Στην Ζ΄
Οικουμενική Σύνοδο, που συνεκλήθη κατά της Εικονομαχίας στη Νίκαια της
Βιθυνίας το έτος 787, από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον ΣΤ΄ και τη
μητέρα του Ειρήνη την Αθηναία, συμμετείχαν 367 Θεοφόροι Πατέρες,
αντιπρόσωποι από τα πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων,
καθώς και από την Κύπρο, ενώ πρόεδρος ήταν ο πατριάρχης Κων/πόλεως
Ταράσιος και συμμετείχαν και αντιπρόσωποι του πάπα της Ρώμης Αδριανού
του Α΄. Οι εργασίες της πραγματοποιήθηκαν στον ναό της Αγίας Σοφίας
καθώς και στα ανάκτορα στην Κων/πολη, κατά την τελευταία 8η συνεδρία της
Συνόδου, με εντολή του αυτοκράτορα. Ήταν ανάγκη, και πράξη το έκαναν οι
Ιεράρχες που πήραν μέρος στη Σύνοδο αλλά και η θέληση των αυτοκρατόρων,
να δοθεί μια τελεσίδικη λύση στη διαμάχη περί των αγίων εικόνων που
ταλαιπώρησε τους πάντες για 100 χρόνια, καθώς και στις καταχρήσεις που
παρατηρήθηκαν ανάμεσα στο λαό. Η βαθειά αναστάτωση, θρησκευτική και
πολιτική, που προκλήθηκε στην αυτοκρατορία εξαιτίας των ερίδων περί των
αγίων εικόνων, ταλαιπώρησε ως γνωστόν την Εκκλησία, και την κοινωνία
γενικότερα, μέχρι το 843, οπότε και διευθετήθηκε το ζήτημα και
αναστηλώθηκαν οριστικά οι εικόνες από την αγία Θεοδώρα. Την αναστήλωση
των εικόνων γιορτάζει η Εκκλησία κατά την Α΄ Κυριακή των Νηστειών, που
ονομάζεται Κυριακή της Ορθοδοξίας
Εικονομάχοι δεν ήσαν μόνο οι αιρετικοί Παυλικιανοί και Νεστοριανοί αλλά
και ανώτεροι κληρικοί. Μάλιστα ο Λέων ο Γ΄ ο Ίσαυρος στους τελευταίους
βασίστηκε και εξέδωσε 2 διατάγματα εναντίον των εικόνων, το 726 και 730,
με τα οποία διέταξε την καταστροφή των εικόνων στις Εκκλησίες και την
απαγόρευση τιμητικής προσκύνησης αυτών. Από εκεί ξεκίνησαν όλα, καθώς
και η ευρύτερη διαμάχη και εξέγερση του λαού. Ο Λέων ο Γ΄ δεν δίστασε να
ανακηρύξει τον εαυτό του απόλυτο ρυθμιστή των θεϊκών και κοσμικών
πραγμάτων. Πολύ σύντομα από την άνοδό του στην εξουσία, επηρεασμένος:
(α) από το ανεικονικό πνεύμα των ανατολικών επαρχιών, (β) από
μονοφυσιτικές και ισλαμικές απόψεις και (γ) από τις αντιλήψεις Ευσεβίου
Καισαρείας και αιρετικών Παυλικιανών, άρχισε να διδάσκει ότι «ου δει τας
εικόνας προσκυνείν» (P.G. 100, 1084). Μάλιστα στον πάπα Γρηγόριο τον Β΄
(715-731), όταν εκείνος τον έλεγξε σε θεολογικά θέματα λέγοντάς του:
«ουκ εισί τα δόγματα των βασιλέων, αλλά των αρχιερέων», απάντησε, θεωρών
εαυτόν ως τοποτηρητή του Παντοδύναμου, με τα λόγια: «Βασιλεύς και ιερεύς
ειμί» (Mansi XII, 975, 978).
Χειρότερη
πολιτική εξάσκησε ο γιος του Κωνσταντίνος Ε΄ (740-775), ο και «Σαρακηνόπιστος»
όπως ονομάστηκε από Γεώργιο Μοναχό. Φανατικός εικονομάχος, επιδίωξε, με
σκληρούς διωγμούς στους αντίθετους, την άνοδο στην κυβερνητική και
εκκλησιαστική ηγεσία των εικονοκλαστών εκείνων που θα συμμαχούσαν μαζί
του στα δογματικά και εικονο-πολεμικά ζητήματα, ενώ δεν δίστασε να
τυφλώσει και διαπομπεύσει τον πατριάρχη Αναστάσιο. Στη σύνοδο της
Ιέρειας («ακέφαλη» χαρακτηρίστηκε από τους Ορθοδόξους γιατί δεν
συμμετείχε κανένας πατριάρχης και εκπρόσωπος του πάπα), που διοργάνωσε
στην ακτή του Βοσπόρου το 754, πήραν μέρος 338 επίσκοποι και
αποφασίστηκε η καταδίκη των εικόνων και ιδίως της εικόνας του Χριστού,
διότι κατά την λανθασμένη τους αντίληψη δεν ήταν τίποτε άλλο από
νεστοριανισμός και μονοφυσιτισμός [ο Νεστόριος υπήρξε και αυτός
μονοφυσίτης, κατά την οποία αίρεση: προτίμηση, τιμή ή και λατρεία
αποδίδεται μόνο στη μια φύση του Χριστού, είτε την ανθρώπινη (πατριάρχης
Νεστόριος) είτε την θεϊκή (ιερέας Ευτυχής)].









