τὸν σταυρώσουμε, νὰ τοῦ δώσουμε χολὴ καὶ ξύδι, νὰ τὸν λογχίσουμε, νὰ τὸν βάλουμε στὸν τάφο, κι ἂν ἀναστηθῆ, τότε τὰ λέμε.
– Παρὰ ταῦτα ὅλες οἱ μαρτυρίες, τὶς ὁποῖες ἐπικαλεσθήκατε, προέρχονται ἀπὸ Μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχει κάποια μαρτυρία περὶ αὐτοῦ, πού νὰ μὴν προέρχεται ἀπὸ τὸν κύκλο τῶν Μαθητῶν του; Ὑπάρχουν δηλ. ἱστορικοί, πού νὰ πιστοποιοῦν τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ; Ἂν ναί, τότε θὰ πιστέψω κι ἐγώ.
– Ταλαίπωρο παιδί! Δὲν ξέρεις τί ζητᾶς! Ἂν ὑπῆρχαν τέτοιοι ἱστορικοὶ ποὺ νὰ εἶχαν δεῖ τὸν Χριστὸ ἀναστημένο, τότε ἀναγκαστικὰ θὰ πίστευαν στὴν Ἀνάστασί Του καὶ θὰ τὴν ἀνέφεραν πλέον ὡς πιστοί, ὁπότε καὶ πάλι θὰ ἀρνιόσουν τὴ μαρτυρία τους, ὅπως ἀκριβῶς ἀπορρίπτεις τὴ μαρτυρία τοῦ Πέτρου, τοῦ Ἰωάννου κ.λ.π. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιώνη κάποιος τὴν Ἀνάστασι καὶ ταυτόχρονα νὰ μὴ γίνεται Χριστιανός; Μᾶς ζητᾶς «πέρδικα ψητὴ σὲ κέρινο σουβλὶ καὶ νὰ λαλῆ»! Αἵ, δὲν γίνεται!
Σοὺ θυμίζω πάντως, ἐφ’ ὅσον ζητᾶς ἱστορικούς, αὐτὸ τὸ ὁποῖο σοῦ ἀνέφερα καὶ προηγουμένως: ὅτι δηλ. οἱ μόνοι πραγματικοὶ ἱστορικοὶ εἶναι οἱ Ἀπόστολοι.
Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὅμως ἔχουμε καὶ μαρτυρία τέτοια ὅπως τὴν θέλεις: ἀπὸ κάποιον δηλ. πού δὲν ἀνῆκε στὸν κύκλο τῶν Μαθητῶν Του. Τοῦ Παύλου. Ὁ Παῦλος ὄχι μόνο δὲν ἦταν Μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐδίωκε μετὰ μανίας τὴν Ἐκκλησία Του.
– Γι’ αὐτὸν ὅμως λένε ὅτι ἔπαθε ἡλίασι καὶ ἐξ αἰτίας της εἶχε παραίσθησι.
– Βρὲ παιδάκι μου, ἂν εἶχε παραίσθησι ὁ Παῦλος, αὐτὸ ποὺ θὰ ἀνεδύετο θὰ ἦταν τὸ ὑποσυνείδητό του. Καὶ στὸ ὑποσυνείδητο τοῦ Παύλου θέσι ὑψηλὴ κατεῖχαν οἱ Πατριάρχες καὶ οἱ Προφῆτες. Τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸν Μωυσῆ ἔπρεπε νὰ δῆ κι ὄχι τὸν Ἰησοῦ, τὸν ὁποῖο θεωροῦσε λαοπλάνο καὶ ἀπατεώνα!
Φαντάζεσαι καμμιὰ πιστὴ γριούλα στὸ ὄνειρό της ἤ στὸ παραλήρημά της νὰ βλέπη τὸν Βούδδα ἤ τὸν Δία; Τὸν Ἄι Νικόλα θὰ δῆ καὶ τὴν Ἁγία Βαρβάρα. Διότι αὐτοὺς πιστεύει.
Καὶ κάτι ἀκόμη. Στὸν Παῦλο, ὅπως σημειώνει ὁ Παπίνι, ὑπάρχουν καὶ τὰ ἑξῆς θαυμαστά: Πρῶτον, τὸ αἰφνίδιο τῆς μεταστροφῆς. Κατ’ εὐθείαν ἀπὸ τὴν ἀπιστία στὴν πίστι. Δὲν μεσολάβησε προπαρασκευαστικὸ στάδιο. Δεύτερον, τὸ ἰσχυρόν τῆς πίστεως. Χωρὶς ταλαντεύσεις καὶ ἀμφιβολίες. Καὶ τρίτον, πίστι διὰ βίου. Πιστεύεις ὅτι αὐτὰ μπορεῖ νὰ λάβουν χώρα μετὰ ἀπὸ μία ἡλίασι; Δὲν ἐξηγοῦνται αὐτὰ μὲ τέτοιους τρόπους. Ἂν μπορῆς, ἐξήγησέ τα. Ἂν δὲν μπορῆς, παραδέξου τὸ θαῦμα. Καὶ πρέπει νὰ ξέρης ὅτι ὁ Παῦλος μὲ τὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς του ἦταν ἄνδρας ἐξόχως πεπαιδευμένος. Δὲν ἦταν κανένα ἀνθρωπάκι νὰ μὴν ξέρη τί τοῦ γίνεται.
Θὰ προσθέσω ὅμως καὶ κάτι ἐπὶ πλέον. Ἐμεῖς, παιδί μου, ζοῦμε σήμερα σὲ ἐξαιρετικὴ ἐποχή. Ζοῦμε τὸ θαῦμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Ὅταν ὁ Χριστὸς εἶπε γιὰ τὴν Ἐκκλησία Του ὅτι «καὶ πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. ιστ΄ 18), οἱ ὁπαδοὶ Του ἀριθμοῦσαν μόνο μερικὲς δεκάδες πρόσωπα. Ἔκτοτε πέρασαν δυὸ χιλιάδες περίπου χρόνια. Διαλύθηκαν αὐτοκρατορίες, ξεχάσθηκαν φιλοσοφικὰ συστήματα, κατέρρευσαν κοσμοθεωρίες, ἡ Ἐκκλησία ὅμως τοῦ Χριστοῦ παραμένει ἀκλόνητη παρὰ τοὺς συνεχεῖς καὶ φοβεροὺς διωγμοὺς ἐναντίον της. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἕνα θαῦμα;
Καὶ κάτι τελευταῖο. Στὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο ἀναφέρεται πώς, ὅταν ἡ Παναγία μετὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ ἐπισκέφθηκε τὴν Ἐλισάβετ, τὴ μητέρα τοῦ Προδρόμου, ἐκείνη τὴν ἐμακάρισε μὲ τὰ λόγια: «Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί». Καὶ ἡ Παναγία ἀπάντησε ὡς ἑξῆς: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον.. Ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσι με πᾶσαι αἱ γενεαί» (α΄ 48).
Τί ἦταν τότε ἡ Παναγία; Μία ἄσημη κόρη τῆς Ναζαρὲτ ἦταν. Ποιὸς τὴν ἤξερε; Παρὰ ταῦτα ἀπὸ τότε ξεχάσθηκαν αὐτοκράτειρες, ἔσβησαν λαμπρὰ ὀνόματα γυναικῶν, λησμονήθηκαν σύζυγοι καὶ μητέρες στρατηλατῶν. Ποιὸς ξέρει ἤ ποιὸς θυμᾶται τὴ μητέρα τοῦ Μεγ. Ναπολέοντος ἤ τὴ μητέρα τοῦ Μεγ. Ἀλεξάνδρου; Σχεδὸν κανείς. Ὅμως ἑκατομμύρια χείλη σ’ ὅλα τὰ μήκη καὶ τὰ πλάτη τῆς γῆς καὶ σ’ ὅλους τούς αἰῶνες ὑμνοῦν τὴν ταπεινὴ κόρη τῆς Ναζαρέτ, «τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ». Ζοῦμε ἤ δὲν ζοῦμε ἐμεῖς σήμερα, οἱ ἄνθρωποι τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, τὴν ἐπαλήθευσι τοῦ προφητικοῦ αὐτοῦ λόγου τῆς Παναγίας;
Τὰ ἴδια ἀκριβῶς συμβαίνουν ὅσον ἀφορᾶ καὶ σὲ μία «δευτερεύουσα» προφητεία τοῦ Χριστοῦ: Ὅταν στὴν οἰκία τοῦ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ μία γυναίκα περιέχυσε στὸ κεφάλι Του τὸ πολύτιμο μύρο, εἶπε ὁ Κύριος: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅπου ἐὰν κηρυχθῆ τὸ εὐαγγέλιον τοῦτο ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ, λαληθήσεται καὶ ὅ ἐποίησεν αὕτη εἰς μνημόσυνον αὐτῆς» (Ματθ. κς΄ 13). Πόσος ἦταν ὁ κύκλος τῶν ὀπαδῶν Του τότε, γιὰ νὰ πῆ κανεὶς ὅτι αὐτοὶ θὰ ἔκαναν τὰ ἀδύνατα δυνατὰ ὥστε νὰ ἐκπληρωθῆ ἡ προφητεία αὐτὴ τοῦ Διδασκάλου τους; Καὶ μάλιστα μία τέτοια προφητεία, ἡ ὁποία μὲ τὰ κριτήρια τοῦ κόσμου δὲν ἔχει καὶ καμμιὰ σημασία γιὰ τοὺς πολλούς;
Εἶναι ἤ δὲν εἶναι θαύματα αὐτά; Ἂν μπορῆς, ἐξήγησέ τα. Ἂν δὲν μπορῆς ὅμως, παραδέξου τα ὡς τέτοια.
– Ὁμολογῶ ὅτι τὰ ἐπιχειρήματά σας εἶναι ἰσχυρά. Ἔχω ὅμως νὰ σᾶς ρωτήσω κάτι ἀκόμη: Δὲν νομίζετε ὅτι ὁ Χριστὸς ἄφησε τὸ ἔργο του ἡμιτελές; Ἐκτὸς κι ἄν μᾶς ἐγκατέλειψε. Δὲν μπορῶ νὰ φαντασθῶ ἕναν Θεὸ νὰ παραμένη ἀδιάφορος στὸ δράμα τοῦ ἀνθρώπου. Ἐμεῖς νὰ βολοδέρνουμε ἐδῶ κι ἐκεῖνος ἀπὸ ψηλὰ νὰ στέκεται ἀπαθής.
– Ὄχι, παιδί μου. Δὲν ἔχεις δίκιο. Ὁ Χριστὸς δὲν ἄφησε τὸ ἔργο Του ἡμιτελές. Ἀντιθέτως εἶναι ἡ μοναδικὴ περίπτωσι ἀνθρώπου στὴν ἱστορία, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴ βεβαιότητα ὅτι ὁλοκλήρωσε τὴν ἀποστολή Του καὶ δὲν εἶχε τίποτα ἄλλο νὰ κάνη καὶ νὰ πῆ.
Ἀκόμη κι ὁ μέγιστος τῶν σοφῶν, ὁ Σωκράτης, ὁ ὁποῖος μία ὁλόκληρη ζωὴ μιλοῦσε καὶ δίδασκε, στὸ τέλος συνέθεσε καὶ μία περίτεχνη ἀπολογία καί, ἂν ζοῦσε, θὰ εἶχε κι ἄλλα νὰ πῆ.
Μόνο ὁ Χριστὸς σὲ τρία χρόνια δίδαξε ὅ,τι εἶχε νὰ διδάξη, ἔπραξε ὅ,τι ἤθελε νὰ πράξη καὶ εἶπε τὸ «τετέλεσται». Δεῖγμα κι αὐτὸ τῆς θεϊκῆς Του τελειότητος καὶ αὐθεντίας.
Ὅσο γιὰ τὴν ἐγκατάλειψι, τὴν ὁποία ἀνέφερες, σὲ καταλαβαίνω. Χωρὶς Χριστὸ ὁ κόσμος εἶναι θέατρο τοῦ παραλόγου. Χωρὶς Χριστὸ δὲν μπορεῖς νὰ ἐξηγήσης τίποτε. Γιατί οἱ θλίψεις, γιατί οἱ ἀδικίες, γιατί οἱ ἀποτυχίες, γιατί οἱ ἀσθένειες, γιατί, γιατί, γιατί; Χιλιάδες πελώρια «γιατί».
Κατάλαβε τό! Δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ προσεγγίση μὲ τὴν πεπερασμένη λογικὴ του τὰ «γιατί» αὐτά. Μόνο μὲ τὸν Χριστὸ ἐξηγοῦνται ὅλα: Μᾶς προετοιμάζουν γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Ἴσως ἐκεῖ μᾶς ἀξιώση ὁ Κύριος νὰ πάρουμε ἀπάντησι σὲ μερικὰ ἀπὸ τὰ «γιατί» αὐτά.
Ἀξίζει τὸν κόπο νὰ σοῦ διαβάσω ἕνα ὡραῖο ποίημα ἀπὸ τὴ συλλογὴ τοῦ Κωνσταντίνου Καλλινίκου «Δάφναι καὶ Μυρσίναι» μὲ τὸν τίτλο «Ἐρωτηματικά».
Εἶπα στὸν γέροντα ἀσκητὴ τὸν ἐβδομηκοντάρη,
πού κυματοῦσε ἡ κόμη του σὰν πασχαλιᾶς κλωνάρι:
Πές μου, πατέρα μου, γιατί σὲ τούτη ‘δῶ τὴ σφαῖρα
ἀχώριστα περιπατοῦν ἡ νύχτα καὶ ἡ μέρα;
Γιατί, σὰν νὰ ‘σαν δίδυμα, φυτρώνουμε ἀντάμα
τ’ ἀγκάθι καὶ τὸ λούλουδο, τὸ γέλιο καὶ τὸ κλάμα;
Γιατί στὴν πιὸ ἑλκυστική τοῦ δάσους πρασινάδα
σκορπιοὶ φωλιάζουν κι ὄχεντρες καὶ κρύα φαρμακάδα;
Γιατί, προτοῦ τὸ τρυφερὸ μπουμπούκι ξεπροβάλει
καὶ ξεδιπλώσει μπρὸς στὸ φῶς τ’ ἀμύριστά του κάλλη,
μαῦρο σκουλήκι ἔρχεται, μιά μαχαιριὰ τοῦ δίνει
κι ἕνα κουρέλι ἄψυχο στὴν κούνια του τ’ ἀφήνει;
Γιατί ἀλέτρι καὶ σπορὰ καὶ δουλευτάδες θέλει
τὸ στάχυ, ὥσπου νὰ γενῆ ψωμάκι καὶ καρβέλι
καὶ κάθε τί ὠφέλιμο κι εὐγενικὸ καὶ θεῖο
πληρώνεται μὲ δάκρυα καὶ αἵματα στὸ βίο,
ἐνῶ ὁ παρασιτισμὸς αὐτόματα θεριεύει
κι ἡ προστυχιὰ ὅλη τή γῆ νὰ καταπιῆ γυρεύει;
Τέλος, γιατί εἰς τοῦ παντὸς τὴν τόση ἁρμονία
νὰ χώνεται ἡ σύγχυσι κι ἡ ἀκαταστασία;
Ἀπήντησε ὁ ἀσκητὴς μὲ τὴ βαρειὰ φωνή του
πρὸς οὐρανοὺς ὑψώνοντας τὸ χέρι τὸ δεξί του:
Ὀπίσω ἀπὸ τὰ χρυσὰ ἐκεῖ ἐπάνω νέφη
κεντᾶ ὁ Μεγαλόχαρος ἀτίμητο γκεργκέφι (=κέντημα).
Κι ἐφόσον εἰς τὰ χαμηλὰ ἐμεῖς περιπατοῦμεν
τὴν ὄψι τὴν ξανάστροφη, παιδί μου, θεωροῦμε.
Καὶ εἶναι ἄρα φυσικὸ λάθη ὁ νοῦς νὰ βλέπη
ἐκεῖ ποὺ νὰ εὐχαριστῆ καὶ νὰ δοξάζη πρέπει.
Πρέπει σὰν Χριστιανὸς νὰ ἔλθη ἡ ἡμέρα
πού ἡ ψυχή σου φτερωτὴ θὰ σχίση τὸν αἰθέρα
καὶ τοῦ Θεοῦ τὸ κέντημα ἀπ’ τὴν καλὴ κοιτάξης
καὶ τότε… ὅλα σύστημα θὰ σοῦ φανοῦν καὶ τάξις!
Ὁ Χριστός, παιδί μου, δὲν μᾶς ἐγκατέλειψε ποτέ. Παραμένει κοντά μας, βοηθὸς καὶ συμπαραστάτης, μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων. Αὐτὸ ὅμως θὰ τὸ καταλάβης, μόνο ἂν γίνης συνειδητὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας Του καὶ συνδεθῆς μὲ τὰ Μυστήριά της.